368/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated368/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η παραπλανητική συμπεριφορά μπορεί να συνίσταται είτε στην παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών (παρελθόντων, παρόντων ή μελλόντων) είτε στην απόκρυψη η αποσιώπηση εφόσον, στην τελευταία, περίπτωση, ο αποσιωπών ή αποκρύπτων την αλήθεια έχει υποχρέωση να την αποκαλύψει είτε από το νόμο, είτε από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, (ΑΠ 1225/10, ΑΠ 1246/10, ΑΠ 1399/2007).
Full text
Απόφαση 368 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 368/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΤΤΙΚΕΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΛΑΤΟΜΙΚΕΣ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΕΙΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" με τον διακριτικό τίτλο "ΑΤΤΙ-ΚΑΤ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, αναδόχου του έργου "Εγνατία Οδός, τμήμα Παναγιά-Γρεβενά" από Α/Κ Παναγιάς έως Χ.Θ. 6+300 (4.1.ς), η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Κουτρούμπα.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΓΝΑΤΙΑ ΟΔΟΣ Α.Ε", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πέτρο Γεωργιάδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Δεκεμβρίου 2007 προσφυγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Εφετείο Λάρισας.
Εκδόθηκε η απόφαση 210/2011 οριστική του ιδίου δικαστηρίου (σε Πενταμελή Σύνθεση) την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6 Φεβρουαρίου 2012 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Καγκάνης, ανέγνωσε την από 26 Σεπτεμβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Kατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 147 ΑΚ ως απάτη που στοιχειοθετεί ελάττωμα της βούλησης και μπορεί να επιφέρει, υπό τη συνδρομή των οριζομένων στο άρθρα 140,141 και 914 ΑΚ προϋποθέσεων, ακύρωση της καταρτισθείσας δικαιοπραξίας και υποχρέωση προς αποζημίωση κατά τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες, νοείται κάθε συμπεριφορά, με την οποία ενσυνείδητα και από πρόθεση (αρκεί και ενδεχόμενος δόλος) προκαλείται σε άλλον πλάνη ή ενισχύεται ή διατηρείται πεπλανημένη αντίληψη αυτού, ώστε η συμπεριφορά αυτή να υπήρξε αποφασιστική για την κατάρτιση της δικαιοπραξίας ή τη συνομολόγηση ορισμένων κρίσιμων σημείων αυτής.
Η παραπλανητική συμπεριφορά μπορεί να συνίσταται είτε στην παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών (παρελθόντων, παρόντων ή μελλόντων) είτε στην απόκρυψη η αποσιώπηση εφόσον, στην τελευταία, περίπτωση, ο αποσιωπών ή αποκρύπτων την αλήθεια έχει υποχρέωση να την αποκαλύψει είτε από το νόμο, είτε από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, (ΑΠ 1225/10, ΑΠ 1246/10, ΑΠ 1399/2007).
Η, συνεπεία της απάτης, πλάνη του δηλούντος δεν ενδιαφέρει αν είναι συγγνωστή ή όχι, ουσιώδης ή επουσιώδης, καθώς και αν αναφέρεται στα παραγωγικά της βουλήσεως αίτια, αν δε είναι ουσιώδης μπορεί να επιφέρει την ακύρωση της δικαιοπραξίας και λόγω πλάνης. Ο δόλος του μετερχομένου την απάτη υπάρχει όταν αυτός επιδιώκει ή τουλάχιστον αποδέχεται να παρασυρθεί ο απατώμενος σε δήλωση βουλήσεως, στην οποία δεν θα προέβαινε χωρίς τη δόλια εξαπάτηση, δεν απαιτείται, όμως, ο εξαπατών να επιδιώκει την απόκτηση παρανόμου περιουσιακού οφέλους.
Αρκεί μεταξύ της απατηλής συμπεριφοράς του δράστη και της δηλώσεως βουλήσεως του εξαπατηθέντος να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος, με την έννοια ότι η παραπλανητική αυτή συμπεριφορά του δράστη υπήρξε αποφασιστικό αίτιο για τη δήλωση βουλήσεως του συγκεκριμένου εξαπατηθέντος, (ΑΠ 304/07, 1399/07).
Εξάλλου, στο άρθρο 8 του ν. 3263/2004 "Μειοδοτικό σύστημα ανάθεσης των δημοσίων έργων" ορίζεται ότι "1. Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων εγκρίνονται ενιαία τιμολόγια εργασιών, ανάλογα με την κατηγορία και το μέγεθος των έργων και με την προσβασιμότητα της περιοχής εκτέλεσής τους, πρότυπα τεύχη διακηρύξεων και έντυπων προσφοράς για όλα τα συστήματα υποβολής προσφοράς, καθώς και άλλα πρότυπα εγγράφων του χρησιμοποιούνται κατά τις δημοπρασίες των έργων. 2.
Τα τιμολόγια, καθώς και τα πρότυπα, μετά την έγκριση τους, ισχύουν υποχρεωτικά για όλους τους φορείς που δημοπρατούν δημόσια έργα... 3. Οι τιμές των εργασιών των ενιαίων τιμολογίων αναπροσαρμόζονται, όπως ορίζεται στην απόφαση και λαμβάνονται αυτούσιες η σε συνδυασμό μεταξύ τους για τη σύνταξη των προϋπολογισμών των έργων" Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 3ν παρ.1 του, κατ' εξουσιοδότηση του άρθρ. 5 παρ.8 του ν.2229/1994 εκδοθέντος, κανονισμού της αναιρεσίβλητης "περί αναθέσεως και εκπονήσεως μελετών και αναθέσεως της εκτελέσεως έργων της εταιρείας με την επωνυμία ΕΓΝΑΤΙΑ ΟΔΟΣ ΑΕ", που εγκρίθηκε με την Δ17α/10/59/ΦΝ 393/10-7-96 (ΦΕΚ 611Β, 22-7-96), απόφαση του Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ, η ανάθεση και η εκτέλεση από την εν λόγω εταιρεία έργων γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.1418/84...
του ν.3263/2004 και όλων των σχετικών εκτελεστικών υπουργικών αποφάσεων και προεδρικών διαταγμάτων εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στον εν λόγω κανονισμό. Μια τέτοια διαφορετική ρύθμιση προβλέπεται στο, εγκριθέν με την Δ17α/272/9/ΦΝ 393/30.11.04 (ΦΕΚ 1765Β/30.11.04) απόφαση Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ, άρθρο 6 παρ.παρ.1,2 αυτού (κανονισμού), στο οποίο, κατά παρέκκλιση των οριζομένων στο παραπάνω άρθρ. 8 παρ.2 του ν.3263/04 περί υποχρεωτικής ισχύος, σε όλα τα έργα των φορέων που δημοπρατούν δημόσια έργα, των εγκεκριμένων ενιαίων τιμολογίων, ορίζεται ότι "σε περίπτωση που κατά τη δημοπράτηση ενός έργου απαιτείται η τιμολόγηση κάποιας αναγκαίας προς εκτέλεση εργασίας, που δεν περιλαμβάνεται στα ενιαία τιμολόγια, συντάσσεται νέο άρθρο που προστίθεται στο τιμολόγιο και, στο μέτρο που είναι αναγκαίο, αντίστοιχο άρθρο Τεχνικής Συγγραφής Υποχρεώσεων που προσαρτάται ως ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ στην εγκεκριμένη τεχνική συγγραφή υποχρεώσεων".
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, ο λόγος για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτής δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως (Ολ. ΑΠ 10/2011, ΑΠ 191/2013, ΑΠ 495/2013, ΑΠ 609/2013). Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (Ολ. ΑΠ 20/2005, ΑΠ 481/2013) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η από το άρθρ. 559 αρ.1 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι, κατ'εσφαλμένη εφαρμογή των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθ. 140, 141, 147, 914 ΑΚ και 8 παρ.2 ν.3263/2004, η προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε, ως μη νόμιμη, την από τα άρθρα αυτά βάση της από 20-12-07 προσφυγής της (αναιρεσείουσας) με την οποία, κατά τη διαλαμβανομένη στο αναιρετήριο δικόγραφο σχετική περικοπή, η τελευταία ισχυρίστηκε ότι: "ύστερα από δημόσιο μειοδοτικό διαγωνισμό που προκήρυξε η καθής ανώνυμη εταιρία, με την επωνυμία "ΕΓΝΑΤΙΑ ΟΔΟΣ ΑΕ", αναδείχθηκα (αναιρεσείουσα) μειοδότρια και κατήρτισα με την καθής τη με αριθ. 1096/18-4-2005 σύμβαση, με την οποία η τελευταία μου ανέθεσε, αντί εργολαβικού ανταλλάγματος 119.526.543 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 22.710.044 ευρώ, την εκτέλεση μέρους του έργου "ΕΓΝΑΤΙΑ ΟΔΟΣ:
ΤΜΗΜΑ ΠΑΝΑΓΙΑ ΓΡΕΒΕΝΑ από Α/Κ ΠΑΝΑΓΙΑΣ έως χ.θ 6 + 300", στο οποίο εντάσσονται και δύο δίδυμες σήραγγες, ήτοι οι σήραγγες Παναγιάς και Συρτού, συνολικού μήκους 4,2 χλμ. Ότι στο συμβατικό τεύχος "Τεχνικές προδιαγραφές σηράγγων Α(ΤΠΣΑ)" οι εργασίες εκσκαφών και άμεσης υποστήριξης για κάθε κατηγορία γεωλογικού σχηματισμού των σηράγγων κοστολογούνται με κατ' αποκοπή σύνθετη τιμή ανά μέτρο μήκους των σηράγγων, η οποία περιλαμβάνει τόσο την τιμή για τις επιμέρους εργασίες εκσκαφής όσο και τις τιμές για τις λοιπές επί μέρους εργασίες άμεσης υποστήριξης τούτων, οι οποίες αναλύονται στο Συμβατικό Τιμολόγιο, πλην της πρώτης τιμής για τις εργασίες εκσκαφής και ως εκ τούτου η τελευταία δεν προκύπτει άμεσα από το Συμβατικό Τιμολόγιο.
Ότι η καθής (αναιρεσίβλητης) κατά τη δημοπράτηση του έργου έθεσε μεν στη διάθεση μου (αναιρεσείουσας) τα τεύχη δημοπράτησης και το Τιμολόγιο μελέτης αυτού, πλην όμως δεν τα ήλεγξα. Ωστόσο, ενόψει της εμπειρίας μου, λόγω της συμμετοχής μου σε διαγωνισμούς που προκηρύσσονται από το Δημόσιο και τους φορείς που δημοπρατούν δημόσια έργα, είχα (η αναιρεσείουσα) την πεποίθηση, κατά την υποβολή της προσφοράς της και την κατάρτιση του επιδίκου συμβάσεως με την καθής, ότι η τελευταία είχε συντάξει τα τιμολόγια και τον προϋπολογισμό μελέτης του έργου με βάση τα εγκεκριμένα με την υπ'αριθμ.
Δ1/α/09/136/ΦΝ 437/29-12-2004 απόφαση του Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ Πρότυπα Τιμολόγια, καθόσον τα τιμολόγια αυτά εφαρμόζονται υποχρεωτικά από το Δημόσιο και όλους τους φορείς που δημοπρατούν δημόσια έργα, σύμφωνα με το άρθρο 8 του ν.3263/2004. Στην πραγματικότητα όμως βάσει του Συμβατικού Τιμολογίου που είχε συντάξει η καθής, το ποσό που αντιστοιχούσε στις εργασίες εκσκαφής ανά μέτρο μήκους των σηράγγων υπελείπετο εν γνώσει της κατά πολύ των τιμών του Πρότυπου Τιμολογίου του ΥΠΕΧΩΔΕ, πράγμα που διαπίστωσα (η προσφεύγουσα) στη συνέχεια κατά την εκτέλεση του ανατεθέντος απ' αυτήν έργου, όταν από την κατ' αποκοπή σύνθετη τιμή για τις εργασίες εκσκαφής και άμεσης υποστήριξης, ανά μέτρο μήκους των σηράγγων αφαίρεσα τις επί μέρους τιμές για τις εργασίες άμεσης υποστήριξης, οπότε προέκυψε η τιμή για τις εργασίες εκσκαφής.
Ότι εξαιτίας του ότι η καθής (αναιρεσίβλητη) παρά το νόμο δεν εφάρμοσε τις τιμές του Πρότυπου Τιμολογίου του ΥΠΕΧΩΔΕ και δεν ανέγραψε αναλυτικά στο Συμβατικό τιμολόγιο και την τιμή μονάδος για τις επί μέρους εργασίες εκσκαφής που περιλαμβανόταν στην κατ' αποκοπή σύνθετη τιμή για τις εργασίες εκσκαφής και άμεσης υποστήριξης των σηράγγων, ανακοινώνοντας έτσι ατελώς στοιχείο ουσιώδες για τη μεταξύ μας σύμβαση, το οποίο είχε υποχρέωση από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη να (της) παρουσιάσει με σαφήνεια, με δόλο προκάλεσε στην προσφεύγουσα την εσφαλμένη πεποίθηση ότι η τιμή εκσκαφής του Συμβατικού Τιμολογίου ανταποκρινόταν στις τιμές του Πρότυπου Τιμολογίου του ΥΠΕΧΩΔΕ και την έπεισε να προέλθει στην κατάρτιση της επιδίκου συμβάσεως την οποία διαφορετικά δεν θα κατήρτιζε.
Ότι συνεπεία της απατηλής συμπεριφοράς της καθής (η προσφεύγουσα) ζημιώθηκε κατά το ποσό των 13.047.160,38 ευρώ, το οποίο συνιστά τη διαφορά των τιμών του Συμβατικού Τιμολογίου από τις τιμές του Προτύπου Τιμολογίου του ΥΠΕΧΩΔΕ για τις εργασίες της εκσκαφής των σηράγγων που εκτέλεσε κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην προσφυγή ..." Επί της προσφυγής αυτής εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση η οποία την απέρριψε ως μη νόμιμη δεχθείσα ότι, "υπό τα εκτιθέμενα στην προσφυγή δεν στοιχειοθετείται παραπλανητική συμπεριφορά εκ μέρους της καθής ούτε με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ούτε με την απόκρυψη ή αποσιώπηση αλλά ούτε με την ατελή ανακοίνωση αληθών γεγονότων αφού, υπό τα εκτιθέμενα, η καθής κατά τη δημοπράτηση του επιδίκου έργου είχε θέσει στη διάθεση της προσφεύγουσας (αναιρεσείουσας) τα τεύχη δημοπράτησης και τα τιμολόγια μελέτης του εν λόγω έργου, και επομένως, αυτή, ενόψει και της επικαλούμενης εμπειρίας της από προηγούμενη συμμετοχή της σε άλλα δημόσια έργα, είχε την ευχέρεια να διαπιστώσει το ύψος της τιμής μονάδας της επί μέρους εργασίας εκσκαφής που περιλαμβανόταν στην κατ' αποκοπή σύνθετη τιμή του Συμβατικού Τιμολογίου για τις εργασίες εκσκαφής και άμεσης υποστήριξης των σηράγγων, με απλές αριθμητικές πράξεις, όπως έκανε στη συνέχεια, δηλαδή με αφαίρεση από την κατ' αποκοπή σύνθετη τιμή των τιμών μονάδος για τις λοιπές περιλαμβανόμενες σ' αυτή επί μέρους εργασίες, άμεσης υποστήριξης των σηράγγων, διότι, εφόσον οι τιμές αυτές, κατά τους ισχυρισμούς της, παρατίθενται αναλυτικά στο Συμβατικό Τιμολόγιο, απέμενε μόνο η τιμή εκσκαφής, η οποία μπορούσε να προκύψει με ακρίβεια με την άνω αριθμητική πράξη της αφαιρέσεως.
Σε κάθε δε περίπτωση, και αν ήθελε υποτεθεί ότι η καθής επέδειξε παραπλανητική συμπεριφορά με την ατελή ανακοίνωση της επί μέρους τιμής μονάδος για τις εργασίες εκσκαφής, που περιλαμβάνονται στην ως άνω σύνθετη κατ' αποκοπή τιμή του Συμβατικού Τιμολογίου, αυτή δεν συνδέεται αιτιωδώς με την παραπλάνηση της προσφεύγουσας, διότι...".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις των άρθρων 140, 141, 147, 914 ΑΚ και 8 παρ.2 ν.3263/2004, οι οποίες, ορθώς, δέχθηκε ότι δεν μπορεί να εφαρμοστούν στην ένδικη περίπτωση, αφού, πραγματικά, υπό τα εκτιθέμενα στην προσφυγή, η επικαλουμένη από την αναιρεσείουσα διάσταση μεταξύ δηλώσεως και βουλήσεως των νομίμων εκπροσώπων της κατά τις διαπραγματεύσεις για την υπογραφή της ένδικης σύμβασης εκτέλεσης δημοσίου έργου δεν μπορεί να αποδοθεί σε παραπλανητική συμπεριφορά των οργάνων (εκπροσώπων) της αναιρεσίβλητης η οποία, κατά την αναιρεσείουσα (προσφεύγουσα) συνίσταται στο ότι η τελευταία, ενεργώντας κατά παράβαση των αρχών της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, παράλειψε δολίως να την ενημερώσει ότι η κοστολόγηση των εργασιών του έργου (εκσκαφής και άμεσης υποστήριξης των σηράγγων), που περιλαμβανόταν στα παραδοθέντα σ' αυτήν (αναιρεσείουσα) τεύχη δημοπράτησης και το σχετικό τιμολόγιο μελέτης δεν έγινε με βάση τις προβλεπόμενες από τα, αρμοδίως εγκριθέντα, ενιαία τιμολόγια τιμές, οι οποίες είναι υποχρεωτικές, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρ. 8 παρ.2 ν.3263/04, για όλους όσους δημοπρατούν δημόσια έργα, αλλά (έγινε) με βάση τις κατώτερες τιμές των τιμολογίων (Συμβατικά Τιμολόγια) που είχε συντάξει η ίδια (αναιρεσίβλητη) τούτο δε καθόσον η εν λόγω αιτίαση της αναιρεσείουσας στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι η αναιρεσίβλητη εργοδότρια είχε υποχρέωση να προβεί στην κοστολόγηση των εργασιών εκσκαφής του έργου με βάση τις τιμές των ενιαίων τιμολογίων του άρθ. 8 παρ.1 ν.3263/04, παραγνωρίζοντας την, από τον κανονισμό αυτής, (αναιρεσίβλητης)παρεχομένη, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη σχετική μείζονα σκέψη, δυνατότητα κοστολογήσεως αυτών με βάση τη συμβατική τιμή που διαλαμβανόταν στο σχετικό τιμολόγιο μελέτης που συνέταξε η ίδια και παρέδωσε στην αναιρεσείουσα, η οποία ευχερώς θα μπορούσε να διαπιστώσει αφενός το διαφορετικό τρόπο κοστολόγησης απ' αυτόν που η ίδια πεπλανημένως, από δική της όμως υπαιτιότητα, υπολάμβανε ότι θα εφαρμοστεί όσο και την υπάρχουσα σε βάρος της διαφορά, μεταξύ των προβλεπομένων από τα ενιαία και τα συμβατικά τιμολόγια τιμών κοστολόγησης των εργασιών εκσκαφής, η οποία ευχερώς προέκυπτε ύστερα από αφαίρεση από την αναγραφομένη ενιαία τιμή "των εργασιών εκσκαφής και άμεσης υποστήριξης αυτής που αντιστοιχούσε στις τελευταίες εργασίες (άμεσης υποστήριξης).
Κατ' ακολουθίαν αυτών η παραπάνω περιγραφομένη στην προσφυγή-συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης εργοδότριας, όντας σύμφωνη με την προβλεπομένη από τον αρμοδίως εγκριθέντα κανονισμό της τελευταίας ρύθμιση αναφορικά με τον τρόπο κοστολόγησης των εργασιών εκσκαφής και μη διαλαμβάνουσα ούτε παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών ούτε αποσιώπηση ή απόκρυψη ή ατελή ανακοίνωση τέτοιων γεγονότων δεν μπορεί να θεμελιώσει την επικαλουμένη από την αναιρεσείουσα αδικοπρακτική συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης και να οδηγήσει στην εφαρμογή των επικαλουμένων απ' αυτήν ως άνω διατάξεων και επομένως, κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων, έκρινε τη προσβαλλομένη απόφαση απορριπτέα ως μη νόμιμη την ένδικη προσφυγής της αναιρεσειούσας, της επάλληλης αιτιολογίας αυτής (προσβαλλομένης απόφασης) αναφορικά με την "ανυπαρξία αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της ατελούς ανακοινώσεως της επί μέρους τιμής μονάδος για τις εργασίες εκσκαφής που περιλαμβάνεται στην ενιαία τιμή του συμβατικού τιμολογίου, στην περίπτωση που ήθελε γίνει δεκτό ότι η αναιρεσίβλητη επέδειξε τέτοια συμπεριφορά και της παραπλάνησης της αναιρεσείουσας", αλυσιτελώς προσβαλλομένης με το δεύτερο σκέλος του παραπάνω από το άρθ. 559 αρ.1 ΚΠολΔ πρώτου λόγου, καθόσον, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, το διατακτικό αυτής, θεμελιούμενο στις επάλληλες αιτιολογίες αφενός της ανυπαρξίας αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης και αφετέρου της έλλειψης αιτιώδους συνδέσμου, επαρκώς στηρίζει η αναφερομένη στην ανυπαρξία αδικοπρακτικής συμπεριφοράς αιτιολογία, η προσβολή της οποίας κρίθηκε απαράδεκτη (Ολ.
ΑΠ 24/94, ΑΠ 320/08, 164/94, 308/99). Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας της υπόθεσης. Δεν ιδρύεται, επομένως, ο λόγος αυτός όταν η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αφορά τη σκέψη της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ή ισχυρισμός ως μη νόμιμος, αόριστος ή απαράδεκτος ή για οποιονδήποτε άλλο τυπικό λόγο (Ολ.
ΑΠ 3/1997, Ολ. ΑΠ 44/1990).
Κατ' ακολουθίαν αυτών ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση από το άρθρ. 559 αρ.19 ΚΠολΔ με την επίκληση α) της ύπαρξης αντιφατικών αιτιολογιών της προσβαλλομένης απόφασης αναφορικά με την απόρριψη ως μη νόμιμης της εκ των διατάξεων των άρθρων 140, 141, 147, 914 ΑΚ βάσης της ασκηθείσας από την αναιρεσείουσα ένδικης προσφυγής και β) ανυπαρξίας αιτιολογιών αναφορικά με τη σιωπηρή απόρριψη των από τα άρθρα 288 ΑΚ και 8 ν.3263/04 λοιπών επικουρικών βάσεων της ιδίας ως άνω προσφυγής κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος αφού, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, σ' όλες αυτές τις περιπτώσεις δεν συντρέχει η απαραίτητη για τη θεμελίωση του από το άρθ.559 αρ.19 ΚΠολΔ αναιρετικού λόγου προϋπόθεση της ύπαρξης δικαστικής επί της ουσίας της υπόθεσης κρίσης.
Κατά το άρθρο 559 αριθ.9 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρείται η αίτηση που αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία. Για να είναι όμως ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της αίτησης που παρέμεινε αδίκαστη και ο προσδιορισμός αυτής (ΑΠ 115/2011, ΑΠ 58/2010).
Κατ' ακολουθίαν αυτών ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, (δεύτερος κατά το αναιρετήριο), με τον οποίο προβάλλεται η από το άρθρο 559 αρ.9 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι η προσβαλλομένη απόφαση "δεν ασχολήθηκε καθόλου, αφήνοντας έτσι αδίκαστη, τόσο την εκ του άρθρ. 288 ΑΚ βάση της προσφυγής γιατί η καθής όφειλε κατά την πληρωμή να τηρήσει τις αρχές της καλής πίστεως όσο και με την από το άρθρ. 8 ν.3263/2004 βάση αυτής αφού το αιτούμενο ποσό το δικαιούμαστε ως αμοιβή, πλέον της συμφωνημένης με τα συμβατικά τιμολόγια, με βάση τα πρότυπα τιμολόγια τα οποία και υπερισχύουν" κρίνεται απορριπτέος ως αόριστος καθόσον δεν προσδιορίζεται στο αναιρετήριο δικόγραφο το περιεχόμενο των φερομένων ως αδικάστων αιτήσεων παροχής έννομης προστασίας, με την αναφορά των επικληθέντων για τη θεμελίωση αυτών πραγματικών περιστατικών, της αναιρεσείουσας περιορισθείσας στην αναγραφή στο αναιρετήριο δικόγραφο μόνο της περικοπής της προσφυγής που αναφέρεται στην ως μη νόμιμη απορριφθείσα, από τα αρ. 140, 1041, 149, 914 ΑΚ, βάση, η οποία προσβάλλεται με τον παραπάνω πρώτο λόγο της αναίρεσης.
Κατ' ακολουθίαν των παραπάνω και ενόψει της μη υπάρξεως άλλου λόγου προς έρευνα πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της νικήσασας αναιρεσίβλητης (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 6-2-2012 αίτηση αναίρεσης της 210/2011 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης ποσού δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Δεκεμβρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Φεβρουαρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ