368/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 02.04.2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 3783/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 6221/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά η αναιρεσείουσα με την από 28.11.2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Ρήγας ανέγνωσε την από 04.09.2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Legislator headnote
AI generated368/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν παρεβιάσθη κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερευνητικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Εξάλλου, η σύμβαση παραγγελίας χρηματιστηριακής συναλλαγής αποτελεί σύμβαση εμπορικής παραγγελίας κατά τα άρθρα 90 και επ.
Full text
Απόφαση 368 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 368/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και Δημήτριο Πατινίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :
Της αναιρεσείουσας : Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Δημήτριος Γεωργόπουλος.
Του αναιρεσιβλήτου :.........., τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Αλέξανδρος Στρίμπερης με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 02.04.2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 3783/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 6221/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά η αναιρεσείουσα με την από 28.11.2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Ρήγας ανέγνωσε την από 04.09.2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν παρεβιάσθη κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερευνητικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Εξάλλου, η σύμβαση παραγγελίας χρηματιστηριακής συναλλαγής αποτελεί σύμβαση εμπορικής παραγγελίας κατά τα άρθρα 90 και επ.
του Εμπορικού Νόμου, επί της οποίας έχουν εφαρμογή οι περί εντολής διατάξεις του ΑΚ, μεταξύ των οποίων και εκείνη του άρθρου 722 αυτού, σύμφωνα με την οποία ο εντολέας οφείλει να αποδώσει στον εντολοδόχο οτιδήποτε αυτός δαπάνησε για την κανονική εκτέλεση της εντολής. Έτσι, οι συμβαλλόμενοι στην εν λόγω σύμβαση έχουν την υποχρέωση, επί μεν πωλήσεως χρηματιστηριακών πραγμάτων, ο μεν παραγγελέας να παραδώσει τους πωλούμενους τίτλους στον παραγγελιοδόχο - χρηματιστή και ο τελευταίος να παραδώσει το εισπραχθέν αντίτιμο, επί δε αγοράς χρηματιστηριακών πραγμάτων η υποχρέωσή τους είναι αντίστροφη.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 15 παρ. 1 του ν. 3632/1928, χρηματιστηριακές συναλλαγές είναι οι δικαιοπραξίες που συνάπτονται χρηματιστηριακώς και έχουν αντικείμενο χρηματιστηριακά πράγματα, ενώ με το άρθρο 16 του ιδίου νόμου καθορίζονται αποκλειστικά οι χρηματιστηριακές συναλλαγές (η αγορά και πώληση τοις μετρητοίς κλπ), μεταξύ των οποίων και κάθε παρεπόμενη δικαιοπραξία σχετιζόμενη με την ενέργεια και την εκτέλεση των κύριων χρηματιστηριακών συμβάσεων.
Ήδη με το άρθρο 20 παρ. 1 του ν. 1806/1988 αντικαταστάθηκε το άρθρο 16 του ν. 3632/1928 και ορίσθηκε ότι χρηματιστηριακές συναλλαγές θεωρούνται μόνο: α) η πώληση τοις μετρητοίς, η οποία καταρτίζεται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από τη σχετική νομοθεσία περί χρηματιστηρίων, β) η πώληση με ειδικές συμφωνίες, όπως ενδεικτικά η παράδοση των αξιών μετά πάροδο ορισμένης προθεσμίας και γ) κάθε δικαιοπραξία συναφής με τη διενέργεια και την εκτέλεση των ανωτέρω συμβάσεων.
Στον όρο "πώληση" του άρθρου αυτού νοείται και η αγορά, καθόσον ο νομοθέτης ακολουθεί πλέον την ορολογία του Αστικού Κώδικα. Στην κατηγορία γ' του άρθρου 20 παρ. 1 του ν. 1806/1988, δηλαδή των συναφών με τη διενέργεια και την εκτέλεση κυρίων χρηματιστηριακών συμβάσεων δικαιοπραξιών ή άλλως των παρεπόμενων των κυρίων χρηματιστηριακών συμβάσεων δικαιοπραξιών υπάγεται και η σύμβαση παραγγελίας χρηματιστηριακής αγοραπωλησίας.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 15 παρ. 6 του ν. 3632/1928 κάθε αξίωση, που πηγάζει από χρηματιστηριακή συναλλαγή παραγράφεται μετά πάροδο έτους από τη λήξη του έτους κατά το οποίο έγινε η συναλλαγή. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων και ενόψει της γενικότητας στη διατύπωση της διάταξης του άρθρου 15 παρ. 6 ν. 3632/1928, που δεν διακρίνει σε κύρια ή παρεπόμενη χρηματιστηριακή συναλλαγή, προκύπτει ότι η ως άνω ετήσια παραγραφή ισχύει για τις αξιώσεις τόσο από τις κύριες χρηματιστηριακές συμβάσεις, όσο και από τις παρεπόμενες ή συναφείς, όπως είναι και εκείνη της χρηματιστηριακής παραγγελίας.
Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 15 παρ. 6 ν. 3632/1928 είναι ειδική και ως εκ τούτου έχει εφαρμογή έναντι των γενικών διατάξεων περί παραγραφής των άρθρων 249 επ. Α.Κ., ενώ η ασφάλεια των χρηματιστηριακών συναλλαγών και η ανάγκη βεβαιότητας του δικαίου, με ταχύτατη εκκαθάριση των χρηματιστηριακών συμβάσεων, επέβαλαν στο νομοθέτη, να καθιερώνει τη βραχυχρόνια (ετήσια) παραγραφή των αξιώσεων από χρηματιστηριακές συναλλαγές, μεταξύ των οποίων και εκείνη της χρηματιστηριακής παραγγελίας.
Εν προκειμένω, το Εφετείο, κρίνον επί εφέσεως του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, εδέχθη με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του τα ακόλουθα: "Η αρχική ενάγουσα, της οποίας καθολική διάδοχος, λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση υπήρξε η ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ Α.Ε., που μετονομάστηκε σε ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ ΑΕ και στη συνέχεια απορροφήθηκε από την ήδη παριστάμενη ως εφεσίβλητη, ήταν ανώνυμη χρηματιστηριακή εταιρεία, μέλος του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών και είχε την άδεια από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, να παρέχει τις επενδυτικές υπηρεσίες της λήψης και διαβίβασης εντολών για συναλλαγές επί κινητών αξιών, καθώς και της εκτέλεσης των εν λόγω συναλλαγών.
Με σύμβαση, παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, που καταρτίστηκε, μεταξύ εκείνης και του εκκαλούντος, αρχικά άτυπα, το Μάρτιο 1999 και στη συνέχεια, στις 22/8/2000, διατυπώθηκε εγγράφως, συμφωνήθηκε η παροχή υπηρεσιών εκτέλεσης χρηματιστηριακών συναλλαγών επί κινητών αξιών από την αρχική ενάγουσα στον εκκαλούντα, σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης, αλλά και τους γενικούς όρους συναλλαγών, που εμπεριέχονται σ'αυτή.
Με την εν λόγω σύμβαση, μεταξύ άλλων, συμφωνήθηκε, ότι ο πελάτης (εκκαλών) υποχρεούται να προκαταβάλει το αντίτιμο των μετοχών, των οποίων παραγγέλλει την αγορά μέσω της ΑΧΕ, ότι αν η ΑΧΕ εκτελέσει εντολές του, χωρίς εκείνος να έχει τηρήσει τις υποχρεώσεις του, υποχρεούται, επί αγοράς, σε άμεση κατάθεση του τιμήματος των αξιών και σε καταβολή της προμήθειας της ΑΧΕ, άλλως καθίσταται αυτοδικαίως υπερήμερος και η ΑΧΕ θα δύναται να προβεί σε κάθε νόμιμη ενέργεια για την αναγκαστική εκποίηση των περιουσιακών του στοιχείων, που βρίσκονται στην κατοχή της σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 26 του ν. 3632/1928 και τις λοιπές σχετικές διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά.
Κατά το χρονικό διάστημα από 31/3/99 έως 5/4/01 η εφεσίβλητη εκτέλεσε, για λογαριασμό του εκκαλούντος, διάφορες χρηματιστηριακές συναλλαγές, για τις οποίες εκδόθηκαν τα αντίστοιχα πινακίδια και έγιναν οι αντίστοιχες εγγραφές χρέωσης και πίστωσης στον τηρούμενο χρηματιστηριακό λογαριασμό (χρηματιστηριακή καρτέλα) στο όνομα του εκκαλούντος.
Από τις εν λόγω συναλλαγές, μετά από προαφαίρεση των αξιώσεων του εκκαλούντος για τις πωλήσεις μετοχών του, από τις αξιώσεις της εφεσίβλητης για καταβολή της αξίας αγοράς μετοχών για λογαριασμό του, των προμηθειών και εξόδων της, στην οποία εκείνη προβαίνει ήδη με την αγωγή της, χωρίς ένσταση του εκκαλούντος - εναγομένου, φέρεται ότι δημιουργήθηκε η ένδικη οφειλή του εκκαλούντος, που ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 531.286,20 Ευρώ.
Ο εκκαλών, ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με τις έγγραφες προτάσεις του, πρότεινε, αλλά και πάλι με την έφεσή του επαναφέρει και προτείνει την ένσταση της ενιαύσιας παραγραφής των τυχόν αξιώσεων της εφεσίβλητης κατ' αυτού, οι οποίες φέρεται ότι προέκυψαν κατά το χρονικό διάστημα από 31/3/99 έως 18/12/2000 (ενώ από 18/12 έως 31/12/2000 δεν έλαβε χώρα οποιαδήποτε συναλλαγή για λογαριασμό του εκκαλούντος), καθόσον από το τέλος του έτους, εντός του οποίου έλαβαν χώρα οι χρηματιστηριακές συναλλαγές, που αφορούν, μέχρι τον επικαλούμενο χρόνο (5/4/02) που του επιδόθηκε η ένδικη αγωγή, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του έτους.
Ο εν λόγω ισχυρισμός είναι νόμιμος, διότι στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 15 παρ. 6 του ν. 3632/1928 και αποδεικνύεται, ως ουσιαστικά βάσιμος. Πραγματικά, από το τέλος των ετών 1999 και 2000, εντός των οποίων πραγματοποιήθηκαν οι επίμαχες συναλλαγές (του διαστήματος 31/3/99 έως 18/12/2000), μέχρι τις 5/4/02, οπότε επιδόθηκε η ένδικη αγωγή στον εκκαλούντα, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του έτους, με αποτέλεσμα να παραγραφούν οι τυχόν αξιώσεις της αρχικής ενάγουσας από τις εν λόγω χρηματιστηριακές συναλλαγές".
Επομένως, το Εφετείο δεν παρεβίασε τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις. Κατ' ακολουθίαν, ο αντίθετος, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, μόνος λόγος της αιτήσεως είναι αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28.11.2005 αίτηση της Εμπορικής Τράπεζας περί αναιρέσεως της υπ' αρ. 6221/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου εκ χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Μαρτίου 2008..
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ