Supreme Court dismisses appeal on medical negligence damages, upholding appellate court's discretion on compensation amount.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the appellate court's decision awarding damages for mental distress following a medical negligence case. The appellant argued the awarded sum exceeded reasonable limits and violated the principle of proportionality, while the court found the amount consistent with judicial practice and statutory criteria. Consequently, the appeal was rejected, the costs were shifted to the appellant, and the original judgment regarding compensation was upheld.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561, 932 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that the appellate court's determination of compensation for mental distress is subject to judicial discretion and must be reviewed only if it exceeds reasonable limits or violates the principle of proportionality, as assessed against established judicial practice and specific statutory criteria.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 368 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 368/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου και Μαρία Ανδρικοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Μ. του Σ., κατοίκου ….. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καραγκούνη, ο οποίος ανακάλεσε την από 19-11-2020 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Κ. του Ι., 2) Χ. Κ. του Α. και 3) Ζ. Κ. του Α., απασών κατοίκων …. Η πρώτη αναιρεσίβλητη παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μάρκο Κουντουρούδα, ενώ οι δεύτερη και τρίτη αναιρεσίβλητες εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.
Καλουμένων στην αναιρετική δίκη και των: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΝΟΣΗΛΕΥΤΙΚΗ ΑΕ - ΑΓΙΟΣ ΛΟΥΚΑΣ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "INTERAMERICAN Ε.Ε.Α.Ζ. ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ανώνυμης ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ Α.Α.Α.Ε" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-7-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, την από 4-8-2011 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση της ήδη πρώτης καλουμένης στην αναιρετική δίκη, την από 26-10-2011 πρόσθετη παρέμβαση της ήδη δεύτερης καλουμένης στην αναιρετική δίκη, την από 19-8-2012 ανακοίνωση δίκης μετά προσεπικλήσεως σε αναγκαστική παρέμβαση και αγωγή αποζημίωσης του ήδη αναιρεσείοντος και την από 19-11-2012 πρόσθετη παρέμβαση της ήδη τρίτης καλουμένης στην αναιρετική δίκη, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5938/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 2491/2018 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-1-2019 αίτησή του και τους από 28-2-2020 προσθέτους αυτής λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων αυτής λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 2491/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) εκτίμηση των σχετικών εγγράφων: Με την από 22-7-2011 αγωγή τους ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, οι ενάγουσες, ήδη αναιρεσίβλητες, (καθώς και δύο ακόμα πρόσωπα μη διάδικοι), ζήτησαν να υποχρεωθεί ο πρώτος εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων να καταβάλει, (εις ολόκληρον με την δεύτερη εναγόμενη, μη διάδικο) το ποσό των 5.000.000 ευρώ σε καθεμία από τις πρώτη και δεύτερη των εναγόντων, το ποσό των 300.000 ευρώ σε καθένα από τους τρίτη και τέταρτο και το ποσό των 150.000 ευρώ στην πέμπτη ενάγουσα, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης.
Επί της αγωγής αυτής, η οποία συνεκδικάστηκε με την από 4-8-2011 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση της πρώτης καλουμένης στην αναιρετική δίκη, την από 26-10-2011 πρόσθετη παρέμβαση της ήδη δεύτερης καλουμένης στην αναιρετική δίκη, την από 19-8-2012 ανακοίνωση δίκης μετά προσεπικλήσεως σε αναγκαστική παρέμβαση και αγωγή αποζημίωσης του ήδη αναιρεσείοντος και την από 19-11-2012 πρόσθετη παρέμβαση της ήδη τρίτης καλουμένης στην αναιρετική δίκη, εκδόθηκε, ερήμην των εναγόντων, η 5938/2014 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, η οποία απέρριψε την αγωγή και τις παρεμπίτουσες αγωγές.
Κατά της άνω απόφασης άσκησαν έφεση οι τρεις πρώτες ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες και επ' αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 2491/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία δέχτηκε την έφεση και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη, δέχτηκε μερικά την αγωγή και υποχρέωσε τους εναγόμενους να καταβάλουν, σε ολόκληρο καθένας τους νομιμοτόκως, το ποσό των 120.000 ευρώ σε κάθε μία από τις δύο πρώτες ενάγουσες και το ποσό των 30.000 ευρώ στην τρίτη ενάγουσα.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο πρώτος εφεσίβλητος και ήδη αναιρεσείων με την από 22-1-2019 αίτησή του και τους από 28-2-2020 προσθέτους αυτής λόγους, για τους λόγους που αναφέρονται στα ως άνω δικόγραφα και αναλύονται ειδικότερα κατωτέρω. Κατά το άρθρο 528 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 44 παρ. 2 του νόμου 3994/2011, "αν ασκηθεί έφεση από τον διάδικο που δικάστηκε ερήμην, η εκκαλούμενη απόφαση εξαφανίζεται μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, ανεξάρτητα από τη διαδικασία που τηρήθηκε.
Ο εκκαλών δικαιούται να προβάλει όλους τους ισχυρισμούς που μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, αν ασκηθεί έφεση από ενάγοντα που δικάστηκε ερήμην, με συνέπεια να απορριφθεί η αγωγή του λόγω του τεκμηρίου παραίτησής του από αυτή, η εκκαλουμένη απόφαση με μόνη την, κατ` άρθρο 532 ΚΠολΔ, τυπικά παραδεκτή άσκηση της έφεσης εξαφανίζεται μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους τυχόν πρόσθετους αυτής λόγους, προκειμένου να ανατραπεί το σε βάρος του ενάγοντος τεκμήριο παραίτησης.
Επομένως αν στην έφεση περιέχεται η αγωγή, η απόφαση εξαφανίζεται στο σύνολό της, χωρίς να απαιτείται να γίνει προηγουμένως δεκτός κάποιος λόγος έφεσης και η υπόθεση συζητείται εκ νέου στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, στο οποίο ο εκκαλών - ενάγων μπορεί να προβάλει όλους τους πραγματικούς ισχυρισμούς, που είχε προβάλλει με την αγωγή του και θα μπορούσε να είχε προτείνει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αν είχε παραστεί (ΑΠ 229/2020, ΑΠ 579/2018, ΑΠ 1906/2008, ΑΠ 1140/2008).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αυτοί, δηλαδή, οι οποίοι, με την προϋπόθεση ότι έχουν προταθεί νόμιμα, θεμελιώνουν ιστορικά το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού η δικονομικού δικαιώματος. "Πράγματα", επίσης, κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, αποτελούν και οι λόγοι έφεσης, εφόσον περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, τα οποία αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς (ΑΠ 29/2012, ΑΠ 2024/2009, ΑΠ 1640/2009).
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο, μέσω δε αυτού ελέγχεται και το παραδεκτό της άσκησης ενδίκου μέσου (ΑΠ 64/2020, ΑΠ 123/2020, ΑΠ 154/2019, ΑΠ 1513/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως από την παραδεκτή επισκόπησή της προκύπτει (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), εξαφανίσθηκε η 5938/2014 πρωτοβάθμια απόφαση, με την οποία είχε απορριφθεί η από 22-7-2011 αγωγή λόγω της ερημοδικίας των εναγόντων, καθόσον με την οικεία από 26-9-2014 έφεση, όπως από την παραδεκτή επισκόπηση και αυτής προκύπτει, οι ενάγουσες-εκκαλούσες επανέφεραν τους αγωγικούς ισχυρισμούς τους.
Ειδικότερα, στην έφεσή τους οι εκκαλούσες, αφού αναφέρουν "εκκαλώ εμπροθέσμως και προ πάσης επιδόσεως την απόφαση 5938/2014, η οποία εκδικάσθηκε ερήμην μου για τους κατωτέρω νόμιμους και αληθείς λόγους ...", στη συνέχεια επαναλαμβάνουν όσα εξέθεταν με την απορριφθείσα αγωγή τους και συγκεκριμένα ότι οι επικαλούμενες πράξεις και παραλείψεις του πρώτου εναγόμενου ιατρού, προστηθέντος της δεύτερης εναγόμενης, επέφεραν τον θάνατο του συγγενούς τους Α.
Κ., εξ αιτίας του οποίου οι ενάγουσες υπέστησαν ψυχική οδύνη για την αποκατάσταση της οποίας αιτούνται τα αναφερόμενα στην αγωγή τους ποσά, τέλος δε ζητούν "να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 5938/2014 ΠολΠρωτ. Θεσσαλονίκης ... να γίνει δεκτή η αγωγή μας...". Αφού, συνεπώς, οι αναιρεσίβλητες επανέφεραν τους αγωγικούς τους ισχυρισμούς με το προεκτεθέν περιεχόμενο της παραπάνω έφεσής τους, που ασκήθηκε παραδεκτά, ζητώντας την εξαφάνιση της πρωτοβάθμιας απόφασης και την αποδοχή της αγωγής τους, ορθά, σύμφωνα με τη σκέψη που προεκτέθηκε, το Εφετείο εξαφάνισε, άνευ ετέρου, στο σύνολό της την πρωτοβάθμια απόφαση που είχε απορρίψει, λόγω ερημοδικίας των αναιρεσιβλήτων, την παραπάνω αγωγή.
Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες, ότι έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, ήτοι ότι εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση, στο σύνολό της, χωρίς αντίστοιχο λόγο έφεσης ενώ θα έπρεπε να την απορρίψει ως απαράδεκτη.
Από το άρθρο 24 του α.ν. 1565/1939 "περί κώδικος ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος", που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ κατά το άρθρο. 47 ΕισΝΑΚ, σε συνδυασμό με τα άρθρο 330, 652 και 914 ΑΚ, προκύπτει ότι ο ιατρός ευθύνεται σε αποζημίωση για τη ζημία που έπαθε ο ασθενής πελάτης του από κάθε αμέλειά του, ακόμη και ελαφριά, αν κατά την εκτέλεση των ιατρικών του καθηκόντων παρέβη την υποχρέωσή του να ενεργήσει σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης επιδεικνύοντας τη δέουσα επιμέλεια, δηλαδή αυτή που αναμένεται από το μέσο εκπρόσωπο του κύκλου του.
Εξάλλου, προκειμένου να στοιχειοθετηθεί κατά τις πιο πάνω διατάξεις ευθύνη του ιατρού και υποχρέωσή του για αποζημίωση, απαραίτητη προϋπόθεση είναι η ύπαρξη πρόσφορου αντικειμενικού αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της φερόμενης ως παράνομης συμπεριφοράς του ιατρού και της ζημίας που έχει προκληθεί ή και της βλάβης, περιουσιακής ή ηθικής, την οποία ο ασθενής επικαλείται.
Ο εν λόγω αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη ή υλική ενέργεια, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, ήταν ικανή και πρόσφορη να επιφέρει το ζημιογόνο γεγονός (ΑΠ 418/2018, ΑΠ 1683/2014). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία).
Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ` άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ.
ΑΠ 1/2020, Ολ ΑΠ 2/2019, Ολ ΑΠ 8/2018, Ολ ΑΠ 1/1999).Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 367/2020, ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ως αποδειχθέντα, εκτός των άλλων και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Περί τα τέλη Μαρτίου του 2006, παρουσιάστηκε στον Α. Κ. του Ν., κάτοικο …, γεννηθέντα το έτος 1961, πατέρα της πρώτης και δεύτερης των εναγουσών και αδελφό της τρίτης ενάγουσας, μια βραχνάδα στη φωνή κι επειδή δεν υποχωρούσε στις 22.6.2006 επισκέφτηκε τον πρώτο εναγόμενο, ο οποίος είναι ιατρός με ειδικότητα χειρουργού-ωτορινολαρυγγολόγου, στο επί της οδού Εθνικής Αντιστάσεως αρ. 51-53 της Θεσσαλονίκης ιατρείο του.
Εκεί τόσο την άνω ημέρα, όσο και την επομένη κατά την οποία ο Α. Κ. επισκέφτηκε πάλι το ιατρείο του πρώτου εναγομένου, συνοδευόμενος από την τρίτη ενάγουσα, υποβλήθηκε σε λαρυγγοσκοπήσεις, όπου διαπιστώθηκε η ύπαρξη μέτριου μορφώματος στις φωνητικές χορδές προφανώς νεοπλασματικού και έπρεπε να εξακριβωθεί αν επρόκειτο για ένα απλό πολύποδα ή για κακοήθεια.
Επειδή δε ο πρώτος εναγόμενος είχε βάσιμες υποψίες ότι επρόκειτο για καρκίνο μετέφερε τις υποψίες του αυτές τόσο στον ίδιο τον ασθενή, όσο και στην τρίτη ενάγουσα, αδελφή του, ενημερώνοντάς τους ότι ο καρκίνος του λάρυγγα κατά τους κοινώς αναγνωρισμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης αντιμετωπίζεται είτε με ολική λαρυγγεκτομή, είτε επεμβατικά με τη χρήση μικρολαρυγγοσκοπίου και ακτινών laser co2 σε συνδυασμό με ακτινοθεραπεία και χημειοθεραπεία, όπου αυτό είναι δυνατό και μάλιστα τους καθησύχασε λέγοντάς τους ότι ο καρκίνος του λάρυγγα δεν κάνει μεταστάσεις.
Στις 26.6.2006, ο Α. Κ. εισήλθε στην κλινική "Άγιος Λουκάς", ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγομένης με την οποία συνεργαζόταν ο πρώτος εναγόμενος, όπου υποβλήθηκε από τον τελευταίο σέ επέμβαση για τη λήψη παρασκευασμάτων προς βιοψία. Τα αποτελέσματα της ιστολογικής εξέτασης των παρασκευασμάτων που απεστάλησαν προς εξέταση στο ιστοπαθολογικό εργαστήριο του Κ.
Σ. παθολογοανατόμου έδειξαν πως υπήρχαν "διάχυτες σοβαρού βαθμού αλλοιώσεις δυσπλασίας του καλυπτηρίου πολυστοίβου πλακώδους επιθηλίου του λάρυγγος", σύμφωνα με την σχετική από 29.6.2006 ιστολογική εξέταση, Η εξέταση αυτή κάνει λόγο για σοβαρού βαθμού δυσπλασία, η οποία αποτελεί προ-καρκινική εκδήλωση δηλαδή καρκίνο στη γένεσή του, γεγονός που οδήγησε τον πρώτο εναγόμενο, που είχε βάσιμες υπόνοιες ότι πρόκειται για καρκίνο, -όπως ο ίδιος αποδέχεται .στο αϊτό 30:10.2007 υπόμνημά του ενώπιον του Η' Πταισματοδίκη Θεσσαλονίκης-, να μην προχωρήσει σε ολική λαρυγγεκτομή, αλλά να αντιμετωπίσει επεμβατικά τον όγκο με τη χρήση μικρολαρυγγοσκοπίου και ακτίνων laser co2 σε συνδυασμό με ακτινοθεραπεία και χημειοθεραπεία.
Την απόφασή του αυτή την γνωστοποίησε στον Α. Κ. και στην τρίτη ενάγουσα και μάλιστα την αιτιολόγησε λέγοντας τους ότι τα αποτελέσματα της άνω βιοψίας ήταν καλύτερα από τις προσδοκίες του και ότι ήταν τυχερός που δεν. υπήρχαν ιστοί καρκίνου. Έτσι στις 8. Ιουλίου 2006 ο Α. Κ., εισήλθε στην Ιδία ως άνω κλινική της δεύτερης εναγομένης, όπου και υποβλήθηκε από τον πρώτο εναγόμενο στην άνω επέμβαση (laser Χορδεκτομή). .Σύμφωνα με το οπό 8.7.2006 πρακτικό χειρουργείου της άνω κλινικής " ....υπό μικροσκοπική όραση διακρίνεται το γνωστό ευμέγεθες εξωφυτικό μόρφωμα στην πρόσθια εντομή των φωνητικών χορδών που επεκτείνεται έως τα 2/3 της δεξιάς φωνητικής χορδής και έως το πρόσθιο τριτημόριο της αριστερής φωνητικής χορδής.
Ακολούθως γίνεται αφαίρεση κατά το δυνατό, μέρους του μορφώματος με co2-laser....". Μετά την επέμβαση ο πρώτος εναγόμενος καθησύχασε τον Α. Κ., ότι "όλα πήγαν καλά", ότι στάλθηκαν νέα τεμάχια ιστού από τον λάρυγγα για ιστολογική εξέταση και την επομένη ημέρα (9.7.2006) εξήλθε από την κλινική, ενώ του συστήθηκε να λαμβάνει ως φαρμακευτική αγωγή αντιβίωση για την αντιμετώπιση της μετεγχειρητικής φλεγμονής και δη το φαρμακευτικό σκεύασμα "ZinadolΙ" των 500 mg.
όπως προκύπτει και από την προσκομιζόμενη από 9.7.2006 συνταγή που φέρει την υπογραφή και σφραγίδα του πρώτου εναγομένου. Έκτοτε ο Α. Κ. επισκεπτόταν τον πρώτο εναγόμενο δύο φορές την εβδομάδα για την παρακολούθηση της μετεγχειρητικής εξέλιξης της υγείας του. Στις 13.7.2006 εκδόθηκε από τον άνω παθολογοανατόμο Κ.
Σ. το πόρισμα της δεύτερης ιστολογικής εξέτασης των παρασκευασμάτων που λήφθηκαν κατά την προαναφερόμενη μερική αφαίρεση του μορφώματος, όπου πλέον διαγνώστηκαν "διάχυτες σοβαρού βαθμού αλλοιώσεις δυσπλασίας με θέσεις νεοπλασματικής εξαλλαγής του καλυπτηρίου πολυστοίβου πλακώδους επιθηλίου του λάρυγγος".
Για τα αποτελέσματα της ιστολογικής αυτής εξέτασης ο παραπάνω παθολογοανατόμος ενημέρωσε προφορικά τον πρώτο εναγόμενο, ο οποίος με τη σειρά του διατείνεται ότι ενημέρωσε τον Α. Κ. και του πρότεινε να σκεφτεί ως ενδεδειγμένη λύση για την αντιμετώπιση του προβλήματος και την ολική λαρυγγεκτομή, πλην όμως το πραγματικό αυτό περιστατικό δεν αποδείχθηκε, η δε τρίτη ενάγουσα που από την πρώτη στιγμή της ασθένειας του αδελφού της ήταν δίπλα του και γνώριζε και οπό τον ίδιο, αλλά και άμεσα την όλη πορεία της υγείας του δεν έλαβε γνώση των αποτελεσμάτων της δεύτερης ιστολογικής εξέτασης, ούτε και της φερόμενης πρότασης του πρώτου εναγομένου για λαρυγγεκτομή ως λύση και μάλιστα επείγουσα για την αντιμετώπιση του καρκίνου.
Μάλιστα εξεταζόμενη ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου με σαφήνεια ανέφερε ότι ο αδελφός της όχι μόνο θα την ενημέρωνε για την προτεινόμενη λαρυγγεκτομή, αλλά και ότι δεν είχε λόγο να μην συναινέσει σε αυτήν, δεδομένου ότι η σύζυγός του είχε αποβιώσει στις 3.1.2002 σε ηλικία 29 ετών από καρκίνο και μεγάλωνε μόνος τις γεννηθείσες την 23.1.1997 και 8.3.2000 αντίστοιχα ανήλικες κόρες του (πρώτη και δεύτερη των εναγουσών) κι ως εκ τούτου είχε σοβαρό κίνητρο για να λύσει το πρόβλημα της υγείας του.
Από τις 19.7.2006 ο Α. Κ., άρχισε να δυσκολεύεται στην αναπνοή του, το γεγονός αυτό το ανέφερε στον πρώτο εναγόμενο, που δεν το αξιολόγησε, όταν δε η δύσπνοιά του επιδεινώθηκε και επισκέφτηκε αυτόν στις 24.7.2006 στο ιατρείο του για την -καθιερωμένη παρακολούθηση, ο πρώτος εναγόμενος τον προέτρεψε να προβεΙ σε καρδιολογικό έλεγχο και να συνεχίσει την αντιβίωση, σύμφωνα με την κατάθεση της αδελφής του ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης (βλ.
υπ. αριθμ. 1741/2013 πρακτικά και απόφαση του εν λόγω Δικαστηρίου). Το επόμενο ραντεβού του Α. Κ. με τον πρώτο εναγόμενο είχε προγραμματιστεί για τις 28.7.2006, πλην όμως στις 28.7.2006 και περί ώρα 11.00 π.μ. ο Α. Κ. απεβίωσε από ασφυξία. Ειδικότερα, σύμφωνα με την από 29.10.2007 ιατροδικαστική έκθεση του ιατροδικαστή Σ. Ν., ο οποίος προέβη στην εξέταση του πτώματος του θανόντος μετά από σχετική παραγγελία του ΑΤ Νεαπόλεως Θεσσαλονίκης, διαπιστώθηκε μεταξύ άλλων ότι " η συσκευή του λάρυγγα και το υοειδές οστούν καταλαμβάνονται από όγκο.
Κατά την διάνοιξη του όγκου διαπιστούται εκροή άφθονου δύσοσμου πυώδους εκκρίματος...η καρδιά είναι φυσιολογική ..." Καταλήγει δε στο συμπέρασμα ότι ο θάνατος του Α. Κ. οφείλεται "σε απόφραξη ανώτερων αναπνευστικών οδών από οίδημα λάρυγγος σε έδαφος διηθητικού νεοπλάσματος, συνεπεία του οποίου προκλήθηκε ασφυκτικός θάνατος".
Οι ιστολογικές εξετάσεις του άνω θανόντος πραγματοποιήθηκαν στο εργαστήριο Ανατομικής του Πανεπιστημίου Αθηνών και έδειξαν "ιστολογική εικόνα διηθητικού ακανθοκυτταρικού καρκινώματος λάρυγγα μέσης διαφοροποίησης", ενώ οι διαστάσεις του όγκου καταγράφονται 3,5Χ3Χ2.5 εκ. Ακολούθως οι ενάγουσες κατέθεσαν εναντίον του πρώτου εναγομένου μήνυση για ανθρωποκτονία εξ αμελείας, καθώς και την κρινόμενη αγωγή αποδίδοντας σ' αυτόν ότι κατά την άσκηση των ιατρικών καθηκόντων του υπέπεσε σε ιατρικά σφάλματα προεγχειρητικά και μετεγχειρητικά που επέφεραν τον θάνατο του άνω συγγενούς τους.
Με βάση όσα προεκτέθηκαν, ο πρώτος εναγόμενος προεγχειρητικά ενήργησε σύμφωνα με τους αναγνωρισμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης όπως θα ενεργούσε ο μέσος συνετός γιατρός ωτορινολαρυγγολόγος και τούτο γιατί, μετά την επιβεβλημένη για τη διαπίστωση του μορφώματος του λάρυγγα με τη μέθοδο της λαρυγγοσκόπησης εξέταση, έχοντας υποψία καρκίνου προχώρησε με μικρολαρυγγοσκόττηση στη λήψη ιστών για βιοψία.
Μετά τη λήψη των αποτελεσμάτων της από 29.6.2006 ιστολογικής εξέτασης που δεν πιστοποίησαν καρκίνο -όπως ανέμενε- αλλά δυσπλασία έκρινε ότι έπρεπε να αφαιρεθεί το μόρφωμα του λάρυγγα με laser και όχι με ολική λαρυγγεκτομή που αποτελούσε τη δεύτερη θεραπευτική μέθοδο αντιμετώπισης του καρκίνου λάρυγγα. Πρέπει να λεχθεί, ότι η ολική λαρυγγεκτομή αντιμετωπίζει μεν την εξαλλαγή του όγκου, πλην όμως εμφανίζει ένα μεγάλο μειονέκτημα, αφού ο ασθενής υφίσταται μόνιμο ακρωτηριασμό και είναι υποχρεωμένος να ζει το υπόλοιπο της ζωής του με τραχειόστομα, η δε επεμβατική αντιμετώπιση τοι όγκου με laser co2 - που αποτελεί νεώτερη χειρουργική τεχνική- ναι μεν δεν αντιμετωπίζει ριζικά τον καρκίνο, πλην όμως διατηρεί το λάρυγγα, αποκαθιστά την αναπνευστική οδό και είναι δυνατόν σε συνδυασμό με ακτινοθεραπεία και χημειοθεραπεία να οδηγήσει σε ενδοσκοπική αφαίρεση ή σταδιακή καταστροφή του όγκου.
Επιπλέον η επιλεγείσα μέθοδος άφηνε στον πρώτο εναγόμενο το χρονικό περιθώριο να εξαντληθούν οι πιθανότητες εναλλακτικής αντιμετώπισης του προβλήματος σε συνδυασμό κυρίως με το προαναφερόμενο γεγονός ότι μέχρι την 8.7.2006 που έλαβε χώρα η επίδικη επέμβαση δεν είχε πιστοποιηθεί η ύπαρξη καρκίνου. Σύμφωνα με τα συγγράμματα ιατρικής επιστήμης που οι ενάγουσες προσκομίζουν με επίκληση,• η χειρουργική με χρήση laser co2 αποτελεί " μια έγκυρη εναλλακτική θεραπεία του καρκίνου του λάρυγγα, τα αποτελέσματά της δε, είναι ισοδύναμα με άλλες μεθόδους θεραπείας όσον αφορά την επιβίωση ελεύθερης νόσου και επιπλέον παρατηρείται μικρότερη νοσηρότητα και καλύτερη ποιότητα ζωής• λόγω διατήρησης του οργάνου" (βλ..
Συμπεράσματα 16ου Πανελλήνιου Συνεδρίου Ωτορινολαρυγγολογίας-Χειρουργικής Κεφαλής και Τραχήλου). Στην αποδοχή ότι ή αντιμετώπιση των κακοηθειών του λάρυγγα με την χρήση laser co2 αποτελεί μια δοκιμασμένη μέθοδο για την τμηματική εκτομή του λάρυγγα με τα άνω πλεονεκτήματα, κάνουν λόγο και οι Ι. Κ. και Η. Κ., καθηγητής• Ωτορινολαρυγγολογίας ο πρώτος και επίκουρος καθηγητής, ο δεύτερος, στις γνωμοδοτήσεις τους που λήφθηκαν με επιμέλεια του πρώτου εναγομένου.
Επομένως εφόσον ο πρώτος εναγόμενος, έχοντας δικαίωμά κατά την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 3 παρ.3 του. Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας, (Ν 3418/2005). επιλογής μεθόδου θεραπείας την οποία κρίνει ότι υπερτερεί σημαντικά έναντι άλλης για το συγκεκριμένο ασθενή επέλεξε αφού έλαβε υπόψη του τα αποτελέσματα τής άνω ιστολογικής εξέτασης καθώς και την ηλικία του Α.
Κ. (45 ετών) ως καλύτερη μέθοδο θεραπείας εκείνη τη χρονική στιγμή, τη μέθοδο εκτομής του όγκου με laser co2,, αντί της ολικής λαρυγγεκτομής και η επιλογή τού αυτή δεν παραβιάζει τους αποδεκτούς σύγχρονους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, δεν υπέπεσε σε ιατρικό σφάλμα κατά το προεγχειρητικό στάδιο, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι ενάγουσες στην αγωγή τους.
Όμως κατά το μετεγχειρητικό στάδιο ο πρώτος εναγόμενος δεν επέδειξε την επιμέλεια που όφειλε ως κάθε συνετός και επιμελής γιατρός και μπορούσε, ώστε να αποτρέψει τον θάνατο του Α. Κ., ενόψει και του ότι ο καρκίνος του λάρυγγα δεν δίνει μεταστάσεις και είναι αντιμετωπίσιμος (βλ. κατάθεση ιατροδικαστή Σ.
Ν. (βλ. υπ. αριθμ. 1198*, 12186, 13282/2011 και 7468/2012 πρακτικά και απόφαση του Γ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης). Ειδικότερα, ο πρώτος εναγόμενος επέδειξε αμέλεια ως προς τη μετεγχειρητική πορεία του άνω ασθενούς του, αφού κατά τους αναγνωρισμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης έπρεπε κατά την έξοδό του από το νοσοκομείο μετά την άνω επέμβαση να του χορηγήσει εκτός από αντιβίωση και κορτιζόνη, όπως μετά λόγου γνώσης κατέθεσαν ενώπιον των ποινικών Δικαστηρίων οι προαναφερόμενοι γιατροί Ι.
Κ., Η. Κ., καθώς και ο ιατροδικαστής Σ. Ν. (βλ. υπ. αριθμ. 1198Α, 12186, 13282/2011 και 7468/2012 πρακτικά και απόφαση του Γ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης). Η κορτιζόνη έχει αντιφλεγμονώδη-αποιδηματική δράση και θα είχε συντελέσει αποτελεσματικά στην αποτροπή του οιδήματος που τελικά έφραξε τον λάρυγγα του Α.
Κ. και του προκάλεσε την ασφυξία, γιατί δεν ήταν ο όγκος που αυξήθηκε μετά την επέμβαση με laser, αλλά το οίδημα που παρουσιάστηκε στην περιοχή. Ο ισχυρισμός του πρώτου εναγομένου ότι χορήγησε κορτιζόνη στον άνω ασθενή του από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε, ενόψει του ότι η κορτιζόνη χορηγείται κατόπιν ιατρικής συνταγής που καταγράφει και τη δοσολογία αυτής και τέτοια συνταγή δεν προσκομίστηκε, όπως αντίστοιχα προσκομίστηκαν συνταγές για αντιβίωση.
Την αμέλεια αυτή του πρώτου εναγομένου επιτείνει το γεγονός ότι τούτος, άμεσα γνώριζε ότι το μεγαλύτερο μέρος του όγκου δεν μπόρεσε να το αφαιρέσει και παρέμενε στο λάρυγγα του ασθενούς του, με κίνδυνο να παρουσιάσει μετεγχειρητικό οίδημα λόγω επιμόλυνσης του χειρουργικού τραύματος, καθώς και δύσπνοια που αποτελεί και τη συνήθη επιπλοκή.
Άλλωστε ο ίδιος ο πρώτος εναγόμενος στο από 30.10.2007 υπόμνημά του ενώπιον του Η' Πταισματοδίκη Θεσσαλονίκης επί λέξει αναφέρει " το πρόβλημα που είχαμε να αντιμετωπίσουμε μετεγχειρητικά ήταν το οίδημα του λάρυγγα που δημιουργείται πάντα ως δυσμενές αποτέλεσμα της επέμβασης...". Παρά τη γνώση του όμως αυτή, δεν προέβλεψε -όπως ο κάθε συνετός ιατρός κατά παράβαση της οφειλομένης επιμέλειας-, ότι η δύσπνοια για την οποία του παραπονιόταν ο Α.
Κ. από 19.7.2006 και μετά, ήταν επιπλοκή της χειρουργικής επέμβασης και δη του οιδήματος, επικίνδυνη για τη ζωή του τελευταίου και από λαθεμένη -κατά τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης- αξιολόγηση συνέδεε τη δύσπνοια με καρδιολογικά προβλήματα του ασθενούς προτρέποντας τον να επισκεφτεί καρδιολόγο. Βέβαια από καρδιολογική άποψη ο Α.
Κ. είχε ελεγχθεί πριν από λίγο χρονικό διάστημα, όταν χειρουργήθηκε και σύμφωνα με την προαναφερόμενη ιατροδικαστική εξέταση, η καρδιά του βρέθηκε φυσιολογική χωρίς παθολογικές αλλοιώσεις. Ο πρώτος εναγόμενος αντί να αγνοήσει τη δύσπνοια που του γνωστοποίησε ο Α. Κ., όφειλε να του συστήσει άμεση εισαγωγή σε νοσοκομείο, αφού αυτή σηματοδοτούσε σταδιακή απόφραξη του λάρυγγα από οίδημα και κίνδυνο για τη ζωή του ασθενούς και έχρηζε επείγουσας αντιμετώπισης και δη, ενδοφλέβιας χορήγησης κορτιζόνης, διασωλήνωσης και κάποιες φορές και τραχειοστομίας (βλ.
κατάθεση ιατρού Η. Κ. στα υπ. αριθμ. 1198Α, 12186, 13282/2011 και 7468/2012 πρακτικά και απόφαση του Γ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης και κατάθεση ιατρού Ι. Κ. στα με αριθμ. 1741/2013 πρακτικά και απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης). Ο τελευταίος δε ιατρός καταθέτοντας ως μάρτυρας υπεράσπισης του πρώτου εναγομένου, ενώπιον του Γ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με σαφήνεια ανέφερε επί λέξει : "αν ο ασθενής παραπονεθεί για δύσπνοια ο γιατρός πρέπει να του πεί, αν είναι κοντά να πάει αμέσως να τον δεί, αλλιώς να πάει στο πιο κοντινό νοσοκομείο.
Δεν μπορείς να προβλέψεις την διόγκωση του οιδήματος και την απόφραξη..... Η δύσπνοια μετά από μια τέτοια επέμβαση είναι σύνηθες..... το οίδημα είναι αυτό που έκανε την απόφραξη" (βλ. υπ. αριθμ. 1741/2013 πρακτικά και απόφαση του εν λόγω Δικαστηρίου). Αποτελεί γεγονός ότι ο Α. Κ. το πρωί της ημέρας του θανάτου του, 28.7.2006 τηλεφώνησε στον πρώτο εναγόμενο λέγοντάς του ότι δεν νιώθει καλά, όμως και πάλι η αντίδραση του πρώτου εναγομένου απέχει από τη συνήθη του μέσου επιμελούς ιατρού, αφού ακόμη κι εκείνη την ώρα αντί να τον προτρέψει να καλέσει αμέσως ασθενοφόρο για το πλησιέστερο νοσοκομείο, του συνέστησε να πάρει το αυτοκίνητό του και να μεταβεί στο ιατρείο του διανύοντας 40 χιλιόμετρα, ενέργεια ωστόσο που δεν πρόλαβε να εκτελέσει αφού μεσολάβησε ο θάνατός του.
Στο σημείο τούτο πρέπει να λεχθεί ότι, όπως καταγράφεται στην άνω ιατροδικαστική έκθεση "κατά τη διάνοιξη του όγκου διαπιστούται εκροή άφθονου δύσοσμου πυώδους εκκρίματος" που σημαίνει ότι το εν λόγω οίδημα δεν παρουσιάστηκε ξαφνικά την ημέρα του θανάτου του Α. Κ., αλλά βαθμιαία, όπως επίσης δεν ήταν ραγδαία η δύσπνοια αυτού (βλ.
προαναφερόμενη κατάθεση ιατροδικαστή Σ. Ν. και ιατρού Ι. Κ.) κι ως εκ τούτου, ο πρώτος εναγόμενος αν δεν είχε επιδείξει την άνω αμέλεια μπορούσε να αποτρέψει την εξέλιξη του οιδήματος σε δύσπνοια και να καταπολεμήσει αυτήν, εμποδίζοντας τον θάνατο του ασθενούς του που σε καμιά περίπτωση δεν ήταν έκτακτο και τυχαίο γεγονός όπως θέλουν να το εμφανίσουν οι εναγόμενοι.
Στα παραπάνω πρέπει να προστεθεί ότι ο γιατρός σύμφωνα με το άρθρο 11 του Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας έχει υποχρέωση μεταξύ άλλων να ενημερώνει πλήρως τον ασθενή για το περιεχόμενο της προτεινόμενης ιατρικής πράξης, για τις συνέπειες και τους ενδεχόμενους κινδύνους ή επιπλοκές από την εκτέλεσή της και στην προκειμένη περίπτωση ο πρώτος εναγόμενος όφειλε να πληροφορήσει τον Α.
Κ., όχι μόνο ότι δεν του αφαίρεσε το μεγαλύτερο μέρος του όγκου από το λάρυγγά του, αλλά κυρίως για τον κίνδυνο που διέτρεχε από το μετεγχειρητικό οίδημα και να του επιστήσει την προσοχή για άμεση ιατρική αντιμετώπιση, μόλις δει συμπτώματα επιπλοκής αυτού, όπως δύσπνοια ή ταχυκαρδία. Η έλλειψη της ενημέρωσης αυτής, οδήγησε τον Α.
Κ. να αναβάλλει ανυποψίαστος για τον κίνδυνο που διέτρεχε η ζωή του, το ραντεβού που είχε με τον πρώτο εναγόμενο από τις 27.7.2006 στις 28.7.2006 και να μην μεταβεί στο πλησιέστερο νοσοκομείο πριν τον θάνατό του .Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η δύσπνοια παρουσιάστηκε στον Α. Κ. ξαφνικά και μόλις λίγο πριν τον θάνατο αυτού, επικαλούνται δε προς στήριξη του ισχυρισμού τους αυτού, ότι τούτος παραμονή του θανάτου του βρισκόταν στο πανηγύρι του χωριού του (...) και ότι από 9.7.2006 μέχρι την 28.7.2006 συνέχιζε κανονικά τις καθημερινές του δραστηριότητες εργαζόμενος ως οδηγός.
Ωστόσο, πέραν του ότι η δύσπνοια δεν "επέρχεται ραγδαία", σύμφωνα τις προαναφερόμενες μαρτυρικές καταθέσεις η επικαλούμενη συμμετοχή του Α. Κ. στις εορταστικές εκδηλώσεις του χωριού του της 27.7.2006, συνίστατο στο ότι καθ' οδόν προς την οικία του χαιρέτισε τον γνωστό του, Β. Κ. που είχε καντίνα εκεί κοντά (βλ.
κατάθεση τελευταίου που περιέχεται στα με αριθμ. 7468/2012 πρακτικά και απόφαση του Γ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης), ενώ όπως προκύπτει από την από 24.1.2013 βεβαίωση της εργοδότριας του Α. Κ. εταιρίας με την επωνυμία "Ανώνυμη Αγροτική Τουριστική Εμπορική Αναπτυξιακή Εταιρεία ΑΛΑΛΙ Α.Ε. " αυτός έλαβε αναρρωτική άδεια για το χρονικό διάστημα από 9 έως 24 Ιουλίου 2006 μετά τη λήξη της οποίας ήταν ανέφικτο να εργαστεί λόγω σοβαρού προβλήματος υγείας.
Μετά την παραδοχή αυτή, οι αιτιάσεις της προσθέτους παρεμβαίνουσας ότι συνέβαλε στην απότομη και στιγμιαία αύξηση των διαστάσεων του οιδήματος του λάρυγγα του Α. Κ., το γεγονός ότι τούτος εργάστηκε μετά την άνω επέμβαση, αλυσιτελώς προβάλλονται και η στηριζόμενη σ' αυτόν τον ισχυρισμό ένσταση συντρέχοντος πταίσματος του θανόντος (300 ΑΚ) τυγχάνει αβάσιμη και απορριπτέα.
Οι ενάγουσες με τις προτάσεις τους ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ισχυρίζονται ότι ο Α. Κ. καθ' όλη τη διάρκεια της μετεγχειρητικής του πορείας παρουσίαζε πυρετό, -τον οποίο δεν προσδιορίζουν- που επίσης δεν αξιολογήθηκε από τον πρώτο εναγόμενο ως στοιχείο που συνηγορούσε στην ύπαρξη ενεργούς λοιμογόνου κατάστασης που έχρηζε ιδιαίτερης προσοχής.
Ο ισχυρισμός αυτός που τείνει να συμπληρώσει την αποδιδόμενη με την κρινόμενη αγωγή στον πρώτο εναγόμενο αμέλεια, παραδεκτά προτείνεται με τις προτάσεις, έστω και αν το άνω περιστατικό δεν διαλαμβάνεται στην αγωγή, καθόσον η αμέλεια ως αόριστη νομική έννοια παραδεκτά συγκεκριμενοποιείται με βάση τα περιστατικά που προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία, ακόμη και αν τα τελευταία δεν συμπίπτουν πλήρως με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, αρκεί να μην μεταβάλλεται ριζικά η έννοιά της (αμέλειας) και να προσδίδεται σε αυτά εντελώς διαφορετικό περιεχόμενο σε σχέση με το αντίστοιχο περιεχόμενο της αγωγής (ΑΠ 1009/2013, ΑΠ (404/2008, ΑΠ 181/2011, ΑΠ 1065/2003 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Για τη θεμελίωση του εν λόγω ισχυρισμού τους οι ενάγουσες, προσκομίζουν με επίκληση αντίγραφα από το βιβλιάριο υγείας του Α. Κ., όπου έχει καταγραφεί από την επιμελήτρια του κέντρου υγείας του Ζαγκλιβερίου στις 19.7.2006, ότι ο άνω ασθενής έπασχε από εμπύρετο τραχειοβρογχίτιδα, του χορηγήθηκε το αντιβιοτικό Zinadol, ενώ του συστήθηκε τριήμερη αναρρωτική άδεια.
Αμέσως μετά την προσκόμιση του άνω εγγράφου ,ο πρώτος εναγόμενος με την προσθήκη των προτάσεών του αμφισβήτησε την αλήθεια του περιεχομένου αυτού, κατά το μέρος που η άνω γιατρός βεβαίωσε ότι ο Α. Κ. παρουσίαζε κατά το χρόνο της σύνταξης του πυρετό. Το έγγραφο τούτο, είναι δημόσιο έγγραφο κατά τις διατάξεις των άρθρων 438 και 440 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τις οποίες οι ιατρικές βεβαιώσεις ή γνωματεύσεις είναι δημόσια έγγραφα, εφόσον εκδίδονται από ιατρό που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία και συνεπώς παρέχει πλήρη απόδειξη, -η οποία μόνο με την προσβολή του ως πλαστού μπορεί να ανατραπεί-, ως προς το βεβαιούμενο σ' αυτό γεγονός της εξέτασης του άνω ασθενούς από την συντάκτρια του ιατρό και επίσης ως προς το τυπικό περιεχόμενο της διάγνωσής του και την υποδειχθείσα από αυτόν θεραπευτική αγωγή.
Ως προς την εκφερόμενη όμως με τη διάγνωση της ιατρού, αυτή καθ' εαυτή την επιστημονική εκτίμηση και γνώμη της, ακόμη και σχετικά με τις επιπτώσεις που τα αναφερόμενα σε αυτές ευρήματα έχουν στην πνευματική και σωματική κατάσταση εκείνου στον οποίο αναφέρονται, το άνω έγγραφο εκτιμάται, ελεύθερα από το δικαστήριο, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρ. 340 ΚΠολΔ, όπως άλλωστε ισχύει, σύμφωνα με τα άρθρ. 387 και 390 ΚΠολΔ, και για τις γνωμοδοτήσεις των ιατρών πραγματογνωμόνων που διόρισε το δικαστήριο ή για τις γνωμοδοτήσεις ιατρών, που έχουν ειδικές επιστημονικές γνώσεις και συντάχθηκαν με αίτηση διαδίκου (ΑΠ 1787/2014 ΑΠ 683/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Κατόπιν τούτων και μετά από συνεκτίμηση των λοιπών αποδεικτικών μέσων (πλην των μαρτύρων αρθ. 393 παρ.2 ΚΠολΔ), το Δικαστήριο οδηγείται στην κρίση ότι το βεβαιωθέν στο άνω έγγραφο γεγονός ότι ο Α. Κ. παρουσίαζε πυρετό την 19.7.2006 δεν είναι αληθές και ανεγράφη από την άνω ιατρό προκειμένου να δικαιολογήσει τη χορήγηση της προαναφερόμενης αντιβίωσης που είχε συστήσει ο πρώτος εναγόμενος στον ασθενή του, χωρίς για το επιτρεπτό της ανταπόδειξης του άνω γεγονότος να χρειαζόταν η προσβολή του εγγράφου ως πλαστού .Συνηγορεί στην άνω κρίση του Δικαστηρίου και το ότι οι ενάγουσες δεν επικαλούνται ότι ο Α.
Κ. γνωστοποίησε στον πρώτο εναγόμενο την ύπαρξη του πυρετού, όπως όφειλε και όπως έπραξε με τα συμπτώματα της παρουσιασθείσας σε αυτόν δύσπνοιας. Οι προαναφερόμενες παραλείψεις του πρώτου εναγομένου, η μη συμμόρφωσή του προς τους κοινώς αναγνωρισμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης και εμπειρίας, η μη αντίληψη και η μη κοινοποίηση του κινδύνου στον ασθενή του, ήταν πρόσφορες αντικειμενικά και ικανές κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας να επιφέρουν το επιζήμιο αποτέλεσμα και δη το θάνατο του Α.
Κ., τον οποίο από αμέλεια δεν προέβλεψε ο άνω διάδικος, παρότι με βάση τις προσωπικές του περιστάσεις και ικανότητες όφειλε και μπορούσε να προβλέψει, όπως κάθε μέτρια συνετός και ευσυνείδητος ιατρός. Η κρίση περί της αδικοπρακτικής ευθύνης του πρώτου εναγομένου δεν αναιρείται από την επικαλούμενη αθώωσή του με την υπ.
αριθμ. 1741/2013 αμετάκλητη απόφαση του Α Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης για την αποδοθείσα σε αυτόν πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, η οποία δεν ασκεί ουδεμία έννομη επιρροή στην προκείμενη υπόθεση, καθόσον σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 321 ΚΠολΔ., δεδικασμένο στην πολιτική δίκη, αποτελούν μόνο οι οριστικές και τελεσίδικες αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων κι όχι οι καταδικαστικές ή αθωωτικές για εγκληματικές πράξεις αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων, ενώ ουδεμία διάταξη προσδίδει στο αποδεικτικό μέσο της ποινικής απόφασης αυξημένη (πλήρη) αποδεικτική δύναμη ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΠ 1396/2015, ΑΠ 955/2011, ΑΠ 580/2001 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ)..." Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την, ερήμην των εναγουσών, εκδοθείσα εκκαλούμενη απόφαση, δέχθηκε μερικά την αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσία και υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα - πρώτο εναγόμενο εις ολόκληρο με την δεύτερη εναγόμενη - μη διάδικο, να καταβάλουν στις ενάγουσες τα αναφερόμενα κατωτέρω ποσά, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές κρίσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, αφού με βάση τις προαναφερόμενες παραδοχές του στηρίζεται πλήρως το αποδεικτικό πόρισμα και θεμελιώνεται αδικοπρακτική ευθύνη του αναιρεσείοντος, καθώς οι από αμέλεια παραλείψεις του ήταν πρόσφορες αντικειμενικά να επιφέρουν το θάνατο του Α.
Κ., όπως και τον επέφεραν. Ειδικότερα η παράνομη συμπεριφορά του αναιρεσείοντος θεμελιώνεται στην από αμέλεια παράβαση του γενικού καθήκοντος επιμέλειας του μέσου συνετού και ευσυνείδητου ιατρού και συγκεκριμένα στις ακόλουθες παραλείψεις του: α) δεν ενημέρωσε πλήρως τον ασθενή για το περιεχόμενο της προτεινόμενης ιατρικής πράξης, για τις συνέπειες και τους ενδεχόμενους κινδύνους ή επιπλοκές από την εκτέλεσή της και συγκεκριμένα δεν ενημέρωσε τον Α.
Κ., όχι μόνο ότι δεν του αφαίρεσε το μεγαλύτερο μέρος του όγκου από το λάρυγγά του, αλλά κυρίως για τον κίνδυνο που διέτρεχε από το μετεγχειρητικό οίδημα, ούτε του επέστησε την προσοχή για άμεση ιατρική αντιμετώπιση εφόσον διαπίστωνε συμπτώματα επιπλοκής, όπως δύσπνοια ή ταχυκαρδία, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να αναβάλλει, ανυποψίαστος για τον κίνδυνο που διέτρεχε η ζωή του, το ραντεβού που είχε με τον θεράποντα ιατρό, από τις 27.7.2006 στις 28.7.2006, αλλά και να μην μεταβεί στο πλησιέστερο νοσοκομείο πριν τον θάνατό του, β) δεν του χορήγησε, κατά την έξοδό του από το νοσοκομείο μετά την άνω επέμβαση, εκτός από αντιβίωση, και κορτιζόνη, η οποία λόγω της αντιφλεγμονώδους-αποιδηματικής δράσης θα είχε συντελέσει αποτελεσματικά στην αποτροπή του οιδήματος που τελικά έφραξε τον λάρυγγα του Α.
Κ. και του προκάλεσε την ασφυξία, η αμέλειά του δε αυτή επιτείνεται από το γεγονός ότι γνώριζε ότι το μεγαλύτερο μέρος του όγκου δεν μπόρεσε να το αφαιρέσει και παρέμενε στο λάρυγγα του ασθενούς του, με κίνδυνο να παρουσιάσει μετεγχειρητικό οίδημα λόγω επιμόλυνσης του χειρουργικού τραύματος, καθώς και δύσπνοια που αποτελεί και τη συνήθη επιπλοκή, γ) δεν προέβλεψε, όπως ο κάθε συνετός ιατρός, ότι η δύσπνοια για την οποία του παραπονιόταν ο Α.
Κ. από 19.7.2006 και μετά, ήταν επιπλοκή της χειρουργικής επέμβασης και δη του οιδήματος, επικίνδυνη για τη ζωή του τελευταίου και από λαθεμένη, κατά τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, αξιολόγηση συνέδεσε τη δύσπνοια με καρδιολογικά προβλήματα του ασθενούς προτρέποντάς τον να επισκεφτεί καρδιολόγο, δ) δεν του συνέστησε άμεση εισαγωγή σε νοσοκομείο, αφού η δύσπνοια σηματοδοτούσε σταδιακή απόφραξη του λάρυγγα από οίδημα και κίνδυνο για τη ζωή του ασθενούς και έχρηζε επείγουσας αντιμετώπισης και δη ενδοφλέβιας χορήγησης κορτιζόνης, διασωλήνωσης και κάποιες φορές και τραχειοστομίας, ε) στις 28.7.2006 όταν του τηλεφώνησε ο ασθενής λέγοντάς του ότι δεν νιώθει καλά εκείνος, αντί να τον προτρέψει να καλέσει αμέσως ασθενοφόρο για το πλησιέστερο νοσοκομείο, του συνέστησε να πάρει το αυτοκίνητό του και να μεταβεί στο ιατρείο του διανύοντας 40 χιλιόμετρα, ενέργεια ωστόσο που δεν πρόλαβε να εκτελέσει αφού μεσολάβησε ο θάνατός του.
Περαιτέρω δεν ήταν αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης να αναφέρεται: α) αν ο όγκος που εμφάνισε ο ασθενής ήταν ο ίδιος οιδηματώδης και πότε εμφανίστηκε, β) αν το οίδημα ήταν μέσα στον όγκο, γ) ποιο μέρος του μορφώματος αφαιρέθηκε και πόσο απέμεινε, γ) τι είδους φάρμακο ήταν το ΜΕΝΤΡΟΛ, δ) πως συνδέεται το "δε νοιώθω καλά" του ασθενούς με την δύσπνοια, ε) πόσο χρόνο χρειαζόταν για να διανύσει τα 40 χλμ.
Κατά συνέπεια οι επικαλούμενες ως άνω ελλείψεις δεν καθιστούν ανεπαρκείς τις αιτιολογίες της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, κατά την έννοια του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Οι δε λοιπές αιτιάσεις ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει αντιφάσεις σε σχέση με τις παραδοχές της ότι ο ασθενής μετακινείτο ενώ είχε δύσπνοια, ότι δεν είχε πυρετό ενώ δέχεται επιμόλυνση και ότι ενώ δέχεται επιμόλυνση δεν αρκείται στη χορηγηθείσα αντιβίωση αλλά θεωρεί αναγκαία και την κορτιζόνη, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα της απόφασης αλλά αποδεικτικά επιχειρήματα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για ανεπάρκεια.
Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης και ο τρίτος λόγος των πρόσθετων αυτής λόγων από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρέπει ν` απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Με το άρθρο 6 πσρ. 2 της ΕΣΔΑ τυποποιείται το τεκμήριο αθωότητας, ως βασική κατεύθυνση της ποινικής δίκης. Αντίστοιχου περιεχομένου διατάξεις περιλαμβάνουν, επίσης, τόσο το άρθρο 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997, αλλά και του άρθρου 48 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε.
Το τεκμήριο αθωότητας ορίζεται πλέον και στο άρθρο 71 Κ.Π.Δ και είναι συνέπεια της ενσωμάτωσης της Οδηγίας 2016/343 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 9.3.2016 "για την ενίσχυση ορισμένων πτυχών του τεκμηρίου αθωότητας και του δικαιώματος παραστάσεως του κατηγορουμένου στην δίκη στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας", με το νόμο 4586/2019.
Το τεκμήριο της αθωότητας, το οποίο δεν αποτελεί μόνον ένα θεμελιώδες δικαίωμα του κατηγορουμένου να τεκμαίρεται αθώος μέχρι τη νόμιμη απόδειξη της ενοχής του, αλλά είναι ταυτόχρονα μία ανεξάρτητη υποχρέωση της πολιτείας, δεν περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που ο διάδικος έχει την ιδιότητα του κατηγορουμένου στο πλαίσιο μιας ποινικής δίκης, αλλά έχει εφαρμογή και ενώπιον οποιουδήποτε άλλου δικαστηρίου, που επιλαμβάνεται μεταγενέστερα είτε επί των αστικών αξιώσεων του παθόντος είτε επί θεμάτων διοικητικής ή πειθαρχικής φύσης, όταν αυτό για τις ανάγκες της δίκης ερμηνεύει την ποινική αθωωτική απόφαση, που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά με εκείνα που εισάγονται ενώπιόν του, κατά τρόπο που δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την προηγούμενη απαλλαγή του διαδίκου.
Το τεκμήριο αθωότητας, δηλαδή, πέραν της παραδοσιακής διαδικαστικής - δικονομικής εγγύησης που παρέχει, κατοχυρώνει παράλληλα το σεβασμό της τιμής και της αξιοπρέπειας του κατηγορουμένου, επεκτείνοντας το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διάταξης και εκτός του στενού πλαισίου της ποινικής δίκης, θεωρώντας ότι η μη διακρίβωση της ποινικής ευθύνης ή πολύ περισσότερο η αθώωση του κατηγορουμένου αποτελεί αυτοτελές στοιχείο της προσωπικότητάς του, που τον συνοδεύει εσαεί και πρέπει να γίνεται σεβαστό από τις κρατικές αρχές πέρα από τα στενά όρια της ποινικής δίκης, δηλαδή και σε κάθε άλλο δικαστήριο, είτε ποινικό, είτε πολιτικό.
Απαραίτητη προϋπόθεση εφαρμογής του τεκμηρίου αθωότητας σε μεταγενέστερες μη ποινικές διαδικασίες αποτελεί η ύπαρξη συνάφειας - ουσιαστικού συνδέσμου μεταξύ της ποινικής δίκης και της μεταγενέστερης μη ποινικής δίκης, όπως τούτο συμβαίνει όταν ασκείται αγωγή αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας, την οποία οφείλει να καταβάλει ο υπαίτιος στον παθόντα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ.
του ΑΚ, η άσκηση της οποίας (αποζημιωτικής αγωγής) δεν ισοδυναμεί με τη διατύπωση μιας άλλης επί πλέον "ποινικής κατηγορίας" κατά του κατηγορουμένου μετά την αθώωσή του και, επομένως, δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής της αρχής ne bis in idem, ενόψει και του ότι η, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις (των άρθρων 914 επ.
Α.Κ.), αποζημίωση, την οποία οφείλει να καταβάλει ο υπαίτιος στον παθόντα, δεν έχει το χαρακτήρα ποινής, αλλά, σε αντίθεση με την ποινική δίκη, της οποίας σκοπός είναι η διάγνωση της αλήθειας και η τιμωρία του δράστη, ο σκοπός της επιδίκασης αποζημίωσης είναι η ικανοποίηση της ζημίας, που ο αδικοπραγήσας προξένησε στον παθόντα - ενάγοντα.
Με τις προαναφερθείσες διατάξεις δεν καθιερώνεται δεδικασμένο στην αστική δίκη από απόφαση ποινικού δικαστηρίου, ενώ, ούτε και το Σύνταγμα προβλέπει σχετικό δεδικασμένο, αντιθέτως, μάλιστα, προβαίνει σε διάκριση των δικαιοδοσιών, με αποτέλεσμα οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων να μην αποτελούν δεδικασμένο για την πολιτική δίκη.
Εξάλλου, η αμετάκλητη αθώωση του κατηγορουμένου από τα ποινικά δικαστήρια είναι προϊόν άλλων (λιγότερο αυστηρών) αποδεικτικών προϋποθέσεων, ενώ η αντίστοιχη κρίση του πολιτικού δικαστηρίου είναι προϊόν πλήρους δικανικής πεποίθησης. Επομένως το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέστηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα, δεν δεσμεύεται αποδεικτικά από την τυχόν προηγηθείσα σχετική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, αθωωτική ή καταδικαστική.
Επιβάλλεται όμως να λάβει σοβαρά υπόψη ως ισχυρό τεκμήριο την ποινική κρίση και μπορεί να αφίσταται από αυτήν με απόλυτα αιτιολογημένη απόφαση. Ειδικά επί αθωωτικής απόφασης, το τεκμήριο αθωότητας δεν συνεπάγεται αποδεικτική δέσμευση του πολιτικού δικαστηρίου που οδηγεί υποχρεωτικά σε αποδεικτικό πόρισμα σύμφωνο με την αθωωτική ποινική απόφαση και κατ` ανάγκη σε αποκλεισμό της αστικής αδικοπρακτικής ευθύνης του αθωωθέντος και, συνακόλουθα, σε ουσιαστική απόρριψη της αποζημιωτικής αγωγής, με την αιτιολογία ότι διαφορετικά δημιουργούνται αμφιβολίες για την αθώωση και παραβιάζεται η αρχή του άρθρου 6 παρ. 2 ΕΣΔΑ και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα.
Το πολιτικό δικαστήριο, 'όμως, πρέπει να παραμείνει εντός των ορίων της πολιτικής δίκης, αποφεύγοντας χαρακτηρισμούς και κρίσεις που σχετίζονται με το ποινικό αδίκημα, εφόσον δεν άπτονται του αντικειμένου της συναφούς πολιτικής δίκης, ώστε να μην δίνεται η εντύπωση ότι ασχολείται όχι μόνο με τις αστικές αξιώσεις, αλλά διερευνά και την τέλεση του ποινικού αδικήματος, διαλαμβάνοντας δηλώσεις καταλογισμού ποινικής ευθύνης στον αμετακλήτως αθωωθέντα, με αναφορά ότι αυτός έχει διαπράξει τα αδικήματα, κατά τον τρόπο που αναφέρονται στο κατηγορητήριο και για τα οποία έχει αθωωθεί ή έχει παύσει γι` αυτόν η ποινική δίωξη, προσέτι δε λέξεις και εκφράσεις, ιδίως σε περιπτώσεις, που ορισμένοι όροι δεν έχουν αποκλειστικά ποινικό χαρακτήρα, πρέπει να χρησιμοποιούνται με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην τίθεται σε αμφισβήτηση η ορθότητα της αθωωτικής ποινικής απόφασης, ενώ η τυχόν διενέργεια προσθέτων αποδείξεων, δηλαδή, η εκτίμηση από το πολιτικό δικαστήριο και νέων αποδείξεων, που δεν είχαν τεθεί υπόψη του ποινικού δικαστηρίου, καθιστά το διαφορετικό αποτέλεσμα, στο οποίο αυτό (πολιτικό δικαστήριο) καταλήγει, περισσότερο δικαιολογημένο (Ολ ΑΠ 4/2020).
Με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, όταν το δικαστήριο του ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα απ` αυτό δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αν εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου.
Η παραβίαση δηλαδή από τη διάταξη αυτή πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (Ολ ΑΠ 4/2018, Ολ ΑΠ 6/2017, Ολ ΑΠ 7/2006). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 335, και 338 έως 340 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους.
Αρκεί δηλαδή η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα, πραγματογνωμοσύνη, ένορκες βεβαιώσεις κ.λπ.) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς όμως να αποκλείεται, η απόφαση του δικαστηρίου, να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους.
Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθμός 11 περίπτωση γ` ΚΠολΔ, υπό την απαραίτητη προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, εφ` όσον μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΟλομΑΠ 14/2005, ΟλομΑΠ 2/2008, ΑΠ 895/2011).
Τέλος, από τη διάταξη του αριθμού 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, προκύπτει ότι ιδρύεται στην τελευταία αυτή περίπτωση λόγος αναίρεσης, και όταν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη δύναμη, που δεν την είχε κατά νόμο ή αρνήθηκε να αναγνωρίσει τέτοια δύναμη σε αποδεικτικό μέσο που δεσμευτικά ορίζει ο νόμος.
Τέτοια περίπτωση συντρέχει εάν το δικαστήριο της ουσίας δεν προσέδωσε στη δικαστική ομολογία ή στα δημόσια έγγραφα την αυξημένη αποδεικτική δύναμη που τους προσδίδει ο νόμος (ΑΠ 573/2018, ΑΠ 412/2011, ΑΠ 444/2009, ΑΠ 1517/2008, ΑΠ 961/2007, ΑΠ 648/1999). Αντίθετα δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός στην περίπτωση που το δικαστήριο, συνεκτιμώντας ελεύθερα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, ίδιας αποδεικτικής δύναμης αποδεικτικά μέσα αποδίδει μικρότερη ή μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε κάποιο ή κάποια από αυτά ή από εκείνη που ο αναιρεσείων θεωρεί ότι έχουν, αφού τότε η εκτίμηση αφορά την ουσία των πραγμάτων και είναι συνεπώς κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 47/2020, ΑΠ 445/2019, ΑΠ 1596/2014, ΑΠ 430/2016, ΑΠ 173/2016, ΑΠ 128/2014, ΑΠ 893/2012, ΑΠ 412/2011, ΑΠ 1531/2010, ΑΠ 109/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τους δεύτερο και τρίτο λόγους της αναίρεσής του από τους αριθμούς 1 και 11γ και με τον δεύτερο λόγο των πρόσθετων λόγων του από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α.
και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και πρόσβαλε το τεκμήριο αθωότητάς του που πηγάζει από την με αριθμό 1741/2013 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης με την οποία αθωώθηκε αμετάκλητα για την αποδιδόμενη σ' αυτόν πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, που ταυτίζεται απόλυτα κατά τα πραγματικά περιστατικά της με το αστικό αδίκημα, επί του οποίου θεμελιώθηκε η ευθύνη του για την καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως στις αναιρεσίβλητες.
Ειδικότερα παραπονείται: α) ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, αφού επαναξιολόγησε την ποινική σε βάρος του σχηματισθείσα δικογραφία και αναφέρθηκε σε πολλά σημεία της προσβαλλόμενης απόφασης σε καταθέσεις μαρτύρων της ποινικής διαδικασίας χωρίς όμως να κάνει μνεία στο τι ακριβώς δέχθηκε η αθωωτική απόφαση, αναιρώντας με τον τρόπο αυτό την κρίση του ποινικού δικαστηρίου (1 του 559 ΚΠολΔ), β) δεν έλαβε υπόψη του την ως άνω αθωωτική απόφαση του ποινικού δικαστηρίου ούτε σχολίασε το σκεπτικό και τις παραδοχές της ούτε την αντέκρουσε (11γ του 559 ΚΠολΔ) και γ) με την κρίση του ότι ",,, ουδεμία διάταξη νόμου προσδίδει στο αποδεικτικό μέσο της ποινικής απόφασης αυξημένη (πλήρη) αποδεικτική δύναμη ενώπιον του πολιτικού δικαστηρίου..." αξίωσε από αυτήν αυξημένη (πλήρη) αποδεικτική δύναμη μηδενίζοντας έτσι την αποδεικτική της αξία (12 του 559 ΚΠολΔ).
Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, οι λόγοι αυτοί της αίτησης και του πρόσθετου αυτής λόγου είναι αβάσιμοι. Ειδικότερα, ο λόγος από τον αριθμό 1 είναι αβάσιμος διότι το Εφετείο, μη εναρμονίζοντας τις πραγματικές παραδοχές του με τις παραδοχές της αμετάκλητης αθωωτικής ποινικής απόφασης, δεν παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α.
και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, αφού ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας δεν έχει την έννοια ότι το πολιτικό δικαστήριο, που εξετάζει το ίδιο βιοτικό συμβάν, κωλύεται να καταλήξει - μετά από αποδείξεις και αιτιολογημένα - σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα, υποχρεούμενο να αποδεχθεί την ποινική αθώωση και να την θέσει ως αποδεικτική βάση στην απόφασή του.
Και ναι μεν το πολιτικό δικαστήριο έχει υποχρέωση συνεκτίμησης των αθωωτικών αποφάσεων χάριν σεβασμού του τεκμηρίου αθωότητας, όμως, η υποχρέωση αυτή δεν ισοδυναμεί σε καμία περίπτωση με αποδεικτική δέσμευση του πολιτικού δικαστή από την αθωωτική ποινική απόφαση. Ειδικότερα, από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε την ως άνω 1741/2013 αθωωτική απόφαση του Α Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε ερμηνεία της ως προς τους λόγους απαλλαγής του εναγόμενου - τότε κατηγορούμενου και ήδη αναιρεσείοντος, ούτε αποφάνθηκε άμεσα ή έμμεσα για την ποινική ενοχή του, ώστε να ανακύπτει ζήτημα αμφισβήτησης του, εκ της αθωωτικής ποινικής απόφασης παραγομένου, τεκμηρίου αθωότητάς του για την πράξη για την οποία κατηγορήθηκε και αθωώθηκε.
Εξ άλλου, η αναφορά περικοπών από τις καταθέσεις μαρτύρων του ποινικού δικαστηρίου δεν αμφισβητεί την αθωωτική κρίση του δικαστηρίου αυτού αφού το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα δεν εξέτασε την κρίση του ποινικού δικαστηρίου, ούτε τα αποδεικτικά μέσα που αυτό έλαβε υπόψη του αλλά ούτε και χρησιμοποίησε χαρακτηρισμούς ή εκφράσεις που θα μπορούσαν να θέσουν υπό αμφισβήτηση την αθωωτική αυτή κρίση.
Απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο λόγος από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού από τις προεκτεθείσες παραδοχές της πληττόμενης απόφασης καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του την αθωωτική απόφαση και την συνεκτίμησε μαζί με τις λοιπές αποδείξεις, διαλαμβάνοντας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, σχετικά με τους λόγους για τους οποίους συνήγαγε το αποδεικτικό του πόρισμα.
Τέλος, αβάσιμος είναι και ο από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, αφού ορθά η πληττόμενη απόφαση έκρινε ότι οι αιτιολογίες της ως άνω αθωωτικής για τον αναιρεσείοντα ήδη αμετάκλητης ποινικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς την ενώπιον αυτού αχθείσα ποινική υπόθεση δεν αποτελούν πλήρη απόδειξη για την πολιτική δίκη ως προς τα πραγματικά περιστατικά επί των οποίων αυτή έκρινε ότι έλαβαν χώρα, αλλά συνεκτιμώνται ελευθέρως μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. α ΚΠολΔ προκύπτει ότι ιδρύεται ο από τον αριθμό αυτό λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα τα οποία ο νόμος δεν επιτρέπει. Από τη διάταξη δε αυτή, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για να είναι ορισμένος ο άνω λόγος αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ποια είναι τα ανεπίτρεπτα από το νόμο αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, και ποιος ο λόγος που τα καθιστά ανεπίτρεπτα, ποιος ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου έχουν ληφθεί υπόψη, καθώς και ότι το απαράδεκτο αυτό είχε νόμιμα προβληθεί από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 5/2020, ΑΠ 490/2017, ΑΠ 949/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πρώτο πρόσθετο λόγο της αναίρεσής του, κατά το πρώτο σκέλος του, αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 α του άρθρου 559 ΚΠολΔ ισχυριζόμενος ότι το δικαστήριο επέτρεψε την εξέταση, χωρίς όρκο. της αντιδίκου του Γ. Κ., παρά την εναντίωσή του, ενώ δεν εξέτασε τον ίδιο στερώντας τον από το αντίστοιχο δικονομικό όπλο της ανταπόδειξης.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος καθώς η εξέταση διαδίκου δεν είναι ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο, ενώ επίσης ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ότι πρότεινε τον ισχυρισμό αυτό ενώπιον του Εφετείου. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος είναι και αβάσιμος καθώς ο αναιρεσείων δεν ζήτησε να εξεταστεί ο ίδιος ενώπιον του δικαστηρίου, (άλλωστε δεν ήταν παρών στο ακροατήριο), ενώ επίσης ουδεμία εναντίωση εκφράστηκε από την παριστάμενη πληρεξούσια δικηγόρο του ως προς την εξέταση της αντιδίκου του.
Επειδή, ναι μεν η δικαστική ομολογία λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, προκειμένου όμως η παράλειψη της προσβαλλόμενης απόφασης, να λάβει υπόψη αυτήν, να ιδρύσει τον από το αριθ. 559 αρ. 11 γ ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, απαιτείται να γίνει επίκληση αυτής, από τον ωφελούμενο διάδικο ενώπιον του δικαστηρίου εκείνου (άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ).
Περαιτέρω δε πρέπει να αναφέρεται, στο αναιρετήριο, ο ισχυρισμός για τον οποίο έγινε η ομολογία, ο οποίος πρέπει να είναι ουσιώδης, ως ασκών επίδραση στην έκβαση της δίκης και τέτοιοι δεν είναι οι μη νόμιμοι ισχυρισμοί.
Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων με το δεύτερο σκέλος του ίδιου ως άνω πρόσθετου λόγου αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη την ομολογία των αντιδίκων του, περιεχόμενη στο εφετήριό τους, ότι είχε χορηγήσει στον ασθενή το φάρμακο ΜΕΝΤΡΟΛ δηλαδή κορτιζόνη. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος διότι ο αναιρεσείων δεν προσδιορίζει α) με ποιο παραδεκτό τρόπο επικαλέσθηκε την ως άνω ομολογία στο Εφετείο και β) ποιος είναι ο ουσιώδης ισχυρισμός, στοιχείο του οποίου αποτελούσε το ομολογούμενο γεγονός, για να κριθεί αν είναι ουσιώδης ή όχι.
Με τη διάταξη του άρθρου 11 του ν. 3418/2005, Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας ορίζεται ότι: "Υποχρέωση ενημέρωσης. 1. Ο ιατρός έχει καθήκον αληθείας προς τον ασθενή. Οφείλει να ενημερώνει πλήρως και κατανοητά τον ασθενή για την πραγματική κατάσταση της υγείας του, το περιεχόμενο και τα αποτελέσματα της προτεινόμενης ιατρικής πράξης, τις συνέπειες και τους ενδεχόμενους κινδύνους ή επιπλοκές από την εκτέλεσή της, τις εναλλακτικές προτάσεις, καθώς και για τον πιθανό χρόνο αποκατάστασης, έτσι ώστε ο ασθενής να μπορεί να σχηματίζει πλήρη εικόνα των ιατρικών, κοινωνικών και οικονομικών παραγόντων και συνεπειών της κατάστασής του και να προχωρεί, ανάλογα, στη λήψη αποφάσεων. 2.
Ο ιατρός σέβεται την επιθυμία των ατόμων τα οποία επιλέγουν να μην ενημερωθούν. Στις περιπτώσεις αυτές, ο ασθενής έχει δικαίωμα να ζητήσει από τον ιατρό να ενημερώσει αποκλειστικά άλλο ή άλλα πρόσωπα, που ο ίδιος θα υποδείξει, για την κατάσταση της υγείας του, το περιεχόμενο και τα αποτελέσματα της προτεινόμενης ιατρικής πράξης, τις συνέπειες ή και τους κινδύνους από την εκτέλεσή της, καθώς και για το βαθμό πιθανολόγησής τους. 3.
Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να καταβάλλεται κατά την ενημέρωση που αφορά σε ειδικές επεμβάσεις, όπως μεταμοσχεύσεις, μεθόδους ιατρικώς υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, επεμβάσεις αλλαγής ή αποκαταστάσεως φύλου, αισθητικές ή κοσμητικές επεμβάσεις. 4. Αν τα πρόσωπα δεν έχουν την ικανότητα να συναινέσουν για την εκτέλεση ιατρικής πράξης, ο ιατρός τα ενημερώνει στο βαθμό που αυτό είναι εφικτό.
Ενημερώνει, επίσης, τα τρίτα πρόσωπα, που έχουν την εξουσία να συναινέσουν για την εκτέλεση της πράξης αυτής, κατά τις διακρίσεις του επόμενου άρθρου". Με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο της αναίρεσής του ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ., καθώς ερμήνευσε εσφαλμένα τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 3 του ν. 3418/2005.
Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα το δικαστήριο δέχτηκε ότι βαρυνόταν ο ίδιος με την υποχρέωση ενημέρωσης του ασθενούς για το αποτέλεσμα της δεύτερης ιστολογικής εξέτασης, παράλειψη που υπήρξε πρόσφορη αιτία του θανάτου του τελευταίου. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και συνεπώς απορριπτέος, ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση δεν καταλόγισε στον αναιρεσείοντα, ως πρόσφορη αιτία για το επελθόν αποτέλεσμα, παράλειψη να ενημερώσει τον ασθενή για το αποτέλεσμα της δεύτερης ιστολογικής εξέτασης αλλά παράλειψή του "να πληροφορήσει τον Α.
Κ., όχι μόνο ότι δεν του αφαίρεσε το μεγαλύτερο μέρος του όγκου από το λάρυγγά του, αλλά κυρίως για τον κίνδυνο που διέτρεχε από το μετεγχειρητικό οίδημα και να του επιστήσει την προσοχή για άμεση ιατρική αντιμετώπιση, μόλις δει συμπτώματα επιπλοκής αυτού, όπως δύσπνοια ή ταχυκαρδία" καθώς "η έλλειψη της ενημέρωσης αυτής, οδήγησε τον Α.
Κ. να αναβάλλει ανυποψίαστος για τον κίνδυνο που διέτρεχε η ζωή του, το ραντεβού που είχε με τον πρώτο εναγόμενο από τις 27.7.2006 στις 28.7.2006 και να μην μεταβεί στο πλησιέστερο νοσοκομείο πριν τον θάνατό του". Η έλλειψη αυτής της ενημέρωσης ήταν, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, πρόσφορη να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα και δη τον θάνατο του Α.
Κ.. Όσον αφορά δε για την παράλειψη του αναιρεσείοντος να ενημερώσει τον ασθενή για το αποτέλεσμα της δεύτερης ιστολογικής εξέτασης ναι μεν το Δικαστήριο δέχεται ότι πράγματι υπήρξε τέτοια παράλειψη πλην όμως δεν την συνδέει με τις παραλείψεις εκείνες που αποτέλεσαν πρόσφορη αιτία για τον θάνατο του ασθενούς.
Κατά συνέπεια, αλυσιτελώς αναφέρονται και όσο σχετικά επικαλείται ο αναιρεσείων με τον ίδιο λόγο περί δυνατότητας του ασθενούς να έχει ο ίδιος πρόσβαση στον ιατρικό του φάκελο. Από το άρθρο 932 ΑΚ προκύπτει, ότι σκοπός της διάταξης είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, ή την ψυχική οδύνη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημίωσης για ηθική βλάβη, ή την ψυχική οδύνη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.
Με βάση τον σκοπό αυτό, αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου", εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στον βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης.
Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν το δικαστή να σχηματίσει την, κατά το άρθρο 932 ΑΚ, εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά) κατ` εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.
Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκείμενων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται (κατ` αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.
Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η καθιερώνουσα την αρχή της αναλογικότητας διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ` αυτήν, απευθύνεται και στον δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντάς την ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή.
Και τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του Δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στην δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το Δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι, η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό, την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.
Ενόψει όλων αυτών η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 ΚΠολΔ από τους αριθμούς 1 ή 19, αντίστοιχα και, αν πρόκειται για αποφάσεις των ειρηνοδικείων: άρθρο 560 ΚΠολΔ, από τους αριθμούς 1 ή 6, αντίστοιχα), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος), υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 80/2018, ΑΠ 1478/2018, ΑΠ 1843/2017, ΑΠ 1587/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα όσον αφορά την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης στους οικείους του θανόντος: "Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι ο θανών Α. Κ., ηλικίας 45 ετών κατά το χρόνο του θανάτου του, ζούσε με τις δύο πρώτες των εναγουσών ανήλικες κόρες του, ηλικίας 9 ετών η πρώτη ως γεννηθείσα την 23.1.1997 και ηλικίας 6 ετών η δεύτερη ως γεννηθείσα την 8.3.2000, συνδεόμενοι μεταξύ τους με ιδιαίτερα στενούς ψυχικούς δεσμούς, ενόψει του ότι η σύζυγος του και μητέρα των εναγουσών αυτών είχε προαποβιώσει-όπως προαναφέρθηκε- στις 3.1.2002 σε ηλικία 29 ετών.
Μέχρι την ημέρα της επίδικης χειρουργικής επέμβασης εργαζόταν ως οδηγός φορτηγού, αποκομίζοντας τα αναγκαία για τη διαβίωση του ίδιου και των δύο ανήλικων τέκνων του. Συναισθηματικά δεμένος ο θανών ήταν και με την τρίτη ενάγουσα αδελφή του, η οποία του συμπαραστεκόταν μετά το θάνατο της συζύγου του ήδη δε έχει αναλάβει τα έξοδα της ανατροφής των ανηψιών της παρά τις περιορισμένες οικονομικές δυνατότητες καθόσον είναι έγγαμη με δύο ενήλικα τέκνα, ενώ έχει οριστεί επίτροπος αυτών δυνάμει της με αριθμ. 28461/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Ο ξαφνικός θάνατός του προκάλεσε σε όλες τις ενάγουσες βαθύτατη θλίψη, στενοχώρια και ειδικά για τις δύο πρώτες ανήλικες ορφανές και από τους δύο γονείς, φόβο για το μέλλον, ώστε για την απάμβλυνση της ψυχικής τους οδύνης να δικαιούνται χρηματικής ικανοποίησης, το ύψος της οποίας πρέπει να καθοριστεί, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών του θανάτου του, του βαθμού πταίσματος του πρώτου εναγομένου, της ηλικίας αυτού και των δικαιούχων εναγουσών, της κοινωνικής και οικονομικής θέσης των διαδίκων και τις εν γένει περιστάσεις, όπως εκτιμώνται με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας, στο ποσό των 120.000 ευρώ για κάθε μία από τις δύο πρώτες ενάγουσες και στο ποσό των 30.000 ευρώ για την τρίτη ενάγουσα.
Τα ποσά αυτά, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, είναι εύλογα (άρθρο 932 ΛΚ), δηλαδή ανάλογα με τις ως άνω συγκεκριμένες περιστάσεις της ένδικης περίπτωσης, αλλά και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος και 2, 9 παρ.2 της ΕΣΔΑ". Με τον πέμπτο αναιρετικό λόγο από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων αποδίδει στην πληττόμενη απόφαση τις αιτιάσεις ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ` υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, τον υποχρέωσε να καταβάλει στις αναιρεσίβλητες το συνολικό ποσό των 270.000 ευρώ, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ψυχικής τους οδύνης που υπέστησαν από τον θάνατο του συγγενούς τους.
Κρίνοντας, όμως, έτσι, το Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει τη χρηματική ικανοποίηση των αναιρεσίβλητων, λόγω ψυχικής οδύνης, στο πιο πάνω ποσό, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, καθόσον το εν λόγω ποσό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπερβαίνει, και μάλιστα καταφανώς, τα ποσά που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τα αναφερόμενα στην απόφαση προσδιοριστικά κριτήρια για τον καθορισμό αυτής.
Εξάλλου το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού από το προπαρατεθέν περιεχόμενό της προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της αμέλειας του αναιρεσείοντος διέλαβε σ` αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των κανόνων ουσιαστικού δικαίου, επί των οποίων ερείδεται, ήτοι των άρθρων 298, 299, 330, 914 και 932 ΑΚ, 24 του Α.Ν. 1565/1939, 11 και 12 του Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας (κυρωτικός Ν. 3418/2005).
Επομένως, είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος ο ως άνω πέμπτος αναιρετικός λόγος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς έρευνα πρέπει η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι να απορριφθούν στο σύνολό τους, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος που ηττήθηκε (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων που κατέθεσαν προτάσεις, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22.1.2019 αίτηση και τους από 28.2.2020 πρόσθετους αυτής λόγους του Ν. Μ., για αναίρεση της με αριθμό 2491/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιανουαρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Μαρτίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ