368/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τζιώτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22 Φεβρουαρίου 2001 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 157/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 505/2003 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 21 Οκτωβρίου 2003 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated368/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς, αφού το αναιρεσείον δεν παρέστη μετά πληρεξουσίου δικηγόρου κατά την εκ του πινακίου προσήκουσα εκφώνηση της υποθέσεως κατά την εν αρχή της παρούσας αναφερόμενη συνεδρίαση του δικαστηρίου τούτου, νόμιμη δικάσιμο της υποθέσεως, πρέπει η συζήτηση αυτής να προχωρήσει παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Full text
Απόφαση 368 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 368/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλήτα Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τζιώτη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος : Ταμείου Ασφαλίσεως Ξενοδοχοϋπαλλήλων (ΤΑΞΥ), Ν.Π.Δ.Δ., που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Του αναιρεσίβλητου : Α. Φ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Σπανουδάκη βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22 Φεβρουαρίου 2001 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 157/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 505/2003 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 21 Οκτωβρίου 2003 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αναστάσιος-Φιλητάς Περίδης, διάβασε την από 12 Οκτωβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από την από του αναιρεσιβλήτου προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. 925 Β'/16-6-2004 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Ηρακλείου Κρήτης ..., ακριβές αντίγραφο της από 21-10-2003 αιτήσεως αναιρέσεως μετά πράξεως ορισμού δικασίμου και κλήσεως προς εμφάνιση και συζήτηση αυτής κατά την νομίμως ορισθείσα προκειμένη δικάσιμο επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον υπογράψαντα ως πληρεξούσιο την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, δικηγόρο Ηρακλείου Κρήτης Βασίλη Εμμ. Ζηδιανάση.
Συνεπώς, αφού το αναιρεσείον δεν παρέστη μετά πληρεξουσίου δικηγόρου κατά την εκ του πινακίου προσήκουσα εκφώνηση της υποθέσεως κατά την εν αρχή της παρούσας αναφερόμενη συνεδρίαση του δικαστηρίου τούτου, νόμιμη δικάσιμο της υποθέσεως, πρέπει η συζήτηση αυτής να προχωρήσει παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι εις το έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποίο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλομένη αιτίαση.
Ειδικότερα για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζονται, πλην των άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, καθώς επίσης, εφ' όσον το δικαστήριο έκρινεν επί της ουσίας της υποθέσεως, την ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού, ήτοι τα πραγματικά γεγονότα, που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προβαλλομένη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, εάν δε απέρριψε την αγωγή ή γενικώς τον ισχυρισμόν ως μη νόμιμο το περιεχόμενο της αγωγής ή του ισχυρισμού, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλομένη νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου της αναιρέσεως δεν δύναται να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ.ΑΠ 32/1996, Ολ.ΑΠ 32/1996, Ολ.ΑΠ 28/1998).
Στην προκείμενη περίπτωση με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναιρέσεως για πλημμέλειες από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Οι άνω λόγοι αναιρέσεως είναι αόριστοι και πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, διότι δεν καθορίζονται α) οι συγκεκριμένες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκαν, αλλά γίνεται απλή αναφορά στον μεν πρώτο λόγο αναιρέσεως ότι "εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε τις σχετικές διατάξεις του αστικού κώδικα που αφορούν στη σύμβαση εργασίας αντί εκείνων που αφορούν στην σύμβαση έργου", στο δε δεύτερο λόγο ότι "εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις περί καταγγελίας του ΑΚ" και β) οι πραγματικές παραδοχές του Εφετείου που θεμελιώνουν την κρίση του για το κατ' ουσίαν βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής, αλλά γίνεται μόνο αποσπασματική αναφορά αυτών ("Δυνάμει συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίσθηκε στο Ηράκλειο κατά το έτος 1981 μεταξύ των διαδίκων εγγράφως". "Την 1-12-97 το εναγόμενο κοινοποίησε στον ενάγοντα, όπως συνομολογείται από αυτόν, την με αριθμό 830/56/1997 απόφασή του με την οποία απέρριψε την ένσταση και έτσι η λύση της σύμβασης των διαδίκων επήλθε από τον χρόνο της επίδοσης της καταγγελίας αφού δεν ανακλήθηκε η σχετική απόφαση").
Κατά το άρθρο 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκηση του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ.ΑΠ 17/1995).
Στην προκείμενη περίπτωση το αναιρεσείον Ταμείον προέβαλε προς απόκρουση της ένδικης αγωγής του αναιρεσιβλήτου, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί αυτό να του καταβάλει κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, 4.818.786 δρχ. για τις παρασχεθείσες υπηρεσίες του ως φυσιοθεραπευτή, που ήδη είχαν αρχίσει, σε ασφαλισμένους του (αναιρεσείοντος), κατά το χρονικό διάστημα από την καταγγελία της υφισταμένης μεταξύ τους συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου (17-12-1996) μέχρι την γνωστοποίηση (τέλη Μαρτίου 1998) της απόρριψης της ενστάσεώς του για αναθεώρηση της αποφάσεως του για καταγγελία αυτής, ότι η ένδικη αξίωση του αναιρεσιβλήτου ασκείται καταχρηστικά, γιατί ενώ εγνώριζε ότι η σύμβαση εργασίας του λύθηκε αυτός συνέχισε κακόπιστα να παρέχει τις υπηρεσίες του σε ασφαλισμένους του.
Ο ισχυρισμός αυτός, όπως εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, είναι μη νόμιμος, αφού μόνον το ως άνω επικαλούμενο πραγματικό περιστατικό, χωρίς την επίκληση και άλλων περιστάσεων εκ μέρους του πράγματι ωφεληθέντος αναιρεσείοντος από την παροχή της εργασίας του αναιρεσιβλήτου, δια της αποφυγής της δαπάνης (καταβολής αμοιβής) σε άλλο εργαζόμενο που θα παρείχε την αυτή εργασία υπό τις ίδιες συνθήκες, όπως λ.χ.
ότι ο πλουτισμός ήταν εξαναγκασμένος και ανεπιθύμητος σε αυτό (αναιρεσείον) και η προς αυτό παροχή της εργασίας του αντιδίκου του έλαβε χώραν αποκλειστικά προς το συμφέρον του τελευταίου ή ότι εκ της τυχόν αποδόσεως του πλουτισμού θα προκύψει γι' αυτό (αναιρεσείον) υπέρμετρη επιβάρυνση με σημαντικές επιπτώσεις στην οικονομική του κατάσταση, δεν αρκεί για να καταστήσει την άσκηση του άνω δικαιώματος καταχρηστική.
Επομένως το Εφετείο που απέρριψε την άνω ένσταση ως μη νόμιμη ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε την ως άνω διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και ο τρίτος κατά το πρώτο μέρος λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ με τον οποίον υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Ο από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και ελλείψεις ή ασάφειες στη διατύπωση της ελάσσονας πρότασης της προσβαλλόμενης απόφασης σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Επομένως ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε της αγωγής ή την ένσταση ως μη νόμιμη ή ως αόριστη (Ολ.ΑΠ 44/1990). Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο απέρριψε την άνω ένσταση ως μη νόμιμη.
Συνεπώς ο τρίτος κατά το δεύτερο μέρος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-10-2003 αίτηση του Ταμείου Ασφαλίσεως Ξενοδοχοϋπαλλήλων (ΤΑΞΥ) για αναίρεση της 505/2003 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων εβδομήντα [770] ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Δεκεμβρίου 2005.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 28 Φεβρουαρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ