Legislator Case Law & Legislation
368/2018 AI generated

368/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 368/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

368/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί πραγμάτων κρίση του, ως προς το ζήτημα των συνθηκών, υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο τροχαίο ατύχημα, τα ακόλουθα: "Στις 28-11-2008, και περί ώρα 8.30 πρωινή το με αριθμό κυκλοφορίας ...

Keywords

AI generated
reduction of insurance benefits psychiatric treatment adjustment of sentence psychiatric impairment action for price reduction reduction of sentence duration
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 368 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 368/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Κατσερέλη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Κ. του Γ., 2) Α. συζ. Ι. Κ., 3) Γ. Κ. του Ι., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Τσίγκανο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και 4) ανώνυμης ελληνικής εταιρείας γενικών ασφαλειών με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευθύμιο Καραΐσκο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-1-2009 αγωγή των ήδη 1ου, 2ης και 3ου των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 27-4-2009 παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και του Ι. Β., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, καθώς και με την από 19-5-2009 παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη 4ης των αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3742/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3561/2014 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25-7-2016 αίτησή της και τον από 30-11-2017 πρόσθετο λόγο αυτής. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και του προσθέτου λόγου και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 25.7.2016 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως …/2016 αίτηση αναιρέσεως και τον, παραδεκτώς, με ιδιαίτερο δικόγραφο και εντός της οριζόμενης από την διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ. προθεσμίας ασκηθέντα και προς τους αναιρεσιβλήτους επιδοθέντα, από 30.11.2017 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως …/2017 πρόσθετο σ' αυτήν λόγο, ζητείται, υπό την επίκληση των διαλαμβανομένων στα παραπάνω δικόγραφα αιτιάσεων, η αναίρεση της 3561/2014 τελεσίδικης αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Επί αγωγής για αποζημίωση ή και χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, που στηρίζεται σε αδικοπραξία του εναγομένου (άρθρα 914, 928, 932 του Α.Κ.), ο ισχυρισμός αυτού, ότι στην επέλευση της ζημίας συνετέλεσε και πταίσμα του θανόντος, συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό που θεμελιώνει ένσταση καταλυτική εν όλω ή εν μέρει της αγωγής (άρθρο 300 του Α.Κ.).

Η ένσταση συντρέχοντος πταίσματος και τα θεμελιούντα αυτήν πραγματικά περιστατικά αποτελούν πράγματα, κατά την έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. και η μη λήψη υπόψη αυτών από το δικαστήριο της ουσίας, ιδρύει τον προβλεπόμενο από την προαναφερομένη διάταξη λόγο αναιρέσεως (Α.Π. 1781/2009, Α.Π. 1352/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί πραγμάτων κρίση του, ως προς το ζήτημα των συνθηκών, υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο τροχαίο ατύχημα, τα ακόλουθα: "Στις 28-11-2008, και περί ώρα 8.30 πρωινή το με αριθμό κυκλοφορίας ...

δίκυκλο μοτοποδήλατο, κυριότητας της δεύτερης εναγόμενης εταιρίας, που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος της πρώτης αγωγής, έβαινε με κανονική ταχύτητα εντός του επιτρεπομένου για την περιοχή ορίου των 50 χ/ω, επί της … στην Καλλιθέα Αττικής, με κατεύθυνση από … προς …, στην τρίτη από δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας του ρεύματος πορείας του και δη στο δεξιό τμήμα αυτής.

Η … σε αυτό το σημείο είναι διπλής κατεύθυνσης, με τρεις λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση που χωρίζονται με διαχωριστική νησίδα, πλάτος οδοστρώματος 10,50 μ. ανά κατεύθυνση, ευθεία, οριζόντια, άσφαλτος και κατά τον προαναφερθέντα χρόνο ήταν ξηρά, με συνθήκες φωτισμού ημέρας, καλοκαιρία, η ορατότητα δεν περιοριζόταν και η κυκλοφορία των οχημάτων και πεζών ήταν κανονική, σύμφωνα με την έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος.

Κατά τον ίδιο χρόνο και στον ίδιο τόπο, η Ε. Κ., οδηγούσε το υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... δίκυκλο μοτοποδήλατο, κυριότητας του πρώτου ενάγοντα της πρώτης αγωγής, πατρός της, φορώντας προστατευτικό κράνος και με ταχύτητα αυτή που παρακάτω θα αναφερθεί, μεγαλύτερη της επιτρεπομένης, παράλληλα και με την ίδια κατεύθυνση με το δίκυκλο μοτοποδήλατο του πρώτου εναγομένου, ήτοι στην τρίτη από δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της ως άνω λεωφόρου, αριστερά σε σχέση με την πορεία του μοτοποδηλάτου, που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος και λίγα μέτρα όπισθεν αυτού.

Ενώ η Ε. Κ. συνέχιζε την πορεία της, ο πρώτος εναγόμενος πραγματοποίησε ξαφνικά αριστερό ελιγμό, λίγο πριν τη συμβολή της ως άνω λεωφόρου με την οδό …, χωρίς να ελέγξει αν μπορεί να πράξει αυτό με ασφάλεια και χωρίς κίνδυνο των κινούμενων οχημάτων αριστερά του. Αποτέλεσμα αυτής της αιφνίδιας κίνησης ήταν να συγκρουστεί η πλάγια δεξιά πλευρά του δίκυκλου μοτοποδηλάτου της Ε.

Κ. με το πλάγιο αριστερό τμήμα του οχήματος του πρώτου εναγομένου, καθόσον η ως άνω οδηγός δεν μπόρεσε να αποφύγει τη σύγκρουση, στερούμενη χώρου και χρόνου αντιδράσεως, αφού οδηγούσε την δίκυκλη μοτοσυκλέτα με ταχύτητα μεγαλύτερη της επιτρεπομένης. Οι οδηγοί των οχημάτων έπεσαν στο οδόστρωμα, η δε Ε.

Κ. προσέκρουσε σε σιδερένιο κιγκλίδωμα επί της διαχωριστικής νησίδας με το κεφάλι της, τραυματίστηκε σοβαρά και απεβίωσε μετά την πάροδο δύο ωρών. Οι συνθήκες του ατυχήματος και ιδιαίτερα ο προς τα αριστερά ελιγμός του Ι. Β., οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ... δικύκλου μοτοποδηλάτου, προκύπτουν, εκτός των άλλων, και από την από 28-11-2008 προανακριτική κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα Μ.

Μ., που δόθηκε στο αρμόδιο προανακριτικό όργανο, αλλά και από την από 28-11-2008 προανακριτική κατάθεση του πρώτου εναγομένου οδηγού, που δόθηκε στο νοσοκομείο "…", όπου μεταφέρθηκε και αυτός και η οδηγός του με αριθμό κυκλοφορίας ... δικύκλου μοτοποδηλάτου. Πέραν όμως από τα παραπάνω από το συνταγέν από τα αρμόδια όργανα της Τροχαίας Καλλιθέας σχεδιάγραμμα προκύπτει ότι το μεν δίκυκλο μοτοποδήλατο, που οδηγούσε ο Ι.

Β., μετά την ανατροπή του δεν εσύρθη στο έδαφος και ο οδηγός δεν εκτινάχθηκε, αλλά επέπεσε στο έδαφος τραυματισθείς μεν, αφού διακομίσθηκε στο Νοσοκομείο με το ΕΚΑΒ, όχι όμως σοβαρά. Δεν προσκομίσθηκε βέβαια ιατρικό πιστοποιητικό από το νοσοκομείο "…", όπου μεταφέρθηκε ο οδηγός αυτός μετά το ατύχημα, όμως ο επ' ακροατηρίω εξετασθείς μάρτυς Β.

Κ. κατέθεσε ότι ούτε το δίκυκλο μοτοποδήλατο υπέστη υλικές ζημίες, ούτε ο ίδιος "έπαθε τίποτε" όπως χαρακτηριστικά γράφηκε στην κατάθεσή του. Αντιθέτως το δίκυκλο μοτοποδήλατο που οδηγούσε η Ε. Κ. σύρθηκε στο έδαφος, αφήνοντας χαραγές 8,10 μ. σε απόσταση μεγαλύτερη από τις χαραγές, όπως φαίνεται άλλωστε και στο σχεδιάγραμμα της Τροχαίας Καλλιθέας, αφού η τελική θέση του μοτοποδηλάτου αυτού στο οδόστρωμα δεν συμπίπτει με το τέλος των χαραγών, η δε οδηγός αυτή εκτινάχθηκε και προσέκρουσε στο σιδερένιο κιγκλίδωμα με τόση δύναμη, ώστε παρά το ότι έφερε κράνος προκλήθηκαν σ' αυτήν θανατηφόροι τραυματισμοί.

Βέβαια ο αυτόπτης μάρτυρας του ατυχήματος Μ. Μ. στην από 28/11/2009 κατάθεσή του ανέφερε ότι και αυτός ως οδηγός μοτοσυκλέτας και τα δύο μοτοποδήλατα που ενεπλάκησαν στο ένδικο τροχαίο ατύχημα κινούντο με την ίδια περίπου ταχύτητα αυτή των 40 χιλ. την ώρα. Όμως πέραν του ότι δεν βεβαιώνεται στην κατάθεση αυτή εάν αυτή ήταν η ταχύτητα των δύο μοτοποδηλάτων όταν πρωτοαντιλήφθηκε ο μάρτυς την ύπαρξή τους στο οδόστρωμα ή όταν ο οδηγός Ι.

Β. επιχείρησε τον ελιγμό προς τα αριστερά για να εισέλθει στην οδό …, η κατάθεση αυτή δεν αρκεί για να δημιουργηθεί δικανική πεποίθηση, λαμβανομένων υπ' όψη των διαφορών στις συνέπειες από τα κτυπήματα στους δύο οδηγούς, όπως οι διαφορές περιγράφησαν παραπάνω. Κατά την κρίση, συνεπώς, του Δικαστηρίου αυτού, με βάση τις καταγραφείσες διαφορές στις συνέπειες της σύγκρουσης, η ταχύτητα της οδηγού Ε.

Κ. πρέπει να υπερέβαινε σε ποσοστό τουλάχιστον 70% την ταχύτητα του Ι. Β.. Έτσι αν η ταχύτης του Ι. Β. ήταν 40 χιλ. ωριαίως, της Ε. Κ. πρέπει να ήταν περίπου 70 χιλ. ωριαίως (40 χ 70 : 100 = 28 οπότε 40 + 28 = 68). Αυτή περίπου ήταν η ταχύτητα της οδηγού Ε. Κ. και κατά τον μάρτυρα Β. Κ., αφού αυτή έχει πιθανότητα να προκαλέσει θανατηφόρα κτυπήματα στην κεφαλή, εάν ο μοτοσυκλετιστής φέρει κράνος και κτυπήσει στο κεφάλι του μετά από σύγκρουση της μοτοσυκλέτας που οδηγεί.

Έτσι το ένδικο τροχαίο ατύχημα οφείλεται σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα και των δύο οδηγών των μοτοποδηλάτων. Η υπαιτιότητα του οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ... δικύκλου μοτοποδηλάτου συνίσταται στο ότι δεν κατέβαλε την επιμέλεια του μέσου συνετού οδηγού, την οποία όφειλε και από τις περιστάσεις μπορούσε να καταβάλει, δεν οδηγούσε με σύνεση και συνεχώς τεταμένη την προσοχή του, δεν είχε τον έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, επιχείρησε ελιγμό προς τα αριστερά, χωρίς να βεβαιωθεί ότι μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού, οι οποίοι κινούνται πίσω ή πλάι του, λαμβάνοντας υπόψη τη θέση, την κατεύθυνση και την ταχύτητά τους, κατά παράβαση όσων αναφέρονται στα άρθρα 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 21 παρ. 1 του Κ.Ο.Κ., με αποτέλεσμα να συγκρουσθεί με την εξ αριστερών του κινούμενη μοτοσυκλέτα, που οδηγούσε κανονικά στην πορεία της, αλλά με αυξημένη ταχύτητα η Ε.

Κ.. Η υπαιτιότης της οδηγού Ε. Κ. συνίσταται στο ότι από έλλειψη της προσοχής που όφειλε και ηδύνατο να επιδείξει ως μέσος συνετός οδηγός οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλο μοτοποδήλατο με ταχύτητα σίγουρα μεγαλύτερη της κατά νόμο επιτρεπομένης των 50 χιλ. ωριαίως (άρθρο 20 Ν. 2696/1999) εγγίζουσα, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα 70 χιλ.

ωριαίως, με αποτέλεσμα να μη δύναται να συγκρατήσει το μοτοποδήλατο ευθύς ως ο αμελώς οδηγών την δίκυκλη μοτοσυκλέτα Ι. Β. παρενεβλήθη στην πορεία της και εκ της συγκρούσεώς της με αυτό να εκτιναχθεί με τόση δύναμη στο σιδηρό κιγκλίδωμα της διαχωριστικής νησίδας, ώστε να προκληθούν θανατηφόρες κακώσεις στην κεφαλή της, αν και έφερε προστατευτικό κράνος.

Το ποσοστό συνυπαιτιότητος αυτής στο ένδικο τροχαίο ατύχημα ήταν 30% και αυτή του οδηγού Ι. Β. 70%. Η εκκαλουμένη, συνεπώς, που έκρινε ότι αποκλειστικά υπαίτιος για την σύγκρουση είναι ο Ι. Β., έσφαλε και πρέπει να γίνουν δεκτά όσα οι εκκαλούντες εναγόμενοι ισχυρίζονται στις εφέσεις τους περί συνυπαιτιότητος της θανούσας οδηγού στο ένδικο τροχαίο ατύχημα...".

Από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του, στο σύνολό του, τον ισχυρισμό (ένσταση) των εναγομένων περί συνυπαιτιότητας της ως άνω συγγενούς των τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων στην επέλευση του θανάτου της, δεχόμενο όχι μόνο ότι η ανωτέρω θανούσα οδηγούσε με ταχύτητα κατά πολύ μεγαλύτερη του επιτρεπομένου για την περιοχή ορίου, αλλά και ότι εκινείτο στην ίδια λωρίδα κυκλοφορίας με το οδηγούμενο από τον Ι.

Β. προπορευόμενο δίκυκλο μοτοποδήλατο, χωρίς να τηρεί την αναγκαία απόσταση ασφαλείας από αυτό. Το ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και απεφάνθη σχετικώς με την θέση του οδηγούμενου από την θανούσα δίκυκλου μοτοποδηλάτου επί του οδοστρώματος και με την εκ μέρους της τήρηση της αναγκαίας αποστάσεως ασφαλείας προκύπτει ειδικότερα από τις διαλαμβανόμενες στο όγδοο φύλλο της προσβαλλομένης αποφάσεως παραδοχές, κατά τις οποίες "....ο πρώτος εναγόμενος...

έβαινε... επί της Λεωφόρου … στην Καλλιθέα Αττικής...... στην τρίτη από δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας του ρεύματος πορείας του και δη στο δεξιό τμήμα αυτής... η Ε. Κ., οδηγούσε το υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... δίκυκλο μοτοποδήλατο... παράλληλα και με την ίδια κατεύθυνση με το δίκυκλο μοτοποδήλατο του πρώτου εναγομένου, ήτοι στην τρίτη από δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της ως άνω λεωφόρου, αριστερά σε σχέση με την πορεία του μοτοποδηλάτου που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος και λίγα μέτρα όπισθεν αυτού...", εκ των οποίων (παραδοχών) προκύπτει με σαφήνεια ότι το Εφετείο δέχθηκε τόσον ότι η θανούσα εκινείτο στην ίδια λωρίδα κυκλοφορίας με το προπορευόμενο δίκυκλο μοτοποδήλατο, όσο και ότι δεν τηρούσε την αναγκαία απόσταση ασφαλείας, κινούμενη λίγα μέτρα όπισθεν αυτού.

Επομένως, ο μοναδικός πρόσθετος λόγος, που, κατ' εκτίμηση, θεμελιώνεται επί του αριθμού 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι έλαβε υπόψη του μόνο το ένα σκέλος της υποβληθείσας σχετικώς ενστάσεώς της, που αφορούσε στην υπερβολική ταχύτητα με την οποία εκινείτο η θανούσα, οδηγώντας το δίκυκλο μοτοποδήλατο, όχι όμως και το έτερο σκέλος αυτής (ενστάσεώς της), που αφορούσε στο ότι, κατά παράβαση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, η θανούσα εκινείτο στην ίδια λωρίδα κυκλοφορίας με το προπορευόμενο αυτής δίκυκλο μοτοποδήλατο, χωρίς να τηρεί την αναγκαία απόσταση ασφαλείας από αυτό, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι "οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".

Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου, αλλά διατρέχει το σύνολο της έννομης τάξεως και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου.

Ενόψει τούτων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ' αυτήν, απευθύνεται και στον δικαστή, όσον αφορά στις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιική αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές, που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κ.λπ.).

Στην περίπτωση δε υπερβάσεως της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς τον σκοπό, δηλαδή το ασκούμενο δικαίωμα έχει απολέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκησή του είναι απαγορευμένη. Από τα παραπάνω συνάγεται ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια, που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλαδή να μην υπερβαίνει τα όρια, όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνειδήσεως σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με τη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.

Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί γενική αρχή του δικαίου και μέσον ελέγχου της κρίσεως του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας. Ενόψει αυτών αν διαπιστώνεται παραβίαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχής της αναλογικότητας, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας ελέγχονται από τον Άρειο Πάγο ως πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. (Ολ.ΑΠ 9/2015).

Εξ άλλου, από το άρθρο 932 του Α.Κ. προκύπτει ότι σκοπός της διατάξεως είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, ή την ψυχική οδύνη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς από το άλλο μέρος να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.

Με βάση τον σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διατάξεως. Τέτοια στοιχεία, όπως έχει εκτεθεί ήδη, είναι κυρίως: το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στον βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες προκλήσεως της ηθικής βλάβης.

Ειδικότερα στην περίπτωση επιδικάσεως στην οικογένεια του θύματος χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης από τον θάνατό του, ερευνάται από το δικαστήριο ως πραγματικό ζήτημα και η ύπαρξη μεταξύ των δικαιουμένων προσώπων και του τελευταίου αισθημάτων αγάπης και στοργής όταν ζούσε, η ηλικία του θύματος και των μελών της οικογένειάς του, καθώς και η συμβίωση ή όχι των επιζώντων μελών της οικογένειας με το ίδιο το θύμα.

Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν τον δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 του Α.Κ. εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά) κατ' εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκαταστάσεως της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.

Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 του Α.Κ. και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημιώσεως λόγω αδικοπραξίας του Α.Κ. Η κρίση του δικαστηρίου ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποιήσεως αποφασίζεται (κατ' αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.

Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος) με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.

Και τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ή της ψυχικής οδύνης ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στην δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας τους, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Έτσι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.

Ενόψει όλων αυτών η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποιήσεως, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 Κ.Πολ.Δικ. αναλόγως από τους αριθμούς 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (Α.Π.

Ολομ. 9/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλομένη 3561/2014 απόφασή του, δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η Ε. Κ. μετά το ατύχημα διακομίστηκε στο Νοσοκομείο Αθηνών "…", όπου απεβίωσε από βαρειά κρανιοεγκεφαλική κάκωση... Κατά το χρόνο του θανάτου της η Ε.

Κ. ήταν ηλικίας 31 ετών, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. .../2008 ληξιαρχική πράξη θανάτου του δήμου …. Κατά το χρόνο του θανάτου της ζούσε αρμονικά με τους γονείς της και τον αδελφό της (βλ. το υπ' αριθ. πρωτ. …/23-12-2008 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του δημάρχου του δήμου … που προσκομίζεται). Υπήρχε μεταξύ των εναγόντων και της θανούσας, αγάπη και ομόνοια, ο δε βίαιος θάνατος του προσφιλούς προσώπου των εναγόντων, προξένησε σ' αυτούς θλίψη και ψυχικό πόνο.

Λαμβανομένων υπόψη των προαναφερθέντων, των συνθηκών του θανάσιμου τραυματισμού της Ε. Κ., του βαθμού της αμέλειας του πρώτου εναγομένου οδηγού του δικύκλου μοτοποδηλάτου, του βαθμού πταίσματος της θανούσας, του βαθμού του ψυχικού πόνου των εναγόντων και της ευαισθησίας τους, καθώς επίσης και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων φυσικών προσώπων, το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να καταβληθεί στους ενάγοντες για χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής τους οδύνης, για ηθική παρηγοριά και ψυχική ανακούφιση αυτών:

α) στον πρώτο ενάγοντα, πατέρα της θανούσας το ποσό των 60.000 ευρώ, β) στην δεύτερη ενάγουσα, μητέρα της θανούσας το ποσό των 60.000 ευρώ και γ) στον τρίτο ενάγοντα, αδελφό της θανούσας το ποσό των 25.000 ευρώ...". Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει την χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης των τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων στα προαναφερθέντα ποσά δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι τα ποσά αυτά, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπερβαίνουν και μάλιστα καταφανώς, εκείνα που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποιήσεως, ούτε αντιβαίνουν στην αρχή της αναλογικότητας.

Κατ' ακολουθίαν ο πρώτος λόγος του κυρίου δικογράφου της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο επιδικάζοντας στους τρεις πρώτους των αναιρεσιβλήτων τα προαναφερόμενα ποσά ως χρηματική τους ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 932 του Α.Κ., καθώς και την αρχή της αναλογικότητας, κρίνεται αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που γίνεται με το αναιρετήριο επίκληση της αναιρετικής πλημμέλειας από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, χωρίς περαιτέρω εξειδίκευση των στοιχείων που στηρίζουν αυτήν, ώστε να μπορεί να κριθεί αν παραβιάστηκαν από το Εφετείο, είναι απαράδεκτος ως αόριστος.

Με το Π.Δ/μα 237/1986 "Κωδικοποίηση των διατάξεων του Ν. 489/1976 "Περί υποχρεωτικής ασφάλισης των εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης" όπως συμπληρώθηκε και τροποποιήθηκε" ορίζονται: Στο άρθρο 2 "Ο κύριος ή κάτοχος αυτοκινήτου που κυκλοφορεί μέσα στην Ελλάδα επί οδού υποχρεούται να έχει καλύψει με ασφάλεια την εκ τούτου έναντι τρίτων αστική ευθύνη σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος".

Στο άρθρο 10 αυτού "Το πρόσωπο που ζημιώθηκε έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι το ποσό αυτής ίδια αξίωση κατά του ασφαλιστή". Στο άρθρο 11 παρ. 1 του ιδίου Π.Δ/τος "Ο ασφαλιστής δεν μπορεί να αντιτάξει κατά του προσώπου που ζημιώθηκε, όταν τούτο ασκεί την κατ' άρθρο 10 παρ. 1 αξίωση, ενστάσεις που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση, επιφυλασσομένου σ' αυτόν του δικαιώματος αγωγής κατά του αντισυμβαλλομένου, του ασφαλισμένου και του οδηγού".

και στην παρ. 2 του ως άνω άρθρου "Κατά του ζημιωθέντος τρίτου, η ακύρωση, η λύση, η λήξη ή η αναστολή της ασφαλιστικής σύμβασης μπορεί να αντιταχθούν, μόνο εάν το ατύχημα συνέβη μετά πάροδο δεκαέξι (16) ημερών από την γνωστοποίηση, εκ μέρους του ασφαλιστή, της ακύρωσης, της λύσης, της λήξης ή της αναστολής της ασφαλιστικής σύμβασης.

Η γνωστοποίηση γίνεται στην κατοικία ή διαμονή του ασφαλισμένου ή αντισυμβαλλομένου με επιστολή του ασφαλιστή προς αυτόν". Εξ άλλου, με τις παραγράφους 1 και 3 του άρθρου 11α του ιδίου ως άνω Π.Δ/τος, που προστέθηκε με το άρθρο 9 του ν. 3557/2007, ο οποίος, σύμφωνα με το άρθρο 18 αυτού, άρχισε να ισχύει από την δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 100 τ.

Α'/14.5.2007), ορίζονται τα εξής: "1. Τα μέρη που συμβάλλονται στην ασφαλιστική σύμβαση μπορούν να λύουν αυτήν οποτεδήποτε με έγγραφη συμφωνία. Η λύση της σύμβασης γνωστοποιείται με επιμέλεια του ασφαλιστή στο Κέντρο Πληροφοριών, που προβλέπεται στο άρθρο 27β και ισχύει έναντι τρίτων μετά την πάροδο δεκαέξι (16) ημερών από την γνωστοποίηση αυτή... 3.

Ο ασφαλιστής μπορεί να επικαλεσθεί την λύση της ασφαλιστικής σύμβασης έναντι του ζημιωθέντος τρίτου, μετά την πάροδο δεκαέξι (16) ημερών από την γνωστοποίησή της στο Κέντρο Πληροφοριών, κατά τα οριζόμενα στο εδάφιο δ' της προηγούμενης παραγράφου", ενώ με την παράγραφο δ' ορίζεται ότι "δ) Αν την καταγγελία της ασφαλιστικής σύμβασης ασκεί ο ασφαλιστής, υποχρεούται να κοινοποιεί αυτήν στο Κέντρο Πληροφοριών, η σχετική βεβαίωση του οποίου αποτελεί πλήρη απόδειξη του περιεχομένου της.

Αν την καταγγελία ασκεί ο λήπτης της ασφάλισης, ο ασφαλιστής γνωστοποιεί την λύση της ασφαλιστικής σύμβασης στο Κέντρο Πληροφοριών". Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι ο κύριος ή κάτοχος αυτοκινήτου, που κυκλοφορεί στην Ελλάδα, πρέπει να έχει ασφαλίσει αυτό σε μία νομίμως λειτουργούσα ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία.

Εάν από το αυτοκίνητο προξενηθούν θανάτωση, σωματικές βλάβες ή υλικές ζημίες ο παθών έχει ευθεία αγωγή κατά της ασφαλιστικής εταιρείας για καταβολή της αποζημιώσεώς του μέχρι το ποσό, που προβλέπεται από την ασφαλιστική σύμβαση και ο ασφαλιστής δεν μπορεί να αντιτάξει κατ' αυτού ενστάσεις που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση κατά του ασφαλιζομένου ή του αντισυμβαλλομένου ή του οδηγού.

Παγίως δέχεται ο Άρειος Πάγος, ότι γνωστοποίηση απαιτείται οπωσδήποτε να τηρηθεί ανεξάρτητα από τον τρόπο που χρησιμοποιήθηκε για την λύση της συμβάσεως (καταγγελία ή αντίθετη συμφωνία). Τούτο γιατί σκοπός της γνωστοποιήσεως είναι η άρση κάθε αμφισβητήσεως ως προς το χρόνο παύσεως της ευθύνης του ασφαλιστή και η εντεύθεν αποτροπή της δυνατότητας συμπαιγνίας μεταξύ ασφαλισμένου και ασφαλιστή σε βάρος του ζημιωθέντος τρίτου, στην προστασία του οποίου και αποβλέπει.

Όμως ανάγκη τέτοιας γνωστοποιήσεως δεν συντρέχει στις μεταξύ του ασφαλισμένου και του ασφαλιστή σχέσεις. Η λύση, τότε, της συμβάσεως ασφαλίσεως επέρχεται, όταν κατά νόμο ολοκληρωθεί ως προς τα απαιτούμενα στοιχεία του ο λόγος, στον οποίο στηρίζεται η λύση (Α.Π. 752/2013). Τέλος, ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., λόγος αναιρέσεως, για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα διαφορετική έννοια από την αληθή.

Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παραβίαση.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο απέρριψε την από 20.5.2011 έφεση των: α) ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρίας, με την επωνυμία "...." και β) Ι. Β. (που δεν είναι πλέον διάδικος), κυρίας και οδηγού, αντίστοιχα, του με αριθμό κυκλοφορίας ... δικύκλου μοτοποδηλάτου, κατά της υπ' αριθμ. 3742/2010 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί η από 27.4.2009 παρεμπίπτουσα αγωγή των ανωτέρω κατά της ήδη τέταρτης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας, με την επωνυμία "...", ως ασφαλίζουσας το ως άνω όχημα και είχε γίνει δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη η από 19.5.2009 παρεμπίπτουσα αγωγή της τελευταίας (τέταρτης αναιρεσίβλητης), κατά των ανωτέρω διαδίκων, εταιρίας, με τον διακριτικό τίτλο "..." (ήδη αναιρεσείουσας) και Ι.

Β., επικυρώνοντας αυτήν, με τις κατωτέρω κρίσιμες για την έρευνα του συναφούς αναιρετικού λόγου αιτιολογίες, ύστερα από εκτίμηση των αποδείξεων: "...το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλο μοτοποδήλατο, κυριότητας της δεύτερης εναγόμενης εταιρίας, που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος, είχε ασφαλιστεί αρχικά στην εναγόμενη - παρεμπιπτόντως ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία, δυνάμει της υπ' αριθμ. ...

σύμβασης ασφαλίσεως για το χρονικό διάστημα 18/1/2008 - 18/4/2008... Στη συνέχεια, λίγο πριν τη λήξη του τριμήνου εκδόθηκε από την ασφαλιστική εταιρεία το υπ' αρ. ... ανανεωτήριο του αρχικού συμβολαίου για χρονικό διάστημα από 18/4/2008 έως 18/7/2008 καθώς και το σχετικό σήμα. Κατά τη διάρκεια του παραπάνω χρονικού διαστήματος, ήτοι από 18/4/2008 έως 18/7/2008 η ως άνω ασφαλιστική σύμβαση διακόπηκε, καθόσον περί τα μέσα Απριλίου 2008 η ιδιοκτήτρια εταιρεία ειδοποίησε τον ασφαλιστικό πράκτορα ότι δεν επιθυμεί την συνέχιση της σύμβασης και εκδόθηκε η υπ' αρ. .../26.05.2008 πρόσθετη πράξη ακύρωσης του ασφαλιστηρίου και ανανεωτηρίου, δηλαδή κατόπιν προφορικής αιτήσεως της ασφαλισμένης και αποδοχής της από την ασφαλιστική εταιρεία (αντισυμφωνία των συμβληθέντων μερών), η δε ιδιοκτήτρια δεν κατέβαλε τα ασφάλιστρα ούτε παρέλαβε το ειδικό σήμα ασφαλίσεως για το διάστημα αυτό.

Η ιδιοκτήτρια εταιρία επιθυμούσε την ασφάλιση των οχημάτων της σε άλλη ασφαλιστική εταιρία. Ο ασφαλιστικός πράκτορας δε, ειδοποίησε εγγράφως την ασφαλιστική εταιρεία κατόπιν της εκδόσεως της προαναφερθείσας πράξης ακύρωσης και ειδικότερα με το από 15-9-200 δελτίο ακυρώσεως συμβολαίων όπου συμπεριλαμβάνεται και το επίδικο.

Ενισχυτικό άλλωστε περιστατικό της απόψεως περί λύσεως της ένδικης ασφαλιστικής συμβάσεως με αντισυμφωνία των μερών αποτελεί και το γεγονός ότι την ίδια μέρα του ατυχήματος, που συνέβη την 28/11/2008, η ιδιοκτήτρια έσπευσε να ασφαλίσει εκ νέου το παραπάνω όχημά της στην ίδια ασφαλιστική εταιρεία, εκδοθέντος προς τούτου του υπ' αριθμ. ...

συμβολαίου ασφαλίσεως, ενώ, αν υπήρχε ενεργής ασφαλιστική σύμβαση, θα επέμενε στην ισχύ αυτής και δεν θα έσπευδε να συνάψει νέα σύμβαση ασφαλίσεως. Επομένως κατά τον χρόνο του ατυχήματος το ως άνω ζημιογόνο δίκυκλο ήταν ανασφάλιστο και συνεπώς η παρεμπιπτόντως ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία δεν έχει υποχρέωση απέναντι στους παρεμπιπτόντως εναγόμενους προς κάλυψη της ζημιάς.

Συνεπώς η πρώτη παρεμπίπτουσα αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη..... Η δεύτερη παρεμπίπτουσα αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή και ως κατ' ουσίαν βάσιμη και να αναγνωριστεί ότι οι παρεμπιπτόντως εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν στην παρεμπιπτόντως ενάγουσα όποιο ποσό υποχρεούται αυτή να καταβάλει στους ενάγοντες της πρώτης κύριας αγωγής, με το νόμιμο τόκο από την καταβολή των ποσών μέχρι την εξόφληση.

Η εκκαλουμένη, που έκρινε τα αυτά, δεν έσφαλε και πρέπει να απορριφθούν ως ουσία αβάσιμα, όσα αντίθετα ισχυρίζονται οι Ι. Β. και "..." ως παρεμπιπτόντως ενάγοντες και παρεμπιπτόντως εναγόμενοι στην από 20/5/2011 έφεσή τους περί ανάγκης γνωστοποιήσεως της λύσης της σύμβασης, προκειμένου να λυθεί και για αυτούς η υπάρχουσα μεταξύ τους σύμβαση ασφάλισης......".

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ότι δηλαδή η επελθούσα λύση της μεταξύ της ήδη αναιρεσείουσας, ιδιοκτήτριας του ως άνω ζημιογόνου οχήματος και της τέταρτης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας συμβάσεως ασφαλίσεως, χωρίς την ανάγκη γνωστοποιήσεώς της, αρκούσε για την μη ευθύνη της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας έναντι της αναιρεσείουσας ιδιοκτήτριας του ζημιογόνου οχήματος, αφού κατά το ατύχημα δεν υφίστατο πλέον η με την αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία σύμβαση ασφαλίσεως, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, εφόσον, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί παραπάνω, ανάγκη τέτοιας γνωστοποιήσεως δεν συντρέχει στις μεταξύ του ασφαλισμένου και ασφαλιστή σχέσεις.

Επομένως, είναι αβάσιμα όσα αντίθετα διατείνεται η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. λόγο του κυρίου δικογράφου της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι παραβίασε ευθέως τις διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 2 του ν. 489/1976, όπως κωδικοποιήθηκε με το Π.Δ. 237/1986.

Η επιδίκαση της δικηγορικής αμοιβής πάνω από τα καθοριζόμενα από τον Κώδικα περί Δικηγόρων κατώτατα όρια, μη έχουσα ανάγκη ειδικής αιτιολογήσεως και αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 58 παρ. 5 ν.4194/2013, που ισχύει από την δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 27.9.2013), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο μέσω του αριθμού 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. (Α.Π. 1297/2015, Α.Π. 613/2010).

Εν προκειμένω, με τον τρίτο και τελευταίο λόγο του κυρίου δικογράφου της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα αποδίδει, κατ' εκτίμηση, στην προσβαλλομένη απόφαση την εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., απορρέουσα πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι με το να την καταδικάσει στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας των εναγόντων της κυρίας δίκης και ήδη τριών πρώτων των αναιρεσιβλήτων, ύψους 11.000 ευρώ, και στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας: α) της παρεμπιπτόντως εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας και ήδη τέταρτης αναιρεσίβλητης, ύψους 2.000 ευρώ και β) της παρεμπιπτόντως ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρίας και ήδη τέταρτης αναιρεσίβλητης, ύψους 2.000 ευρώ, παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 189 και 190 του Κ.Πολ.Δικ. και των συναφών διατάξεων του ισχύοντος από 27.9.2013 ν. 4194/2013 (τις οποίες δεν προσδιορίζει), καθόσον η νόμιμη δικηγορική αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων των ως άνω διαδίκων, για μεν τον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας δεν υπερβαίνει το ποσό των 88.041 ευρώ, για δε τον δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας ανέρχεται στο ποσό των 406 ευρώ. Ο λόγος αυτός, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, είναι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, απαράδεκτος και απορριπτέος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και ο ασκηθείς με ιδιαίτερο δικόγραφο πρόσθετος λόγος πρέπει, για τους προεκτεθέντες λόγους, να απορριφθούν και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, εκ των οποίων ο πρώτος, δεύτερη και τρίτος παραστάθηκαν με κοινό δικηγόρο, ενώ η τέταρτη με χωριστό δικηγόρο, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου, λόγω της ήττας της, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1.1.2016).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25.7.2016 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως …/2016 αίτηση και τον ασκηθέντα με ιδιαίτερο, από 30.11.2017 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως …/2017 δικόγραφο προσθέτου λόγου για αναίρεση της 3561/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, ενιαίως για τους πρώτο, δεύτερη και τρίτο τούτων, και στο ίδιο ποσό [των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ] για την τέταρτη εξ αυτών. Και Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Ιανουαρίου 2018.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Φεβρουαρίου 2018.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ