368/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΚατά τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο, γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, ενώ, κατά το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή), είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου και κατά το άρθρο 980 παρ. 1 ΑΚ, η νομή ασκείται αυτοπροσώπως ή μέσω άλλου.
Legislator headnote
AI generated368/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): 1 ΑΚ, η νομή ασκείται αυτοπροσώπως ή μέσω άλλου.
Full text
Απόφαση 368 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 368/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο-εισηγητή, Ανθή Γκάμαρη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος Δ. Ι. Τ., κατοίκου ...), o οποίoς εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τoυ Κωνσταντίνο Βελεγράκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: α) Α. χας Σ. Τ., το γένος Γ. Α., ) Β. Σ. Τ. γ) Γ. Σ. Τ., κατοίκων ...), οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Γεωργόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-2-2011 αγωγή του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων Σ. Β. Τ. στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 46/2013 του παραπάνω Δικαστηρίου και 75/2017 του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 15-1-2019 αίτησή του. Για τη συζήτηση της αίτησης ορίστηκε δικάσιμος αυτή που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης.
Κατά την εκδίκαση της αίτησης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται παραπάνω και ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική τους δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση αίτηση στρέφεται κατά της 75/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Με την απόφαση αυτή απερρίφθη, αντιμωλία των διαδίκων, έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 46/2013 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνου, ως προς το μέρος κατά το οποίο είχε γίνει δεκτή αναγνωριστική συγκυριότητας ακινήτου και διόρθωσης της οικείας κτηματολογικής εγγραφής αγωγή του θανόντος μετά την άσκηση της έφεσης Σ. Β. Τ., στη δικονομική θέση του οποίου υπεισήλθαν οι αναιρεσίβλητοι, ενώ έγινε δεκτή έφεση του ανωτέρω Σ. Β. Τ. κατά της ίδιας απόφασης, ως προς το μέρος κατά το οποίο είχε απορριφθεί η παραπάνω αναγνωριστική κυριότητας άλλου ακινήτου αγωγή του και, αφού εξαφανίστηκε η απόφαση αυτή, έγινε δεκτή, κατά το μέρος που είχε απορριφθεί, η παραπάνω αγωγή. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
1. Κατά τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο, γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, ενώ, κατά το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή), είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου και κατά το άρθρο 980 παρ. 1 ΑΚ, η νομή ασκείται αυτοπροσώπως ή μέσω άλλου.
Με τις διατάξεις αυτές, για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής, αυτοπροσώπως ή μέσω άλλου, για συνεχές χρονικό διάστημα είκοσι (20) ετών, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή, να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, κατά το άρθρο 1051 ΑΚ.
Εξάλλου, από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων με εκείνες των άρθρων 1094 ΑΚ και 70 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, για το ορισμένο της διεκδικητικής ή αναγνωριστικής κυριότητας ακινήτου αγωγής, του οποίου η κυριότητα αποκτήθηκε με έκτακτη χρησικτησία, πρέπει ο ενάγων να αναφέρει στο δικόγραφό της, πλην άλλων, τις υλικές και εμφανείς πράξεις νομής, που άσκησε συνεχώς για είκοσι (20) τουλάχιστον χρόνια στο ακίνητο, αυτοπροσώπως ή μέσω άλλου και με τις οποίες φανερωνόταν η βούλησή του να έχει το πράγμα σαν δικό του, συνυπολογίζοντας στο χρόνο της δικής του νομής, αν αυτός δεν επαρκεί και το χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων του (ΑΠ 1125/2018, ΑΠ 547/2018).
Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το Δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια της αγωγής, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ασκουμένου δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα.
Η ποιοτική δε αοριστία, η επίκληση, δηλαδή, των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία, ήτοι η μη αναφορά όλων των στοιχείων που απαιτούνται κατά το νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχονται από τους αριθ. 8 και 14, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα που δεν αναφέρονται σε αυτή ή, αντίθετα, την έκρινε αόριστη μη λαμβάνοντας υπόψη τέτοια γεγονότα (ΑΠ 45/2016).
Εν προκειμένω, από την παραδεκτή επισκόπηση της από 4-2-2011 αγωγής (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι ο ενάγων Σ. Β. Τ., δικαιοπάροχος των ήδη αναιρεσιβλήτων, ζήτησε με αυτή να αναγνωρισθεί κύριος των επιδίκων ακινήτων, την κυριότητα των οποίων απέκτησε με έκτακτη χρησικτησία, επειδή τα είχε στη διανοία κυρίου νομή του από το έτος 1987 συνεχώς μέχρι την άσκηση της αγωγής του, ενώ πριν από αυτόν, τα είχε στην όμοια νομή του, από το έτος 1950 μέχρι το έτος 1987, που πέθανε, ο πατέρας του Β.
Ειδικότερα, ο ενάγων αναφέρει στην αγωγή του αυτή, ότι "ο θετός πατέρας μου απεβίωσε την 5η Οκτωβρίου 1987. Το οικόπεδο (πρώτο επίδικο) περιήλθε στο θετό πατέρα μου το 1950. Ο θετός πατέρας μου κατέστη κύριος (του πρώτου επιδίκου) με τα προσόντα της εκτάκτου χρησικτησίας, διότι ασκούσε τη νομή καλή τη πίστει και διανοία κυρίου από το έτος 1950, την οποία νομή εξακολουθώ αδιαλείπτως να ασκώ και εγώ μέχρι και σήμερα.
Στο θετό πατέρα μου περιήλθε το 1/2 εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου (δευτέρου επιδίκου) το έτος 1950. Ο θετός πατέρας μου κατέστη κύριος (του δευτέρου επιδίκου) με τα προσόντα της εκτάκτου χρησικτησίας, καθόσον αυτός αποκλειστικώς και μόνο ασκούσε πράξεις νομής, την οποία νομή επί του ως άνω ποσοστού 1/2 εξ αδιαιρέτου του περιγραφομένου ακινήτου ασκώ εγώ έως και σήμερα.
Ο θετός πατέρας μου επέτρεπε στους συγγενείς του και συγκεκριμένως στον αδελφό του Ι. Τ. (πατέρα του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος) και στον γαμπρό του Ι. Τ., Γ. Κ. να φροντίζουν τα κτήματά του (επίδικα), να τα εκμεταλλεύονται εξ ονόματός του και να λογοδοτούν σε αυτόν, ενώ σε αντάλλαγμα απέστελλαν ελαιόλαδο και χρηματικά ποσά.
Μετά το θάνατο του πατρός μου, επειδή εργαζόμουν στον Πειραιά, εξακολούθησα να εμπιστεύομαι την περιουσία μου στον Ι. Τ. και στο Γ. Κ., οι οποίοι επίσης λογοδοτούσαν σε εμένα και μου έστελναν ελαιόλαδο και χρήματα. Συγκεκριμένως, για το πρώτο οικόπεδο, ως επίμορτοι, ο πατέρας του εναγομένου (και ήδη αναιρεσείοντος) Ι.
Τ. και ο γαμπρός του Γ. Κ. απέστελλαν ελαιόλαδο (ενίοτε και χρηματικά ποσά). Επειδή κατέβαινα συχνά στην Κρήτη, αρκετές φορές συνέλλεγα ο ίδιος τις ελιές μαζί με τον Ι. Τ., οπότε, για τα συγκεκριμένα έτη, δεν χρειαζόντουσαν να αποσταλούν σε εμένα ή στον πατέρα μου τα ανταλλάγματα. Πάντως, όταν εγώ ή ο πατέρας μου βρισκόμαστε στην οικία μας στον Πειραιά, ο Ι.
Τ. και ο Γ. Κ. φρόντιζαν τα οικόπεδα και επικοινωνούσαν μαζί μας ζητώντας οδηγίες. Το δεύτερο οικόπεδο, λόγω του ακαλλιεργήτου, το μίσθωναν σε βοσκούς και απέδιδαν οι συγγενείς μας το μικρό μίσθωμα στον πατέρα μου και εν συνεχεία σε εμένα. Το 1997, ο Δ. Σ., επειδή τα ελαιόδενδρα του πρώτου οικοπέδου ήταν γέρικα, μου πρότεινε να τα αλλάξουμε και του έδωσα την άδεια.
Πράγματι, φυτεύτηκαν νέα ελαιόδενδρα, τα οποία τελικώς δεν ευδοκίμησαν και ξεράθηκαν. Ο Δ. Σ. έβαζε τα πρόβατά του (με την άδειά μου πάντα) στο (δεύτερο) οικόπεδό μου (που μου ανήκει 1/2 εξ αδιαιρέτου). Το 1988 μαζί με το Δ. Σ. περιφράξαμε στο πρώτο οικόπεδο ένα τμήμα του. Το δεύτερο οικόπεδο δεν καλλιεργείται και πάντα το νοικιάζαμε.
Το κτήμα αποτελεί βοσκοτόπι και ενοικιάζεται σε βοσκούς από τον Ι. Τ. και εν συνεχεία από τον γαμπρό του, πάντα με την άδεια του πατρός μου και μετά το θάνατό του με την ιδική μου. Το ενοίκιο εισέπρατταν οι ίδιοι και απέδιδαν το αναλογούν 1/2 ποσοστό σε εμένα ή στον πατέρα μου". Ήτοι, ο ενάγων Σ. Β. Τ., στη δικονομική θέση του οποίου έχουν υπεισέλθει, λόγω θανάτου του, οι ήδη αναιρεσίβλητοι, αναφέρει στην αγωγή του αυτή όλα τα στοιχεία, που, σύμφωνα με τη σκέψη που προεκτέθηκε, απαιτούνται για την κτήση της κυριότητας των επιδίκων ακινήτων με έκτακτη χρησικτησία και, συγκεκριμένα, ότι ασκούσε στα επίδικά, αυτοπροσώπως, αλλά και μέσω των ανωτέρω Ι.
Τ. και Γ. Κ., τις αναφερόμενες, σύμφωνες με τη φύση και τον προορισμό των ακινήτων αυτών, πράξεις νομής, με διάνοια κυρίου, για το συνεχές, μεγαλύτερο της εικοσαετίας, χρονικό διάστημα από το έτος 1987 μέχρι και την άσκηση της εν λόγω αγωγής του το έτος 2011. Απορρίπτοντας, συνεπώς, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του σιωπηρά το λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος για αοριστία της παραπάνω αγωγής, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο, γι' αυτό ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο, από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, μέρος του, με το οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
2. Περαιτέρω, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε με την απόφασή του αυτή ότι από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει αποδείχτηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμησή του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, πλην άλλων και ότι: " o Δ. Τ. του Ε. και Σ.
Α. του Ε., κάτοικοι, όσο ζούσαν, του ήδη οικισμού ... ήταν σύζυγοι. Ο Β. Τ. του Δ. και Σ. και ο Ι. Τ. του Δ. και Σ., δικαιοπάροχοι των διαδίκων, ήταν τέκνα τους. Ο ενάγων, Σ. Τ. του Δ. και Χ., κάτοικος, όσο ζούσε …, είναι θετό τέκνο του Β. Τ. του Δ. και ο εναγόμενος, Δ. Τ. του Ι. και της Χ. είναι φυσικό τέκνο του Ι. Τ. του Δ.. Οι διάδικοι συνεπώς είναι πρώτοι εξάδελφοι.
Το πρώτο από τα δύο (2) επίδικα ακίνητα φέρει ΚΑΕΚ ..., βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του οικισμού ... Ρεθύμνης, έχει εμβαδόν 6.158,45 τετραγωνικών μέτρων και αποτυπώνεται α) με κλίμακα 1:2.000 στο από 13-2-2009 απόσπασμα κτηματολογικού διαγράμματος, το οποίο συνοδεύει το φύλλο αρχικής εγγραφής του στο Κτηματολογικό Γραφείο Ρεθύμνης και β) με κλίμακα 1:500 και με στοιχεία 1-2 έως και 52-1 στο από Φεβρουαρίου του έτους 2009 τοπογραφικό διάγραμμα που συνέταξε ο Α.
Μ., Τοπογράφος Μηχανικός, κάτοικος Ρεθύμνου. Το ακίνητο παλαιότερα αγρός, αλλά σήμερα οικόπεδο, συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία Χ. Σ. και Α. Π., νότια με ιδιοκτησία Π. Σ., Δ. Π. και Έ. Χ., ανατολικά με αγροτική οδό και δυτικά με ιδιοκτησίες Χ. Χ., Χ. Ξ. και Α. Σ.. Η γιαγιά των διαδίκων από την πατρική τους γραμμή, Σ. Α.
του Ε., είχε δικαίωμα κυριότητας στο μεγαλύτερο τμήμα του ακινήτου αυτού, ενώ ο σύζυγός της και παππούς των διαδίκων από την πατρική τους επίσης γραμμή, Δ. Τ. του Ε. ήταν κύριος μικρότερου περίκλειστου τμήματος του ίδιου ακινήτου στη δυτική του πλευρά και στην ειδικότερη θέση του με το όνομα "...". Το ακίνητο αυτό -500 περίπου τετραγωνικών μέτρων- συνδεόταν με την αγροτική οδό που προαναφέρθηκε με μονοπάτι, όπως συνέβαινε και με αρκετούς άλλους περίκλειστους αγρούς στην ίδια ευρύτερη περιοχή.
Το όλο ακίνητο περαιτέρω ήταν πάντα ελαιώνας με τριάντα πέντε (35) περίπου μεγάλες ελιές. Οι διάδικοι δεν αμφισβητούν τα γεγονότα που προαναφέρθηκαν. Το δεύτερο από τα επίδικα φέρει ΚΑΕΚ ..., βρίσκεται στη θέση "..." της ίδιας ευρύτερης κτηματικής περιφέρειας, αλλά σε αρκετά μεγάλη απόσταση από το πρώτο, έχει εμβαδόν 37.841,41 τετραγωνικών μέτρων και αποτυπώνεται α) με κλίμακα 1:5.000 στο από 13-2-2009 απόσπασμα κτηματολογικού διαγράμματος, το οποίο συνοδεύει το φύλλο αρχικής εγγραφής του στο Κτηματολογικό Γραφείο Ρεθύμνης και β) με κλίμακα 1:500 και με στοιχεία 1-2 έως 32-1 στο από Φεβρουαρίου 2009 τοπογραφικό διάγραμμα, το οποίο συνέταξε ο Α.
Μ., Τοπογράφος Μηχανικός, κάτοικος Ρεθύμνου. Το ακίνητο παλαιότερα βοσκότοπος, αλλά σήμερα οικόπεδο, συνορεύει βόρεια με αγροτική οδό και ιδιοκτησία Σ., νότια με ιδιοκτησία αγνώστου, ανατολικά με ιδιοκτησίες Μ. και Κ. και δυτικά με ιδιοκτησίες αγνώστων. Οι διάδικοι ομολογούν ότι ο παππούς τους είχε πλήρες δικαίωμα κυριότητας στον αγρό που προαναφέρθηκε.
Αποδεικνύεται περαιτέρω ότι ο θετός πατέρας του ενάγοντος εγκαταστάθηκε το έτος 1950 σε όλη την έκταση του πρώτου από τα δύο (2) επίδικα ακίνητα. Ο Β. Τ. του Δ. έκτοτε νεμόταν τον ελαιώνα μόνιμα και συστηματικά είτε αυτοπροσώπως, είτε, συχνότερα, με αντιπροσώπους. Ο θετός πατέρας του ενάγοντος, συγκεκριμένα, είχε αναθέσει με αντάλλαγμα τη φροντίδα και καλλιέργεια του επιδίκου αρχικά στον αδελφό του Ι.
Τ. του Ε. και στη συνέχεια και στο σύζυγο της θυγατέρας του, Γ. Τ. του Ι., Γ. Κ. του Ν.. Ο αδελφός του θετού πατέρα του ενάγοντος και ο σύζυγος της κόρης του ήταν αγρότες και κτηνοτρόφοι και έμεναν μόνιμα στο ... Ο Γ. Κ. του Ν. βοηθούσε και συνέδραμε τον πεθερό του σε όλες τις αγροτικές εργασίες του. Οι συγγενείς και αντιπρόσωποι του Β.
Τ. του Δ. επιμελούντο για τη συλλογή των καρπών του ακινήτου και έστελναν κάθε χρόνο στον ίδιο και στην οικογένειά του στον Πειραιά ελαιόλαδο και ελιές. Ο Ι. Τ. του Δ. όμως το έτος 1985 έδωσε πολύ μικρή ποσότητα λαδιού στον αδελφό του Β. Τ. του Δ.. Ο δικαιοπάροχος του ενάγοντος, υποψιασμένος, διαμαρτυρήθηκε για το γεγονός με επιστολές του τόσο στον γαμβρό του αδελφού του, όσο και στον ίδιο.
Μερικές όμως από τις επιστολές έμειναν χωρίς απάντηση. Για το λόγο αυτό ο Β. Τ. του Δ. απέστειλε στις 8-9-1986 στο Γ. Κ. του Ν. επιστολή, στην οποία προνοητικά και με εντονότερο ύφος από τις προηγούμενες περιγράφει με τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια τα όρια του ελαιώνα του και τον καλεί να συνεχίσει να τον καλλιεργεί ως αντιπρόσωπός του, να κρατεί για τον ίδιο ποσότητες ελιών και λαδιού ως αντάλλαγμα για τις εργασίες του στον ελαιώνα και να εξακολουθήσει να του αποστέλλει τακτικά στον Πειραιά την υπόλοιπη παραγωγή.
Στην ίδια μάλιστα επιστολή ο Β. Τ. του Δ. τονίζει στον παραλήπτη της και τρόπους για την καλύτερη και αποδοτικότερη εκμετάλλευση του δευτέρου από τα δύο επίδικα, το οποίο είναι βοσκότοπος. Ο θετός πατέρας του ενάγοντος πέθανε στον Πειραιά στις 5-10-1987. Η νομή του ακινήτου περιήλθε έκτοτε στο γιο του, τον ενάγοντα, Σ.
Τ. του Β., ο οποίος εξακολουθούσε να ασκεί στον ελαιώνα όμοιες διακατοχικές πράξεις με διάνοια κυρίου έως και την έγερση της αγωγής του κατά του εναγομένου στις 4-2-2011. Τόσο ο ίδιος, όσο κυρίως ο αντιπρόσωπος και θείος του Γ. Κ. του Ν. καλλιεργούσαν και περιποιούντο συστηματικά τον ελαιώνα και συνέλεγαν τους καρπούς του.
Ο ενάγων μάλιστα το δήλωνε ως ιδιοκτησία του στις αρμόδιες φορολογικές και άλλες αρχές και, επιπλέον, μολονότι ήταν μόνιμα εγκατεστημένος στον Πειραιά, επιδείκνυε σαφές και έμπρακτο ενδιαφέρον για όλη του την περιουσία στο Ρέθυμνο, την οποία μάλιστα προστάτευε από διεκδικήσεις τρίτων, ακόμη και συγγενών του, οι οποίοι αμφισβητούσαν εμπράγματα δικαιώματά του σε ακίνητα της περιοχής.
Ο ενάγων, συγκεκριμένα, είχε ασκήσει αίτηση για την προστασία της νομής του σε άλλο ελαιώνα του που βρίσκεται στην αγροτική περιφέρεια ... κατά της Γ. Κ.-Χ. και άλλων διαδίκων. Η αίτησή του αυτή έγινε αμετάκλητα δεκτή με την 86/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνης. Αποδεικνύεται, αντίθετα, ότι ο πατέρας του εναγομένου, Ι.
Τ. του Δ., δεν νεμήθηκε ποτέ τον ελαιώνα για δικό του λογαριασμό, επειδή γνώριζε ότι οι γονείς του είχαν τη βούληση να περιέλθει μετά το θάνατό τους το δικαίωμα κυριότητας του ακινήτου στον αδελφό του, θετό πατέρα του ενάγοντος, Β. Τ. του Δ. και όχι στον ίδιο. Οι γονείς του διέθεταν και άλλα περιουσιακά στοιχεία και για το λόγο αυτό είχαν γνωστοποιήσει τόσο στον ίδιο, όσο και στον αδελφό του, Β.
Τ. του Δ., τη συγκεκριμένη επιθυμία τους. Ο απώτεροι δικαιοπάροχοι των διαδίκων είχαν καταγράψει μάλιστα τη βούλησή τους αυτή και στα από 14-10-1957 σχέδια διαθηκών τους που προσκομίζει και επικαλείται ο ενάγων. Στα ίδια χειρόγραφα αποτύπωσαν ποια από τα περισσότερα περιουσιακά τους στοιχεία ήθελαν να περιέλθουν στον πατέρα του εναγομένου, ποια από αυτά στον πατέρα του εναγομένου και ποια από τα λοιπά στους άλλους κληρονόμους τους.
Ο πατέρας του εναγομένου, αλλά και ο ίδιος είχαν λάβει γνώση του περιεχομένου των εγγράφων αυτών. Ο εναγόμενος μάλιστα δεν αμφισβητεί το περιεχόμενό τους. Ο Δ. Τ. του Ε., επιπλέον, ο οποίος πέθανε στις 18-12-1957, κατέλειπε και τυπικά -με την από 14-10-1956 δημόσια διαθήκη του που δημοσιεύθηκε νόμιμα- το περίκλειστο ακίνητο στη θέση "..." στον θετό πατέρα του ενάγοντος (βλ.
τα 65/1958 πρακτικά "Δημοσίας συνεδριάσεως των εν Ρεθύμνη Πρωτοδικών"). Ο συγκεκριμένος όμως κληρονόμος δεν αποδεικνύεται ότι αποδέχθηκε την κληρονομία του πατέρα του. Ο δικαιοπάροχος του εναγομένου, αλλά και ο ίδιος στη συνέχεια δεν άσκησαν ένδικα βοηθήματα κατά της απόφασης του Δικαστηρίου που προαναφέρθηκε.
Ο Γ. Κ. του Ν. μάλιστα, ο οποίος είχε καταθέσει ως μάρτυρας υπέρ του Σ. Τ. του Β. σε δίκη κατά άλλου συγγενή του που αμφισβητούσε δικαίωμα κυριότητάς του σε άλλο ακίνητο της κληρονομίας του πατέρα του, ομολογεί ότι ο πεθερός του, Ι. Τ. του Δ., νέμεται την περιουσία του θετού πατέρα του ενάγοντος ως αντιπρόσωπός του (βλ.
τα πρακτικά και την 287/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνου). Ο ίδιος ο εναγόμενος, μάλιστα, Δ. Τ. του Ι., όχι μόνο δεν νεμήθηκε τον ελαιώνα, αλλά αγνοούσε πλήρως το ιδιοκτησιακό καθεστώς του, επειδή από το έτος 1965, όταν βρισκόταν σε ηλικία μόλις 19 ετών, είχε εγκατασταθεί μόνιμα στη .... Ο εναγόμενος οργάνωσε την προσωπική, οικογενειακή και επαγγελματική του ζωή στο εξωτερικό και το γεγονός τον εμπόδιζε δικαιολογημένα να επιδεικνύει έστω και μέσω τρίτων έμπρακτο ενδιαφέρον για τον μικρό ελαιώνα στο ....
Ο εναγόμενος επικαλείται βέβαια ότι σε ηλικία 6 έως 17 ετών επισκεπτόταν τους μήνες Νοέμβριο και Δεκέμβριο με τον παππού, τη γιαγιά του και τους γονείς του το ελαιοχώραφο και βοηθούσε στη συλλογή του ελαιόκαρπου. Ο εναγόμενος όμως ομολογεί ότι η νομή του επιδίκου δεν είχε ακόμη περιέλθει τότε ούτε στον πατέρα του, πολύ περισσότερο στον ίδιο, ο οποίος μάλιστα ήταν ακόμη ανήλικος και δεν είχε σχηματίσει ψυχική ωριμότητα να νέμεται ακίνητα.
Ο εναγόμενος το έτος 1971 επισκέφθηκε απλώς τον ελαιώνα, όταν ήρθε από την Αυστραλία για διακοπές στο χωριό του για μικρό χρονικό διάστημα. Ο ίδιος διάδικος πήγε άλλη μια φορά στο ... στις αρχές του έτους 1999, όταν πλέον άρχισε να προβάλλει πιο έντονα δικαίωμα κυριότητας στο επίδικο, επειδή ο πατέρας του, Ι.
Τ. του Δ., από ετών εκδήλωνε πρόθεση να ιδιοποιηθεί την περιουσία του αδελφού του, τον οποίο θεωρούσε -ως συνταξιούχο δημόσιας υπηρεσίας- εύπορο και πλήρως αποκαταστημένο σε αντίθεση με τον ίδιο, ο οποίος ζούσε στο χωριό και εργαζόταν πιο σκληρά για να ζήσει. Ο πατέρας του εναγομένου μάλιστα επέμενε εσφαλμένα ότι είχε αποκτήσει ο ίδιος κυριότητα στο επίδικο, την οποία μάλιστα μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής στον εναγόμενο (βλ.
το .../29-6-1990 συμβόλαιο γονικής παροχής της Συμβολαιογράφου Ρ. Ι. Σ. που μεταγράφηκε νόμιμα). Ο παρέχων γονέας όμως αναφέρει στο συμβολαιογραφικό αυτό έγγραφο ότι απέκτησε τη νομή του ακινήτου που μεταβιβάζει στο τέκνο του από τη μητέρα του Σ. Α. του Μ., η οποία ωστόσο δεν είχε ποτέ παραδώσει σε αυτόν τη νομή του ακινήτου.
Είναι χαρακτηριστικό ότι ο εναγόμενος στις 19-2-1999 αναγνώρισε ότι ο ενάγων νεμόταν μέρος του επιδίκου (βλ. το από 19-2-1999 ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο κατάρτισαν οι διάδικοι). Αν όμως ο εναγόμενος πίστευε πράγματι ότι ο πατέρας του, Ι. Τ. του Δ., νεμόταν το ακίνητο για δικό του λογαριασμό και όχι ως αντιπρόσωπος του αδελφού του, δεν θα είχε κανένα λόγο να ομολογήσει γεγονός που δυσχεραίνει την ανταποδεικτική του προσπάθεια.
Το ακίνητο μάλιστα απέκτησε σήμερα μεγαλύτερη αξία, επειδή εντάχθηκε στο σχέδιο πόλης και μπορεί να αξιοποιηθεί με ευκολότερο και πιο προσοδοφόρο τρόπο. Ο εναγόμενος τέλος προσκομίζει και επικαλείται την .../23-2-2010 ένορκη βεβαίωση της Μ. Π.-Κ., η οποία καταθέτει ενώπιον Συμβολαιογράφου ότι "όλα αυτά τα χρόνια (...) δεν είδα ποτέ στα χωράφια τον Β.
Τ. (εννοεί το δικαιοπάροχο του ενάγοντος) (...) να τα καλλιεργεί (...) δεν άκουσα ότι έχει περιουσία (...)". Η κατάθεσή της όμως δεν αναιρεί όσα προαναφέρθηκαν, επειδή πράγματι ο ενάγων απουσίαζε από το χωριό, επειδή έμενε μόνιμα στον Πειραιά και είχε αναθέσει την καλλιέργεια και επίβλεψη του ελαιώνα στον αδελφό του πατέρα του και το σύζυγο της θυγατέρας του.
Σύμφωνα με όσα προαναφέρονται ο πατέρας του εναγομένου, Ι. Τ. του Β. δεν είχε αποκτήσει ποτέ δικαίωμα κυριότητας στον ελαιώνα για να μπορεί συνεπώς να το μεταβιβάσει με παράγωγο τρόπο στον εναγόμενο. Από τα ίδια αποδεικτικά μέσα αποδεικνύεται ότι το έτος 1950 ο Δ. Τ. του Ε. παρέδωσε τη νομή του ακινήτου στη θέση "..." ...
Ρεθύμνης και στα δύο τέκνα του τόσο, δηλαδή, στο θετό πατέρα του ενάγοντος, Β. Τ. του Δ., όσο και στον πατέρα του εναγομένου, Ι. Τ. του Δ.. Τα τέκνα του παππού των διαδίκων κατέστησαν με τον τρόπο αυτό συννομείς του ακινήτου κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαίρετου ο καθένας τους και έκτοτε άρχισαν να νέμονται το ιδανικό τους μέρος στο ακίνητο.
Το ακίνητο στη θέση "..." δεν μπορεί να καλλιεργηθεί, επειδή είναι βραχώδες και προσφέρεται για εκμετάλλευση μόνον ως βοσκότοπος. Για το λόγο αυτό ο θετός πατέρας του ενάγοντος ανέθετε πάλι στον αδελφό του, πατέρα του εναγομένου και στο σύζυγο της κόρης του Γ. Κ. του Ν., να εκμισθώνουν την ιδανική του μερίδα σε κτηνοτρόφους της περιοχής για τη βόσκηση των ζώων τους.
Ο Β. Τ. του Δ. μάλιστα δαπανούσε τα μισθώματα που εισέπραττε από τους μισθωτές για τις προσωπικές και οικογενειακές του ανάγκες. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην ίδια παραπάνω επιστολή του προς τον Γ. Κ. του Ν. υποδεικνύει σε αυτόν να εκμισθώσει τις "...", δηλαδή τον βοσκότοπο στον "...", σε τρίτα πρόσωπα και να του εμβάζει στον Πειραιά το μίσθωμα που θα εισέπραττε.
Ο θετός πατέρας του ενάγοντος περαιτέρω εκδήλωσε το έτος 1972 την επιθυμία να παραχωρήσει τη χρήση των ιδανικών αυτών μεριδίων στο ναό του χωριού από ηθικούς λόγους. Ο Β. Τ. του Δ. μάλιστα χορήγησε πληρεξουσιότητα στο εκάστοτε εκκλησιαστικό συμβούλιο της ενορίας ... στο ... να διαχειρίζεται το αδιαίρετο αυτό ποσοστό του στο επίδικο και να αξιοποιεί προς όφελος του ναού και των πιστών.
Η πρόθεσή του αυτή δεν πραγματοποιήθηκε, επειδή ο εφημέριος του οικισμού δεν επιθυμούσε να διαχειρίζεται ακίνητα τρίτων, οι οποίοι δεν διέθεταν τίτλους κυριότητας για τις ιδιοκτησίες τους. Από το γεγονός όμως αποδεικνύεται ότι ο θετός πατέρας του ενάγοντος κατείχε με πραγματική διάνοια κυρίου το αδιαίρετο αυτό μερίδιο του ακινήτου.
Ο εναγόμενος επικαλείται ότι ο πατέρας του έως και τις 29-6-1990 και έκτοτε ο ίδιος με αντιπροσώπους ασκούσαν νομή σε ολόκληρη την έκταση του δευτέρου από τα επίδικα ακίνητα. Το γεγονός όμως δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Ο βοσκότοπος βρισκόταν στην κατοχή απλώς του πατέρα του εναγομένου. Ο Ι. Τ. του Δ.
κατείχε πράγματι ολόκληρο το βοσκότοπο, αλλά η νομή του περιοριζόταν μόνο στο αδιαίρετο μερίδιό του σε αυτόν. Το άλλο 1/2 εξ αδιαιρέτου το κατείχε χωρίς διάνοια κυρίου, μόνον ως βοηθός και αντιπρόσωπος του αδελφού του, Β. Τ. του Δ.. Οι μάρτυρες που εξετάσθηκαν με επιμέλεια του εναγομένου ενώπιον Συμβολαιογράφων Ρεθύμνου αναφέρονται μόνο σε γεγονότα που δεν αμφισβητούνται, όπως ότι μίσθωναν το βοσκότοπο από τον πατέρα του εναγομένου, κατέβαλλαν στον ίδιο τα μισθώματα κ.λπ. (βλ.
και τις ...-8-2009, ...-8-2008 και ...-8-2009 ένορκες καταθέσεις μαρτύρων ενώπιον της συμβολαιογράφου Ρεθύμνου Κ. Λ.). Οι ίδιοι όμως μάρτυρες δικαιολογημένα αγνοούν ότι ο Ι. Τ. του Δ. εκπλήρωνε στην προκειμένη περίπτωση ανειλημμένη του υποχρέωση έναντι του θετού πατέρα του ενάγοντος για επίβλεψη, εκμίσθωση, επιμέλεια κλπ του βοσκότοπου.
Οι καταθέσεις επομένως αυτές, αν και αληθείς, δεν μπορούν να οδηγήσουν στην παραδοχή ότι ο Ι. Τ. του Δ. και αργότερα ο εναγόμενος, γιός του, είχαν διάνοια κυρίου ως προς ολόκληρη την έκταση του βοσκότοπου. Η ίδια κρίση ενισχύεται και από το γεγονός ότι τόσο ο πατέρας του εναγομένου, όσο και ο ίδιος δεν αμφισβήτησαν ποτέ ότι ο Δ.
Τ. του Ε. είχε πράγματι πρόθεση να περιέλθει στο τέκνο του Ι. Τ. του Δ. ποσοστό μόνον 1/2 εξ αδιαιρέτου του βοσκοτόπου στη θέση "..." .... Ο απώτερος δικαιοπάροχος των διαδίδων -ο οποίος πέθανε στις 18-12-1958- πάντα γνωστοποιούσε τη βούλησή του αυτή στα τέκνα του και την είχε αποτυπώσει μάλιστα και στην .../14-10-1956 δημόσια διαθήκη του -η οποία δημοσιεύθηκε νόμιμα με τα 65/5-8-1958 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Πρωτοδικείου Ρεθύμνης.
Ο διαθέτης ειδικότερα με τη διαθήκη του αυτή κατέλειπε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου του βοσκοτόπου στον πατέρα του εναγομένου και από ποσοστά 1/4 εξ αδιαιρέτου στον ενάγοντα και στην αδελφή του Π. Τ. του Β.. Οι εγγονοί όμως αυτοί του κληρονομουμένου βρίσκονταν τότε σε πολύ μικρή ηλικία και για το λόγο αυτό ο πατέρας τους, Β.
Τ. του Δ., εγκαταστάθηκε πλήρως το έτος 1958 στα ιδανικά τους μερίδια στο ακίνητο -τα οποία θα περιέρχονταν στο μέλλον στα τέκνα του- και έκτοτε άρχισε να τα νέμεται με εμφανείς υλικές διακατοχικές πράξεις και διάνοια κυρίου. Ο Β. Τ. του Δ. εξάλλου -ο οποίος πέθανε στον Πειραιά στις 5-10-1987- κατέλειπε το αδιαίρετο αυτό ποσοστό του στο βοσκότοπο στον ενάγοντα γιο του με την από 2-10-1986 διαθήκη του, η οποία δημοσιεύθηκε νόμιμα στις 20-1-1988 (βλ.
τα από 20-1-1988 πρακτικά δημοσίευσης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά). Ο ενάγων αποδέχθηκε την κληρονομία του θανόντος πατέρα του μετά την επίδοση της αγωγής του στον εναγόμενο και, συγκεκριμένα, με την .../4-2-2011 δήλωση αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Πειραιά Α. Γ. - Τ. που μεταγράφηκε νόμιμα με αριθμό ...12-4-2011 στα βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Ρεθύμνου.
Από τα έγγραφα αυτά ωστόσο καθίσταται εναργής η βούληση τόσο του θετού πατέρα του ενάγοντος, όσο του ίδιου να νέμονται το δεύτερο από τα επίδικα ακίνητα. Αντίθετα ο δικαιοπάροχος του εναγομένου δεν αποδεικνύεται ότι αποδέχθηκε την κληρονομία του πατέρα του Δ. Τ. του Ε.. Αποδεικνύεται επομένως ότι ο θετός πατέρας του ενάγοντος, Β.
Τ. του Ε., κάτοικος, όσο ζούσε Πειραιά, από το έτος 1950 έως και το χρόνο θανάτου του στις 5-10-1987 και έκτοτε έως την έγερση της αγωγής ο γιος του, ενάγων, Σ. Τ. του Β., νέμονταν κυρίως με αντιπροσώπους το πρώτο από τα δύο (2) επίδικα ακίνητα και ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου του δευτέρου από αυτά. Αντίθετα ο πατέρας του εναγομένου και ο ίδιος ο εναγόμενος δεν άσκησαν πράξεις νομής σε αυτά, επειδή ενεργούσαν πάντοτε ως αντιπρόσωποι των συγγενών και αντιδίκων τους παρά τους αντίθετους ισχυρισμούς τους, οι οποίοι για το λόγο αυτό πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι.
Ο ενάγων επομένως έχει δικαίωμα α) πλήρους κυριότητας στον ελαιώνα που φέρει ΚΑΕΚ ..., βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του οικισμού ... Ρεθύμνης, έχει εμβαδόν 6.158,45 τετραγωνικών μέτρων και αποτυπώνεται 1) με κλίμακα 1:2.000 στο από 13-2-2009 απόσπασμα κτηματολογικού διαγράμματος, το οποίο συνοδεύει το φύλλο αρχικής εγγραφής του στο Κτηματολογικό Γραφείο Ρεθύμνης και 2) με κλίμακα 1:500 και με στοιχεία 1-2 έως και 52-1 στο από Φεβρουαρίου του έτους 2009 τοπογραφικό διάγραμμα που συνέταξε ο Α.
Μ., Τοπογράφος Μηχανικός, κάτοικος Ρεθύμνου. Το ακίνητο παλαιότερα αγρός, αλλά σήμερα οικόπεδο, συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία Χ. Σ. και Α. Π., νότια με ιδιοκτησία Π. Σ., Δ. Π. και Έ. Χ., ανατολικά με αγροτική οδό και δυτικά με ιδιοκτησίες Χ. Χ., Χ. Ξ. και Α. Σ. και β) συγκυριότητας σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στο βοσκότοπο με ΚΑΕΚ ..., ο οποίος βρίσκεται στη θέση "..." της ίδιας ευρύτερης κτηματικής περιφέρειας, έχει εμβαδόν 37.841,41 τετραγωνικών μέτρων και αποτυπώνεται 1) με κλίμακα 1:5.000 στο από 13-2-2009 απόσπασμα κτηματολογικού διαγράμματος, το οποίο συνοδεύει το φύλλο αρχικής εγγραφής του στο Κτηματολογικό Γραφείο Ρεθύμνης και 2) με κλίμακα 1:500 και με στοιχεία 1-2 έως 32-1 στο από Φεβρουαρίου 2009 τοπογραφικό διάγραμμα, το οποίο συνέταξε ο Α.
Μ., Τοπογράφος Μηχανικός, κάτοικος Ρεθύμνου. Το ακίνητο παλαιότερα βοσκότοπος, αλλά σήμερα οικόπεδο, συνορεύει βόρεια με αγροτική οδό και ιδιοκτησία Σ., νότια με ιδιοκτησία αγνώστου, ανατολικά με ιδιοκτησίες Μ. και Κ. και δυτικά με ιδιοκτησίες αγνώστων. Οι διάδικοι περαιτέρω δεν αμφισβητούν ότι το Ρέθυμνο κηρύχθηκε υπό κτηματογράφηση με την 71155/4394/11-7-1995 απόφαση του Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ (ΦΕΚ 635/Β/18-7-1995, ότι η διαδικασία αυτή περαιώθηκε νόμιμα με την 449/2/27-2-2008 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του ΟΚΧΕ (ΦΕΚ 417/Β/12-3-2008) και ότι το Κτηματολόγιο στην περιοχή άρχισε να ισχύει από 12-3-2008.
Οι διάδικοι δεν αμφισβητούν επίσης ότι η πρώτη εγγραφή του πρώτου από τα δύο (2) επίδικα ακίνητα στα Κτηματολογικά Βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Ρεθύμνης δεν αναγράφει τον ενάγοντα ως κύριο του ακινήτου, αλλά τον εναγόμενο με αιτία κτήσης τον παράγωγο τρόπο. Η πρώτη επομένως αυτή εγγραφή του ακινήτου είναι ανακριβής, επειδή δικαίωμα πλήρους κυριότητας στον ελαιώνα που προαναφέρθηκε απέκτησε ο ενάγων με έκτακτη χρησικτησία.
Το Πρωτοβάθμιο συνεπώς Δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, αναγνώρισε ότι ο ενάγων έχει δικαίωμα συγκυριότητας σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαίρετου στο δεύτερο από τα επίδικα ακίνητα και αποφάνθηκε ότι πρέπει να διορθωθεί στο ορθό η ανακριβής πρώτη εγγραφή του στα οικεία φύλλα του κτηματολογικού γραφείου Ρεθύμνου, δεν έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων.
Τα αντίθετα επομένως που υποστηρίζει ο εναγόμενος με την από 13-2-2014 και με αύξοντα αριθμό 8/14-2-2014 έφεσή του πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα, όπως και η έφεσή του στο σύνολό της. Αντίθετα το ίδιο Δικαστήριο, το οποίο απέρριψε την αγωγή του ενάγοντος ως προς το πρώτο από τα επίδικα ακίνητα ως ουσιαστικά αβάσιμη, έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων, όπως βάσιμα επικαλείται ο εκκαλών-ενάγων με την από 4-2-2014 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 27/4-4-2014 έφεση, η οποία για το λόγο αυτό πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη.
Μετά από αυτό πρέπει να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση ως προς τη συγκεκριμένη της διάταξη, να κρατηθεί και, τέλος, να δικασθεί η υπόθεση κατ' ουσίαν από το παρόν Δικαστήριο κατά την τακτική διαδικασία. Η από 4-2-2011 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης ΠΤ/25/4-2-2011 αγωγή είναι νόμιμη, επειδή στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2, 7 α παρ. 1 στοιχείο α, 12 παρ. 1 στοιχείο ζ και ιβ και παρ. 5 , 13 παρ. 2, 17 παρ. 1 ν. 2664/1998, 68, 70, 220 ΚΠολΔ, 974, 976, 979, 980, 983, 1000, 1045, 1046 ΑΚ, 106, 176 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Πρέπει, περαιτέρω, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν να γίνει δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη και να αναγνωρισθεί ότι ο ενάγων έχει δικαίωμα πλήρους κυριότητας στο πρώτο από τα δύο (2) επίδικα ακίνητα που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του οικισμού ... Ρεθύμνης και, τέλος, να διορθωθεί στο ορθό η ανακριβής πρώτη εγγραφή του στο Κτηματολογικό Γραφείο Ρεθύμνου για να αναγραφεί ο ίδιος ως ιδιοκτήτης του ακινήτου με αιτία κτήσης την έκτακτη χρησικτησία, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό".
Συνεπώς, σύμφωνα με το παραπάνω περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν περιέχεται στην απόφαση αυτή παραδοχή του Εφετείου για κυριότητα του ενάγοντος Σ. Β. Τ. στα επίδικα με κληρονομική διαδοχή, αλλά το Εφετείο αναγνώρισε με την εν λόγω απόφασή του τον παραπάνω ενάγοντα κύριο του πρώτου επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, ενώ επικύρωσε την πρωτοβάθμια απόφαση κατά το μέρος που είχε αναγνωρίσει αυτόν συγκύριο του δευτέρου επιδίκου ακινήτου με έκτακτη, επίσης, χρησικτησία. Κατόπιν αυτών, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο, από τους αριθ. 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέρος του, όπως και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο, από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, μέρος του, με τους οποίους αποδίδεται σφάλμα στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφορικά με τη βάση της αγωγής από κληρονομική διαδοχή, πρέπει να απορριφθούν, διότι στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση.
3. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117 του ίδιου Κώδικα, πρέπει να περιέχει α) σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα.
Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα παραπάνω στοιχεία ή αν περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, η έλλειψη αυτή καθιστά την άσκηση της αγωγής μη νομότυπη και επιφέρει την απόρριψή της από το δικαστήριο της ουσίας ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, με ένσταση ή και αυτεπάγγελτα (ΑΠ 438/2001). Προκειμένου για διεκδικητική ή αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή, για να είναι ορισμένη, απαιτείται, από άποψης περιγραφής του αντικειμένου της διαφοράς, ο σαφής, κατά θέση και όρια, καθορισμός του ακινήτου, ώστε να μη γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητά του, ενώ δεν απαιτείται αναφορά των πλευρικών του διαστάσεων και μνεία των γειτόνων ιδιοκτητών.
Όταν το επίδικο φέρεται με την αγωγή ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, πρέπει, εκτός από την έκτασή του, να προσδιορίζεται και η θέση του στο μεγαλύτερο ακίνητο (ΑΠ 944/2013). Εξάλλου, κατά το άρθρο 106 ΚΠολΔ, το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά.
Κατά δε το άρθρο 224 του ίδιου Κώδικα, "είναι απαράδεκτο να μεταβληθεί η βάση της αγωγής. Με τις προτάσεις που κατατίθενται ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, μπορεί ο ενάγων να συμπληρώσει, να διευκρινίσει ή να διορθώσει τους ισχυρισμούς του, αρκεί να μη μεταβάλλεται η βάση της αγωγής".
Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσης της αγωγής επέρχεται, όταν με τις προτάσεις που κατατίθενται ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ή με την προφορική δήλωση, γίνεται προσθήκη νέων περιστατικών, παλαιότερων ή οψιγενών, με τα οποία τροποποιείται ή αντικαθίσταται η ιστορική βάση της αγωγής με άλλη ή προστίθεται στην αγωγή και νέα ιστορική βάση (ΟλΑΠ 2/1994).
Σύμφωνα δε με την παρ. 2 του παραπάνω άρθρου, επιτρέπεται στον ενάγοντα να συμπληρώσει, να διευκρινίσει ή να διορθώσει με τις προτάσεις του της πρώτης πρωτοβάθμιας συζήτησης ή με τη δήλωση όσα ουσιώδη γεγονότα αποτυπώθηκαν ανεπαρκώς ή ασαφώς στην αγωγή του, αρκεί να μη μεταβάλλεται η βάση της αγωγής. Επέρχεται δε η μεταβολή αυτή, όταν με τις προτάσεις εκτίθενται για πρώτη φορά τα περιστατικά που απαιτούνται κατά το νόμο για την παραγωγή του αγωγικού δικαιώματος (ΑΠ 389/2010).
Συνεπώς, στην περίπτωση της διεκδικητικής ή αναγνωριστικής κυριότητας ακινήτου αγωγής, στο δικόγραφο της οποίας αναφέρεται η θέση του επιδίκου, δεν συνιστά μεταβολή της ιστορικής βάσης αυτής ως προς το στοιχείο της θέσης, η μνεία στις προτάσεις του ενάγοντος του πρώτου ή του δεύτερου βαθμού, της έτερης ή των έτερων ονομασιών, τις οποίες, πλην εκείνης που αναφέρεται στην αγωγή, έχει η θέση αυτή, αφού, με την εν λόγω προσθήκη, ούτε η ταυτότητα του επιδίκου μεταβάλλεται, ούτε καθίσταται επίδικο άλλο ή και άλλο, σε σχέση με εκείνο της αγωγής, ακίνητο.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 527 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο ως υπεράσπιση κατά της έφεσης, 2) γεννήθηκαν μετά την (τελευταία) συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο 3) λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως ή μπορεί να προταθούν σε κάθε στάση της δίκης και 4) συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 269, δηλαδή αν:
α) δεν προτάθηκαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από δικαιολογημένη αιτία, β) προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα και γ) αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει, ότι το Εφετείο δεν μπορεί να λάβει υπόψη του αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό, παρά μόνο αν α) συντρέχουν οι ανωτέρω προϋποθέσεις των άρθρων 527 και 269 ΚΠολΔ ή β) αν προβλήθηκε παραδεκτά στον πρώτο βαθμό και επαναφέρεται νόμιμα, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, ιδρύεται δε λόγος αναίρεσης, αν έλαβε υπόψη αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό, παρόλο που δεν συνέτρεχε κάποια από τις περιπτώσεις αυτές (ΑΠ 1275/2009).
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όχι μόνο όταν τα πράγματα, δηλαδή οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν το δικαίωμα που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένταση ή αντένσταση (ΟλΑΠ 3/1997), τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο της ουσίας τα έλαβε υπόψη, δεν προτάθηκαν σε αυτό από τον αναιρεσίβλητο, αλλά και όταν προτάθηκαν μεν αλλά απαράδεκτα (ΑΠ 1275/2009).
Σύμφωνα με τα παραπάνω, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο, από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, μέρος του, με το οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι δέχτηκε την αγωγή ως προς το πρώτο από τα επίδικα ακίνητα, καίτοι οι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος Σ. Β. Τ., ήδη αναιρεσίβλητοι, με τις από 8-5-2017 προτάσεις τους στο Εφετείο, μετέβαλαν απαράδεκτα τη βάση της αγωγής ως προς τη θέση του επιδίκου, επειδή διευκρίνισαν ότι η θέση "...
του δημοτικού διαμερίσματος ... Ρεθύμνης, που αναφέρεται στην αγωγή ότι βρίσκεται το ακίνητο αυτό, ονομάζεται και "..." ή "...", καθόσον, σύμφωνα με την παραπάνω σκέψη, η διευκρίνιση αυτή δεν συνιστά μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής ως προς τη θέση του επιδίκου ακινήτου.
4. Περαιτέρω, βάσει των ανωτέρω παραδοχών του Εφετείου, ότι ο ενάγων Σ. Β. Τ. νεμόταν ο ίδιος (αυτοπροσώπως και μέσω των ανωτέρω προσώπων) τα επίδικα ακίνητα ασκώντας τις προδιαγραφές στη φύση και τον προορισμό τους πράξεις νομής που προαναφέρθηκαν, διανοία κυρίου από το έτος 1987 έως και το έτος 2011, περιστατικά, που, σύμφωνα με τη σκέψη που προεκτέθηκε, αρκούν για να καταστεί κύριός τους με την έκτακτη χρησικτησία που επικαλέστηκε με την αγωγή του, απορριπτέοι, πρωτίστως, ως αλυσιτελείς, είναι:
α) ο παραπάνω λόγος αναίρεσης κατά το μέρος που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι δέχτηκε την αγωγή, καίτοι οι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος, ήδη αναιρεσίβλητοι, με τις ανωτέρω προτάσεις τους ισχυρίσθηκαν, μεταβάλλοντας απαράδεκτα την αγωγή, αφενός μεν ότι το πρώτο επίδικο ακίνητο ανήκε στη Σ. Τ., πλην τμήματός του που ανήκε στον (παππού του ενάγοντος) Δ.
Τ., ενώ στην αγωγή αναφέρεται, ότι το εν λόγω ακίνητο ανήκε στον (υιό του ανωτέρω Δ. Τ.) Β., αφετέρου δε ότι ο ανωτέρω Β. Τ. νεμόταν το δεύτερο επίδικο ακίνητο ως πατέρας των ανηλίκων τέκνων του Σ. και Π., ενώ τούτο δεν αναφέρεται στην αγωγή, β) ο τρίτος, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, για αντιφατικές αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, επειδή, ενώ δέχτηκε, ότι ο ανωτέρω Β.
Τ. ήταν κάτοικος όσο ζούσε Πειραιά, δέχεται, στη συνέχεια, ότι αυτός "εγκαταστάθηκε το έτος 1950 σε όλη την έκταση του πρώτου επιδίκου ακινήτου και ασκούσε και τη νομή έκτοτε, είτε αυτοπροσώπως, είτε με αντιπροσώπους", γ) ο ίδιος λόγος αναίρεσης για αντιφατικές αιτιολογίες, επειδή, ενώ δέχτηκε το Εφετείο, ότι το δεύτερο επίδικο ακίνητο είχε δώσει άτυπα ο Δ.
Τ. του Ε. το έτος 1950 στα δύο του παιδιά Β. (πατέρα του ενάγοντα) και Ι. (πατέρα του αναιρεσείοντος), που κατέστησαν με τον τρόπο αυτό συννομείς του κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, δέχεται στη συνέχεια, ότι ο ανωτέρω Δ. Τ. άφησε με την αναφερόμενη διαθήκη του το ίδιο ακίνητο κατά το 1/2 στον πατέρα του αναιρεσείοντος Ι.
Τ. και κατά το 1/4 σε έκαστο εκ των εγγονών του Σ. και Π. και δ) ο πέμπτος, από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, για παραμόρφωση του περιεχομένου της από 14-10-1956 δημόσιας διαθήκης του Δ. Τ. του Ε. ως προς το δεύτερο επίδικο ακίνητο, καθόσον, ενώ με τη διαθήκη αυτή ο διαθέτης άφησε το παραπάνω ακίνητο στα εγγόνια του Σ.
και Π., δέχτηκε το Εφετείο, ότι το άφησε στο γιό του Ι..
5. Εξάλλου, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε, στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, κατά το νόμο, είναι αναγκαία είτε για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ενώ αντιφατικότητα των αιτιολογιών υπάρχει, όταν, εξ αιτίας της, δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό της απόφασής του, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν σωστά εφάρμοσε το νόμο, αν, δηλαδή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 12/2016).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 608/2013).
Συνεπώς, η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση, που διατύπωσε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό της απόφασής του, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης για τα ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες παραδοχές το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση του για παραδοχή ή απόρριψη της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης.
Εάν τα περιστατικά που προβάλλονται με τους λόγους αναίρεσης, δεν αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας από το δικαστήριο ή αν αυτά διατυπώθηκαν ως εκ περισσού ως παραδοχές της απόφασης, χωρίς να είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος που προβάλλεται με την αγωγή κλπ και τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων ή αν οι παραδοχές της απόφασης ανάγονται σε ισχυρισμό των διαδίκων που δεν προτάθηκε ως ένσταση ή αντένσταση αυτών, τότε οι αιτιάσεις που προβάλλονται για τη θεμελίωση των λόγων αυτών αναίρεσης στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση ή είναι αλυσιτελείς και οι λόγοι αναίρεσης απορρίπτονται ως αβάσιμοι (ΑΠ 255/2010).
Για τη διαδικαστική πληρότητα του λόγου αυτού αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης και, ειδικότερα, όταν προβάλλεται αιτίαση για ανεπαρκείς αιτιολογίες της, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο ποια επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση, ώστε να είναι επαρκής η αιτιολογία της (ΟλΑΠ 20/2005), ενώ, στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει να αναφέρεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποία αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει, χωρίς να αρκούν γενικές εκφράσεις για "ανεπάρκεια" και "αντίφαση" (ΟλΑΠ 20/2005), καθώς και το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ως προς το οποίο, κατά τον αναιρεσείοντα, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης, γιατί το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα στην κρίση του αυτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 24/1992).
Εν προκειμένω, με τον τρίτο, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για αντιφατικές αιτιολογίες, επειδή: α) ενώ δέχεται, ότι, κατά την αγωγή, το πρώτο επίδικο ακίνητο βρίσκεται στη θέση "..., δέχεται στη συνέχεια η προσβαλλόμενη, ότι το ακίνητο αυτό βρίσκεται στη θέση "...", β) ενώ στην αγωγή αναφέρεται, ότι το πρώτο επίδικο ακίνητο ανήκει στη Σ.
Τ., δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το αναφερόμενο τμήμα του ανήκε στο Δ. Τ. και γ) ενώ δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο πατέρας του αναιρεσείοντος αναφέρει στο .../1990 συμβόλαιο γονικής παροχής, ότι απέκτησε τη νομή του δευτέρου επιδίκου ακινήτου από τη μητέρα του Σ. Α., δέχεται στη συνέχεια ομολογία του αναιρεσείοντος, ότι είχαν αποκτήσει το παραπάνω ακίνητο από τον παππού τους Δ.
Τ.. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, κατά το αναιρετήριο, πρόκειται για αντιφάσεις, όχι του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά μεταξύ αυτής αφενός και της αγωγής και των όσων ανέφερε στο παραπάνω συμβόλαιο ο πατέρας του αναιρεσείοντος αφετέρου. Ο ίδιος λόγος για αντίφαση της παραδοχής του Εφετείου ότι ο ενάγων Σ.
Β. Τ. ήταν μόνιμος κάτοικος Πειραιά, προς την παραδοχή του ότι "μετά το θάνατο του πατέρα του, ασκούσε ο ίδιος (ο ενάγων) όμοιες διακατοχικές πράξεις με διάνοια κυρίου και με αντιπροσώπους" και για ανεπάρκεια αιτιολογίας, διότι "δεν καθορίζει (η προσβαλλόμενη απόφαση) ποιές ήταν οι όμοιες διακατοχικές πράξεις του πατέρα του (ενάγοντος)", είναι απορριπτέος, πρωτίστως, ως αλυσιτελής, αφού, κατά το αναιρετήριο, ο ενάγων νεμόταν το επίδικο, όχι μόνο αυτοπροσώπως, αλλά και με αντιπροσώπους.
Ο ίδιος λόγος για αντίφαση των παραδοχών του Εφετείου ότι ολόκληρο το δεύτερο επίδικο ακίνητο ήταν στην κατοχή του πατέρα του αναιρεσείοντος, ότι ο τελευταίος εκδήλωνε πρόθεση να ιδιοποιηθεί την περιουσία του αδελφού του, ότι επέμενε εσφαλμένα ότι είχε αποκτήσει κυριότητα στο επίδικο, ότι οι μάρτυρες του αναιρεσείοντος αναφέρονται μόνο σε γεγονότα που δεν αμφισβητούνται, όπως ότι το μίσθωναν από τον πατέρα του αναιρεσείοντος, στον οποίο κατέβαλαν τα μισθώματα και ότι δεν είδαν ποτέ στα χωράφια τον Β.
Τ., προς την παραδοχή του ότι ο αναιρεσείων και ο πατέρας του δεν νέμονταν το επίδικο με διάνοια κυρίου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι οι ανωτέρω παραδοχές δεν είναι αντιφατικές, αφού δεν δέχεται το Εφετείο με τις πρώτες παραπάνω παραδοχές του, ούτε κατά τρόπο έμμεσο, ότι ο αναιρεσείων και ο πατέρας του νέμονταν το δεύτερο επίδικο για δικό τους λογαριασμό.
Μετά από αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, αφού ηττάται, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχή του σχετικού νομίμου αιτήματος αυτών (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-1-2019 αίτηση του Δ. Ι. Τ., για αναίρεση της 75/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε ο αναιρεσείων, στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Φεβρουαρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Απριλίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ