Legislator Case Law & Legislation
368/2015 AI generated

368/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 368/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

368/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο τρόπος όμως αυτός της απόκτησης κυριότητας, θα πρέπει να στηρίζεται στη θετική επίκληση και απόδειξη από το Δημόσιο των γεγονότων που το θεμελιώνουν, και όχι στην αρνητική επίκληση της όποιας ελλείψεως παρουσιάζουν οι τίτλοι που επικαλείται ο ιδιώτης για τη θεμελίωση της δικής του κυριότητας, διότι από την ύπαρξη μίας τέτοιας έλλειψης δεν τεκμαίρεται η ύπαρξη κυριότητας του Δημοσίου.

Keywords

AI generated
rural land rights access to property location of property rural conservation zone agricultural zone rural habitat
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 368 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 368/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 14 Ιανουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Κωνσταντίνο Παπαγεωργίου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Ε. Κ. του Μ., κατοίκου ..., 2)Ε. Σ., συζ. Δ. Α., 3)Α. Σ. συζ. Ε. Π., κατοίκων ... και 4)Κ. Σ., συζ. Σ. Π., κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στυλιανό Ποταμίτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/8/2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 26/1/2011κύρια παρέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδος και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 95/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 78/2013 του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 16/5/2014 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου ανέγνωσε την από 5/1/215 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τα άρθρα 1, 2 και 3 του οθωμανικού νόμου της 7 Ραμαζάν 1274 και το προϊσχύσαν αυτού μουσουλμανικό δίκαιο, οι γαίες διακρίνονταν στις εξής πέντε κατηγορίες: α) τις γαίες καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), όπως οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες κλπ., των οποίων την κυριότητα είχε αυτός που τις εξουσίαζε και μπορούσε να τις διαθέτει ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία περί μεταβίβασης, β) τις δημόσιες γαίες (μιριγιέ), όπως τα καλλιεργήσιμα χωράφια, βοσκοτόπια, δάση κλπ., των οποίων η κυριότητα ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο και επί των οποίων οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνο δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ), γ) τις αφιερωμένες γαίες (βακούφια), των οποίων η χρήση και εκμετάλλευση γινόταν υπέρ κάποιου αγαθοεργού σκοπού και οι οποίες θεωρούνταν ως πράγματα εκτός συναλλαγής, δ) τις εγκαταλελειμμένες σε κοινότητες γαίες (μετρουκέ), όπως οι δημόσιοι δρόμοι, οι πλατείες κλπ., οι οποίες ήταν προορισμένες για την κοινή χρήση και ανήκαν στο Δημόσιο και ε) τις νεκρές γαίες (μεβάτ), όπως τα βουνά, τα ορεινά και πετρώδη μέρη, τα αδέσποτα δάση κλπ., οι οποίες αποτελούσαν γαίες που κανείς δεν κατείχε, δεν εξουσίαζε και δεν καλλιεργούσε και ανήκαν στο Δημόσιο.

Μετά την απελευθέρωση και δυνάμει του από 1.2.1830 Πρωτοκόλλου "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος", των από 3/22.2.1830, 4/16.6.1830 και 19.6/1.7.1830 Πρωτοκόλλων του Λονδίνου, της από 26.6/9.7.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινούπολης "περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος" μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων και της Υψηλής Οθωμανικής Πύλης, και του άρθρου 16 του ν.

της 21.6/10.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων περιήλθαν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, ως διαδόχου του Οθωμανικού Δημοσίου: 1) οι δημόσιες γαίες (μιριγιέ), η κυριότητα των οποίων πριν από την απελευθέρωση ανήκε στο Σουλτάνο και επί των οποίων οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνο δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ) και όσες άλλες γαίες ανήκαν στο Οθωμανικό Δίκαιο, 2) με "πολεμικό δικαίωμα", τα ακίνητα καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια) των Οθωμανών ιδιωτών, τα οποία κατά τη διάρκεια του Απελευθερωτικού Αγώνα (δηλαδή έως τις 3/2/1830) είτε εγκαταλείφθηκαν από τους απελθόντες στο εξωτερικό Οθωμανούς κυρίους τους και καταλήφθηκαν από το Δημόσιο είτε δεσμεύθηκαν από τις ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις.

Η διαδοχή, όμως, αυτή δεν έθιξε τα εμπράγματα δικαιώματα των ιδιωτών, τα οποία είχαν ήδη αποκτηθεί επί των ακινήτων καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια) και τα δικαιώματα εξουσίασης (τεσσαρούφ), τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των δημοσίων γαιών κατά το οθωμανικό δίκαιο. Περαιτέρω, εξαιτίας της προαναφερθείσας γενικής διαδοχής του Ελληνικού Δημοσίου στα δικαιώματα επί των δημοσίων γαιών, αλλά και της απόκτησης κυριότητας επί των γαιών καθαρής ιδιοκτησίας "δικαιώματι πολέμου" θεσπίσθηκε μαχητό τεκμήριο κυριότητας υπέρ αυτού, σύμφωνα με το οποίο το Ελληνικό Δημόσιο τεκμαίρεται ότι έχει αποκτήσει δικαίωμα κυριότητας επί των ανωτέρω κτημάτων με πρωτότυπο τρόπο, αρκεί να επικαλεστεί και να αποδείξει, επί μεν των δημοσίων γαιών της Ηπειρωτικής Ελλάδος και της Πελοποννήσου ότι αυτές περιήλθαν στην κυριότητά του ως διαδόχου του Οθωμανικού Δημοσίου, επί δε των γαιών καθαρής ιδιοκτησίας, ότι τις απέκτησε λόγω της κατάληψης ή της δήμευσής τους.

Ο τρόπος όμως αυτός της απόκτησης κυριότητας, θα πρέπει να στηρίζεται στη θετική επίκληση και απόδειξη από το Δημόσιο των γεγονότων που το θεμελιώνουν, και όχι στην αρνητική επίκληση της όποιας ελλείψεως παρουσιάζουν οι τίτλοι που επικαλείται ο ιδιώτης για τη θεμελίωση της δικής του κυριότητας, διότι από την ύπαρξη μίας τέτοιας έλλειψης δεν τεκμαίρεται η ύπαρξη κυριότητας του Δημοσίου.

Περαιτέρω όσον αφορά τα Οθωμανικά κτήματα τα ευρισκόμενα, κατά τον χρόνο διακηρύξεως της ανεξαρτησίας του νέου ελληνικού κράτους, (3-2-1830), εντός εδαφών τελούντων υπό τουρκική στρατιωτική κατοχή, αλλά παραχωρηθέντων, εν συνεχεία, βάσει της Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως στην ελληνική κυριαρχία, όπως ειδικότερα η Αττική, η Εύβοια και τμήματα της Βοιωτίας και της Φθιώτιδας, όσα μεν εξ αυτών ανήκαν στο Οθωμανικό Δημόσιο περιήλθαν βάσει της ίδιας συνθήκης στο Ελληνικό Δημόσιο, ενώ όσα ανήκαν σε Οθωμανούς ιδιώτες παρέμειναν στην ιδιοκτησία τους με δικαίωμα πωλήσεώς τους εντός προθεσμίας σε Έλληνες.

Τα δε ακίνητα, που ευρίσκονταν, όλων των εδαφών που τελικά συναποτέλεσαν το πρώτο ελληνικό κράτος, στην ελληνική ή στην τουρκική ζώνη κατοχής αδιακρίτως, κατά την ημερομηνία διακηρύξεως της ανεξαρτησίας, ( 3-2-1830 ), και τα οποία κατέχονταν από Έλληνες με διάνοια κυρίου, έστω και με άκυρο κατά το οθωμανικό δίκαιο τίτλο, ( ήτοι ταπί, χοτζέτι ή βουγιουρδί), αυτά αναγνωρίσθηκαν ως ανήκοντα στους τελευταίους. Ειδικά, όσον αφορά την Εύβοια αυτή δεν περιήλθε στο Ελληνικό Κράτος, ως διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου, με δικαίωμα πολέμου, όπως οι υπόλοιπες περιοχές της Πελοποννήσου και της Στερεάς Ελλάδας, αφού η Εύβοια δεν καταλήφθηκε από τον ελληνικό απελευθερωτικό στρατό, αλλά παραδόθηκε από τις τουρκικές αρχές του νησιού στην ελληνική κυβέρνηση, με την υποχρέωση όμως, που περιλήφθηκε στο από 3-2-1830 πρωτόκολλο του Λονδίνου, ως όρος,, να αγορασθούν τα τουρκικά κτήματα από το Ελληνικό Κράτος, δυνατότητα, ωστόσο, την οποία δεν είχε το τελευταίο, με αποτέλεσμα να τα αγοράσουν, ύστερα από υπόδειξη της Κυβέρνησης, Έλληνες και ξένοι κεφαλαιούχοι, ώστε να περιληφθεί η Εύβοια στα σύνορα του νεοσύστατου Ελληνικού κράτους (βλ. ΑΠ 856/2007).

Από όλα τα ανωτέρω συνάγεται ότι, προκειμένου για αμφισβητούμενα μεταξύ ιδιωτών και Ελληνικού Δημοσίου ακίνητα που βρίσκονται στην περιφέρεια της νήσου Εύβοιας το τελευταίο μπορεί να προτείνει δική του κυριότητα, ως διάδοχο του Οθωμανικού Δημοσίου, δυνάμει των ανωτέρω πρωτοκόλλων και διεθνούς συμβάσεως όχι. όμως, και δυνάμει καταλήψεως αυτών ως πολεμικής λείας, με άσκηση δικαιώματος πολέμου και, εν συνεχεία, δημεύσεως.

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Για να είναι δε ορισμένος, και κατά συνέπεια, παραδεκτός, ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης δεν αρκεί να μνημονεύονται και να παρατίθενται οι διατάξεις που φέρονται ότι παραβιάστηκαν, αλλά απαιτείται επιπλέον να εκτίθενται σαφώς τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας (παραδοχές) και σε τι συνίσταται το σφάλμα της απόφασης ως προς την ερμηνεία και την εφαρμογή του νόμου (ολ ΑΠ 57/1990).

Στην προκείμενη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτει ότι οι αναιρεσίβλητες άσκησαν κατά του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου την από 10/8/2010 αίτησή τους, με την οποία αυτές, αφού ισχυρίστηκαν ότι έχουν καταστεί με παράγωγο τρόπο συγκυρίες κατά τα αναφερόμενα ποσοστά εξ αδιαιρέτου του επίδικου ακινήτου (οικοπέδου με διώροφη οικία) που βρίσκεται στο νομό Ευβοίας, ζήτησαν να αναγνωρισθεί η συγκυριότητά τους σε αυτό και να υποχρεωθεί ο προϊστάμενος του οικείου κτηματολογικού γραφείου να διορθώσει την αρχική εγγραφή στα κτηματολογικά βιβλία, με βάση την οποία το ανωτέρω ακίνητο εμφανιζόταν ως "αγνώστου ιδιοκτήτη".

Στη δίκη αυτή το αναιρεσείον άσκησε την από 1/2/2011 κύρια παρέμβαση, με την οποία, αφού ισχυρίστηκε ότι είναι αληθινός κύριος του επίδικου ακινήτου, που αποτελεί τμήμα ευρύτερης δημόσιας έκτασης, η οποία περιήλθε σε αυτό: α)ως ιδιωτική περιουσία του, διότι βρίσκεται μέσα στα όρια του παλαιού αιγιαλού, β) άλλως δικαιώματι πολέμου, γ) άλλως με την κατάληψή του ως εγκαταλειφθέντος κατά τη διάρκεια του αγώνα περί ανεξαρτησίας, και πάντως πριν από την 2/2/1830, δ) άλλως ως αδέσποτο, ε) άλλως ως λειβάδι και βοσκότοπος, στ) άλλως, λόγω τακτικής ή έκτακτης χρησικτησίας που συμπληρώθηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου και σε βάρος των αναιρεσιβλήτων και των δικαιοπαρόχων τους, ζήτησε να απορριφθεί η αίτηση των τελευταίων, να γίνει δεκτή η κύρια παρέμβασή του, να αναγνωρισθεί ότι είναι αποκλειστικός κύριος, νομέας και κάτοχος του επίδικου ακινήτου, και να διορθωθεί η πιο ανακριβής πρώτη εγγραφή του κτηματολογικού βιβλίου, ώστε να εμφανίζεται ότι το ίδιο (αναιρεσείον) είναι ιδιοκτήτης του επίδικου ακινήτου.

Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα η πιο πάνω κύρια παρέμβαση δεν είναι νόμιμη ως προς την υπό στοιχείο β' επικουρική βάση της, ενόψει του ότι η νήσος Εύβοια, όπου βρίσκεται το επίδικο ακίνητο, δεν περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο, ως διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου, δικαιώματι πολέμου, αφού δεν καταλήφθηκε με τα όπλα από τις ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις, αλλά παραδόθηκε από τις τουρκικές αρχές του νησιού στην ελληνική κυβέρνηση, με την υποχρέωση να αγοραστούν τα τουρκικά κτήματα από το ελληνικό κράτος.

Επομένως, το Εφετείο που με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε ως μη νόμιμη την ένδικη κύρια παρέμβαση ως προς την πιο πάνω επικουρική βάση της, επικυρώνοντας, κατά τούτο, την πρωτόδικη απόφαση που είχε εκφέρει όμοια κρίση, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των από 3/22.2.1830, 4/16.6.1830, 19.6/1.7.1830 Πρωτοκόλλων του Λονδίνου, της από 9/7/1832 Συνθήκης της Κωνσταντινούπολης και του άρθρου 3 του Οθωμανικού Νόμου της 7 Ραμαζάν 1274 (1856) "περί γαιών", τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε.

Συνεπώς, ο πρώτος, κατά το πρώτο μέρος, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον, αποδίδοντας στο Εφετείο την από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Η με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, περαιτέρω αποδιδόμενη στο Εφετείο αιτίαση για παραβίαση και των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου του βυζαντινό ρωμαϊκού δικαίου ν. 8 Κωδ. (7.39), 9 παρ. 1 Βασ. (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. 41.4, 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1), 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3), ν. 20 παρ. 12 Πανδ. (5.8). 27 Πανδ. (18.1), 10,17 και 48 Πανδ. (41.3), 3 Πανδ. (41.100) και 109 Πανδ. (50.16), ν. 11 Πανδ. (44.3), ν. 3 κωδ. 7,30, ν. 11.Κωδ. 7, 32 παρ. 12, της από 28.3.1835 Ελληνοτουρκικής Σύμβασης, άρθρου 1 ν. 3/15.12.1833 (περί βοσκοτόπων), του Β.Δ 17/29.11.1836 (περί ιδιωτικών δασών), των Β.Δ. 26/4/8.5.1838, από 26-6/8.7.1836 και 2/14.10.1836, του Ν.

της 21.6/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων του Ν. ΔΞΗ71912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν βάσει αυτού και του άρθρου 21 του Ν.Δ. της 22.4/15.6.1926 "Περί Διοικητικής αποβολής από κτημάτων της αεροπορικής αμύνης", είναι αόριστη και συνεπώς απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται το σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την ερμηνεία και την εφαρμογή των πιο πάνω διατάξεων και ποια είναι τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας και συνδέονται με την παραβίαση των εν λόγω διατάξεων.

Τέλος, ο ίδιος, κατά το δεύτερο μέρος, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η ίδια πιο πάνω αναιρετική πλημμέλεια, διότι δεν δέχθηκε "ότι το επίδικο ανήκε στο Ελληνικό Δημόσιο, εφόσον οι αναιρεσίβλητες και οι δικαιοπάροχοι τους δεν διέθεταν νόμιμο τίτλο αναγνώρισης της κυριότητάς τους με μεταγεγραμμένη απόφαση της Μικτής Επιτροπής του Διατάγματος της 26.6.1836", είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, διότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά τις μη πληττόμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του ότι το Ελληνικό Δημόσιο δεν είχε αποκτήσει ποτέ με τους επικαλούμενους στην κύρια παρέμβασή του τρόπους εμπράγματο δικαίωμα στο επίδικο ακίνητο και ότι το τελευταίο αποτελεί ιδιωτική (οικοπεδική) έκταση και όχι δημόσιο κτήμα, ώστε να απαιτείται ως νόμιμος τίτλος κτήσης κυριότητας των αναιρεσιβλήτων μεταγεγραμμένη απόφαση της μικτής επιτροπής του Διατάγματος της 26.6.1836, πέραν του ότι από την επικαλούμενη έλλειψη του πιο πάνω τίτλου κυριότητας των αντιδίκων του δεν τεκμαίρεται η ύπαρξη δικαιώματος κυριότητας του αναιρεσείοντος (Ελληνικού Δημοσίου) στο επίδικο ακίνητο, αφού έπρεπε να επικαλεστεί (θετικά) το ίδιο με τους τρόπους που προαναφέρθηκαν στη μείζονα πρόταση τα θεμελιωτικά γεγονότα του δικαιώματός του αυτού για τη νομική πληρότητα της εξεταζόμενης βάσης της κύριας παρέμβασής του.

Κατά το άρθρο 1 του α.ν. 2344/1940 "περί αιγιαλού και παραλίας", που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 53 του ΕισΝΑΚ και εξακολουθεί κατά το άρθρο 34 παρ.2 του ν. 2971/2001 να ρυθμίζει τις εκκρεμείς υποθέσεις, δηλαδή αυτές για τις οποίες η έκθεση επιτροπής καθορισμού του αιγιαλού και της παραλίας με το διάγραμμα της χάραξής τους, συντάχθηκαν και εγκρίθηκαν πριν από τη δημοσίευση του νέου νόμου στο ΦΕΚ 285Α/19.12.2001, ο αιγιαλός είναι κοινόχρηστο κτήμα, ανήκει στο Δημόσιο, προστατεύεται και διαχειρίζεται από αυτό (άρθρο 968 ΑΚ).

Είναι δε αιγιαλός η χερσαία ζώνη που περιστοιχίζει τη θάλασσα με ανώτατο όριο προς την ξηρά το σημείο εκείνο, μέχρι το οποίο φτάνουν κατά τις συνηθισμένες και όχι έκτακτες αναβάσεις τους τα κύματα της θάλασσας. Μόνος ο καθορισμός του ορίου αυτού από τη διοικητική επιτροπή που προβλέπεται στα άρθρα 2 και 3 του α.ν. 2344/1940, με απόφασή της, με τη σύνταξη του εκεί αναγραφόμενου τοπογραφικού και υψομετρικού διαγράμματος, που συνοδεύεται από σχετική έκθεση, δεν είναι ικανός να προσδώσει την ιδιότητα του αιγιαλού σε τμήμα γης το οποίο στερείται των παραπάνω χαρακτηριστικών, δηλαδή σε έδαφος μη βρεχόμενο όπως πιο πάνω από θαλάσσια ύδατα.

Έτσι, η ιδιότητα του αιγιαλού προκύπτει από φυσικά και μόνο φαινόμενα και δεν δημιουργείται με πράξη της Πολιτείας και σε κάθε τοπική περίπτωση ο καθορισμός της έκτασης ως αιγιαλού ή παλαιού αιγιαλού, όταν δημιουργείται νέος αιγιαλός δια προσχώσεως, ανήκει στην εκτίμηση του τακτικού δικαστή και όχι της διοίκησης.

Περαιτέρω, ο αιγιαλός ανήκει κατά νομική επιταγή στο Ελληνικό Δημόσιο (άρθρα 968 ΑΚ και 1 του α.ν. 2344/1940 αλλά και κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος του ΑΚ δικαίου: ν. 93 βασ. Ββ', ν. 96, 112 πανδ. 50.16 και άρθρο 15 του νόμου "περί διοικήσεως κτημάτων" της 10/7/1837). Η κυριότητα, στην οποία ο ΑΚ υπάγει τα δημόσια κτήματα, είναι η κυριότητα του αστικού δικαίου, η οποία εξακολουθεί να υπάρχει και όταν αυτά (δημόσια κτήματα) παύσουν, κατά τη διάταξη του άρθρου 971 ΑΚ, να υπηρετούν την κοινή χρήση, παύσουν δηλαδή τα κοινής χρήσης πράγματα να είναι εκτός συναλλαγής.

Ο αιγιαλός μόνο με πρόσχωση από φυσικά ή και τεχνητά αίτια (βλ. και άρθρο 9 του α.ν. 2344/1940) μπορεί να απωλέσει το χαρακτήρα του ως τέτοιου, αφού η ιδιότητα λωρίδας γης ή αιγιαλού αποτελεί συνάρτηση καθαρά φυσικών φαινομένων. Επομένως, ο παλαιός αιγιαλός, έστω και αν απώλεσε το χαρακτήρα του, εξακολουθεί ex lege να ανήκει στην κυριότητα του Δημοσίου και δεν συντρέχει ανάγκη μετά από την αλλαγή αυτή να αναζητηθεί άλλος τρόπος κτήσεως ή διατηρήσεως της κυριότητας του Δημοσίου, όπως με χρησικτησία (ολ ΑΠ 24/2000).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, για την οποία ιδρύεται ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης υπάρχει, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις της διάταξης του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή αν ελλείπουν οι όροι και οι προϋποθέσεις της διάταξης που δεν εφαρμόστηκε, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ολ ΑΠ 24/2000).

Αντίθετα, η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, όταν η πιο πάνω ελλείψεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ) και ειδικότερα αναφέρονται στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, αρκεί μόνο το πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια (ολ ΑΠ 24/2000). Ενόψει τούτων, για να μη στερείται νόμιμης βάσης η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, με τη οποία γίνεται δεκτό ότι κάποια εδαφική έκταση αποτελεί αιγιαλό, πρέπει ν' αναφέρονται ως παραδοχή του δικαστηρίου που δίκασε, τα περιστατικά που κατά την άνω διάταξη (άρθρο 1 α.ν. 2344/1940) είναι αναγκαία για τον χαρακτηρισμό της έκτασης αυτής ως αιγιαλού (ΑΠ 255/2007).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, αναφορικά με την πρώτη βάση της κύριας παρέμβασης του αναιρεσείοντος περί κυριότητάς του στο επίδικο ακίνητο, ως αποτελούντος τμήμα παλαιού αιγιαλού, το Εφετείο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν από τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά:

"Το επίδικο είναι οικοπεδική έκταση και βρίσκεται στη θέση "Μπούλμπα" του Δ.Δ. Αγίου Νικολάου του Δήμου Ληλαντίων Χαλκίδας, τέως Δήμου Χαλκιδέων. Έχει επιφάνεια 210,82 τ.μ και κατά πρόσφατη καταμέτρηση 209 τ.μ., εμφαίνεται δε στο από Μάιου 1979 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Γ. Κ., υπό τον αριθμό 587 και συνορεύει βορείως με ιδιοκτησία Α.

Π., νοτίως με ιδιοκτησία Α. Ν., ανατολικώς εν μέρει με ιδιοκτησία Ρ. Π. και εν μέρει με ιδιοκτησία Β. Μ. και δυτικώς με οδό Αγγελή Γοβιού. Βρίσκεται εντός των ορίων του οικισμού του ομώνυμου οικισμού, όπως αυτά καθορίσθηκαν με τις με αριθμ. 9770/ΕΠΑ1764/31-12-1987, 5257/ΕΠΑ886/19-10-1990 και 4746/5-6-1992 αποφάσεις του Νομάρχου Ευβοίας που νόμιμα δημοσιεύθηκαν στην ΕτΚ και εμφαίνονται και αποτυπώνονται στο συνοδεύον την ως άνω με αριθμ. 4746/1992 απόφαση του Νομάρχου, τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Μ.

Ασημίδη, που θεωρήθηκε από τον προϊσταμένου του Τμήματος Πολεοδομίας κα. Πολεοδομικών Εφαρμογών της Νομαρχίας Ευβοίας και εγκρίθηκε από της Δ/νση Χωροταξίας του ΥΠΕΧΩΔΕ, Σημειωτέον ότι στο ως άνω ακίνητο έχει ανεγερθεί από ετών διώροφη οικία, η οποία έχει δηλωθεί, υδροδοτηθεί και ηλεκτροδοτηθεί. Στην ευρύτερη περιοχή τα όρια του αιγιαλού και της παραλίας καθορίστηκαν το 1978 με την με αριθμ. 6971/24-4-1978 απόφαση του Νομάρχη Ευβοίας που δημοσιεύθηκε νόμιμα στην ΕτΚ (ΦΕΚ 271/1978 τεύχ.

Δ') και με την οποία επικυρώθηκε η από 16-12-1977 έκθεση της επιτροπής καθορισμού αιγιαλού και παραλίας των άρθρων 2 του α.ν. 2344/1940 και 5 ν. 263/1968 και το συνοδεύον αυτήν τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Σ. Χ. με ημερομηνία θεώρησης από το ΤΥΝΕ 14-12- 1977. Ειδικότερα καθορίστηκε στο διάγραμμα αυτό η οριογραμμή του αιγιαλού που σημειώνεται με κόκκινη συνεχή πολυγωνική γραμμή και στοιχεία 1, 2, 3 ... 11.

Πρόκειται για τον αιγιαλό της παραθαλάσσιας περιοχής "Μπούρτζι"-"Μπούμπα", πέραν της οποίας εκτείνεται ο Νότιος Ευβοϊκός κόλπος. Το επίδικο βρίσκεται εκτός των ορίων του ως άνω καθορισθέντος διοικητικά αιγιαλού και συγκεκριμένα απέχει 75 μέτρα από την παραπάνω οριογραμμή του αιγιαλού, η οποία και συμπίπτει με το σημείο που φθάνουν μέχρι σήμερα οι συνήθεις αναβάσεις των μεγαλύτερων κυμάτων, ιδίως κατά τη χειμερινή περίοδο, χωρίς ωστόσο να λαμβάνονται υπόψη οι έκτακτες πλημμύρες και παλιρροιακές καταστάσεις.

Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο υπήρξε τμήμα παλαιού αιγιαλού και, ειδικότερα, ότι αυτό αποτελεί τμήμα ευρύτερης ελώδους, προσχωσιγενούς, ακαλλιέργητης έκτασης που αποτελούσε το "δέλτα" του ποταμού Λήλαντα, συχνά κατακλυζόμενης από θάλασσα, όπως ισχυρίζεται το εκκαλούν στην κύρια παρέμβαση του.

Αντίθετα αποδεικνύεται ότι: α) Η ευρύτερη περιοχή "Μπούμπα", όπου βρίσκεται το επίδικο ακίνητο ήταν ανέκαθεν γεωργική έκταση, καλλιεργούμενη με ψυχανθή (φακές, ρεβίθια). Από το έτος 1967 άρχισε να οικοπεδοποιείται σταδιακά, με αποτέλεσμα το 1978 να αστικοποιηθεί και να χάσει τον γεωργικό της χαρακτήρα, β) Η παλαιότερη καταγεγραμμένη ακτογραμμή είναι του 1937 και απέχει από τη νοτιοδυτική πλευρά του επιδίκου κατά 95 μέτρα περίπου και η δυσμενέστερη που καταγράφηκε το 1974 (αλλά και το 2011) απέχει κατά 75 μέτρα περίπου, γ) Το επίδικο ακίνητο δεν έχει καμία σχέση με το Δέλτα του χειμάρρου Λήλαντα.

Βρισκόταν σε απόσταση 200 μέτρα από την κοίτη του χειμάρρου, όπως αυτή εμφανίζεται το 1937, μετά δε το 1974 που άλλαξε η εκβολή του απόσταση 140 μέτρων από τη νέα κοίτη.

Συνεπώς στην περιοχή δεν υπήρξε εδαφολογική μεταβολή εξ αιτίας προσχώσεων και φερτών υλικών, που διοχέτευσε προς τη θάλασσα ο ως άνω χείμαρρος, και άρα σταδιακή υποχώρησης αυτής σε ορισμένα σημεία, ώστε να προκύψουν νέα εδάφη. Αντίθετα υπάρχει όπως προαναφέρθηκε μικρή διάβρωση της ξηράς (κατά 20 περίπου μέτρα).

Ο μη χαρακτήρας του επιδίκου ως παλαιού αιγιαλού κατά το παρελθόν θεμελιώνεται στη συνδυαστική εκτίμηση των αποδείξεων που προέκυψαν από το αποδεικτικό υλικό και το πόρισμα της, επικαλούμενης και προσκομιζόμενης από τις εφεσίβλητες, από Μάιο 2013 τεχνικής έκθεσης του τοπογράφου μηχανικού Ι. Σ.. Αυτός, κατόπιν εντολής των εφεσιβλήτων, προέβη σε εφαρμογή γραμμών αιγιαλού, παραλίας, όπως αυτές καθορίσθηκαν με τη νόμιμα δημοσιευθείσα με αριθμ. 6971/24-4-1978 απόφαση του Νομάρχη Ευβοίας καθώς και σε φωτοερμηνεία των αεροφωτογραφιών της περιοχής των ετών 1937, 1950, 1967, 1974, 1978 καθώς επί του τοπογραφικού διαγράμματος της ΓΥΣ έτους 1971, του διαγράμματος καθορισμού αιγιαλού και παραλίας έτους 1974 και του διαγράμματος των ορίων του οικισμού Αγίου Νικολάου και β) από τους προσκομιζόμενους σε αδιάκοπη σειρά μέχρι του έτους 1908, νόμιμα μεταγεγραμμένους στα βιβλία μεταγραφών του αρμόδιου υποθηκοφυλακείου, τίτλους κτήσης, που θα αναφερθούν παρακάτω και στους οποίους οι καθών η κυρία παρέμβαση στηρίζουν το δικαίωμα της συγκυριότητάς τους επί του επιδίκου ακινήτου, από τους οποίους προκύπτει ο ανέκαθεν αγροτικός χαρακτήρας του.

Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου δεν μπορεί να ανατραπεί από την προσκομιζόμενη από το κυρίως παρεμβαίνον από Ιανουάριο 2011 φωτοερμηνεία των αεροφωτογραφιών ετών 1945 και 1960 του τοπογράφου μηχανικού της Κτηματικής Υπηρεσίας Ν.Ευβοίας, Δ. Π., ο οποίος, χωρίς να αιτιολογεί το πόρισμά του και να επικαλείται νεότερα στοιχεία, αποφαίνεται ότι "η επίδικη εντοπίζεται εντός ελώδους, προσχωσιγενούς, ακαλλιέργητης έκτασης που αποτελούσε το "δέλτα" του ποταμού Λήλαντα, συχνά κατακλυζόμενη από θάλασσα", ανατρέποντας έτσι την από 16-12-1977 έκθεση της επιτροπής καθορισμού αιγιαλού και παραλίας των άρθρων 2 του α.ν. 2344/1940 και 5 ν. 263/1968, που επικυρώθηκε με αριθμ. 6971/24-4-1978 απόφαση του Νομάρχη Ευβοίας και βάσει της οποίας καθορίστηκαν στην ευρύτερη περιοχή τα όρια του αιγιαλού και της παραλίας.

Να σημειωθεί ότι για τα εφαπτόμενα του επιδίκου ακίνητα ήτοι: 1) το με ΚΑΕΚ ..., <Α ιδιοκτησίας Π., 2) το με ΚΑΕΚ ..., ιδιοκτησίας Κ., 3) το με αρ. ΚΑΕΚ ... και 4) το με αρ. ΚΑΕΚ ..., ιδιοκτησίας Μ. Ν. δεν υπάρχει διεκδίκηση από το Ελληνικό Δημόσιο.

Συνεπώς, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι το μέγιστο σημείο της αναβάσεως των κυμάτων δεν υπερέβαινε στο παρελθόν και δεν υπερβαίνει και σήμερα το σημείο που και η αρμόδια επιτροπή καθόρισε κατά τα προαναφερόμενα ως οριογραμμή του αιγιαλού, η επίδικη έκταση δεν είναι παλαιός αιγιαλός επί του οποίου το Ελληνικό Δημόσιο έχει αποκτήσει εμπράγματο δικαίωμα και επομένως η κύρια παρέμβαση κατά την παραπάνω βάση της είναι απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο έκρινε ότι το επίδικο ακίνητο βρίσκεται στην ευρύτερη περιοχή "Μπούλμπα" του Δ.Δ. Αγ. Νικολάου του Δήμου Ληλαντίων Χαλκίδας, η οποία ήταν ανέκαθεν γεωργική έκταση μέχρι το έτος 1978 που έχασε το γεωργικό της χαρακτήρα λόγω της σταδιακής οικοπέδοποίησής της. 'Ότι αυτό δεν περιλαμβάνεται εντός των ορίων του καθορισθέντος διοικητικά, κατά το έτος 1978, αιγιαλού και ότι απέχει 75 μέτρα από την οριογραμμή του τελευταίου, η οποία συμπίπτει με το σημείο της συνήθους ανάβασης των μεγαλύτερων κυμάτων της θάλασσας, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι έκτακτες πλημμύρες και παλιρροιακές καταστάσεις.

Ότι δεν αποτελεί τμήμα ευρύτερης ελώδους πρωσχοσιγενούς ακαλλιέργητης έκτασης που αποτελούσε το Δέλτα του ποταμού (χειμάρρου) Λήλαντα, ούτε έχει καμία σχέση με αυτό, αφού βρισκόταν, κατά το έτος 1937, σε απόσταση 200 μέτρων από την κοίτη του, ενώ μετά το έτος 1974, που άλλαξε η εκβολή του προς τη θάλασσα (με τεχνητή διαμόρφωση της κοίτης), βρίσκεται σε απόσταση 160 μέτρων από τη νέα κοίτη αυτού.

Ότι στην περιοχή δεν υπήρξε εδαφική μεταβολή εξαιτίας προσχώσεων και φερτών υλικών ούτε προέκυψαν νέα εδάφη και ότι το επίδικο δεν αποτελεί τμήμα του παλαιού αιγιαλού. Κατόπιν τούτου το Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη κύρια παρέμβαση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά την προαναφερθείσα βάση της, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε απορρίψει αυτή ως μη νόμιμη.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο της διέλαβε σε αυτή πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το ουσιώδες ζήτημα του μη χαρακτηρισμού του επίδικου ακινήτου ως τμήματος παλαιού αιγιαλού κατά το παρελθόν και, άρα, μη προστατευόμενου κτήματος, ανήκοντος στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16/5/2014 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 78/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 1 Απριλίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ