Legislator Case Law & Legislation
368/2012 AI generated

368/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 368/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 368 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 368/2012

Legislator headnote

AI generated

368/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 368 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 368/2012

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 368 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 368/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Ν. Ο. Ρ. του Ν., κατοίκου ..., 2. Ν. Ο. Ρ. του Ν., κατοίκου ... και 3. Ρ. συζ. Α. Χ., το γένος Ν. Ρ. Ο., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Γκάνια, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Ν. Ο. Α. του Ν. και 2. Α. χήρας Ν. Ρ. Ο., το γένος Α. Μ. Ο., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3 Μαρτίου 2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3/2006 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 587/2008 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την 13 Ιουλίου 2009 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 24 Φεβρουαρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου, κατά το πρώτο σκέλος, και τρίτου της 41/13.7.2009 αιτήσεως για αναίρεση της 587/31.12.2008 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης. Για την πιστοποίηση των παραπάνω συντάχθηκε αυτό το πρακτικό.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις 8037, 8038 Γ'/9-2-2010 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ξάνθης ... προκύπτει ότι με εντολή του πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσειόντων Σπυρίδωνα Γκάνια, οι οποίοι επισπεύδουν την κρινόμενη 41/13-7-2009 αίτηση για αναίρεση της 587/31-12-2008 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της εν λόγω αιτήσεως, με τις συνημμένες πράξεις καταθέσεως δικογράφου και ορισμού δικασίμου για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο (28-3-2011), νομότυπα και εμπρόθεσμα επιδόθηκε στους αναιρεσίβλητους με κλήση προς συζήτηση κατά την εν λόγω, αρχική, δικάσιμο (28-3-2011), κατά την οποία αναβλήθηκε για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσης (6-2-2012), με αντίστοιχη αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο, η οποία ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων κατά την εν λόγω μετ' αναβολή δικάσιμο (ΚΠολΔ 575 παρ. 1 εδ. 2, 226 παρ. 4 εδ. 3,4). Κατ' αυτήν όμως, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνησή της από το οικείο πινάκιο, οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ούτε κατέθεσαν δήλωση σύμφωνα με τα άρθρα 573 παρ. 1, 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, επιτρεπτώς το Δικαστήριο προχωρεί στη συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία των αναιρεσίβλητων , σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2. Ειδικότερα, με την κρινόμενη 41/13-7-2009 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 587/31-12-2008 απόφαση του Εφετείου Θράκης, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ εκτίμηση, των διαδικαστικών εγγράφων.

Ειδικότερα, με την 17/14-2-2005 αγωγή εφέρετο προς διάγνωση αξίωση των δι' αυτής εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων αποδόσεως από τους τελευταίους της αξίας του παραχθέντος από πέντε (5) γαλακτοπαραγωγικές της συγκυριότητας των διαδίκων αγελάδες γάλακτος (α) κατά το από 1-1-1998 έως 31-12-2004 χρονικό διάστημα ως κακοπίστων νομέων κατά το υπερβάλλον το ποσοστό συγκυριότητάς τους και ανήκον στους αναιρεσείοντες ιδανικό μερίδιο, με παράλληλη επικουρική θεμελίωση στις περί αδικοπραξιών διατάξεις και (β) από 27-4-1994 έως 31-12-1997 στην αποδιδόμενη στους αναιρεσίβλητους αδικοπραξία, με θεμελίωση, λόγω παραγραφής της απορρέουσας εξ' αυτής αξιώσεως τους, στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις. Επί των εν λόγω παραδεκτώς υποκειμενικώς σωρευομένων (ΚΠολΔ 74 περ. 1) αγωγών εκδόθηκε, κατά μερική παραδοχή τους, η 3/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης και σε δεύτερο βαθμό, κατ' αποδοχή των (i) 12/2-2-2006 και (ii) 36/30-3-2007 εφέσεων των διαδίκων, εξαφάνιση της προσβαλλόμενης δι' αυτών πρωτοβάθμιας αποφάσεως και εξέταση κατ' ουσίαν της υποθέσεως, η 587/2008 απόφαση του Εφετείου Θράκης, με απορριπτική επί της αγωγής κρίση. Ειδικότερα αξιολόγησε τις αγωγέςΑ'ως μη νόμιμες κατά το από 8-7-2002 έως 31-12-2004 χρονικό διάστημα, ενόψει του διαλαμβανόμενου στο δικόγραφο αυτών ισχυρισμού ότι στις 8-7-2002 αποδόθηκαν στους αναιρεσείοντες, μετά από αναγκαστική εκτέλεση της εκδοθείσης σχετικής δικαστικής αποφάσεως, οι επίμαχες αγελάδες κατά το ανήκον στους τελευταίους ιδανικό μερίδιο των 5/8 και Β' ως κατ' ουσίαν αβάσιμες κατά τα λοιπά, δεχθείσα ειδικότερα I ότι από 27-4-1994 έως 23-11-1998 (χρόνος επιδόσεως της σχετικής διεκδικητικής αγωγής) οι αναιρεσίβλητοι ήσαν καλόπιστοι νομείς, χωρίς παράλληλα να στοιχειοθετείται αδικοπραξία τους κατά την έννοια θεμελιώσεως των αγωγών στη χαρακτηριζόμενη με στοιχ. (α) επικουρική βάση τους (από 1-1-1998 έως 7-7-2002) και με στοιχ. (β) κύρια βάση τους (από 27-4-1994 έως 31-12-1997) και II.ότι από 24-11-1998 μέχρι 7-7-2002 η αξία του παραχθέντος γάλακτος υπερέβαινε ή ήταν ισόποση, κατά τις αναλυτικά σημειούμενες κατά χρονική περίοδο διακρίσεις, με τις δαπάνες, στις οποίες υποβλήθηκαν προς τούτο οι αναιρεσίβλητοι, απαίτησή τους την οποία προέτειναν προς συμψηφισμό προς εκείνη των αναιρεσειόντων, με ολική εντεύθεν απόσβεσή της. Την περί πραγμάτων με στοιχ. Β' κρίση της στήριξε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της. Ειδικότερα διέλαβε στις αιτιολογίες της, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή τους, "Οι ενάγοντες είναι γνήσια τέκνα του αποβιώσαντος την 26-4-1994 Ρ. Ο. Ν. του Ρ. από το γάμο του με την Π. που απεβίωσε στις 30-4-1970. Ο πρώτος εναγόμενος είναι επίσης γνήσιο τέκνο του ως άνω αποβιώσαντος από το δεύτερο γάμο του με τη δεύτερη εναγομένη Α. Α. Μ. Ο.. Ο τελευταίος κατά το χρόνο του θανάτου του άφησε την .../28-1-1991 δημόσια διαθήκη του ενώπιον του συμβολαιογράφου Ξάνθης Κωνσταντίνου Σισαμπέρη που δημοσιεύτηκε με τα 91/8-9-1994 πρακτικά συνεδριάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, με την οποία εγκατέστησε κληρονόμους του τους εναγομένους, ενώ απέκλεισε από την κληρονομική διαδοχή τους ενάγοντες υιούς του λόγω του ότι του προκάλεσαν στο παρελθόν σωματικές βλάβες και την ενάγουσα κόρη του διότι την κληρονομική της μερίδα την είχε δώσει σ' αυτή με παροχές εν ζωή. Μεταξύ των κληρονομικών στοιχείων περιλαμβάνονταν και πέντε αγελάδες μέσης γαλακτοπαραγωγής, χρώματος ασπρόμαυρου, φυλής "HOLSTEIΝ". Μετά το θάνατο του συζύγου και πατέρα τους οι εναγόμενοι τις ως άνω αγελάδες τις διέτρεφαν και τις εκμεταλλεύονταν κτηνοτροφικά. Οι εναγόμενοι με την από 20-7-1994 αίτηση τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων αμφισβήτησαν τον λόγο αποκληρώσεώς τους και επικαλούμενοι κληρονομικό δικαίωμα ζήτησαν τα κληρονομιαία κινητά πράγματα μεταξύ των οποίων και τέσσερις αγελάδες και πέντε μοσχάρια να τεθούν υπό μεσεγγύηση με μεσεγγυούχο τον πρώτο εξ αυτών (Ν. Ο. Ρ.).Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 182/1994 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία πιθανολογήθηκε ως βάσιμος ο λόγος αποκληρώσεως των δύο πρώτων εξ αυτών (τότε αιτούντων και νυν εναγόντων) απέρριψε την αίτηση ως προς αυτούς και την έκαμε δεκτή ως προς την τρίτη (τότε τρίτη αιτούσα και νυν τρίτη ενάγουσα) διορίζοντας μεσγγυούχο όντως την πρώτη εναγομένη (τότε πρώτη καθής). Στη συνέχεια οι ενάγοντες άσκησαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης την από 20-8-1998 διεκδικητική αγωγή, η οποία επιδόθηκε στους εναγομένους την 23-11-1998 (βλ. τις 3160, 3161/23-11-1998 εκθέσεις επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ξάνθης ...). Με την 84/31-12-1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης η ως άνω αγωγή απορρίφθηκε ως αόριστη. Εν συνεχεία με την από 20-1-2000 (αύξοντα αριθμό κατάθεσης 22/1-2-2000) διεκδικητική αγωγή τους, η οποία επιδόθηκε στους εναγομένους την 3-2-2000 (βλ. τις 147 και 149/3-2-2000 εκθέσεις επιδόσεως του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητή) ήτοι εντός εξαμήνου από την έκδοση της προαναφερόμενης 84/1999 απόφασης. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 13/2001απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, η οποία έκρινε ότι η προαναφερόμενη διαθήκη κατά το μουσουλμανικό νόμο που ρυθμίζει τις κληρονομικές σχέσεις των μουσουλμάνων Ελλήνων υπηκόων δεν αποτελεί λόγο κλήσης στην κληρονομιά του θανόντος αλλά ότι συμπληρώνει την εξ αδιαθέτου διαδοχή και ότι η διαθήκη των μουσουλμάνων αποτελεί ένα είδος απλής κληροδοσίας υπέρ τρίτου εφόσον ο τρίτος δεν έχει την ιδιότητα του κληρονόμου ή υπέρ ευαγών και φιλανθρωπικών σκοπών και περαιτέρω ότι με το θάνατο του κληρονομουμένου οι, κατά το νόμο, κληρονόμοι, υπεισέρχονται αυτοδίκαια στην κυριότητα των κληρονομιαίων πραγμάτων απευθείας ανάλογα με τη μερίδα του. Με τις σκέψεις αυτές έκρινε την .../26-1-1991 δημόσια διαθήκη ενώπιον του συμβολαιογράφου Ξάνθης Κωνσταντίνου Σισαμπέρη ανίσχυρη, αναγνώρισε τους ενάγοντες., συγκυρίους κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου, 2/8 εξ αδιαιρέτου αντιστοίχως και τους εναγομένους κατά ποσοστό 2/8 και 1/8 εξ αδιαιρέτου αντιστοίχως των κληρονομιαίων κινητών πραγμάτων, μεταξύ των οποίων και σε πέντε γαλακτοφόρες αγελάδες τύπου HOLSTEIN και διέταξε την απόδοση των κινητών στους ενάγοντες κατά το ποσοστό της συγκυριότητάς τους. Η ως άνω απόφαση κατέστη τελεσίδικη αφού η κατ' αυτής ασκηθείσα έφεση απορρίφθηκε με την 262/2002 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτεθέντα το Δικαστήριο κρίνει, ότι, κατά το χρονικό διάστημα από 27-4-1994 μέχρι 23-11-1998 (χρόνος επίδοσης της από 20-8-1998 αγωγής), στο οποίο συμπεριλαμβάνεται και χρόνος ανηλικότητας του πρώτου εναγομένου, οι εναγόμενοι δικαιολογημένα πίστευαν ότι είναι αποκλειστικά κύριοι νομείς και κάτοχοι κατά την προαναφερόμενη διαθήκη του πατέρα και συζύγου τους. Τούτο δε, λαμβανομένου υπόψη, ότι με την προαναφερόμενη απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων είχαν κατά το μεγαλύτερο μέρος δικαιωθεί. Κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα, σε καμία περίπτωση η κατάληψη των κλήρονομιαίων αγελάδων από τους εναγομένους μετά το θάνατο του κληρονομουμένου δεν θεωρείται ότι έγινε παράνομα και από υπαιτιότητα τους, ώστε να συνιστά αδικοπραξία (άρθρο 1099, 914 επόμ. Α.Κ.) δυναμένη να θεμελιώσει τη δεύτερη επικουρική βάση της αγωγής και μοναδική βάση της αγωγής, όσον αφορά το χρονικό διάστημα από 27-4-1994 μέχρι 31-12-1997.

Συνεπώς η αγωγή πρέπει ν' απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη ως προς το αίτημά της, με το οποίο οι επείγοντες ζητούν την αναλογία του μεριδίου τους στα ωφελήματα που οι εναγόμενοι εισέπραξαν ή από δική τους υπαιτιότητα δεν εισέπραξαν, ενώ μπορούσαν να τα εισπράξουν σύμφωνα με τους κανόνες της τακτικής διαχείρισης κατά το χρονικό διάστημα από 27-4-1994 μέχρι 23-11-1998. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε τα ίδια δεν έσφαλε και όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι εκκαλούντες - ενάγοντες με τους λόγους της εφέσεώς τους είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα από 24-11-1998 μέχρι 3-2-2000 οι ενάγοντες δικαιούνται στη λήψη των ωφελημάτων, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη, αφού από την απόρριψη για τυπικούς λόγους της από 20-8-1998 αγωγής επανήλθαν εντός της προθεσμίας του άρθρου 263 Α.Κ. με την από 20-1-2000 αγωγή τους. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που απέρριψε την αγωγή ως προς το αίτημα της για την απόληψη των ωφελημάτων κατά το ως άνω χρονικό διάστημα έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και ο σχετικός λόγος της εφέσεως των εκκαλούντων εναγόντων πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Περαιτέρω από τις προαναφερόμενες κληρονομιαίες αγελάδες εν ζωή μέχρι τις 28-2-2001 (χρόνος έκδοσης της 13/2001 απόφασης του μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης) ήταν τρεις, δεδομένου ότι ο μέσος όρος ζωής μιας αγελάδας είναι επτά με οκτώ χρόνια και αυτές όλες ήταν γεννημένες πριν από το θάνατο του κληρονομουμένου Ρ. Ο. Ν., που συνέβη τον Απρίλιο του 1994 και οι υπόλοιπες ήταν εν ζωή καθ' όλη την ένδικη περίοδο ήτοι μέχρι 8-7-2002. Οι τρεις αγελάδες που κατά την χρονική περίοδο από 24-7-1998 μέχρι 28-2-2001 ήταν τουλάχιστον πέντε και έξι ετών και ως εκ τούτου όχι στην πλέον γαλακτοφόρα εποχή τους και ακόμη το ποσό γάλακτος που μπορεί να παράγει κατ' έτος κάθε αγελάδα κυμαίνεται μεταξύ 4.000 και 7.000 κιλών, παρήγαγαν κατ' έτος η κάθε μία κατά μέσο όρο 5.000 κιλά γάλακτος και κατά συνέπεια στο χρονικό διάστημα των δύο ετών και 97 ημερών περίπου η κάθε μία παρήγαγε συνολικά 11.329 κιλά γάλακτος και οι τρεις μαζί 33.987 κιλά γάλακτος (11.329 Χ 3), Η αξία του κιλού του γάλακτος την περίοδο Νοέμβριος 1998 Φεβρουάριος 2001 ήταν 85,18 δραχμές, που αντιστοιχούσαν σε 0,25 ευρώ. "Επομένως, η αξία των παραχθέντων από τις τρεις αγελάδες κατά την προαναφερόμενη περίοδο ποσοτήτων γάλακτος ανέρχεται στο ποσό των 8.496,75 ευρώ. Προκειμένου όμως να επιτευχθεί ,η παραγωγή του γάλακτος απαιτείται η καλή διατροφή του ζώου με ζωοτροφές (τριφύλλι κ.λ.π.) και η καλή κτηνιατρική του περίθαλψη και ακόμη η κοπιώδης και ανθυγιεινή ενασχόληση του κτηνοτρόφου με αυτό όπως το τάισμα του, τη βοσκή του, το καθάρισμα του στάβλου του, το άρμεγμά του, τη μεταφορά του γάλακτος του κ.λ.π. Αν δε ο κτηνοτρόφος δεν διαθέσει την προσωπική του εργασία είναι αδύνατη η ύπαρξη κερδών. Τα έξοδα αυτά (συμπεριλαμβανομένης και της προσωπικής εργασίας) ανέρχονται σε 3,5 ευρώ ημερησίως (σχετική η έκθεση του κτηνιάτρου).

Συνεπώς, για την παραγωγή των 33.987 κιλών γάλακτος δαπανήθηκε το ποσό των 3,5 ευρώ ημερησίως για το χρονικό διάστημα των 827 ημερών (24-11-1998 μέχρι 28-2-2001) το ποσό των 2.894,5 ευρώ και συνολικά για τις τρεις αγελάδες 8.683,5 (2.894,5 Χ 3). Με δεδομένα όλα αυτά πρέπει να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός των εναγομένων που παραδεκτά κατ' εκτίμηση όλου του περιεχομένου του προτάθηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και προτείνεται και στο παρόν Δικαστήριο, κατά τον οποίο πρέπει ν' αφαιρεθούν από την αξία του παραχθέντος γάλακτος οι γενόμενες για την παραγωγή του δαπάνες, συμψηφιζομένης με τον τρόπο αυτό της απαίτησης των εναγόντων (προς απόδοση της αξίας του γάλακτος). Έτσι αποφεύγεται η περίπτωση να γίνουν πλουσιότεροι οι ενάγοντες.

Επειδή όμως οι δαπάνες αυτές υπερβαίνουν την αξία του παραχθέντος γάλακτος, οι εναγόμενοι έχουν δικαίωμα προς αποκατάσταση τους, κατά τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη μέχρι της αξίας αυτού ήτοι του ποσού των 8.494,5 ευρώ. Ακολούθως αποδεικνύεται ότι οι δύο από τις κληρονομιαίες αγελάδες ήταν εν ζωή καθ' όλη την ένδικη περίοδο από 24-11-1998 μέχρι 8-7-2002. Και αυτές για τον ίδιο λόγο, που αναφέρθηκε και για τις άλλες τρεις, παρήγαγε η καθεμιά κατ' έτος 5.000 κιλά γάλα και έτσι για το χρονικό διάστημα των τριών ετών επτά μηνών και δεκατεσσάρων ημερών παρήγαγε 18.096 κιλά γάλακτος και οι δυο μαζί 36.192 κιλά (18.046 Χ 2). Η αξία δε του κιλού του γάλακτος κατά την περίοδο αυτή ήταν 0,25 ευρώ και άρα όλης της παραχθείσας ποσότητας 9.048 (36.192 Χ 0,25). Για την παραγωγή όμως του γάλακτος δαπανήθηκαν, όπως και παραπάνω, 3,5 ευρώ ημερησίως για την κάθε αγελάδα και συνολικά για τις 1.321 ημέρες 4.623,5 ευρώ (για την κάθε μία) και για τις δύο αγελάδες 9.247 ευρώ. Επομένως η ένδικη αξίωση των εναγόντων για απόδοση της εκ 9.048 ευρώ αξίας του γάλακτος συμψηφίζεται με την αντίστοιχη αξίωση των εναγομένων για απόδοση των δαπανών εκ 9.247 ευρώ.

Κατ' ακολουθίαν όλων όσων προαναφέρθηκαν και αφού οι υφιστάμενες δαπάνες για την παραγωγή του γάλακτος, την αξία του οποίου ζητούν οι ενάγοντες, είναι μεγαλύτερες από την αξία αυτού, όπως βάσιμα και παραδεκτά ισχυρίστηκαν οι εναγόμενοι, δεν υφίσταται η ένδικη αξίωση αυτών (εναγόντων)". Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως και ειδικότερα κατά του με στοιχ. Β' χαρακτηριζόμενου κεφαλαίου αυτής εναντιώνονται οι ηττηθέντες ενάγοντες- εφεσίβλητοι με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια κατ' αξιολογική σειρά οι διατυπούμενοι δι' αυτής λόγοι αναιρέσεως. Ειδικότερα: Κατά το άρθρο 1096 ΑΚ, ο νομέας ενέχεται να αποδώσει τα ωφελήματα που έχουν εξαχθεί από το πράγμα μετά την επίδοση της αγωγής, κατά δε το άρθρο 1098 του ίδιου Κώδικα, αν ο νομέας ήταν κακόπιστος κατά το χρόνο που κατέλαβε το πράγμα, γνώριζε δηλαδή ή από βαριά αμέλεια αγνοούσε ότι δεν δικαιούται στη νομή του πράγματος, υπέχει από τότε, ως προς το πράγμα και τα ωφελήματα του πράγματος, την ίδια ευθύνη που έχει και για το χρόνο μετά την επίδοση της αγωγής, δηλαδή ενέχεται σε απόδοση των ωφελημάτων που πραγματικά, έστω και κατά παράβαση των κανόνων της τακτικής διαχείρισης, εισέπραξε και εκείνων, που από υπαιτιότητα του δεν εισέπραξε, ενώ μπορούσε να εισπράξει, σύμφωνα με τους κανόνες της τακτικής διαχείρισης. Ωφελήματα του πράγματος, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 961 παρ.1 και 3 του ΑΚ, είναι οι φυσικοί καρποί, δηλαδή τα φυσικά προϊόντα του πράγματος και καθετί που πορίζεται κανείς από το πράγμα σύμφωνα με τον προορισμό του. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1099 ΑΚ αν ο νομέας απέκτησε τη νομή του πράγματος με παράνομη πράξη, δηλαδή αφαίρεσε υπαίτια από τον κύριο, χωρίς τη θέλησή του, τη νομή του πράγματος ευθύνεται σε αποζημίωση του κυρίου, είναι δε αδιάφορη η καλή ή κακή πίστη αυτού. Σε περίπτωση παραγραφής της αξιώσεως από αδικοπραξία διατηρεί απαίτηση κατά τις διατάξεις από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (ΑΚ 938). Από την διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 904 ΑΚ, προκύπτει ότι, αν από την τέλεση της αδικοπραξίας δεν επήλθε μόνο ζημία σε άλλον, αλλά συγχρόνως και ωφέλεια στον αδικοπραξήσαντα από την περιουσία ή με ζημία του αδικηθέντος, τότε, παρά την παραγραφή της αξιώσεως από αδικοπραξία, υφίσταται αξίωση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, η οποία υπόκειται εφ εξής στην ρύθμιση των άρθρων 904 επ ΑΚ. Ως "περιελθόν" κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 938 ΑΚ νοείται ότι περιήλθε στον αδικοπραξήσαντα από την τέλεση της αδικοπραξίας και ότι αυτός ωφελήθηκε εξ' αυτής και όχι ότι αυτός ωφελήθηκε συνεπεία της επελθούσης παραγραφής, δοθέντος ότι αποτελεί νόμιμη αιτία πλουτισμού. Σε κάθε περίπτωση η αξίωση αποδόσεως καρπών οριοθετείται από το άρθρο 964 ΑΚ, κατά τους ορισμούς του οποίου ο υπόχρεος κατά νόμο σε απόδοση καρπών έχει δικαίωμα αποζημίωσης για τις δαπάνες που καταβλήθηκαν για την παραγωγή των καρπών, εφόσον οι δαπάνες αυτές δεν υπερβαίνουν την αξία των καρπών. Ως τέτοιες δαπάνες νοούνται όλες οι παροχές που έχουν περιουσιακή αξία και που καταβλήθηκαν από τον υπόχρεο σε απόδοση των καρπών για τη γένεση, συντήρηση, αύξηση και συλλογή των καρπών. Στην περίπτωση των προερχομένων από ζώα καρπών δαπάνες, με ενδεικτική αναφορά των εξόδων διατροφής του ζώου, της κτηνοτροφικής του φροντίδας, του αρμέγματος. Στις δαπάνες της διάταξης αυτής περιλαμβάνεται και η προσωπική εργασία (καθώς και αυτή των μελών της οικογένειας του υπόχρεου προς απόδοση των καρπών. Ο υπόχρεος σε απόδοση των καρπών δικαιούται να ζητήσει αποκατάσταση των δαπανών που κατέβαλε για την παραγωγή τους μέχρι την αξία των αποδοτέων καρπών. Την αξίωση του αυτή ως εναγόμενος μπορεί να την ασκήσει ανταγωγικά, με δικαίωμα επισχέσεως (Α.Κ. 325) ή αν η αξίωση για την απόδοση των καρπών έχει μεταβληθεί σε αξίωση αυτοκατάστασης της αξίας τους με συμψηφισμό. Για το ορισμένο κατά το άρθρο 262 παρ. 1 ΚΠολΔ της γνήσιας ανατρεπτικής ενστάσεώς του συμψηφισμού απαιτείται η έκθεση της ιστορικής αυτής βάσεως και η διατύπωση με σαφήνεια του αιτήματός της . Με βάση τις νομικές αυτές παραδοχές θα ερευνηθεί στη συνέχεια η βασιμότητα των προτεινόμενων κατά κεφάλαιο της προσβαλλόμενης αποφάσεως λόγων αναιρέσεως. Ειδικότερα: (i). Με στοιχ. ΒI κεφάλαιο (από 27-4-1994 έως 23-11-1998). Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) η όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε η δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθ.19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφ' όσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή, εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναίρεσης εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Στις σημειούμενες στην αρχή της παρούσης αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως με πληρότητα και χωρίς αντίφαση διαλαμβάνεται (α) ότι κατά το χρονικό διάστημα από 27-4-1994 έως 23-11-1998 (χρόνος επιδόσεως της αρχικής από 20-8-1998 αγωγής), οι εναγόμενοι δικαιολογημένα πίστευαν ότι είναι αποκλειστικοί κύριοι, νομείς και κάτοχοι κατά την προαναφερόμενη δημόσια διαθήκη του πατέρα και συζύγου της, λαμβανομένου υπόψη ότι με την προαναφερόμενη απόφαση ασφαλιστικών μέτρων είχαν κατά το μεγαλύτερο μέρος δικαιωθεί και παράλληλα (β) ότι κατά αυτό και ειδικότερα κατά το από 27-4-1994 έως 31-12-1997 χρονικό διάστημα σε καμία περίπτωση η κατάληψη των κληρονομιαίων αγελάδων από τους εναγομένους μετά τον θάνατο του κληρονομουμένου δεν θεωρείται ότι έγινε παράνομα και από υπαιτιότητά τους, ώστε να συνιστά αδικοπραξία. Η παραδοχή της αυτή δεν αναιρείται από το γεγονός ότι οι αναιρεσείοντες, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι, αποκτούν αυτοδικαίως, χωρίς την άσκηση φυσικής εξουσίας επί των κληρονομιαίων πραγμάτων, τη νομή αυτών (ΑΚ 983), δικαίωμα που τους παρέχει την δυνατότητα να επιληφθούν εκείνοι του πράγματος και να ιδρύσουν νέα, ίδια φυσική εξουσία, οπότε, αν τρίτος επιληφθεί της νομής κληρονομιαίου πράγματος, πριν ο κληρονόμος επιληφθεί αυτού, μετά τον θάνατο του κληρονόμου, τότε ο μεν τρίτος αποκτά την νομή, ο δε κληρονόμος θεωρείται ως απωλέσας αυτή και διατηρεί κατά του τρίτου την περί αποβολής από την νομή προστασία, χωρίς τούτο να αποτελεί αδικοπραξία, ώστε να δικαιολογείται διαφοροποίηση της ορθής αρνητικής περί τούτου εκτιμήσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά το από 26-4-1994 (χρόνος θανάτου του κληρονομουμένου και επαγωγής της κληρονομίας) μέχρι 8-9-1994 (χρόνος δημοσιεύσεως της δημόσιας αυτού διαθήκης) χρονικό διάστημα. Οι με στοιχ. (α) και (β) αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως δικαιολογούσαν την κατ' ορθή εφαρμογή των διατάξεων (α) 1096, 1098) και (β) 1099, 914 ΑΚ απόρριψη κατά τούτο της αγωγής των αναιρεσειόντων, με άμεση δικονομική συνεπεία η προβαλλόμενη με τον τρίτο σειρά λόγο αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με την έννοια της εκ πλαγίου παραβιάσεως των εν λόγω διατάξεων, να ελέγχεται ως αβάσιμη.

(ii).Με στοιχ. Β II κεφάλαιο (από 27-4-1994 έως 31-12-1997) . Κατά το άρθρο 559 αρ. 11β ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο, του οποίου δεν έγινε νόμιμη επίκληση. Δεν συνιστά νόμιμη κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ παραδεκτή προβολή του ισχυρισμού και νόμιμη επίκληση του αποδεικτικού μέσου στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, προς άρση ή έμμεση απόδειξη, όταν στις προτάσεις ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου περιέχεται γενική μόνο αναφορά σε όλα τα αποδεικτικά μέσα που ο διάδικος είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει σε πρώτο βαθμό, χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη, των επανυποβαλλομένων πρωτοδίκων προτάσεων, που περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου ή με ενσωμάτωση των προτάσεων προηγουμένων συζητήσεων, στις οποίες γίνεται επίκληση των αποδεικτικών μέσων, στις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης (Α'Ολ ΑΠ 23/2008).Από τις διαλαμβανόμενες στην αρχή της παρούσης αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι την περί πραγμάτων κρίση της αναφορικά με τις απαιτούμενες δαπάνες για την παραγωγή του γάλακτος, προς έλεγχο της ουσιαστικής βασιμότητας της παραδεκτώς προταθείσης από τους αναιρεσίβλητους ενστάσεως συμψηφισμού της από την αιτία αυτή αξιώσεως τους έναντι εκείνης των αναιρεσειόντων, στήριζε κυρίως, με ειδική προς τούτο αναφορά, στη " σχετική έκθεση του κτηνιάτρου" (εννοεί την από 15-3-2004 Γνωμάτευση του κτηνιάτρου Ευλάλου Ξάνθης Ο. Ρ. Χ.), έγγραφο ιδιωτικής γνωμοδοτήσεως το οποίο επικαλέσθηκαν οι αναιρεσίβλητοι, με τις προτάσεις τους ως εφεσίβλητοι, με γενικά αναφορά στις πρωτόδικες προτάσεις τους, και ως εκκαλούντες, με ενσωμάτωσή τους σε εκείνες ενώπιον του Εφετείου, και κατά συνέπεια όχι νόμιμα, ιδρυομένου εντεύθεν του προβλεπομένου από την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11β ΚΠολΔ λόγου αναιρέσεως, κατά την βάσιμα περί τούτου διατυπούμενη με τον δεύτερο κατά σειρά λόγο αναιρετική αιτίαση . Η αναιρετική εμβέλεια του γενόμενου δεκτού λόγου αυτού αναιρέσεως στο σύνολό του πληττομένου με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως κεφαλαίου της προσβαλλόμενης αποφάσεως καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των προβαλλομένων κατά του αυτού κεφαλαίου λοιπών λόγων αναιρέσεως. Συνακόλουθα αυτών πρέπει, κατά παραδοχή του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση κατά το χαρακτηριζόμενο με στοιχ. Β II κεφάλαιο αυτής και παραπεμφθεί κατά τούτο η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο αυτό Εφετείο Θράκης, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (ΚΠολΔ 580 παρ. 3).Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις, τα οποία κατανέμει κατά τον λόγο της εν μέρει νίκης και ήττας εκάστου των διαδίκων μερών και προσδιορίζει στο ποσό των 1500,00 Ευρώ (ΚΠολΔ 183, 178 παρ. 1).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 587/31-12-2008 απόφαση του Εφετείου Θράκης κατά το χαρακτηριζόμενο στοιχ. ΒII κεφάλαιο αυτής.

Παραπέμπει κατά τούτο την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο αυτό Εφετείο Θράκης, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500,00) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Φεβρουαρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Φεβρουαρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ