368/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated368/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ι. Νόμιμα φέρεται και πάλι ενώπιον του Τμήματος τούτου προς συζήτηση με την από 24.6.2008 αίτηση της αναιρεσείουσας η από 25.9.2002 αίτησή της για αναίρεση της 8300/2000 απόφασης του Εφετείου Αθηνών ως προς τους 2ο και 3ο λόγος της, ύστερα από την έκδοση της 31/2007 απόφασης της Τακτικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίφθηκε ο παραπεμφθείς σ' αυτόν με την 538/2006 απόφαση του Τμήματος τούτου 1ος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Full text
Απόφαση 368 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 368/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας - καλούσας: Χ, κατοίκου ......, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Πανούση με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου - καθ' ου η κλήση: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Παιδοψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής", που εδρεύει στη ...... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Χατζηκοκολάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-6-1998 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2762/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 8300/2000 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 25-9-2002 αίτησή της.
Εκδόθηκε η 538/2006 απόφαση του Β1' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, η οποία παρέπεμψε την υπόθεση στην Τακτική Ολομέλεια του Δικαστηρίου τούτου. Εκδόθηκε η 31/2007 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, η οποία απέρριψε τον παραπεμφθέντα σ' αυτή πρώτο λόγο της από 25-9-2002 αίτησης της Χ για αναίρεση της 8300/2002 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και ανέπεμψε την υπόθεση στο Β1' Πολιτικό Τμήμα για να αποφασίσει για τους λοιπούς λόγους της ως άνω αίτησης. Η υπόθεση επανέρχεται προς συζήτηση με την από 24-6-2008 κλήση της αναιρεσείουσας.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 13-9-2004 έκθεση της Αρεοπαγίτου Νίκης Γιαννακάκη, που έχει ήδη αποχωρήσει από την Υπηρεσία, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Νόμιμα φέρεται και πάλι ενώπιον του Τμήματος τούτου προς συζήτηση με την από 24.6.2008 αίτηση της αναιρεσείουσας η από 25.9.2002 αίτησή της για αναίρεση της 8300/2000 απόφασης του Εφετείου Αθηνών ως προς τους 2ο και 3ο λόγος της, ύστερα από την έκδοση της 31/2007 απόφασης της Τακτικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίφθηκε ο παραπεμφθείς σ' αυτόν με την 538/2006 απόφαση του Τμήματος τούτου 1ος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΙΙ. Κατά τo αρ. 48§3 ν.δ 496/1974 ο χρόνος παραγραφής των κατά Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου (ΝΠΔΔ) αξιώσεων των συνδεομένων με αυτό με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του από καθυστερούμενες αποδοχές ή άλλης φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι δύο ετών. Η διετής αυτή παραγραφή, όπως προκύπτει περαιτέρω από τον συνδυασμό των διατάξεων των αρ. 49-51 του ως άνω ν.δ με εκείνες των αρ. 257-259 ΑΚ, αρχομένη από το τέλος του έτους, κατά το οποίο γεννήθηκε η αξίωση και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της, διακόπτεται με την υποβολή στο νομικό πρόσωπο αίτησης για την πληρωμή της αξίωσης και με την υποβολή αίτησης στο δικαστήριο, όπως στην συνέχεια και με κάθε διαδικαστική πράξη του δικαστηρίου και των διαδίκων στην αυτή δίκη.
Ειδικότερα, επί διακοπής της παραγραφής με την υποβολή προς το ΝΠΔΔ αίτησης για την πληρωμή της απαίτησης, η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από την χρονολογία που φέρει η έγγραφη απάντηση της αρμόδιας για την πληρωμή της απαίτησης αρχής, σε περίπτωση δε που η αρμόδια αρχή δεν απαντήσει η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από την πάροδο εξαμήνων από την χρονολογία υποβολής της αίτησης, ενώ η υποβολή δεύτερης αίτησης δεν διακόπτει και πάλι, κατά την ρητή διάταξη του αρ. 51 εδ.β' του προαναφερθέντος ν.δ, την παραγραφή.
Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει εξάλλου, ότι η διακοπή της παραγραφής των προαναφερομένων αξιώσεων κατά ΝΠΔΔ προϋποθέτει έναρξη της παραγραφής, αφού δεν μπορεί να νοηθεί διακοπή μη αρξαμένης παραγραφής. Επομένως, για να διακοπεί η παραγραφή χρηματικών απαιτήσεων κατά ΝΠΔΔ πρέπει η αίτηση για την πληρωμή αυτών να αποβληθεί μετά τη λήξη του έτους, εντός του οποίου γεννήθηκαν και κατάστησαν δικαστικά επιδιώξιμες οι απαιτήσεις, αφού πριν από το τέλος του έτους αυτού δεν αρχίζει η παραγραφή.
Εξάλλου, αν υποβλήθηκε αίτηση του υπαλλήλου για την πληρωμή χρηματικών απαιτήσεών του εντός του έτους κατά το οποίο γεννήθηκαν οι απαιτήσεις, με συνέπεια η αίτηση αυτή να μην επιφέρει την διακοπή της παραγραφής τους, και υποβληθεί στη συνέχεια μετά την λήξη του έτους νέα αίτηση προς το ΝΠΔΔ ή το δικαστήριο, η υποβολή της δεύτερης αίτησης συνεπάγεται διακοπή της παραγραφής, αφού αυτή δεν είχε διακοπεί με την προηγούμενη αίτηση.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών, κρίνοντας ύστερ' από έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου ΝΠΔΔ (Νοσοκομείου) επί αγωγής της τώρα αναιρεσείουσας διωκούσης την αναγνώριση της υποχρέωσης αυτού για την καταβολή σ' αυτήν οφειλομένων διαφορών αποδοχών του χρονικού διαστήματος από 1/1/1993-31/12/1995, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη 8300/2000 απόφασή του, ότι η ενάγουσα μαζί με άλλους συναδέλφους της είχε υποβάλει προς το εναγόμενο αρχικά την από 15.12.1994 και με αρ.
πρωτοκόλλου περιέλευσης σ' αυτό 7466/28.12.1994 αίτηση για αναγνώριση, πλην άλλων, και την επιδίκων αξιώσεών της, ότι η αίτηση αυτή διέκοψε την παραγραφή των αξιώσεών της για τα έτη 1993 και 1994, η οποία διήρκεσε, εφόσον δεν δόθηκε απάντηση σ' αυτήν από τα αρμόδια όργανα του εναγομένου, μέχρι την 31.12.1997 (αρ.49 ν.δ 496/1974), ότι η ένδικη αγωγή επιδόθηκε στο εναγόμενο την 19.6.1998 και ότι κατά συνέπεια είχε ήδη συμπληρωθεί η διετής παραγραφή των επιδίκων αξιώσεων της εναγούσης, εφόσον η δεύτερη αίτηση δεν διέκοψε εκ νέου την παραγραφή, με βάση δε τις παραδοχές αυτές έκρινε ότι η προβληθείσα από το εναγόμενο ΝΠΔΔ ένσταση παραγραφής των αξιώσεων της ενάγουσας για τα έτη 1993 και 1994 ήταν βάσιμη και έπρεπε να γίνει δεκτή, αφού δεν πρόκειται για αξιώσεις οφειλόμενες σε παρανομία της διοίκησης του εναγομένου, ώστε να ισχύσει η πενταετής παραγραφή.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο εσφαλμένα μεν εν μέρει ερμήνευσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις καθόσον δέχθηκε ότι η ως άνω αίτηση της αναιρεσείουσας υποβληθείσα στο αναιρεσίβλητο την 28.12.1994 διέκοψε την παραγραφή των κατ' αυτού αξιώσεών της και του έτους 1994, αφού η παραγραφή αυτών δεν είχε αρχίσει ακόμη, αρξαμένη δε αυτή την 1.1.1995 συμπληρώθηκε την 31.12.1996 (δηλ.
ενωρίτερα και από τον χρόνο που εσφαλμένα δέχθηκε η αναιρεσιβαλλομένη, ώστε καθίσταται αμφίβολη η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος της αναιρεσείουσας για την προσβολή της πληττομένης απόφασης ειδικά ως προς το σημείο αυτό της παραγραφής των αξιώσεών της του έτους 1994), ενώ ορθά δέχθηκε ότι η παραγραφή των αξιώσεων του έτους 1993 διεκόπη με την υποβολή της ως άνω αίτησης και διήρκεσε (λόγω μη απάντησης σ' αυτήν από το αναιρεσίβλητο) μέχρι την 31.12.1997, ορθά, όμως, εφάρμοσε τις διατάξεις αυτές σε αμφότερες τις περιπτώσεις δεχθέν ότι κατά την επίδοση της ένδικης αγωγής την 19.6.1998 είχεν ήδη συμπληρωθεί κατά πάσα περίπτωση ως προς όλες τις αξιώσεις η διετής παραγραφή και ότι κατά συνέπεια αυτή δεν επέφερε την διακοπή της.
Επομένως, εφόσον το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης είναι εσφαλμένο κατά το προαναφερθέν μέρος αλλά το διατακτικό της ως προς αυτό ορθό ο σχετικός δεύτερος λόγος από το αρ. 559 αρ.1 ΚΠολΔ, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος (αρ. 578 ΚΠολΔ).
ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των αρ. 118 αρ. 4, 566§1 και 577§3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει ν' αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, εκτός των άλλων, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιόν λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο αρ. 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προσβαλλόμενη αιτίαση, διαφορετικά ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και απορριπτέος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωσή του με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα ή την προσβαλλομένη απόφαση (ΟλΑΠ 20/2005 ΕλλΔικ 46.710).
Εξάλλου, κατά τον αριθμό 8 του αρ. 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ενώ ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 9 του ιδίου ως άνω άρθρου ιδρύεται, εάν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη.
Κατά συνέπεια και σύμφωνα με τα προαναφερθέντα για να είναι ορισμένος εκάτερος των ως άνω λόγων θα πρέπει στο δικόγραφο της αναίρεσης να εξειδικεύονται οι πλημμέλειες του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, στις οποίες υπέπεσε με την προσβαλλομένη απόφασή του, σε σχέση με τα αιτήματα και τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος και τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αίτησής της προβάλλει, ότι το Εφετείο κατά παράβαση του αρ. 106 ΚΠολΔ και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής της δέχθηκε ότι οι αποδοχές που εδικαιούτο για το χρονικό διάστημα από 1.1.1995-31.12.1995 ανήρχετο μόνο στο ποσό των 5.092.758 δρχ και έκανε στη συνέχεια δεκτή την αγωγή της για 2.549.001 δρχ, μετ' αφαίρεση του ποσού των 2.543.757 δρχ που είχεν εισπράξει για την αιτία αυτή.
Ενώ εάν δεν παραβίαζε τις διατάξεις αυτές και εκτιμούσε ορθά την αγωγή της θα δεχόταν ότι οι αποδοχές της για το έτος 1995 ανέρχονταν στο ποσό των 7.903.004 δρχ και θα έκανε δεκτή την αγωγή της, μετ' αφαίρεση του εισπραχθέντος ως άνω ποσού, για το ποσό των 5.359.247 δρχ, ως εκ τούτου δε υπέπεσε στις πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 και 9 του αρ. 559 ΚΠολΔ.
Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και επομένως απορριπτέος ως προς αμφότερα τα σκέλη του, διότι η αναιρεσείουσα δεν εξειδικεύει τα ανωτέρω στοιχεία εκατέρας των ως άνω παραβάσεων, σε τι συνίσταται η παράβασή τους, τι έλαβε και τι δεν έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, τι δέχθηκε ή τι απέρριψε, τι ζήτησε και πρότεινε η αναιρεσείουσα ή ποια αίτηση άφησε αδίκαστη ή τι επεδίκασε που δεν ζητήθηκε ή και αντιστρόφως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο.
Σύμφωνα με όλα τα προαναφερθέντα πρέπει να απορριφθούν οι δεύτερος και τρίτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης και η αίτηση αυτή στο σύνολό της, αφού ο πρώτος λόγος έχει ήδη απορριφθεί, όπως προαναφέρθηκε, με την ως άνω απόφαση της Ολομέλειας του Δικαστηρίου τούτου, και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25.9.2002 αίτηση της Χ για αναίρεση της 8300/2000 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Φεβρουαρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ