368/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 368 / 2016 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated368/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 368 / 2016 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 368 / 2016 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 368/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ο. Λ. του Β., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Σίνο.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ - ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ ΜΙΝΕΤΤΑ, ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μεταξία Αντωνίου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-11-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2063/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5624/2008 μη οριστική, 2009/2011 εν μέρει οριστική - εν μέρει αναβλητική και 5577/2013 οριστική του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16-3-2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου διάβασε την από 12-11-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δευτέρου λόγου, την παραδοχή του τρίτου λόγου (από τους αριθμούς 20 και 1) και την απόρριψη των λοιπών λόγων της από 16-3-2015 αναιρέσεως κατά της 5577/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 16.3.2015 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως .../2015 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ’ αριθμ. 5577/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία, κατ’ επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.) αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Η ήδη αναιρεσείουσα Ο. Λ. άσκησε, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 11.11.2005, με γενικό αριθμό καταθέσεως .../2005 και αριθμό καταθέσεως δικογράφου 9833/2005 αγωγή της, με την οποία ισχυρίστηκε, κατά τα ουσιώδη στοιχεία της, ότι από αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου Ι. Μ. - ως προς τον οποίο παραιτήθηκε από το δικόγραφο της αγωγής, με δήλωση του πληρεξουσίου της δικηγόρου, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά - οδηγού του με αριθμού κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην δεύτερη εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία, με την επωνυμία "Μινέττα Ανώνυμη Ελληνική Εταιρία Γενικών Ασφαλειών", προκλήθηκε ο βαρύτατος τραυματισμός της, κατά την, λαβούσα χώρα στις 17.12.1996, σύγκρουση του ως άνω οχήματός του με το με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλο μοτοποδήλατο, που οδηγούσε η ίδια και ότι η αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου κρίθηκε τελεσίδικα με την 2896/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Επικαλούμενη δε περαιτέρω ότι από τον Φεβρουάριο του 2004 επιδεινώθηκε ραγδαία και απρόβλεπτα η κατάσταση της υγείας της, με αποτέλεσμα να καταστεί πλήρως ανάπηρη με διαρκή και πλήρη ανικανότητα για εργασία, ζήτησε την επιδίκαση των ακόλουθων κονδυλίων: α) 16.500 ευρώ για απώλεια εισοδημάτων του χρονικού διαστήματος από Φεβρουάριο 2004 έως Νοέμβριο 2005, β) 26.400 ευρώ για δαπάνη κατ’ οίκον αποκλειστικής νοσοκόμας και πλασματική δαπάνη των προσφερομένων υπηρεσιών της μητέρας της για το ίδιο, ως άνω, χρονικό διάστημα, γ) των διαφυγόντων κερδών από την εργασία της, την οποία θα παρείχε, κατά το χρονικό διάστημα από 1/12/ 2005 έως 31/7/2030, οπότε και θα εσυνταξιοδοτείτο, όπως τα επί μέρους κονδύλια αναλύονται στην αγωγή, δ) την δαπάνη για τη χρησιμοποίηση αποκλειστικής νοσοκόμας - βοηθού από 1/12/2005 έως 31/7/2045, όπως τα επί μέρους κονδύλια αναφέρονται στην αγωγή, ε) 200.000 ευρώ ως πρόσθετη, εκ του άρθρου 931 του Α.Κ., αποζημίωση και στ) 200.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο η υπ’ αριθμ. 2063/2007 απόφασή του, με την οποία απερρίφθη κατά το μέρος που αφορούσε διαφυγόντα κέρδη και χρηματική ικανοποίηση, λόγω δεδικασμένου, κατά δε τα λοιπά αγωγικά κονδύλια, λόγω παραγραφής. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε, ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, η από 19.12.2007 έφεση της ενάγουσας, επί της οποίας εκδόθηκαν οι ακόλουθες αποφάσεις: 1) Η υπ’ αριθμ. 5624/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και στην συνέχεια ανεβλήθη η έκδοση οριστικής επί της ουσίας αποφάσεως και διατάχθηκε η διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης. 2) Η υπ’ αριθμ. 2009/2011 απόφαση του αυτού ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως προς τις αξιώσεις της χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης και της πρόσθετης, εκ του άρθρου 931 του Α.Κ., αποζημιώσεως και στην συνέχεια ανεβλήθη η συζήτηση της υποθέσεως ως προς τα προαναφερθέντα με στοιχ. α’ , β’ , γ’ και δ’ κονδύλια, μέχρι να προσκομισθεί απόφαση της αρμόδιας επιτροπής του ΙΚΑ, από την οποία να προκύπτει αν η ενάγουσα έλαβε ή δικαιούται να απαιτήσει από το ΙΚΑ παροχές σχετικές με τα ανωτέρω κονδύλια και σε ποια έκταση και ειδικότερα το ύψος των ποσών με τα οποία έχει επιδοτηθεί η ενάγουσα από την στιγμή του ατυχήματος, καθώς επίσης και αν θα εξακολουθήσει αυτή να επιδοτείται μελλοντικά για την χορήγηση παραπληγικού επιδόματος και συντάξεως λόγω βαριάς αναπηρίας και 3) Η υπ’ αριθμ. 5577/ 2013 (προσβαλλομένη) απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, με την οποία έγιναν εν μέρει δεκτά τα κονδύλια των διαφυγόντων εισοδημάτων, ενώ απερρίφθησαν τα κονδύλια των δαπανών για την χρησιμοποίηση οικιακής βοηθού - νοσοκόμας. Από τις διατάξεις των άρθρων 294, 295, 296, 297 και 522 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει, ότι με την άσκηση παραδεκτής εφέσεως κατά της πρωτόδικης αποφάσεως αναβιώνει η εκκρεμοδικία που δημιουργήθηκε με την έγερση της αγωγής, μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και συνεπώς ο ενάγων έχει έκτοτε το δικαίωμα να παραιτηθεί, ολικά ή μερικά, από το δικόγραφο της αγωγής του, ακόμη και κατά το στάδιο της έκκλητης δίκης, εκτός αν προβάλλει αντίρρηση ο εναγόμενος και πιθανολογεί ότι έχει συμφέρον να περατωθεί η δίκη με την έκδοση οριστικής αποφάσεως (ΑΠ 1198/2012). Η παραίτηση συνιστά ανάκληση της συγκεκριμένης αιτήσεως για παροχή δικαστικής προστασίας, που ενυπάρχει στην εν λόγω αγωγή και έχει την έννοια παραιτήσεως μόνο από την δημοσίου χαρακτήρα αξίωση του ενάγοντος έναντι της πολιτείας για έκδοση αποφάσεως στην συγκεκριμένη δίκη, που άρχισε με την άσκηση της αγωγής, από το δικόγραφο της οποίας δηλώνεται η παραίτηση. Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 297 του Κ.Πολ.Δικ., όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο (18.4.2013), δηλαδή πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο δεύτερο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που, σύμφωνα με το άρθρο ένατο παρ. 2 του αυτού άρθρου και νόμου ισχύει από 1.1.2016, "η παραίτηση, κατά τα άρθρα 294 και 296, γίνεται ή με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου". Οι προτάσεις δεν αποτελούν "δικόγραφο" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, εφόσον δεν επιδίδονται στον αντίδικο του παραιτουμένου (Ολ.ΑΠ 1187/1981, ΑΠ 800/1994). Με την ως άνω διάταξη ορίζονται αποκλειστικά οι τρόποι, με τους οποίους μπορεί να γίνει η παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής και από το δικαίωμα που ασκήθηκε με αυτή (Ολ.ΑΠ 1187/1981, ΑΠ 138/2014). Εξ άλλου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 223 του Κ.Πολ.Δικ., όταν επέλθει η εκκρεμοδικία είναι απαράδεκτη η μεταβολή του αιτήματος της αγωγής. Κατ` εξαίρεση μπορεί ο ενάγων με τις προτάσεις του εωσότου περατωθεί η δίκη στον πρώτο βαθμό να περιορίσει το αίτημα της αγωγής. Στην περίπτωση αυτή ο περιορισμός του αιτήματος, αν και θεωρείται, κατά την διάταξη του άρθρου 295 παρ. 1 εδ. β` του Κ.Πολ.Δικ., μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής (Ολ.ΑΠ 6/1997 και 5/1997) δεν κρίνεται κατά τις διατάξεις που αφορούν την παραίτηση από το δικόγραφο (άρθρο 297 Κ.Πολ.Δικ.), αλλά θα εφαρμοστούν οι διατάξεις, που προβλέπουν ειδικά τη θεμιτή μεταβολή του αιτήματος της αγωγής, με συνέπεια να μην υπόκειται στον διαγραφόμενο από το άρθρο 297 του Κ.Πολ.Δικ. τύπο. Κατά συνέπειαν, ο περιορισμός του αιτήματος γίνεται με βάση την διάταξη του άρθρου 223 του Κ.Πολ.Δικ., η οποία είναι ειδική σε σχέση με εκείνη του άρθρου 297 του ιδίου Κώδικα, δηλαδή γίνεται με τις προτάσεις ή όπου δεν είναι υποχρεωτική η υποβολή αυτών, με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, άλλως θεωρείται ανίσχυρος και δεν λαμβάνεται υπόψη. Από την ίδια ως άνω διάταξη του άρθρου 223 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει, κατά την σαφή λεκτική της διατύπωση, ότι ο περιορισμός του αγωγικού αιτήματος μπορεί να γίνει έως την περάτωση της δίκης στον πρώτο βαθμό και επομένως αυτός αποκλείεται στην κατ` έφεση δίκη, στην οποία αποκρούεται και αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτος, έστω και αν συναινεί ο αντίδικος (πρβλ. ΑΠ 1308/2004, ΑΠ 315/2010, ΑΠ 1572/2013). Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 296 παρ. 1 και 297 του Κ.Πολ.Δικ. συνάγεται, ότι παραίτηση από το δικαίωμα, που ασκήθηκε με την αγωγή, δεν μπορεί να γίνει σιωπηρώς ύστερα από την έγερσή της. Ο αποκλεισμός της σιωπηρής παραιτήσεως του δικαιώματος, τον οποίο θεσπίζουν οι διατάξεις αυτές, επιρρωννύεται και από εκείνη του άρθρου 298 του Κ.Πολ.Δικ. Αυτό ορίζει, ότι η αποδοχή της αγωγής γίνεται είτε κατά το άρθρο 297, δηλαδή με την τήρηση του προβλεπόμενου τύπου, είτε και σιωπηρώς, με πράξεις, από τις οποίες να συνάγεται αυτή σαφώς. Έτσι καθίσταται προφανές, ότι, όπου ο νομοθέτης θέλησε την σιωπηρή παραίτηση, παραλλήλως προς εκείνη, που ισχύει με την τήρηση του προαναφερόμενου τύπου, το όρισε σαφώς (ΑΠ 1057/1994). Κατ’ ακολουθίαν, η απαράδεκτη δικονομική παραίτηση δεν ισοδυναμεί με σιωπηρή εγκατάλειψη του αρχικού αιτήματος που επιτρέπει την εκδίκασή του και την απόρριψη του αιτήματος ως ουσιαστικά αβασίμου. Εξ άλλου, στο πλαίσιο της καθιερούμενης από το άρθρο 106 του Κ.Πολ.Δικ. θεμελιακής δικονομικής αρχής της ελεύθερης διαθέσεως του αντικειμένου της δίκης, το δικαστήριο δεν έχει εξουσία να επιληφθεί αυτεπαγγέλτως μιας διαφοράς παρά μόνο ύστερα από σχετική αίτηση του διαδίκου, αν δε παρά ταύτα προβεί σε εκδίκαση και έκδοση αποφάσεως, τότε αυτή η απόφαση είναι ελαττωματική, διότι αντίκειται στην εν λόγω διαθετική αρχή. Έλλειψη αιτήσεως υπάρχει και όταν έγινε παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής, αφού, κατά τα προαναφερθέντα, η παραίτηση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 295 παρ. 1α του Κ.Πολ.Δικ., έχει ως συνέπεια η αγωγή να θεωρείται ως μη ασκηθείσα, αίρονται δε αναδρομικώς οι συνέπειες της ασκήσεώς της. Το ίδιο ισχύει, σύμφωνα με τα άρθρα 223 παρ. ιβ’ και 295 παρ. ιβ’ του Κ.Πολ.Δικ., και στην περίπτωση του περιορισμού του αγωγικού αιτήματος με τις προτάσεις, αφού ο περιορισμός αυτός θεωρείται ως μερική παραίτηση από το δικόγραφο. Έτσι, η διάγνωση από το δικαστήριο αιτήματος, ως προς το οποίο είχε γίνει παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής ή περιορισμός αυτού με τις προτάσεις, ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 9 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. (ΑΠ 941/2009, ΑΠ 1348/2006). Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δικ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, ή λόγου εφέσεως, όχι δε αρνητικοί ισχυρισμοί της αγωγής ή της ενστάσεως, ή ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1488/2014, ΑΠ 108/2014, ΑΠ 81/2013, ΑΠ 1933/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως έχει ήδη εκτεθεί, μεταξύ των αγωγικών αξιώσεων της ήδη αναιρεσείουσας περιλαμβάνονται και τα διαφυγόντα εισοδήματα από τον Φεβρουάριο του 2004 μέχρι και τις 31.7.2030, για τα οποία ανεβλήθη η συζήτηση της υποθέσεως με την 2009/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, προκειμένου να προσκομισθεί η παραπάνω αναφερόμενη απόφαση της αρμόδιας επιτροπής του ΙΚΑ περί των ποσών, τα οποία έχουν καταβληθεί στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα για σύνταξη και παραπληγικό επίδομα από τον χρόνο του ατυχήματος και εφεξής. Κατά την ακολουθήσασα, ενώπιον του αυτού ως άνω Δικαστηρίου, συζήτηση της υποθέσεως, στις 18.4.2013 (μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση) προσκομίστηκε η με αριθμό .../26.10. 2012 βεβαίωση του ΙΚΑ Ναυπλίου, η οποία αφορούσε στα καταβληθέντα στην αναιρεσείουσα ποσά μέχρι τις 26.10.2012 και όχι ολόκληρο το επίδικο χρονικό διάστημα μέχρι 31.7.2030 και η τελευταία (αναιρεσείουσα), προκειμένου να αποφύγει νέα αναβολή της συζητήσεως της υποθέσεως, με τις νομίμως κατατεθείσες, ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, έγγραφες προτάσεις της δήλωσε ότι περιορίζει τα ως άνω υπό στοιχ. α’ και γ’ αγωγικά κονδύλια των διαφυγόντων εισοδημάτων από την εργασία της για το χρονικό διάστημα από 1.2.2004 έως και τον Οκτώβριο του 2012. Το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, έκρινε ότι η ως άνω δήλωση της ενάγουσας "ούτε μερικός περιορισμός του αιτήματος μπορεί να θεωρηθεί, διότι γίνεται στην κατ’ έφεση δίκη, ούτε μερική παραίτηση από το δικόγραφο, διότι αυτή δεν γίνεται με τις προτάσεις, αλλά με δήλωση στο ακροατήριο" και, ακολούθως με την παραδοχή ότι "ο επιχειρούμενος περιορισμός είναι απαράδεκτος και ο απαράδεκτος περιορισμός του αιτήματος, κατ’ άρθρο 223 του Κ.Πολ.Δικ., και η απαράδεκτη παραίτηση από το δικόγραφο, κατ’ άρθρο 297 του Κ.Πολ.Δικ., ως προς ένα αίτημα της αγωγής έχουν ως συνέπεια την εκδίκαση του αιτήματος αυτού της αγωγής και την απόρριψη αυτού ως ουσία αβασίμου, αφού η σιωπηρά παραίτηση ή ο σιωπηρός περιορισμός από το δικόγραφο δεν αποτελούν μεν λόγο καταργήσεως της δίκης, αλλά αποτελούν σιωπηρή εγκατάλειψη του αρχικού αιτήματος, που επιτρέπει την εκδίκασή του και την απόρριψη του αιτήματος ως ουσιαστικά αβασίμου, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 298 του Κ.Πολ.Δικ. που και με σιωπηρά αποδοχή εκδίδεται απόφαση σύμφωνη με την σιωπηρά αποδοχή", απέρριψε ως αβάσιμο κατ’ ουσίαν το ως άνω κονδύλιο για το εφεξής (από 1.12. 2012 μέχρι 31.7.2030) χρονικό διάστημα. Κρίνοντας, επομένως, το Εφετείο ότι η ως άνω δήλωση της ενάγουσας "ούτε μερικός περιορισμός του αιτήματος μπορεί να θεωρηθεί, διότι γίνεται στην κατ’ έφεση δίκη, ούτε μερική παραίτηση από το δικόγραφο, διότι αυτή δεν γίνεται με τις προτάσεις, αλλά με δήλωση στο ακροατήριο" ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προδιαληφθείσες διατάξεις και ο περί του αντιθέτου πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, ότι δηλαδή η ως άνω δήλωσή της συνιστά νόμιμη μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής, ως προς το κονδύλιο των διαφυγόντων εισοδημάτων από την εργασία της του χρονικού διαστήματος από το Νοέμβριο του 2012 έως 31.7. 2030, που έγινε με τις νομίμως κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις της, κατά την δικάσιμο της 18.4.2013 (της οποίας η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία έλαβε γνώση και σε κάθε περίπτωση μπορούσε να λάβει γνώση, αφού παραστάθηκε κατά την ως άνω συζήτηση της 18.4.2013, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση) και είχε ως συνέπεια αυτή (αγωγή) να θεωρείται ως μη ασκηθείσα ως προς το προαναφερθέν κονδύλιο των διαφυγόντων εισοδημάτων της (από το Νοέμβριο του 2012 έως 31.7.2030), κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα. Κρίνοντας όμως περαιτέρω ότι "ο απαράδεκτος περιορισμός του αιτήματος, κατ’ άρθρο 223 του Κ.Πολ.Δικ., και η απαράδεκτη παραίτηση από το δικόγραφο, κατ’ άρθρο 297 του Κ.Πολ.Δικ., ως προς ένα αίτημα της αγωγής έχουν ως συνέπεια την εκδίκαση του αιτήματος αυτού της αγωγής και την απόρριψη αυτού ως ουσία αβασίμου, αφού η σιωπηρά παραίτηση ή ο σιωπηρός περιορισμός από το δικόγραφο δεν αποτελούν μεν λόγο καταργήσεως της δίκης, αλλά αποτελούν σιωπηρή εγκατάλειψη του αρχικού αιτήματος, που επιτρέπει την εκδίκασή του και την απόρριψη του αιτήματος ως ουσιαστικά αβασίμου, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 298 του Κ.Πολ.Δικ., που και με σιωπηρά αποδοχή εκδίδεται απόφαση σύμφωνη με την σιωπηρά αποδοχή", δεχόμενο δηλαδή ότι με την ως άνω δήλωσή της η ενάγουσα παραιτήθηκε σιωπηρά από το αγωγικό της δικαίωμα των διαφυγόντων εισοδημάτων της του προεκτεθέντος χρονικού διαστήματος και απορρίπτοντας, συνακολούθως, αυτό ως ουσιαστικά αβάσιμο, αντί να το απορρίψει ως προώρως ασκηθέν, εφόσον δεν ήταν δυνατόν να πιθαναλογηθεί αν η ενάγουσα έλαβε ή δικαιούται να απαιτήσει τις προεκτεθείσες παροχές από το ΙΚΑ, εξ αιτίας του ότι η προαναφερόμενη βεβαίωση του Ι.Κ.Α. - για λόγους που δεν οφείλοντο σε υπαιτιότητά της (ενάγουσας) - δεν κάλυπτε ολόκληρη την ένδικη περίοδο, υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 8 εδ. α’ του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., καθόσον τοιαύτη σιωπηρή παραίτηση από το εν λόγω δικαίωμα δεν υπήρξε, ούτε επιτρέπεται από το νόμο, διότι, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, η απαράδεκτη δικονομική παραίτηση δεν ισοδυναμεί με σιωπηρή παραίτηση, ούτε αποτελεί σιωπηρή εγκατάλειψη του αρχικού αιτήματος. Επομένως, ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του, που ασκείται επικουρικά, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 εδ. α’ του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., με την αιτίαση ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και συγκεκριμένα δέχθηκε ότι με την ως άνω ρητή δήλωση της ενάγουσας, με την οποία επιχειρήθηκε απαραδέκτως, κατά τις παραδοχές της (προσβαλλομένης αποφάσεως), μερικός περιορισμός του προεκτεθέντος αγωγικού κονδυλίου, παραιτήθηκε σιωπηρά η ενάγουσα από το κονδύλιο των διαφυγόντων εισοδημάτων του χρονικού διαστήματος από 1.12. 2012 έως 31.7.2030, ενώ τοιαύτη παραίτηση ουδέποτε δηλώθηκε, κρίνεται βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, παρελκούσης μετά ταύτα της έρευνας του τελευταίου μέρους του επικουρικού σκέλους του ίδιου λόγου αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο κατέληξε στην προαναφερθείσα κρίση του, χωρίς όμως να έχει υποβληθεί σχετική ένσταση από την εναγομένη και ότι με τον τρόπο αυτό υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 8 εδ. α’ του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., ο οποίος αναφέρεται στο ίδιο κεφάλαιο της αγωγής και καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια του ως άνω λόγου που έγινε δεκτός.
Κατά την διάταξη του άρθρου 929 του Α.Κ. "σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλια και τη ζημία που έχει ήδη επέλθει, οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αύξησης των δαπανών του". Εξάλλου κατά την διάταξη του άρθρου 298 του Α.Κ. "η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία) καθώς και το διαφυγόν κέρδος. Τέτοιο κέρδος λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί". Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι αυτός που έπαθε βλάβη στο σώμα ή στην υγεία του δικαιούται να αξιώσει και την μελλοντική αποθετική ζημία (διαφυγόν κέρδος), γιατί, λόγω της μειωμένης ή πλήρους απώλειας ικανότητας προς εργασία από την βλάβη του σώματος ή της υγείας, χάνει τα εισοδήματα από την εργασία του, την οποία, έχοντας πλήρη ικανότητα, κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, θα ασκούσε στο μέλλον (ΑΠ 869/2013). Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. α’ του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005, ΑΠ 1364/2013, ΑΠ 940/2010). Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 1295/ 2014, ΑΠ 1704/2008, ΑΠ 625/2008). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 560/2013). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: 1) Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, συνεπεία του επίδικου τραυματισμού της, που συνέβη στις 17-12-1996, για τον οποίο ευθύνεται αποκλειστικά ο πρώτος εναγόμενος και ήδη μη διάδικος Ι. Μ., οδηγός του ασφαλισμένου στην δεύτερη εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία, με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, κατέστη ανάπηρη σε ποσοστό 80% και περιήλθε σε κατάσταση ανικανότητας για την άσκηση του επαγγέλματος, το οποίο ασκούσε μέχρι την ημέρα του ατυχήματος, δηλαδή του ταχυδρόμου - διανομέα της εταιρίας, με την επωνυμία "...", αλλά και για κάθε άλλη παρεμφερή εργασία, κατά το χρονικό διάστημα από 1.2.2004 μέχρι τέλους Οκτωβρίου 2012. 2) Οι μηνιαίες αποδοχές της ενάγουσας, συμπεριλαμβανομένων και των επιδομάτων εορτών και αδείας, ανήρχοντο στα ακόλουθα ποσά: α) για το έτος 2004 στο ποσό των 630 ευρώ, β) για το έτος 2005 στο ποσό των 650 ευρώ, γ) για το έτος 2006 στο ποσό των 670 ευρώ, δ) για το έτος 2007 στο ποσό των 700 ευρώ και ε) για τα έτη 2008 έως 2012 στο ποσό των 720 ευρώ και 3) Η ενάγουσα, βάσει των προσδοκωμένων μηνιαίων αποδοχών της και του ποσοστού αναπηρίας της, απώλεσε: "A] τους 11 μήνες του έτους 2004 5.544 ευρώ [630 Χ 80% Χ 11 = 5.544]. Β] τους 11 μήνες του έτους 2005 5.720 ευρώ [650 Χ 80% Χ 11 = 5.720]. Γ] τον 12ο μήνα του έτους 2005 520 ευρώ [650 Χ 80% = 520]. Δ] τους 12 μήνες του έτους 2006 6.432 ευρώ [670 Χ 80% Χ 12 = 6.432]. Ε] τους 12 μήνες του έτους 2007 6.720 ευρώ [700 Χ 80% Χ 12 = 6.720} και ΣΤ] τους 58 μήνες των ετών 2008 έως Οκτώβριο 2012, 33.408 ευρώ [720 Χ 80% Χ 58 = 33.408]". Έτσι όμως που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο ότι η αποζημίωση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας για την στέρηση των εισοδημάτων της, εξαιτίας της ανικανότητάς της για την άσκηση του επαγγέλματός της, περιλαμβάνει το 80% των αποδοχών της, με βάση το ποσοστό της αναπηρίας της, γεγονός που είχε ως συνέπεια την επιδίκαση των δικαιουμένων από αυτήν αποδοχών, μειωμένων κατά ποσοστό 20% και όχι το σύνολο των αποδοχών της, τις οποίες θα ελάμβανε, εάν δεν τραυματιζόταν, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 298 και 929 του Α.Κ.
Συνεπώς ο σχετικός δεύτερος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 εδ. α’ του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε κάνοντας εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού εγγράφου κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 του ίδιου Κώδικα, είτε παραλείποντας την ανάγνωση κρισίμων περικοπών ή φράσεων αυτού, αποδίδει σ` αυτό περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει και ακολούθως, με βάση μόνο αυτό ή κυρίως αυτό, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα για πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεώς του. Αντίθετα, δεν υπάρχει παραμόρφωση εγγράφου, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα ως προς το περιεχόμενο του εγγράφου και, αξιολογώντας τα περιστατικά που πράγματι περιέχονται σ` αυτό, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ο αναιρεσείων ορθό, οπότε πρόκειται για εκτίμηση αποδείξεων που δεν ελέγχονται αναιρετικά. Επίσης δεν θεμελιώνεται ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο της ουσίας στήριξε το αποδεικτικό πόρισμά του σε συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να εξαίρει τη βαρύτητα του σχετικού εγγράφου στη διαμόρφωση της γνώμης του ως προς την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ.ΑΠ 2/ 2008, 1/1999, ΑΠ 861/2014). Με τον τρίτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της με αριθμό πρωτ. .../26.10. 2012 βεβαιώσεως του ΙΚΑ, με βάση την οποία, ως αποκλειστικό αποδεικτικό μέσο, αυτή, αποδίδοντας στην εν λόγω βεβαίωση περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει, έκρινε ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ουδέν ποσό δικαιούται για τα έτη 2008 έως 2012, αφού οι ασφαλιστικές παροχές (σύνταξη αναπηρίας) που ελάμβανε από το ΙΚΑ ήταν μεγαλύτερες των ποσών που απώλεσε και συγκεκριμένα ότι τους 10 μήνες του έτους 2009 ελάμβανε 1.306,63 ευρώ (680,23 + 626,40) και κατά τα έτη 2010, 2011 και 2012 ελάμβανε 1.341,04 ευρώ (680,23 + 660,80) και με τον τρόπο αυτό δέχθηκε ότι η ενάγουσα ελάμβανε από το ΙΚΑ ως σύνταξη αναπηρίας τα ως άνω ποσά, συνυπολογίζοντας εσφαλμένα στη σύνταξη αναπηρίας και το παραπληγικό επίδομα, που της χορηγείται από τον Μάρτιο του 2009 και ανέρχεται στο ποσό των 626,40 ευρώ έως 31.12.2009 και στο ποσό των 660,80 ευρώ από 1.1.2010 έως 30.4.2014, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για την ίδια και να απορρίψει ως αβάσιμο κατ’ ουσίαν το αγωγικό κονδύλιο των διαφυγόντων εισοδημάτων της του ως άνω χρονικού διαστήματος.
Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της παραπάνω αναφερόμενης βεβαιώσεως του ΙΚΑ περιέχονται σ’ αυτήν τα ακόλουθα: "Βεβαιώνεται ότι η Λ. Ο. του Β. ... είναι συντ/χος αναπηρίας από 14-4-1999 και για χρόνο αόριστο. Επίσης λαμβάνει επίδομα παραπληγίας από 18-3-2009 έως 30-4-2014 οπότε θα εξετασθεί από Α.Υ.Ε. προκειμένου να συνεχισθεί το επίδομα. Η μηνιαία ακαθάριστη σύνταξη ΙΚΑ και ΕΤΕΑΜ ανέρχεται για τα κάτωθι έτη : 1]...... 2]...... 13] 1-9/2008 σε 666.89 Ευρώ, 14] 10-12/2008 σε 680,23 Ευρώ, 15] 1-12/2009 σε 680,23 Ευρώ, 16] 1-12/2010 σε 680,23 Ευρώ. ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΠΛΗΓΙΑ λαμβάνει ανά μήνα: Από 3-12-/2009 626,40 Ευρώ. Από 1-12/2010 660,80 Ευρώ". Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο, για τον υπολογισμό των διαφυγόντων εισοδημάτων της αναιρεσείουσας, εξαιτίας της εκ του τραυματισμού της ανικανότητάς της για την άσκηση της επαγγελματικής δραστηριότητάς της, έλαβε υπόψη του την ως άνω βεβαίωση, που είχε προσκομίσει και επικαλεστεί η αναιρεσείουσα προς απόδειξη του σχετικού αγωγικού ισχυρισμού της και δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα, βάσει των προσδοκωμένων μηνιαίων αποδοχών της και του ποσοστού αναπηρίας της, απώλεσε: A] ...... Β]....... και ΣΤ] τους 58 μήνες των ετών 2008 έως Οκτώβριο 2012 33.408 ευρώ [720 Χ 80% Χ 58 = 33.408]. Από τα ποσά όμως αυτά πρέπει να αφαιρεθεί ότι ποσό έχει λάβει η ενάγουσα από το ΙΚΑ - Ε.Τ.Α.Μ. ......... Από την με αριθμό πρωτοκόλλου .../26.10.2012 βεβαίωση του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ Ναυπλίου, που ζητήθηκε από την ενάγουσα....... προκύπτει ότι: Α) για τους 11 μήνες του έτους 2004 έλαβε ασφαλιστικές παροχές (σύνταξη αναπηρίας) το ποσό των 4.521,11 € (411,01 € Χ 11), οπότε δικαιούται 1.022,9 € (5.544 - 4.521,11 €). Β) για τους 11 μήνες του έτους 2005 έλαβε ως ασφαλιστικές παροχές το ποσό των 4.934,71 € (448,84 € Χ 11), οπότε δικαιούται 785,29 € (5.720 € - 4.934,71 € = 785,29 €). Γ) για τον Δεκέμβριο έτους 2005 έλαβε 448,84 € για ασφαλιστικές παροχές, οπότε δικαιούται 71,16 € (520 - 448,84 € = 71,16 €). Δ) για τους 12 μήνες έτους 2006 έλαβε για την ίδια αιτία 4.347,88 € (464,61 Χ 4) + (311,18 X 8) = (1.858,44 + 2.489,44 = 4.347,88 €), οπότε δικαιούται 2.084,12 € και Ε) για τους 12 μήνες έτους 2007 έλαβε 6.472,72 € (323,64 Χ 4) + (647,27 Χ 8) = 1.294,56 + 5.178,16 = 6.472,72 €, οπότε δικαιούται 247,28 € (6.720 - 6.472,72 = 247,28 €). Από την ίδια παραπάνω βεβαίωση προκύπτει ότι η ενάγουσα ουδέν ποσό δικαιούται για τα έτη 2008 έως 2012, αφού οι ασφαλιστικές παροχές, που ελάμβανε από το ΙΚΑ ήταν μεγαλύτερες, των ποσών που απώλεσε εκ του ποσοστού της μονίμου, σε ποσοστό 80%, αναπηρίας της, σε συνδυασμό με το ύψος των αποδοχών της. Συγκεκριμένα ελάμβανε 666,89 ευρώ τους 9 πρώτους μήνες του έτους 2008, 680,23 ευρώ τους τρείς τελευταίους μήνες έτους 2008 και τους δύο πρώτους μήνες του έτους 2009, 1.306,63 τους 10 μήνες του έτους 2009 (680,23 ευρώ + 626,40 ευρώ) και 1.341,03 ευρώ κατά τα έτη 2010, 2011 και 2012. Συνολικά, επομένως, η ενάγουσα δια διαφυγόντα κέρδη δικαιούται 4.210,75 € (1.022,90 + 785,29 + 71,16 + 2.084,12 + 247,28 = 4.210,75)......". Δέχθηκε δηλαδή το Εφετείο ότι η αναιρεσείουσα ελάμβανε από το ΙΚΑ ως σύνταξη αναπηρίας τα παραπάνω αναφερόμενα ποσά, συνυπολογίζοντας εσφαλμένα στην σύνταξη αναπηρίας και το παραπληγικό επίδομα από τότε που της χορηγήθηκε δηλ. από τον Μάρτιο του 2009 και ανέρχεται, όπως προαναφέρθηκε, στο ποσό των 626,40 ευρώ έως 31.12.2009 και στο ποσό των 660,80 ευρώ από 1.1.2010 έως 30.4.2014 [ήτοι 680,23 (σύνταξη αναπηρίας) + 626,40 (παραπληγικό επίδομα) = 1.306,63, για το έτος 2009 και 680,23 (σύνταξη αναπηρίας) + 660,80 (παραπληγικό επίδομα) = 1.341,03, για τα έτη 2010, 2011 και 2012], το οποίο όμως (παραπληγικό επίδομα) δεν τελεί σε σχέση αντιστοιχίας με τα διαφυγόντα εισοδήματά της, λόγω της ανικανότητάς της προς εργασία, τα οποία νομιμοποιείται να αξιώνει δικαστικά, κατά την διάταξη του άρθρου 929 του Α.Κ., ανεξαρτήτως από την καταβολή του παραπληγικού επιδόματος σ’ αυτήν εκ μέρους του Ι.Κ.Α. (ΑΠ 560/2013, ΑΠ 123/2010). Στην δικαιοδοτική του αυτή κρίση, ως προς τα πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κατέληξε το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, στηριζόμενο αποκλειστικά και μόνον στην προαναφερόμενη βεβαίωση του ΙΚΑ, την βαρύτητα της οποίας μάλιστα εξαίρει ιδιαιτέρως και στης οποίας το περιεχόμενο απέδωσε πραγματικά περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει. Έτσι όμως το Εφετείο υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα ως προς το αποδεικτέο και ουσιώδες γεγονός του ύψους των ποσών που η ενάγουσα ελάμβανε από το ΙΚΑ ως σύνταξη αναπηρίας και παραμόρφωσε το περιεχόμενο της παραπάνω βεβαιώσεως, κατά το επίμαχο μερικό περιεχόμενό της, αφού στο αποδεικτικό αυτό έγγραφο γίνεται σαφής διάκριση των ποσών που ελάμβανε η αναιρεσείουσα ως σύνταξη αναπηρίας και των ποσών που ελάμβανε ως παραπληγικό επίδομα, ενώ δεν αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το Εφετείο κατέληξε στην παραπάνω κρίση ως συμπέρασμα, μετά από την εκτίμηση και αξιολόγηση του περιεχομένου της ως άνω βεβαιώσεως. Εξαιτίας δε του ως άνω διαγνωστικού σφάλματος οδηγήθηκε στην κρίση ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ουδέν ποσό δικαιούται για τα έτη 2008 έως 2012, αφού οι ασφαλιστικές εισφορές (σύνταξη αναπηρίας) που ελάμβανε από το ΙΚΑ ήταν μεγαλύτερες των ποσών που απώλεσε, δηλαδή δέχθηκε διαφορετικό από το αληθινό περιεχόμενο της ως άνω βεβαιώσεως και με τον τρόπο αυτό απέρριψε το κονδύλιο των διαφυγόντων εισοδημάτων του παραπάνω αναφερομένου χρονικού διαστήματος.
Συνεπώς το Εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. και ο σχετικός τρίτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου της ως άνω βεβαιώσεως του ΙΚΑ είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, καθισταμένης μετά ταύτα, αλυσιτελούς της έρευνας του διατυπουμένου με το δεύτερο μέρος του ιδίου λόγου, από τον αριθμό 1 εδ. α’ του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., όπως και του τρίτου μέρους του λόγου αυτού, από τον αριθμό 19 του ιδίου άρθρου, οι οποίοι αφορούν στο ίδιο ζήτημα (εσφαλμένος συνυπολογισμός του παραπληγικού επιδόματος στην σύνταξη αναπηρίας), αφού το δεύτερο και το τρίτο μέρος του ως άνω λόγου, που μάλιστα ασκούνται επικουρικά, καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του πρώτου μέρους του λόγου αυτού.
Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. επιτρέπεται αναίρεση μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών... Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας νοούνται οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και έχουν έτσι καταστεί κοινό κτήμα. Τα διδάγματα της κοινής πείρας μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί έμμεσα η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρο 336 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δικ.), είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 και 560 παρ. 1β του Κ.Πολ.Δικ.). Ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα, δηλαδή με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής, ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου και, ιδίως, για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες που αυτός τυχόν περιέχει, ή για να υπαγάγει ή όχι σ’ αυτόν τα εκάστοτε κρίσιμα πραγματικά περιστατικά. Αντίθετα, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως (Ολ.ΑΠ 8/2005, ΑΠ 757/2015, ΑΠ 2101/2014, ΑΠ 137 /2014, ΑΠ 1226/2014, ΑΠ 120/2013, ΑΠ 103/2013, ΑΠ 1662/2010, ΑΠ 208/2011). Με τον τέταρτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το υπό στοιχ. α’ σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 εδ. β` του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. διότι το Εφετείο για να καταλήξει στην απορριπτική κρίση επί της ουσίας, καθ’ όσον αφορά στο αγωγικό κονδύλιο για δαπάνες οικιακής βοηθού - συνοδού και για πλασματικές δαπάνες των παρεχομένων από την μητέρα της αναιρεσείουσας υπηρεσιών, για την οποία δέχθηκε ότι "...παρουσιάζει παραπάρεση με ελάχιστη κινητικότητα του δεξιού σκέλους και σχεδόν πλήρη κατάργηση της κινητικότητας σε ολόκληρο το αριστερό σκέλος... επίσης διαπιστώθηκε μετατραυματική τετρασπαστικότητα, καθώς και παράλυση του κάτω αριστερού άκρου και πάρεση του δεξιού κάτω άκρου... Νοσηλεύθηκε στην νευρολογική κλινική του 12ου νοσοκομείου ΙΚΑ, όπου διαπιστώθηκε αδυναμία βάδισης και αναισθησία κάτω άκρων... ότι λαμβάνει από 18.3.2009 έως 30.4.2014 επίδομα παραπληγίας σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. πρωτ. .../26.10.2012 βεβαίωση του ΙΚΑ Ναυπλίου...", παραβίασε τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 297, 298, 914 και 929 του Α.Κ., με την μη υπαγωγή σ’ αυτούς του διδάγματος της κοινής πείρας ότι "το πρόσωπο που χαρακτηρίζεται ως τετραπληγικό - παραπληγικό έχει ανικανότητα αυτοεξυπηρετήσεως με άμεση συνέπεια να έχει ανάγκη πρόσθετης υποστηρίξεως από άλλο πρόσωπο". Υπό το περιεχόμενο αυτό ο ως άνω ερευνώμενος λόγος αναιρέσεως, ο οποίος τείνει να θεμελιωθεί επί του αριθμού 1 εδ. β’ του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, διότι το φερόμενο ως παραβιασθέν δίδαγμα της κοινής πείρας αναφέρεται στην εκτίμηση των αποδείξεων και όχι στην ερμηνεία των ως άνω εφαρμοσθέντων κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ’ αυτούς, σε κάθε δε περίπτωση γιατί η αναιρεσείουσα, υπό το πρόσχημα της παραβιάσεως των ίδιων κανόνων ουσιαστικού δικαίου μέσω της χρησιμοποιήσεως του πιο πάνω διδάγματος της κοινής πείρας για την διαπίστωση της βασιμότητας πραγματικών περιστατικών, πλήττει την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων.
Κατά την έννοια του λόγου αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. Δηλαδή ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσεως και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα. Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της αποφάσεως ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1361/2013, 1266/2011). Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αποφάσεως, δηλαδή εφόσον προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (Ολ.ΑΠ 20/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί πραγμάτων κρίση του, σχετικώς με την αξιούμενη από την αναιρεσείουσα αποζημίωση για δαπάνες κατ’ οίκον αποκλειστικής νοσοκόμας και πλασματικές δαπάνες των προσφερομένων από την μητέρα της υπηρεσιών, τα ακόλουθα: "...Ακολούθως με την …/18.9.2007 γνωμάτευση της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής ΙΚΑ Ναυπλίου κρίθηκε ανάπηρη σε ποσοστό 80% από το οποίο 20% κρίθηκε ότι οφείλεται σε ψυχιατρική πάθηση...... Δεν αποδείχθηκε όμως ότι η ενάγουσα τα έτη αυτά δηλ. από 1-2-2004 και εντεύθεν είχε ανάγκη κατ’ οίκον εξυπηρετήσεως επειδή ήταν αδύνατον η ίδια να αυτοεξυπηρετηθεί και ότι ως κατ’ οίκον βοηθούς είχε την μητέρα της και μια οικιακή βοηθό το διάστημα από 1/2/2004 μέχρι 30/11/2005 και μόνη την οικιακή βοηθό το διάστημα από 30/11/2005 και εντεύθεν. Και τούτο διότι η σωματική αναπηρία της, από τα ορθοπαιδικά της προβλήματα ήταν πολύ μικρότερη του 80%, ενώ η μεγαλύτερη ταλαιπωρία και επιδείνωση της υγείας της προέρχεται, όπως ο ψυχίατρος ιατρός πραγματογνώμων αναφέρει, από τις αναπτυχθείσες μετατραυματικά ψυχικές της παθήσεις, οι οποίες βέβαια στον εργασιακό χώρο μεν δημιουργούν προβλήματα με τελικό φαινόμενο την ανικανότητα για εργασία. Όμως στον προσωπικό χώρο της αυτοεξυπηρέτησης οι ψυχολογικής αιτίας παθήσεις, όταν μάλιστα δεν είναι και οι μείζονος βαθμού παθήσεις δεν εμποδίζουν την ικανότητα του ασθενούς - αναπήρου για αυτοεξυπηρέτηση. Δεν προσκομίστηκε άλλωστε ουδεμία ιατρική βεβαίωση στην οποία να αναφέρεται η ανικανότητα της ενάγουσας για αυτοεξυπηρέτηση. Σαν αβάσιμα, συνεπώς, στην ουσία τους πρέπει να απορριφθούν τα σχετικά κονδύλια της αγωγής, γενομένων δεκτών ως ουσία βασίμων των ισχυρισμών της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας". Από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις το πραγματικό των εφαρμοστέων κανόνων ουσιαστικού δικαίου των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 914 και 929 του Α.Κ., τις οποίες η προσβαλλομένη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων. Ειδικότερα, με σαφήνεια και πληρότητα, κατά τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά από το Εφετείο, αιτιολογείται η κρίση της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι η ενάγουσα, κατά το αναφερόμενο σ’ αυτήν (προσβαλλομένη απόφαση) χρονικό διάστημα, δεν είχε ανάγκη κατ’ οίκον εξυπηρετήσεως από οικιακή βοηθό και την μητέρα της, κατά τις επίσης αναφερόμενες σ’ αυτήν (προσβαλλομένη απόφαση) διακρίσεις, ενώ δεν συνιστά αντίφαση της προσβαλλομένης αποφάσεως η παραδοχή ότι η σωματική αναπηρία της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, εξαιτίας των ορθοπεδικών της προβλημάτων, ήταν πολύ μικρότερη του 80% και ότι η μεγαλύτερη ταλαιπωρία και επιδείνωση της υγείας της προέρχεται από τις αναπτυχθείσες μετατραυματικά ψυχικές της παθήσεις, που δεν εμποδίζουν την ικανότητά της για αυτοεξυπηρέτηση, με την παραδοχή ότι αυτή είναι ανάπηρη, κατά ποσοστό 80% από το οποίο 20% οφείλεται σε ψυχιατρική πάθηση, όπως αβασίμως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με την πρώτη αιτίαση του υπό στοιχ. Β’ του τετάρτου λόγου της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. Περαιτέρω, με τις δεύτερη και τρίτη, υπό στοιχ. β’ και γ’ , αιτιάσεις του αυτού ως άνω λόγου προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της ανεπαρκούς αιτιολογίας, καθ’ όσον δεν προσδιορίζονται συγκεκριμένα οι ψυχολογικής αιτίας παθήσεις της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, ούτε εξειδικεύονται οι σχετικοί με το εν λόγω αγωγικό κονδύλιο αρνητικοί ισχυρισμοί της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθ’ όσον οι επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα ως ελλείψεις συνέχονται με την ανάλυση, στάθμιση και εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση δε της προβαλλόμενης πλημμέλειας της παραβάσεως εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το πόρισμα που έχει εξαχθεί από αυτές, το οποίο όμως πόρισμα εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις.
Ως "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 8 του Κ.Πολ.Δικ., τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και των οποίων η λήψη υπόψη καίτοι μη προταθέντων ιδρύει τον προβλεπόμενο από την διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στην θεμελίωση ή κατάργηση δικαιώματος ουσιαστικού ή δικονομικού, που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο, όχι δε αρνητικοί ισχυρισμοί της αγωγής ή της ενστάσεως, ή ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 81/2013). Στην προκείμενη περίπτωση με τον ίδιο (τέταρτο) λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το υπό στοιχ. Β’ γ’ σκέλος του, προβάλλεται επικουρικά η αιτίαση ότι το Εφετείο έκρινε ότι πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο κατ’ ουσίαν το ως άνω αγωγικό κονδύλιο (δαπάνες οικιακής βοηθού - συνοδού και πλασματικές δαπάνες των παρεχομένων από την μητέρα της αναιρεσείουσας υπηρεσιών), δεχόμενο ως και κατ’ ουσίαν βάσιμο σχετικό αρνητικό ισχυρισμό της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας και ότι με τον τρόπο αυτό υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 8 εδ. α’ του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., καθόσον ουδείς σχετικός ισχυρισμός είχε προταθεί από την τελευταία (εναγομένη ασφαλιστική εταιρία). Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού η επικαλούμενη πλημμέλεια (έλλειψη σχετικού αρνητικού ισχυρισμού της εναγομένης) δεν συνιστά "πράγμα" υπό την έννοια της ως άνω διατάξεως. Κατ’ ακολουθίαν, ο λόγος αυτός (τέταρτος, υπό στοιχ. Β’ ) πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του, κατά τις προαναφερόμενες διακρίσεις.
Ο αναιρετικός λόγος της διατάξεως του αριθμού 12 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Στον Κ.Πολ.Δικ., κατά κανόνα ισχύει το σύστημα της ελεύθερης εκτιμήσεως των αποδείξεων (340 Κ.Πολ.Δικ.) και εξαιρετικά μόνο προσδίδεται σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, όπως η δικαστική ομολογία (άρθρο 352) και τα έγγραφα, που παράγουν πλήρη απόδειξη (άρθρα 438 επ., 441, 445). Για τα αποδεικτικά μέσα, που κατά το νόμο είναι ισοδύναμα, εναπόκειται στο δικαστήριο να κρίνει την αποδεικτική βαρύτητα του καθενός, αφού αυτά, κατ` άρθρο 340, εκτιμηθούν "ελεύθερα". Ο παραπάνω λόγος ιδρύεται μόνο αν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, που δεν την είχε κατά το νόμο και όχι αν απέδωσε μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε ένα από τα ισοδύναμα αυτά αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 87/2013, ΑΠ 233/2011, ΑΠ 479/2010, ΑΠ 1311/2010). Στην προκειμένη περίπτωση με τον ίδιο (τέταρτο), υπό στοιχ. Γ, λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Εφετείο την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., με την αιτίαση ότι απέρριψε το κονδύλιο της αποζημιώσεως, την οποία ζήτησε για δαπάνες οικιακής βοηθού - συνοδού και για πλασματικές δαπάνες των παρεχομένων από την μητέρα της υπηρεσιών, με την επάλληλη αιτιολογία ότι "δεν προσκομίστηκε άλλωστε ουδεμία ιατρική βεβαίωση στην οποία να αναφέρεται η ανικανότητα της ενάγουσας για αυτοεξυπηρέτηση", από την οποία (αιτιολογία) προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ουδεμία αποδεικτική δύναμη προσέδωσε στα αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες, έγγραφα, ένορκες βεβαιώσεις), τα οποία προσκόμισε αυτή (αναιρεσείουσα) και τα οποία ανέφερε (προσβαλλόμενη απόφαση) ότι έλαβε υπόψη για τον σχηματισμό της δικανικής της πεποιθήσεως, ενώ συγχρόνως απέδωσε αυξημένη αποδεικτική δύναμη σε ιατρικές βεβαιώσεις, τις οποίες και μόνο θεώρησε ικανές προς απόδειξη της ανικανότητάς της για αυτοεξυπηρέτηση, παραβιάζοντας έτσι την αρχή του ισοδυνάμου των αποδεικτικών μέσων. Υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο ο λόγος αυτός, κατά το ως άνω σκέλος του, είναι απαράδεκτος, μη δυνάμενος να θεμελιωθεί στην εν λόγω διάταξη, αφού, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Δικαστήριο συνεκτίμησε όλα τα προσκομισθέντα ενώπιόν του αποδεικτικά μέσα, χωρίς να παραβιάσει την αρχή του ισοδυνάμου αυτών και χωρίς να προσδώσει αυξημένη αποδεικτική δύναμη στα προαναφερόμενα έγγραφα, όπως αβασίμως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, δοθέντος ότι απόκειται στο δικαστήριο να κρίνει την βαρύτητα καθενός από αυτά, αφού αυτά εκτιμηθούν ελεύθερα από αυτό (άρθρο 340 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως έγινε και με την προσβαλλομένη απόφαση.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να γίνει δεκτή εν μέρει, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, κατά τα κεφάλαια αυτής στα οποία αναφέρονται οι πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος του, δεύτερος και τρίτος (ο τρίτος, από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ.) λόγοι αναιρέσεως, όσον αφορά στην αποζημίωση της ενάγουσας για την, λόγω της ανικανότητάς της για την άσκηση του επαγγέλματός της, στέρηση των εισοδημάτων της, κατά το χρονικό διάστημα από τον Φεβρουάριο του 2004 έως και τις 31.7.2030, κατά τις αναφερόμενες στο σκεπτικό διακρίσεις, καθώς επίσης και στο ύψος των ασφαλιστικών παροχών που η ενάγουσα έλαβε από το Ι.Κ.Α. ως σύνταξη αναπηρίας για το από 2008 μέχρι 2012 χρονικό διάστημα, να παραπεμφθεί δε αντιστοίχως η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση και το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως, προκειμένου να ερευνηθεί ως προς τα προεκτεθέντα κεφάλαια, εκ νέου (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ.). Η αναιρεσίβλητη, ως ηττωμένη διάδικος, πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176 και 183 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος εκ μέρους της παραβόλου, ενόψει της νίκης της (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε’ του Κ.Πολ.Δικ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 5577/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ. Και Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα τούτο αναιρεσείουσα.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Μαΐου 2016.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ