368/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την 6 Μαΐου 2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 61/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 560/2009 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5 Νοεμβρίου 2009 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 10 Ιανουαρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 131/5-11-2009 αιτήσεως για αναίρεση της 560/10-9-2009 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
Legislator headnote
AI generated368/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ειδικότερα διέλαβε στις αιτιολογίες της, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της "Ο πρώτος εναγόμενος-εφεσίβλητος και εκκαλών, εργασθείς επί σειρά ετών εις την δεύτερον εναγομένην-εφεσίβλητον τραπεζικήν εταιρεία, από την 28.12.2000 ανέλαβε την διεύθυνση του νεοσυσταθέντος εις την Νέα Ιωνία Βόλου καταστήματος αυτής, όπου οι ενάγοντες-εκκαλούντες και εφεσίβλητοι, εταίροι της ομορρύθμου εταιρείας με την επωνυμία "Αφοί Β.
Full text
Απόφαση 368 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 368/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Τσιάντο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Α. Π. του Β. και 2. Α. Π. του Β., αμφοτέρων κατοίκων Βόλου, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αριστείδη Τσακαλέα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 6 Μαΐου 2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 61/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 560/2009 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5 Νοεμβρίου 2009 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 10 Ιανουαρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 131/5-11-2009 αιτήσεως για αναίρεση της 560/10-9-2009 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Mε την κρινόμενη 131/5-11-2009 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 560/10-9-2009 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 § 2 Κ.Πολ.Δ., εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων:
Ειδικότερα, με την 225/6-5-2003 αγωγή εφέροντο προς διάγνωση, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία αντικείμενο αυτής, αξιώσεις αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως των δι' αυτής εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ", απορρέουσες από την αποδιδόμενη στον συνεναγόμενό της και προστηθέντα από εκείνη υπάλληλό της άδικη και υπαίτια, από πρόθεση, πράξη.
Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε η απορριπτική αυτής κατά την απεύθυνσή της κατά της αναιρεσείουσας, 61/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου και σε δεύτερο βαθμό, κατ' αποδοχή της 173/8-6-2006 εφέσεως των εναγόντων, εξαφάνιση της προσβαλλόμενης δι' αυτής πρωτοβάθμιας αποφάσεως, εξέταση κατ' ουσίαν της υποθέσεως και μερική παραδοχή της, η 560/2009 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, κρίση της την οποία στήριξε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της.
Ειδικότερα διέλαβε στις αιτιολογίες της, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της "Ο πρώτος εναγόμενος-εφεσίβλητος και εκκαλών, εργασθείς επί σειρά ετών εις την δεύτερον εναγομένην-εφεσίβλητον τραπεζικήν εταιρεία, από την 28.12.2000 ανέλαβε την διεύθυνση του νεοσυσταθέντος εις την Νέα Ιωνία Βόλου καταστήματος αυτής, όπου οι ενάγοντες-εκκαλούντες και εφεσίβλητοι, εταίροι της ομορρύθμου εταιρείας με την επωνυμία "Αφοί Β.
Π. ΟΕ", συνεχίζοντες την επί δεκαετίες εμπορική δραστηριότητα του πατέρα των με αντικείμενον την εμπορία ποτών, από το έτος 2001 διατηρούσαν δύο κοινούς διαζευτικούς λογαριασμούς καταθέσεων με αριθμούς ... και ..., συνολικού ποσού € 190.000. Ο εναγόμενος διευθυντής του άνω δυναμικότητος πέντε (5) υπαλλήλων υποκαταστήματος της δευτέρας εναγομένης, γνωρίζων το ύψος των καταθέσεων των εναγόντων, αφού δημιούργησε σχέση εμπιστοσύνης με τους τελευταίους, εις τις αρχές μηνός Ιουλίου έτους 2002 πλησίασε τον πρώτον ενάγοντα, ο οποίος είχε μία συνήθη συναλλαγή με τον ταμία εις το κατάστημα της εναγομένης, τον εκάλεσε εις το γραφείο του και του είπε ότι επειδή η (εναγομένη) τράπεζα θεωρεί αυτούς (τους ενάγοντες) πολύ καλούς πελάτες της και επειδή σταθερή πολιτική της ήτο να μεγιστοποιεί τις αποδόσεις των καταθέσεων των καλών πελατών της με την ενσωμάτωση των χρηματικών ποσών, που αυτοί δέχονται να διαθέσουν, εις την συνολική επενδυτική δραστηριότητά της, χωρίς ο εναγόμενος να έχει προσωπικό συμφέρον, να εμπιστευθούν εις την δευτέρα εναγομένη, δια του προσώπου του, το σύνολον των καταθέσεών των, - υπενθυμίζοντας ότι δεν είχαν σημαντική απόδοση - με την διαβεβαίωση - εγγύηση της δευτέρας εναγομένης, δια του πρώτου εναγομένου εκπροσώπου αυτής εις την προκειμένη περίπτωση, ότι το μεν κεφάλαιο θα ήτο πλήρως διασφαλισμένο - ακέραιο, η δε απόδοσή του από τα επενδυτικά προγράμματά της θα ήτο εις το ποσοστόν 13% έως και 20% ετησίως, ήτοι πολλαπλάσιο του 3% που απέδιδαν μέχρι τότε οι καταθέσεις των και ότι το κεφάλαιο, ολόκληρο ή μέρος αυτού, θα ήτο άμεσα διαθέσιμο εις τους ενάγοντες και εις τον λογαριασμόν των, και εντός διημέρου αφότου το εδήλωναν εις την εναγομένη τράπεζα δι' αυτού (πρώτου εναγομένου).
Επίσης ο εναγόμενος υπεσχέθη εις τους ενάγοντες, οι οποίοι τότε προόριζαν το σύνολο των καταθέσεων των δια αγορά οικοπέδου εις την βιομηχανική περιοχή Βόλου, ότι εις ην περίπτωση αποδέχονταν την προεκτεθείσα πρόταση της εναγομένης τράπεζας, η τελευταία θα το κατέγραψε εις τα θετικά της συνεργασίας των και θα τους διευκόλυνε ουσιαστικά τόσο εις την αγορά οικοπέδου εις την ΒΙ.ΠΕ, όσο και εις την εν συνεχεία χορήγηση χαμηλότοκου δανείου προς ανέγερση των εγκαταστάσεων της μέσω της υπό απορρόφηση τελούσας τότε από την εναγομένη Τράπεζα Πειραιώς τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμίαν "Ελληνική Τράπεζα Βιομηχανικής Αναπτύξεως" (Ε.Τ.Β.Α.).
Οι ενάγοντες, πεισθέντες εις τα προδιαληφθέντα ως τα παρέστησε εις αυτούς ο εναγόμενος καθώς και εις τις διαβεβαιώσεις του, συνήνεσαν αρχικώς εις την διάθεση του ποσού των €30.000 προκειμένου αυτό να επενδυθεί μέσω της εναγομένης τραπεζικής εταιρείας ειδικώτερον εξουσιοδότησαν προφορικώς τον πρώτον εναγόμενον διευθυντή της εις το άνω υποκατάστημα όπως προβεί εις την ανάληψη του ποσού από τον υπ' αριθμ. ...
τηρούμενον εις την δευτέρα εναγομένη λογοριασμόν καταθέσεως των την 12.7.2002, μετά δε παρέλευση μηνός ο πρώτος εναγόμενος ανεκοίνωσε με ενθουσιασμό εις τους ενάγοντες-εκκαλούντες ότι επαληθεύθηκαν οι διαβεβαιώσεις του σχετικά με την εγγυημένη και υψηλή απόδοση του διατεθέντος κεφαλαίου και προς απόδειξη των ισχυρισμών του κατέθεσε την 12.8.2002 εις τον άνω τραπεζικό λογαριασμόν των το ποσόν των €500.
Την κατάθεση του ποσού των €500 μηνιαίως εις τον λογαριασμόν των εναγόντων επανέλαβε ο πρώτος εναγόμενος σε τακτά χρονικά διαστήματα ήτοι την 16.9.2002 και 14.10.2002, παριστώντας με τον τρόπον αυτόν εμπράκτως ότι η απόδοση του κεφαλαίου των €30.000 σήμαινε τοκοφορία €6.000 ετησίως, ήτοι ποσοστό 20%, πρέπει δε να λεχθεί ότι με τα ανωτέρω μικροποσά, τα οποία ο τελευταίος κατέθετε εις τους λογαριασμούς των εναγόντων, τα οποία εμφάνιζε ως αποδόσεις-κέρδη, είχε αποκλειστικό σκοπό να κάμψει τους δισταγμούς αυτών δια την διάθεση ολοκλήρου του αποταμιευτικού τους κεφαλαίου.
Εν συνεχεία ο πρώτος εναγόμενος εζήτησε από τους ενάγοντες διάθεση "προς το συμφέρον των" μεγαλυτέρου ποσού δια την ενσωμάτωση εις το επενδυτικό πρόγραμμα της δευτέρας εναγομένης, πεισθέντες δε οι ενάγοντες συνήνεσαν εκ νέου εις την ανάληψη από τον πρώτον την 18.10.2002 ποσού 40.000 και το φερόμενο ως επενδεδημένο κεφάλαιο ανήλθε εις το ύψος των € 70.000, όταν δε ο εναγόμενος κατέθεσε εις τον άνω λογαριασμόν των εναγόντων την 14.11.2002 ποσόν €1.100, διαβεβαιώνοντας πάλι αυτούς ότι το επενδυτικό πρόγραμμα της τραπέζης ήτο σε ανοδική πορεία αποδόσεως, τους έπεισε ότι ήτο επιβεβλημένη η διάθεση ολοκλήρου του κεφαλαίου των και κατόπιν συναινέσεως των προέβη σε ανάληψη εκ του υπ' αριθμ. ...
λογαριασμού των αυθημερόν € 40.000 και την 18.11.2002, 19.11.2002, αντιστοίχως, ποσών 50.000, € 30.000, ήτοι ανέλαβε συνολικώς € 120.000 σε διάστημα πέντε (5) ημερών. Πρέπει να λεχθεί ότι οι συζητήσεις του εναγομένου με τους ενάγοντες, κυρίως με τον πρώτον αυτών, έλαβαν χώρα εις το κατάστημα της εναγομένης τραπεζικής εταιρείας όπου εκτελούσε ο πρώτος τα καθήκοντα του διευθυντού και ήτο ο (μόνος) εκπρόσωπός της, οι αναλήψεις δε του ως άνω συνολικού ποσού των € 190.000, ήτοι ολοκλήρου του κεφαλαίου καταθέσεων των εναγόντων, έγιναν από τον πρώτον εναγόμενον κατόπιν εντολής των τελευταίων οι οποίοι εκ των υστέρων υπέγραψαν τα σχετικά έγγραφα της αναλήψεως ώστε επεκυρώθη η εντολή των και εθεραπεύθη η παρατυπία της συναλλαγής.
Περαιτέρω απεδείχθη ότι ο πρώτος, εναγόμενος κατέθεσε ως απόδοση εις του λογαριασμούς των εναγόντων την 21.11.2002 € 160 την 17.12.2002 € 1270 (υπ' αριθμ. ... λ/σμό) και την 16.12.2002 ποσόν € 1120 (υπ' αρ. ... λ/σμό) και συνολικώς € 2.550 σε διάστημα ενός μηνός, ήτοι ποσόν το οποίο ισοδυναμούσε με ετήσια απόδοση υπερβαίνουσα το ποσοστό 15%.
Έκτοτε ουδέν ποσόν κατέθεσε αλλά την 16.1.2003, ανήγγειλε εις τους ενάγοντες τηλεφωνικώς, δια του πληρεξουσίου του τότε δικηγόρου, ότι όλα τα χρήματα των είχαν απωλεσθεί, τους απεκάλυψε ότι ουδέποτε το κεφάλαιο των καταθέσεων των ενσωματώθηκε εις το επενδυτικό πρόγραμμα της δευτέρας εναγομένης τραπεζικής εταιρείας, αλλά ότι τα χρήματά των είχαν επενδυθεί από τον ίδιον προσωπικώς εις το Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών σε μετοχές διαφόρων εισηγμένων εις αυτό εταιρειών, τις οποίες αγόρασε και επώλησε ο εναγόμενος εις το όνομά του, η αξία των οποίων είχε εκμηδενισθεί.
Της προδιαληφθείσης αναγγελίας προς τους ενάγοντες είχε προηγηθεί η επικοινωνία του πρώτου εναγομένου, τελούντος σε κανονική άδεια από 9.1.2003, με τον περιφερειακόν διευθυντήν της δευτέρας εναγομένης εις τον οποίο ομολόγησε ότι "δανειζόταν χρήματα από τρίτους έναντι υψηλών επιτοκίων, τα οποία επένδυε εις το Χ.Α.Α καθώς και ότι αναγκάσθηκε να φύγει (στο εξωτερικό) λόγω ασφυκτικών πιέσεων που δεχόταν από τους δανειστές του", και την 16.1.2003, η διοίκηση της εναγομένης τραπέζης κατήγγειλε την σύμβαση εργασίας με τον πρώτον εναγόμενον δια σπουδαίον λόγον (ΑΚ 672) με την αιτιολογίαν ότι "εύλογα κλονίσθηκε η έναντι του διευθυντικού στελέχους αυτής εμπιστοσύνη της" και προσέφερε εις αυτόν αποζημίωση € 38.346, ασκηθείσης δε της υπ' αριθμ.
καταθ. 13571/2004 αγωγής του εναγομένου κατά της εργοδότου του τραπεζικής εταιρείας με αίτημα την αναγνώριση της ακυρότητας της γενομένης καταγγελίας κλπ, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, απερρίφθη ως αβάσιμη δυνάμει της κατά την διαδικασίαν των εργατικών διαφορών εκδοθείσης υπ' αριθμ. 30271/2004 αποφάσεως του δικάσαντος Δικαστηρίου.
Περαιτέρω, εκ πάντων των άνω αποδεικτικών μέσων απεδείχθη ότι ο πρώτος εναγόμενος, την 20.2,2003, εις την προσπάθειά του να καθησυχάσει τους ενάγοντες οι οποίοι είχαν πεισθεί εις τις αλλεπάλληλες ψευδείς διαβεβαιώσεις του και είχαν συναινέσει να αναληφθεί το ποσόν των καταθέσεών των δια να επενδυθεί εις τα προγράμματα της δευτέρας εναγομένης, αλλά και να αποφύγει τις κατόπιν εγκλήσεώς των ποινικές συνέπειες (την οποία υπέβαλαν οι ενάγοντες κατά μήνα Ιούνιον 2003), απηύθυνε προς τους τελευταίους την από 20.2.2003 "δήλωση αναγνωρίσεως χρέους" αυτού, με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του, δια της οποίας ανεγνώρισε το χρέος του των € 190.000 προς τους ενάγοντες, ισχυρίσθηκε (το πρώτον μετά την αναγγελίαν της ζημίας των την 16.1.2003) ότι τους είχε προτείνει ως διευθυντής της εναγομένης να του εμπιστευθούν τα ποσά των καταθέσεων των "να τα επενδύσει καταλλήλως στο χρηματιστήριο με την διαβεβαίωση ότι το μεν κεφάλαιο θα ήταν πλήρως διασφαλισμένο η δε απόδοσή του θα ανερχόταν σε ποσοστό τουλάχιστον 13%", ανέλαβε δε την υποχρέωση αποδόσεως του ως άνω ποσού μέχρι την 30-6-2004 ατόκως.
Ο πρώτος εναγόμενος προέβη εις την προεκτεθείσα δήλωση η οποία, ως αναγράφεται εις το κείμενον αυτής "αποτελεί προϊόν της ελεύθερης βούλησής του", και επομένως κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος κατ' ουσίαν ο σχετικός λόγος της υπ' αριθμ. καταθ. 60/2008 εφέσεώς του, αφού προηγουμένως κατά το πρώτο δεκαήμερον του μηνός Ιανουαρίου 2003 έκλεισε όλους τους λογαριασμούς ταμιευτηρίου συγγενικών του προσώπων, ρευστοποίησε και ανέλαβε το ασφαλιστικό πρόγραμμα αρωγής τέκνων που παρείχε η εργοδότης του ήδη δευτέρα εναγομένη τράπεζα εις τους εργαζομένους της (υπ' αριθμ. 30271/2004 απόφαση ενθ.
ανωτ.) και συνήνεσε ο ίδιος και η σύζυγός του την 8ην και 10ην Ιανουαρίου 2003 εις την εγγραφήν προσημειώσεως υποθήκης υπέρ του Α. Ε., κατοίκου Γαλλίας, προς εξασφάλιση απαιτήσεων εκ προφορικώς καταρτισθεισών συμβάσεων δανείου ποσού € 60.000 και €80.000, επί κυριότητος αυτών ακινήτων (διαμερίσματος 100 τμ, ισογείου οικίας εμβαδού 100 τμ, οικοπέδου 1000 τμ, ελαιοπεριβόλων κ.ά).
Εκ πάντων των ως άνω πλήρως απεδείχθη ότι ο πρώτος εναγόμενος εξαπάτησε τους ενάγοντες και ιδιοποιήθηκε το ποσόν των € 190.000 προκαλέσας παρανόμως και υπαιτίως ισόποση ζημία εις αυτούς. Δια την απάτη εις βάρος των εναγόντων ο εναγόμενος παρεπέμφθη εις το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Λαρίσης και κατεδικάσθη.
Περαιτέρω, με βάση τα ως άνω αποδειχθέντα η δευτέρα εναγομένη τραπεζική εταιρεία, ως προστήσασα εις την υπηρεσίαν της τον πρώτον εναγόμενον υπάλληλόν της, είναι υπόχρεη και ευθύνεται εις ολόκληρον, συμφώνως και προς τα εις την μείζονα σκέψη εκτεθέντα, εις αποκατάσταση της ζημίας την οποία αυτός προκάλεσε παρανόμως εις τους ενάγοντες πελάτες της κατά την εκτέλεση της ανατεθείσης εις αυτόν υπηρεσίας, τούτο δε ακόμη και δια την περίπτωση που ο τελευταίος ενήργησε κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του υπό την προεκτεθείσα του όρου έννοια, καθόσον σε κάθε περίπτωση υπάρχει εσωτερική συνάφεια μεταξύ της ζημιογόνου ενεργείας του προστηθέντος και της ανατεθείσης εις αυτόν υπηρεσίας, διότι αυτή δεν ήτο δυνατόν να υπάρξει χωρίς την πρόστηση, λαμβανομένου υπόψιν ότι οι προδιαληφθείσες πράξεις σημειώθηκαν εντός του χώρου της εναγομένης τραπέζης και δεν απεδείχθη ότι οι ενάγοντες και ο εναγόμενος διατηρούσαν φιλικές - εξωτραπεζικές σχέσεις και ο τελευταίος ενεργούσε κατόπιν ιδιωτικής εξωτραπεζικής συμφωνίας με τους ενάγοντες, ανεξαρτήτως από την σχέση προστήσεως που τον συνέδεε με την δευτέρα των εναγομένων.
Εξ ετέρου, πρέπει να λεχθεί ότι η συνάντηση των εναγόντων και του εναγομένου σε κοινωνικά γεγονότα εις την μικρή, ένθα το κατάστημα της εναγομένης, πόλη δεν δύναται να κριθεί ως φιλική σχέση. Περαιτέρω απεδείχθη ότι οι ενάγοντες, όχι μόνον δεν εγνώριζαν την ως άνω αδικοπρακτική συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου, αλλά και αν ακόμη γίνει δεκτό ότι ο πρώτος των εναγόντων, ο οποίος κυρίως επικοινωνούσε με τον εναγόμενον, ήτο έμπειρος εις τις σχετικές συναλλαγές, όπως οι εναγόμενοι ισχυρίζονται, δεν θα μπορούσε να προβλέψει ώστε, ως μέσος συνετός άνθρωπος να καταβάλει την επιμέλειαν που απαιτείται σε τέτοιου είδους συναλλαγές και να αποτρέψει την ζημίαν καθόσον, εάν οι ενάγοντες είχαν αυτή την δυνατότητα ασφαλώς και δεν θα του εμπιστευόταν τα χρήματά των, τα οποία, πρέπει να σημειωθεί, τα εμπιστεύθηκαν εις τον μόνον εκπρόσωπον της εναγομένης τραπεζικής εταιρείας εις το κατάστημα εις την Ν.
Ιωνία Βόλου. Επίσης, το γεγονός ότι ο πρώτος ενάγων κατά το έτος 2001 μέσω του πρώτου εναγομένου, διευθυντού και τότε εις το κατάστημα της εναγομένης, είχε επενδύσει διάφορα χρηματικά ποσά σε αμοιβαία κεφάλαια εις την θυγατρική αυτής εταιρεία, αλλά και το γεγονός ότι οι ενάγοντες δεν εζήτησαν από τον πρώτον εναγόμενον κάποιο "επίσημο έγγραφο" της δευτέρας εναγομένης από το οποίο να προκύπτει η ενσωμάτωση του κεφαλαίου τους εις τα επενδυτικά προγράμματα της τραπεζικής αυτής εταιρείας, όχι μόνον δεν αναιρεί την ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου περί ανυπαρξίας οιασδήποτε αμελούς συμπεριφοράς των εναγόντων συνδεόμενης αιτιωδώς με την προξενηθείσα εις αυτούς ζημίαν, αλλ' αντιθέτως την ενισχύει, καθόσον ο πρώτος εναγόμενος με την ιδιότητα του διευθυντού του καταστήματος, αλλά και την εν γένει συμπεριφορά του, κατάφερε να κερδίσει την εμπιστοσύνη των εναγόντων (ηλικίας 34 και 36 ετών τότε) σε τέτοιο βαθμό, ώστε οι τελευταίοι τον εξουσιοδότησαν να κάνει (παρατύπως) αναλήψεις από τους λογαριασμούς καταθέσεων των δεκάδων χιλιάδων ευρώ, ενώ δεν μπορούσαν να υποπτευθούν ότι ο εναγόμενος, διευθυντής της τράπεζας, ήτο κατάχρεος και αποσκοπούσε να τους εξαπατήσει και να ιδιοποιηθεί τα χρήματά των.
Επομένως, ουδεμία αμελής συντρέχουσα συμπεριφορά βαρύνει τους ενάγοντες εις την επέλευση της ζημίας την οποίαν προξένησε η αδικοπρακτική συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου και η ερειδομένη εις τις διατάξεις του άρθρου 300 ΑΚ σχετική ένσταση των εναγομένων κρίνεται απορριπτέα ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Απορριπτέα επίσης κρίνεται και η περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των εναγόντων ένσταση (ΑΚ 281) της δευτέρας εναγομένης, πρέπει δε να λεχθεί ότι η διοίκηση της εναγομένης τραπεζικής εταιρείας, αντιληφθείσα προφανώς την αύξηση των συνολικών πράξεων του μικρού νεοσύστατου επαρχιακού υποκαταστήματος της, εις το οποίο δια χρονική διάρκειαν ενός έτους ποσοστόν 80% αυτών αποτελούσαν οι χρηματιστηριακές πράξεις του υπηρετούντος σε αυτό εναγομένου υπαλλήλου της (30271/2004 ως άνω απόφαση επί εργατικής διαφοράς) δεν διενήργησε, ως ώφειλε, ελέγχους εγκαίρως, αλλά μόνον όταν τοπική εφημερίδα εδημοσίευσε το σχετικό θέμα.
Επομένως, το ποσόν των € 190.000 πρέπει να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον έκαστος να καταβάλουν ισομερώς εις τους ενάγοντες προς αποκατάσταση της θετικής ζημίας αυτών. Επίσης το Δικαστήριον, λαμβάνοντας υπόψιν τα αποδειχθέντα γεγονότα, το είδος της προσβολής, το μέγεθος της βλάβης, το βαθμόν της υπαιτιότητας του πρώτου εναγομένου, την περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των μερών και τα διδάγματα της κοινής πείρας, κρίνει ότι το ύψος της χρηματικής ικανοποιήσεως δια την ανόρθωση της ηθικής βλάβης την οποία υπέστησαν οι ενάγοντες πρέπει να προσδιορισθεί δι' έκαστον αυτών εις το ποσόν των € 10.000, εις το οποίο δεν περιλαμβάνεται το ποσόν των € 40 δια την υπεράσπιση δικαιώματος πολιτικής αγωγής ενώπιον του ποινικού Δικαστηρίου κατά του πρώτου εναγομένου".
Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται η ηττηθείσα εφεσίβλητη-εναγομένη με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια οι διατυπούμενοι δι' αυτής λόγοι αναιρέσεως.
Ειδικότερα, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται για (ευθεία) παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικά ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από εκείνο, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά δεν εφαρμόσει το συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου.
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 § 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκείς αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες, Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλεί-ψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε, Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθ. 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφ' όσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 922 Α.Κ., ο κύριος ή ο προστήσας κάποιο άλλο σε μία υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του. Η εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως προϋποθέτει (α) σχέση προστήσεως, η οποία υπάρχει όταν ο προστήσας διατηρεί το δικαίωμα να δίδει οδηγίες και εντολές στον προστηθέντα, σε σχέση με τον τρόπο εκπληρώσεως της υπηρεσίας του, (β) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια, πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 και (γ) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας του ή ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής, η οποία υφίσταται όταν η ζημιογόνος πράξη τελέσθηκε εντός των ορίων των καθηκόντων που ανατέθηκαν στον προστηθέντα, ή επ' ευκαιρία ή εξαφορμής της υπηρεσίας, αλλά κατά παράβαση των εντολών και των οδηγιών, που δόθηκαν εις εκείνον ή καθ' υπέρβαση των καθηκόντων του, που διέπουν τη μεταξύ τους σχέση, εφόσον μεταξύ της ζημιογόνου ενέργειας του προστηθέντος και της υπηρεσίας που του ανατέθηκε υπάρχει εσωτερική συνάφεια, με την έννοια ότι η αδικοπραξία δεν θα ήτο δυνατόν να υπάρξει χωρίς την ιδιαίτερη σχέση, ή ότι η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσο που κατέστη εξαιτίας ακριβώς της θέσεως, των μέσων και των ευκαιριών που διέθετε ο προστηθείς στο πλαίσιο της ειδικής σχέσεως προς τον προστήσαντα, και με την χρησιμοποίησή τους για άλλο σκοπό από εκείνον για τον οποίο του ανατέθηκαν.
Τέλος, από τα άρθρα 300 και 330 ΑΚ, που εφαρμόζονται και σε περίπτωση ευθύνης προστήσαντος από αδικοπρακτική συμπεριφορά προστηθέντος από εκείνον υπαλλήλου του, προκύπτει ότι, αν προκληθεί σε κάποιον ζημία, περιουσιακή ή μη, και έχει ανακύψει θέμα ευθύνης άλλου για αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση, αν εκείνος που ζημιώθηκε από αμέλεια, μη καταβολή δηλαδή της επιμέλειας που απαιτείται στις συναλλαγές και ειδικότερα της επιμέλειας του μέσου συνετού ανθρώπου εντός του επαγγελματικού και λοιπού κύκλου αυτού, παρέλειψε θετική πράξη, την οποία όφειλε από το νόμο ή από δικαιοπραξία ή από τις αρχές της καλής πίστεως να επιχειρήσει και η οποία ήταν ικανή, κατ' αιτιώδη συνάφεια, να αποτρέψει τη ζημία, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση ή να μειώσει το ποσό της.
Και τούτο υπό την προϋπόθεση ότι η πράξη ή παράλειψη του ζημιωθέντος πρέπει να συνδέεται όχι γενικώς, αλλά με όλα τα στοιχεία που αποτελούν το νόμιμο λόγο της ευθύνης του. Στις σημειούμενες στην αρχή της παρούσης αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως διαλαμβάνονται πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, οι οποίες δικαιολογούν το κατάληκτικό αυτής αποδεικτικό πόρισμα (α) ότι η τέλεση της άδικης και υπαίτιας από πρόθεση πράξεως του συνεναγομένου και προστηθέντος από την αναιρεσείουσα τράπεζα υπαλλήλου της κατέστη δυνατή λόγω της ανατεθείσης εις εκείνον διευθύνσεως του υποκαταστήματός της στη Ν.
Ιωνία Βόλου, ιδιότητα με την οποία και ενήργησε, τελούσα σε εσωτερική συνάφεια με τα υπηρεσιακά του καθήκοντα, με την έννοια ότι δεν μπορούσε να πραγματοποιήσει χωρίς την πρόστηση, αποκλείοντας παράλληλα εξ αντιδιαστολής ότι ο τελευταίος ενήργησε σε εκτέλεση ιδιωτικής εξωτραπεζικής συμφωνίας με τους αναιρεσίβλητους, στους οποίους αντιθέτως δημιούργησε την εντύπωση ότι συναλλάσσοντο με την αναιρεσείουσα, χωρίς να αποτελεί ανεπάρκεια αιτιολογιών της η παράλειψη αναφοράς για τη χρήση εγγράφων και λογοτύπων της αναιρεσείουσας, που αποτελεί πραγματικό επιχείρημα προς (αντ)απόδειξη αρνητικώς των θεμελιωτικών της αγωγής των αναιρεσιβλήτων πραγματικών περιστατικών.
Την περί πραγμάτων αυτών κρίση του δικαστηρίου της ουσίας δεν αναιρεί, με την έννοια της αντιφατικότητας, η από 20-2-2003 έγγραφη αναγνώριση από τον εναγόμενο της αναιρεσείουσας τής προς τους αναιρεσίβλητους οφειλής του, στην οποία προέβη, κατά τις παραδοχές πάντοτε της προσβαλλόμενης αποφάσεως, για να καθησυχάσει τους αναιρεσίβλητους και να αποφύγει τις κατόπιν της εγκλήσεώς τους ποινικές συνέπειες.
Περαιτέρω, η αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση "τούτο δε ακόμη και για την περίπτωση που ο τελευταίος ενήργησε κατά κατάχρηση της υπηρεσίας υπό την προεκτεθείσα του όρου έννοια" δεν αποτελεί ενδοιαστική αιτιολογία, αλλά πρόσθετη παραδοχή της, αξιολόγηση η οποία συνάγεται από την εκτίμηση του συνόλου των αιτιολογιών της και (β) ότι δεν συντρέχει (συν)υπαιτιότητα των αναιρεσιβλήτων στην πρόκληση και το μέγεθος της ζημίας τους, συνισταμένη, κατά τα θεμελιωτικά της επικουρικώς διατυπωθείσης σχετικής ενστάσεως της αναιρεσείουσας πραγματικά περιστατικά, στο γεγονός ότι οι αναιρεσίβλητοι, ως παλαιοί επιχειρηματίες του Βόλου, μοναδικά ομόρρυθμα μέλη της εταιρείας "ΑΦΟΙ Π.
Π. Ο.Ε.", με μακρά παρουσία στη συναλλακτική και κοινωνική ζωή του Βόλου, διαθέτοντας εμπειρία περί τις συναλλαγές και την αξιοποίηση των οικονομικών τους μέσων, παρέλειψαν να λάβουν γνώση για τις διαδικασίες και οδηγίες της αναιρεσείουσας για τα επενδυτικά της προγράμματα, για τις οποίες είχε ενημερώσει τους πελάτες της, αξιώνοντας έγγραφη διατύπωση της επίμαχης επενδυτικής δραστηριότητάς τους, την οποία αποκλείει, κατά τις παραδοχές πάντοτε της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το γεγονός ότι η διευθυντική θέση του συνεναγομένου της αναιρεσείουσας και η ιστορούμενη δόλια συμπεριφορά του δημιούργησαν τέτοια εμπιστοσύνη στους ηλικίας κατ' εκείνο τον χρόνο 34 και 36 ετών αναιρεσίβλητους, με εξουσιοδότησή τους μάλιστα να προβαίνει σε παράτυπες αναλήψεις από τους λογαριασμούς τους, ώστε δεν μπορούσαν να υποπτευθούν, αγνοούντες παράλληλα ότι ήταν κατάχρεος, ότι με τις ενέργειές του αυτές αποσκοπούσε να τους εξαπατήσει και να ιδιοποιηθεί τα χρήματά τους.
Τα πραγματικά αυτά περιστατικά δικαιολογούσαν την κατ' ορθή εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 922 και 300 ΑΚ παραδοχή της κατά της αναιρεσείουσας αγωγής των αναιρεσιβλήτων και την απόρριψη κατ' ουσίαν της περί συνυπαιτιότητας ενστάσεώς της, με άμεση δικονομική συνάφεια οι προβαλλόμενες αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., με την έννοια της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως των εν λόγω διατάξεων, ερειδόμενες σε αποδιδόμενες αναληθείς από νομική και ουσιαστική άποψη αντιθέτου περιεχομένου πλημμέλειες, να ελέγχονται ως αβάσιμες.
Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλα καταδίκη της αναιρεσείουσας στ δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων που κατέθεσαν προτάσεις τα οποία ορίζει στο ποσό των 2.700,00 Ευρώ (Κ.Πολ.Δ 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 131/5-11-2009 αίτηση για αναίρεση της 560/10-9-2009 απόφασης του Εφετείου Λάρισας. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Φεβρουαρίου 2011 και
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 14 Μαρτίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ