Legislator Case Law & Legislation
367/2024 AI generated

367/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 367/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αριστείδη Βαγγελάτο, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη και Βάια Ζαρχανή, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

367/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, στη διάταξη της παραγράφου 1 περ.α' του άρθρου 524 ΚΠολΔ, προβλέπεται ότι στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 227, 233 έως 236, των παρ.8 και 10 έως 13 του άρθρου 237, 240 έως 312, περ.α'έως γ'της παρ.1 του άρθρου 591 και παρ.4 του άρθρου 591 με την επιφύλαξη της ισχύος του άρθρου 591 για τις ειδικές διαδικασίες.

Keywords

AI generated
international agreements on the environment continuous contract extended working hours service maintenance contract non-implementation of the offending agreements extension of a collective agreement
AI generated
1219/2017
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/12/2006 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
1478/2023
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.
697/2024
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Αρεοπαγίτες.
1086/2020
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
2/2008
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 367 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 367/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αριστείδη Βαγγελάτο, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη και Βάια Ζαρχανή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 7η Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του καλούντος-ενάγοντος-εκκαλούντος: Ι. Β. του Α., κατοίκου Α., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεώργιου Μπαζίνα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της προσθέτως παρεμβαίνουσας υπέρ του καλούντος-ενάγοντος-εκκαλούντος: αστικής επαγγελματικής δικηγορικής εταιρίας με την επωνυμία "Ι. Β. Κ. Σ. Δ. Ε." που εδρεύει στην Αθήνα, όπως εκπροσωπείται νόμιμα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεώργιου Μπαζίνα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των καθ'ων η κλήση-εναγομένων-εφεσίβλητων-καθ'ών η πρόσθετη παρέμβαση: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Χ.Ρ. Ανώνυμη Βιομηχανική Εμπορική Εταιρεία", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Χ. Α. και 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ρ.. Κ. Ανώνυμη Βιομηχανική Εμπορική Εταιρεία" και το διακριτικό τίτλο "Ρ.. Κ. ΑΒΕΕ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Χ. Α. και παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Θεοδόση, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-4-2011 αγωγή του ήδη καλούντος-εκκαλούντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 206/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2132/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζήτησε ο ήδη εναγόμενος-εκκαλών με την από 2-8-2016 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 1457/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου που παρέπεμψε την υπόθεση για εκ νέου συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο.

Εκδόθηκε η 3389/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, της οποίας την αναίρεση ζήτησαν ο ήδη καλών-εκκαλών με την από 17-1-2020 αίτησή του και οι καθ'ων η κλήση-εφεσίβλητοι με την από 30-7-2019 αίτησή τους.

Εκδόθηκε η 1689/2022 απόφαση του Αρείου Πάγου που απέρριψε την από 17-1-2020 αίτηση του ήδη καλούντος και κάνει δεκτή την από 30-7-2019 αίτηση των καθ'ων η κλήση εφεσίβλητων, αναιρεί την 3389/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κρατεί την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση, μετά από επίσπευση του επιμελέστερου των διαδίκων. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση ο καλών-εκκαλών, καθώς και η προσθέτως παρεμβαίνουσα υπέρ του ενάγοντος-εκκαλούντος με την από 16-11-2022 κλήση τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Βάϊα Ζαρχανή. Ο πληρεξούσιος του εναγομένου-εφεσίβλητου και της προσθέτως παρεμβαίνουσας ζήτησε να γίνει δεκτή η έφεση, να εξαφανισθεί η εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση, να γίνει δεκτή στο σύνολό της η αγωγή και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα καθώς και στην δικαστική δαπάνη του πρώτου από τους καλούντες-ενάγοντες-εκκαλούντες, για την πρωτόδικη δίκη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 570 παρ. 2, 579 παρ. 1, 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως η παρ. 3 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, και 581 παρ. 2 του ίδιου κώδικα, όπως η παρ. 2 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, προκύπτει ότι, η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή κατά τα κεφάλαια (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας) που προσβλήθηκαν με την αναίρεση, όχι δε ως προς άλλα κεφάλαιά της, εκτός αν τα τελευταία συνάπτονται αρρήκτως με τα αναιρεθέντα κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης, οπότε συναναιρούνται (ΑΠ 1794/2022, 1481/2021, 1196/2020).

Έτσι, για την εκπλήρωση της επιβαλλόμενης στον Άρειο Πάγο, από τη διάταξη του προτελευταίου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, υποχρέωσης για εκδίκαση, μετά από δεύτερη αναίρεση, της υπόθεσης κατ' ουσίαν, θα πρέπει να λάβει χώρα νέα συζήτηση της υπόθεσης, μετά την έκδοση της αναιρετικής απόφασης, ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, το οποίο δικάζει πλέον ως δικαστήριο ουσίας, ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους, σύμφωνα με τις προβλέψεις της διάταξης του άρθρου 581 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή (ΑΠ 1794/2022, 1196/2020).

Κατά την νέα εκδίκαση της έφεσης, οι διάδικοι επανέρχονται στη θέση που ήταν πριν από τη συζήτηση, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση και το αναιρετικό τμήμα, όταν δικάζει κατ' ουσίαν την υπόθεση, οφείλει να τηρεί τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 581 παρ. 2 και 570 παρ. 2 του ΚΠολΔ και επανεξετάζει την υπόθεση μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αναιρετική απόφαση, σύμφωνα με τις ισχύουσες για τα δικαστήρια της ουσίας διατάξεις (ΑΠ 1794/2022, 1481/2021, 1196/2020).

Εξάλλου, στη διάταξη της παραγράφου 1 περ.α' του άρθρου 524 ΚΠολΔ, προβλέπεται ότι στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 227, 233 έως 236, των παρ.8 και 10 έως 13 του άρθρου 237, 240 έως 312, περ.α'έως γ'της παρ.1 του άρθρου 591 και παρ.4 του άρθρου 591 με την επιφύλαξη της ισχύος του άρθρου 591 για τις ειδικές διαδικασίες.

Η σαφής γραμματική διατύπωση της πιο πάνω διάταξης, είναι ότι στην περίπτωση που ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου φέρεται προς συζήτηση υπόθεση υπαγόμενη σε ειδική διαδικασία, εφαρμόζονται, εκτός από τις παρατιθέμενες γενικές διατάξεις, και οι περιοριστικώς αναφερόμενες σ' αυτή διατάξεις του άρθρου 591 (περ.α'έως γ'της παρ.1 και παρ.4 αυτού).

Στις διατάξεις δε αυτές, οι οποίες είναι οι μόνες που τυγχάνουν εφαρμογής στη δευτεροβάθμια δίκη, δεν συγκαταλέγεται και εκείνη της παραγράφου 2 του ως άνω άρθρου 591, που ρυθμίζει την προφορικότητα της διαδικασίας και την κατάθεση κοινής δηλώσεως του άρθρου 242 ΚΠολΔ. Τέλος, κατά την συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου της παραπομπής εφαρμόζονται οι κανόνες που ρυθμίζουν τη διαδικασία ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, αναλόγως αν τούτο δίκασε ως πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά την τακτική ή ειδική διαδικασία.

Μετά την αναίρεση της εφετειακής αποφάσεως και την παραπομπή της υποθέσεως στο εφετείο, μπορεί, παραδεκτώς, να προταθούν από τους διαδίκους νέοι ισχυρισμοί (ενστάσεις), υπό τους περιορισμούς των άρθρων 527 και 269 παρ.2 ΚΠολΔ και να ασκηθούν από τον εκκαλούντα πρόσθετοι λόγοι εφέσεως ή από τον εφεσίβλητο αντέφεση (ΟλΑΠ 27/2007, ΑΠ 1659/2011, 778/2009, 434/2009, 352/2004).

Αντίθετα, οι ισχυρισμοί (ενστάσεις) των διαδίκων, που είχαν προταθεί, πριν από την αναίρεση της εφετειακής απόφασης και η αντέφεση ή οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης, που είχαν ασκηθεί, παραδεκτά, με τις έγγραφες προτάσεις (άρθρα 520 παρ.2, 523, 674 παρ.1 ΚΠολΔ), δεν ερευνώνται μετά την αναίρεση της εφετειακής απόφασης, όταν ανάγονται σε διατάξεις, για τις οποίες εχώρησε αναίρεση.

Τούτο διότι συνέπεια της παραδοχής της αναίρεσης και κατάργησης, αντίστοιχα (στην ίδια έκταση) της συζήτησης, κατά την οποία εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση, οι ισχυρισμοί (ενστάσεις) των διαδίκων και οι έγγραφες προτάσεις τους, σε εκείνη τη συζήτηση, δεν λαμβάνονται υπ' όψη ούτε από το δικαστήριο της παραπομπής και αν ακόμη γίνεται επίκλησή τους, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 27/2010, ΑΠ 1145/2015, 1070/2008, 1606/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι, ο ενάγων και ήδη εκκαλών δικηγόρος με την από 12-4-2011 με αρ.καταθ.193/2011 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ζήτησε να υποχρεωθούν οι δύο πρώτες εναγόμενες και ήδη εφεσίβλητες εταιρείες να του καταβάλουν, ενεχόμενες εις ολόκληρον, το ποσό των 975.744 ευρώ, που αποτελούσε αμοιβή του για παρασχεθείσες υπηρεσίες του προς αυτές κατά το συμφωνηθέν μεταξύ τους σύστημα της χρονοχρέωσης, με το νόμιμο τόκο από την 1-1-2011 και επικουρικά από την επίδοση της αγωγής και επιπλέον να υποχρεωθεί η δεύτερη εναγομένη προς επίδειξη του αναφερομένου στην αγωγή εγγράφου, με την απειλή προσωπικής κρατήσεως κατά της τρίτης εναγομένης, νομίμου εκπροσώπου της.

Το ποσό αυτό αιτήθηκε με βάση τη μεταξύ τους έγκυρη σύμβαση έμμισθης εντολής, επικουρικά δε κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των αμοιβών, η υπ'αριθμ. 206/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που απέρριψε την αγωγή ως παθητικώς ανομιμοποίητη ως προς την τρίτη εναγομένη και ως μη νόμιμη ως προς το αίτημα επίδειξης εγγράφου και την εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση της και ακολούθως την έκανε δεκτή ως νόμιμη και εν μέρει βάσιμη κατ' ουσίαν και υποχρέωσε τις εναγόμενες να καταβάλουν στον ενάγοντα, εις ολόκληρον, το ποσό των 77.863,89 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Κατά της απόφασης αυτής ο ενάγων άσκησε την από 6-3-2014 με αρ.καταθ.1746/2014 έφεσή του, παραπονούμενος για κακή εφαρμογή του νόμου και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία συνεκδικάστηκε με την ασκηθείσα δια των προτάσεων αντέφεση των εφεσιβλήτων και εκδόθηκε η υπ' αρ. 2132/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τυπικά και εν μέρει κατ' ουσίαν την έφεση και την αντέφεση και μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε την πρώτη εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα 3.669,20 ευρώ και τη δεύτερη εξ αυτών να του καταβάλει 101.426 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής.

Κατά της ως άνω απόφασης του Εφετείου Αθηνών ασκήθηκε εκ μέρους του ενάγοντος η από 2-8-2016 αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ'αριθ. 1457/2017 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία, κατά παραδοχή των πρώτου, δευτέρου και τρίτου λόγων της αίτησης αναίρεσης, αναιρέθηκε η απόφαση ως προς τις δύο πρώτες των αναιρεσιβλήτων.

Ακολούθως, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την υπ'αριθμ. 3389/2019 απόφασή του, συνεκδικάζοντας την έφεση και την αντέφεση, δέχθηκε τυπικά και εν μέρει κατ' ουσίαν αυτές και μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, υποχρέωσε την πρώτη εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα ποσό 105.600 ευρώ και τη δεύτερη εξ αυτών να του καταβάλει 198.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής.

Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν από αμφότερα τα διάδικα μέρη αιτήσεις αναίρεσης. Ειδικότερα, ο ενάγων, υπέρ του οποίου παρενέβη προσθέτως η δικηγορική εταιρεία με την επωνυμία "Ι. Β. Κ. Σ. Δ. Ε.", άσκησε την από 17-1-2020 αίτησή του, οι δε δύο πρώτες εναγόμενες άσκησαν την από 30-7-2019 αίτησή τους. Με την υπ' αριθμ. 1689/2022 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, έγινε δεκτή η αίτηση αναίρεσης των εναγομένων, κατά παραδοχή του πρώτου αναιρετικού λόγου και απορρίφθηκε η αίτηση του ενάγοντος (οι λόγοι της οποίας κρίθηκαν ως άνευ αντικειμένου, λόγω της αναιρετικής εμβέλειας της αντίθετης αίτησης), ακολούθως δε κρατήθηκε η υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση, ύστερα από επίσπευση του επιμελέστερου από τους διαδίκους.

Ήδη, μετά την ως άνω δεύτερη αναίρεση, με την από 16-11-2022 με αριθμ. καταθ. 199/16-11-2022 κλήση του ενάγοντος-εκκαλούντος και της προσθέτως παρεμβάσας κατά των καθ' ων η κλήση (δύο πρώτων) εναγομένων-εφεσιβλήτων, νόμιμα φέρεται προς συζήτηση η από 6-3-2014 με αριθμ. κατάθ. 1746/2014 έφεση του ενάγοντος, που πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσία.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στην δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής (7-11-2023), οι καθ' ων η κλήση (εφεσίβλητοι) προκατέθεσαν τις προτάσεις τους και παραστάθηκαν στο ακροατήριο με δήλωση του πληρεξουσίου τους δικηγόρου κατ' άρθρ.242 παρ.2 ΚΠολΔ, ενώ οι καλούντες (εκκαλών και προσθέτως παρεμβάσα) εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους, που ήταν παρών κατά την εκφώνηση της υποθέσεως.

Η τοιαύτη παράσταση των εφεσιβλήτων με μονομερή δήλωση του πληρεξουσίου τους δικηγόρου είναι καθ' όλα νομότυπη, αφού η μονομερής αυτή δήλωση ουδόλως απαγορεύεται από τις εφαρμοζόμενες στη δευτεροβάθμια δίκη διατάξεις (227, 233 έως 236, των παρ.8 και 10 έως 13 του άρθρου 237, 240 έως 312, περ.α'έως γ'της παρ.1 του άρθρου 591 και παρ.4 του ιδίου άρθρου), σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται στην πρώτη παράγραφο της παρούσας, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού του εκκαλούντος, ο οποίος εσφαλμένα υπολαμβάνει ότι μόνον κοινή δήλωση παράστασης επιτρέπεται και ότι συνεπώς οι αντίδικοί του θα πρέπει να δικαστούν ερήμην.

Η αντέφεση, ωστόσο, που είχαν ασκήσει οι εφεσίβλητες με τις από 10-3-2015 έγγραφες προτάσεις τους ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου κατά τη συζήτηση της έφεσης, μετά την οποία συζήτηση εκδόθηκε η 2132/2015 απόφασή του, ήδη αναιρεθείσα εν όλω με την 1457/2017 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, δεν ερευνάται πλέον, αφού ανάγεται σε κεφάλαιο για το οποίο εχώρησε η αναίρεση, ενώ οι εφεσίβλητοι, καίτοι είχαν το δικαίωμα να ασκήσουν αντέφεση κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο παρόν δικαστήριο της παραπομπής, δεν έπραξαν τούτο, και σε κάθε περίπτωση, αφού δεν επανέρχεται προς συζήτηση με σχετική κλήση.

Από την επανεκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα του ενάγοντος, που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως, μη λαμβανομένης υπ' όψη της ένορκης κατάθεσης του δικηγόρου Γ. Μ., που εξετάστηκε στο ακροατήριο με επιμέλεια των εναγομένων, ο οποίος κατά το χρόνο εξέτασής του ήταν μέλος της διοίκησης της πρώτης εξ αυτών ενώ είχε ενεργήσει και ως αντιπρόσωπος της δεύτερης εξ αυτών, από τα έγγραφα, που οι διάδικοι νόμιμα προσκομίζουν κι επικαλούνται, τις υπ' αριθμ. 30420/8.4.2013, 30427/12.4.2013, 31363/9-3-2015 και 31364/9-3-2015, ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίνας- Ελένης Μάγκλαρη, ως και τις υπ' αρ. 3959/15-10-2018, 3989/19-10-2018 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλικής Δημητρίου, που λήφθηκαν με επιμέλεια του ενάγοντος-εκκαλούντος μετά από νόμιμη κλήτευση των αντιδίκων του (βλ.

τις 1093 έως και 1905/4-4-2013 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Πειραιώς Αναστασίας Ζουγανέλη για την πρώτη, την προφορική γνωστοποίηση του πληρεξουσίου του ενάγοντος που καταχωρήθηκε στα πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου για τη δεύτερη, τις 1105 έως και 1107/5-3-2015 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Αργυρούς Κάρλου για την τρίτη και την τέταρτη, τις 6398-99/10-10-2018 εκθέσεις επιδόσεως της ίδιας δικαστικής επιμελήτριας για την πέμπτη και τις 6440-41/16-10-2018 εκθέσεις επιδόσεως της ίδιας δικαστικής επιμελήτριας για την έκτη), τις υπ' αριθμ. 3552/5.4.2013, 10492/28-9-2018 και 11237/15-10-2018 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών που λήφθηκαν με επιμέλεια των εναγομένων-εφεσιβλήτων μετά από νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου τους (βλ.

τις 4921Γ/3-4-2013 και 3653Δ/25-9-2018 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Βασιλείου Παπαγιαννούλα ως προς την πρώτη και τη δεύτερη, αντίστοιχα, και την 1721Β/10-10-2018 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών 'Αννας Δρουγκίδου, για την τρίτη), ως και την υπ' αριθμ. 3831/12-4-2013 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, που λήφθηκε μετά από νόμιμη κλήτευση του ενάγοντος με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου των εναγομένων στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και καταχωρήθηκε στα πρακτικά, η οποία, ανεξάρτητα από τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορούσε παραδεκτά να προσκομισθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, παραδεκτά προσκομίζεται με επίκληση στο παρόν δευτεροβάθμιο δικαστήριο -μη λαμβανομένης όμως υπόψη της 3551/5-4-2013 ένορκης βεβαίωσης που προσκομίστηκε από τους εναγομένους, που δόθηκε από μέλος της διοίκησης της δεύτερης εναγομένης, ενεργήσαντος και ως αντιπροσώπου της πρώτης από αυτές, η οποία αποτελεί ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο- αποδείχθηκαν τα ακόλουθα περιστατικά:

Ο ενάγων δικηγόρος, μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, διατηρεί οργανωμένο δικηγορικό γραφείο στο Α. Α., με εξειδίκευση σε θέματα διεθνούς εμπορικής διαιτησίας και διεθνών υποθέσεων κατασκευαστικών και ενεργειακών έργων στην Ελλάδα, αναλαμβάνοντας ο ίδιος προσωπικά και δια των συνεργατών του γραφείου του τις αντίστοιχες νομικές υπηρεσίες.

Στα πλαίσια της ανωτέρω δραστηριότητάς του τον Ιούλιο του έτους 2008 η δεύτερη εναγόμενη μέσω του εκπροσώπου και Διευθύνοντος Συμβούλου της Ι. Π., ανέθεσε στον ενάγοντα την εκπροσώπηση της ίδιας (δεύτερης εναγομένης) καθώς και της μητρικής εταιρείας της, πρώτης εξ αυτών, σε μια σειρά υποθέσεών τους, εκ των οποίων η πρώτη υπόθεση ήταν ήδη εν εξελίξει, ενώ επίκειτο και ο χειρισμός της δεύτερης.

Ο ενάγων αποδεχόμενος την πρόταση συνεργασίας συμφώνησε να παράσχει τις νομικές υπηρεσίες του ιδίου και των συνεργατών του γραφείου του, έναντι αμοιβής με το σύστημα της χρονοχρέωσης, η οποία κατόπιν προφορικής μεταξύ των μερών συμφωνίας καθορίστηκε στο ποσό των 264 ευρώ την ώρα, αμοιβή καταβλητέα μετά δεκαήμερο από την αποστολή των οικείων καταστάσεων των ωρών απασχόλησης στις εναγόμενες.

Η αμοιβή αυτή συμφωνήθηκε ανεξαρτήτως του ποιος εκ των συνεργατών του οργανωμένου γραφείου του ενάγοντος θα ασχολείτο με την κάθε υπόθεση, αφορούσε δε οποιασδήποτε φύσεως νομικές υπηρεσίες, είτε εξώδικες είτε δικαστικές, υπολογιζομένης και για τις τελευταίες της αμοιβής του ενάγοντος μόνον με βάση το σύνολο των ωρών που επρόκειτο να δαπανηθούν, τόσο για τη μελέτη τους όσο και για τη δικαστική διεκπεραίωσή τους, χωρίς διάκριση.

Η τοιαύτη συμφωνία ήταν καθ' όλα νόμιμη, στα πλαίσια της ελευθερίας των συμβάσεων (361 Α.Κ.), εφόσον, κατά το χρόνο συνάψεώς της υπό την ισχύ του προϊσχύσαντος Κώδικα περί Δικηγόρων το ποσό αμοιβής δεν υπολείπετο των ελαχίστων ορίων αμοιβών (άρθρα 92 παρ.1, 98 του ν.δ.326/1954). Ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι κατά την ανάθεση των υποθέσεων στον ενάγοντα δεν συνήφθη οποιαδήποτε συμφωνία περί του ύψους αμοιβής του, όχι μόνον δεν αποδείχθηκε, αλλά αντιβαίνει και στην κοινή λογική, αφού οι εναγόμενες είχαν προφανώς εναργές ενδιαφέρον να γνωρίζουν εκ των προτέρων πώς θα προσδιοριζόταν η αμοιβή του δικηγόρου, στον οποίο ανέθεταν τις -σημαντικού μάλιστα αντικειμένου- υποθέσεις τους.

Αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι ο Ι..Π. απευθύνθηκε στον ενάγοντα κατόπιν συστάσεως του κοινού γνωστού τους Κ. Κ., προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας "ΑΒΒ Α.Ε.", επίσης πελάτη του ενάγοντος, που κατέβαλλε τις αμοιβές του με το ίδιο σύστημα της χρονοχρέωσης και το ίδιο ποσό ανά ώρα κατά την ένδικη περίοδο, όπως όλοι οι πελάτες του ενάγοντος, και από τον οποίο κατά την κοινή κρίση είχε πληροφορηθεί εκ των προτέρων και το σύστημα της αμοιβής του δικηγορικού γραφείου, στο οποίο επρόκειτο να απευθυνθεί, σύστημα που σε κάθε περίπτωση κατά τη σύναψη της συμφωνίας με τον ενάγοντα συμφώνησε ρητώς ως εφαρμοστέο για όλες τις υποθέσεις των εναγομένων.

Ο όρος της ως άνω συμφωνίας περί του ύψους του ποσού της χρονοχρέωσης ήταν απολύτως σαφής, κατανοητός και συγκεκριμένος, ούτως ώστε να μην γεννάται οποιαδήποτε αμφιβολία από τον εκπρόσωπο των εναγομένων για το περιεχόμενό του. Η προφορική ως άνω συμφωνία, επιβεβαιώθηκε στη συνέχεια και εγγράφως με την αποστολή του από 1-9-2008 ηλεκτρονικού μηνύματος του ενάγοντος στις εναγόμενες εταιρείες, με την παράθεση των όρων αμοιβής και τιμολόγησης των υπηρεσιών του για το σύνολο των πελατών του και τη γνωστοποίηση του εύρους των δικηγορικών υπηρεσιών του γραφείου του, στο οποίο μήνυμα οι εναγόμενες ουδόλως αντέδρασαν, παρά αντιθέτως, συνέχισαν τη συνεργασία τους με τον ενάγοντα και σε άλλες υποθέσεις τους, αποδεχόμενες τον ως άνω τρόπο αμοιβής, κατά τα προφορικώς συμφωνηθέντα.

Η αναφορά, περαιτέρω, στο ως άνω μήνυμα ότι το εν λόγω ποσό χρονοχρέωσης, ίσχυε έως την 1-7-2009 και η έλλειψη συμφωνίας για το ύψος του ποσού κατά το επόμενο χρονικό διάστημα, περιείχε δέσμευση του ενάγοντος να μην αξιώσει μεγαλύτερο ποσό αμοιβής εφεξής, πλέον του ως άνω ποσού των 264 ευρώ ανά ώρα. Στα πλαίσια της ως άνω εντολής, ο ενάγων κατέθεσε, για λογαριασμό της πρώτης εναγομένης, αίτηση ανάκλησης της 123/2008 πράξης του Ελεγκτικού Συνεδρίου, με την οποία κρίθηκε ότι, κατόπιν ελέγχου νομιμότητας της διαδικασίας διεθνούς δημοσίου ανοιχτού διαγωνισμού από τον Οργανισμό Λιμένος Πειραιώς (Ο.Λ.Π.), δυνάμει της 25/2007 διακήρυξης, για την προμήθεια έξι RMG γερανογεφυρών, συνολικής δαπάνης 9.200,000 ευρώ, που με την υπ' αριθμ. 157/12.6.2008 απόφαση του Δ.Σ του Ο.Λ.Π.

ανατέθηκε στην πρώτη εναγόμενη, κωλύεται η υπογραφή της συμβάσεως. Ο ενάγων στα πλαίσια της ανωτέρω εντολής συνέταξε και κατέθεσε ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου την ανωτέρω αίτηση, ενώ παραστάθηκε κατά τη συζήτησή της καταθέτοντας και υπόμνημα. Μετά τις επιτυχείς ενέργειες του ενάγοντος, με την υπ' αριθ. 127/2008 πράξη του Ελεγκτικού Συνεδρίου ανακλήθηκε η προσβαλλόμενη πράξη και η πρώτη εναγομένη ανέλαβε την εκτέλεση της σύμβασης και την αποπεράτωση του αντίστοιχου έργου.

Στα πλαίσια εκτελέσεως της ανωτέρω εντολής ο ενάγων απασχολήθηκε συνολικά επί 50 ώρες, το χρονικό διάστημα από 28.7.2008 έως 5.9.2008, χρόνος που θεωρείται εύλογος για την εργασία αυτή, και δη για τη μελέτη της διαδικασίας ελέγχου νομιμότητας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, έρευνα και μελέτη θεωρίας και νομολογίας σχετικά με τα αναφυόμενα θέματα, σύνταξη κειμένου της αίτησης ανάκλησης, προσθήκες στο κείμενο και σύνταξη εκ νέου κείμενου ανάκλησης, κατάθεση της ανωτέρω αίτησης, συζήτηση της αίτησης και σύνταξη σχετικού υπομνήματος.

Συνεπώς η πρώτη εναγομένη οφείλει στον ενάγοντα για την ως άνω αιτία το ποσό των 13.200 ευρώ. Ακολούθως, με την υπ' αριθμ. 5/1008 διακήρυξη του Ο.Λ.Π προκηρύχθηκε διεθνής δημόσιος ανοιχτός διαγωνισμός για την προμήθεια δύο γερανογεφυρών ΡΑΝΑΜΑΧ, συνολικής δαπάνης 9.200.000 ευρώ, και με την υπ' αριθμ. 170/24.6.2008 απόφαση του Δ.Σ του Ο.Λ.Π το ανωτέρω έργο ανατέθηκε στην πρώτη εναγόμενη.

Στα πλαίσια ελέγχου νομιμότητας της διαδικασίας του ανωτέρω διαγωνισμού και του σχεδίου συμβάσεως μεταξύ του Ο.Λ.Π. και της πρώτης εναγόμενης από το Ελεγκτικό Συνέδριο, το τελευταίο έκρινε με την υπ' αριθμ. 139/2008 πράξη του ότι κωλύεται η υπογραφή της συμβάσεως. Ακολούθως η πρώτη εναγόμενη ανέθεσε στον ενάγοντα, μέσω του εκπροσώπου της Ι.

Π. την εντολή να καταθέσει αίτηση ανάκλησης κατά της ανωτέρω 139/2008 πράξης. Ο ενάγων στα πλαίσια της ανωτέρω εντολής, που αφορούσε παρόμοια υπόθεση με την αμέσως προηγούμενη, συνέταξε και κατέθεσε ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου την ανωτέρω αίτηση, ενώ παραστάθηκε κατά τη συζήτησή της καταθέτοντας και υπόμνημα.

Μετά τις επιτυχείς ενέργειες του ενάγοντος, με την υπ' αριθ. 134/2008 πράξη του Ελεγκτικού Συνεδρίου ανακλήθηκε η προσβαλλόμενη πράξη και η πρώτη εναγομένη ανέλαβε την εκτέλεση της σύμβασης και την αποπεράτωση του αντίστοιχου έργου. Στα πλαίσια εκτελέσεως της ανωτέρω εντολής ο ενάγων απασχολήθηκε συνολικά επί 20 ώρες, το χρονικό διάστημα από 18.8.2008 έως 5.12.2008, χρόνος που θεωρείται εύλογος για την εργασία αυτή, και δη, δεδομένου ότι με τη μελέτη της διαδικασίας ελέγχου νομιμότητας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ως και της θεωρίας και νομολογίας σχετικά με τα αναφυόμενα θέματα, είχε ήδη ασχοληθεί στα πλαίσια της παρόμοιας προηγούμενης υπόθεσης που του είχε ανατεθεί, εν προκειμένω δε, ασχολήθηκε μόνον με τη σύνταξη του κειμένου της αίτησης ανάκλησης και κάποιες προσθήκες στο κείμενο με βάση τις συνεννοήσεις του με τους εκπροσώπους της πρώτης εναγομένης, και περαιτέρω την κατάθεση, τη συζήτηση της αίτησης και τη σύνταξη σχετικού υπομνήματος.

Η πρώτη εναγόμενη οφείλει συνεπώς στον ενάγοντα από την ως άνω αιτία το ποσό των 5.280 ευρώ. Περαιτέρω η πρώτη εναγομένη είχε συμμετάσχει σε έτερο διαγωνισμό του Ο.Λ.Π, ο οποίος κηρύχθηκε άγονος και ο οποίος αρχικά ανατέθηκε στην εταιρεία Shanghai. Η πρώτη εναγόμενη εταιρεία ανέθεσε στον ενάγοντα στις 15.10.2008 την εντολή να μελετήσει εάν ο διαγωνισμός που κηρύχθηκε άγονος θα μπορούσε να οδηγηθεί σε διαπραγματεύσεις, υπό ποιους όρους και εάν θα μπορούσαν να συμμετάσχουν και οι αποκλεισθέντες.

Στα πλαίσια εκτελέσεως της ανωτέρω εντολής, ο ενάγων απασχολήθηκε συνολικά επί 30 ώρες, κατά το χρονικό διάστημα από 15.10.2008 έως 29.10.2008, χρόνος που θεωρείται εύλογος για την εργασία αυτή, και δη για σύνταξη αναφοράς, έρευνα και μελέτη θεωρίας και νομολογίας Ελληνικής και ΕΕ, σχετικά με τα αναφυόμενα θέματα, όπως δέχθηκε η πρωτόδικη απόφαση, χωρίς να προβάλλεται σχετικώς παράπονο από τις εναγόμενες.

Η πρώτη εναγομένη οφείλει συνεπώς στον ενάγοντα για την ως άνω αιτία το ποσό των 7.920 ευρώ. Περαιτέρω η πρώτη εναγομένη είχε αναλάβει τη μελέτη, κατασκευή, ανέγερση, μεταφορά από την Ελλάδα προς το Tartous της Συρίας και τη θέση σε λειτουργία δυο γερανών φορτοεκφόρτωσης εμπορευματοκιβωτίων (containers) για το λιμάνι Tartous της Συρίας, Στους όρους της συναφθείσας συμβάσεως υπήρχε δεσμευτική λίστα προμηθευτών για τον ηλεκτρομηχανολογικό εξοπλισμό καθιστώντας αναγκαία για την πρώτη εναγόμενη τη σύναψη συμβάσεως με την εταιρεία K.

προκειμένου να αναλάβει η τελευταία μέρος των εργασιών ως προμηθεύτρια της πρώτης εναγομένης. Στα πλαίσια εκτελέσεως της ανωτέρω συμβάσεως και κατόπιν αρνήσεως της εταιρείας K. να εκπληρώσει τις συμβατικές της υποχρεώσεις, η οποία όμως αξίωνε την καταβολή του συμβατικού ανταλλάγματος των 1.393.500 ευρώ και παράλληλα είχε ζητήσει από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος την κατάπτωση της τραπεζικής ενέγγυας πίστωσης ποσού 1.393.500 ευρώ, η πρώτη εναγόμενη στις 13.10.2009 ανέθεσε στον ενάγοντα την εντολή να καταθέσει αίτηση ασφαλιστικών μέτρων και παράλληλα να ζητήσει την έκδοση προσωρινής διαταγής από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Στα πλαίσια εκτελέσεως της ανωτέρω εντολής ο ενάγων απασχολήθηκε συνολικά επί 20 ώρες για την σύνταξη, κατάθεση της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, ως και την παράσταση κατά τη συζήτηση του αιτήματος προσωρινής διαταγής, χρόνος που θεωρείται εύλογος για την εργασία αυτή. Η πρώτη εναγόμενη οφείλει συνεπώς στον ενάγοντα για την ως άνω αιτία το ποσό των 5.280 ευρώ.

Τέλος, η πρώτη εναγομένη εταιρεία στις 15.2.2008 είχε συνάψει με την φινλανδική εταιρεία "K. H. L. C." την υπ' αριθμ. 2015723 σύμβαση για την κατασκευή, ολοκληρωμένη μηχανολογική συναρμολόγηση, ανέγερση, ηλεκτρική εγκατάσταση και παράδοση ενός γερανού τύπου AGD Grab Unloader-Crane No G880, στο λιμάνι Κόπερ της Σλοβενίας. Στη συνέχεια, με συμφωνία των συμβαλλομένων, την πρώτη εναγομένη διαδέχθηκε η δεύτερη εξ αυτών.

Κατά την εκτέλεση της ανωτέρω σύμβασης προέκυψαν διαφορές μεταξύ των μερών, γιαυτό η δεύτερη εναγομένη προσέφυγε σε διαιτησία ενώπιον του Ινστιτούτου Διαιτησίας του Εμπορικού Επιμελητηρίου της Στοκχόλμης δίδοντας στον ενάγοντα τη σχετική εντολή για το χειρισμό της και διεκδικώντας το ποσό των 1.973.365,61 ευρώ, πλέον τόκων.

Παράλληλα, κατά το αρχικό στάδιο της πορείας της υπόθεσης, τέθηκε και θέμα προσφυγής στα ποινικά δικαστήρια της Ελλάδας λόγω δυσφημιστικών σχολίων της K. για την πρώτη εναγομένη και δόθηκε εντολή στον ενάγοντα να μελετήσει το ενδεχόμενο υποβολής έγκλησης και να συντάξει το σχέδιό της, που όμως τελικά αποφασίστηκε να μην κατατεθεί.

Κατά το χρονικό διάστημα που βρισκόταν σε εξέλιξη η ως άνω υπόθεση, και συγκεκριμένα την 30-6-2010 ο ενάγων παρέδωσε στον Ι.. Π. σημείωμά του αναφέροντας αναλυτικά τις ώρες απασχόλησής του στις υποθέσεις που του είχαν μέχρι τότε ανατεθεί από τις δύο εναγόμενες. Οι εναγόμενες αντέδρασαν άμεσα, θεωρώντας εξόχως υπερβολικό τον αριθμό των ωρών που αναγράφονταν στις καταστάσεις και ζήτησαν από τον ενάγοντα να τις αναπροσαρμόσει σε λογικά πλαίσια.

Επειδή, παρά τις συζητήσεις που ακολούθησαν ανάμεσα στον ενάγοντα και στη διοίκηση των εναγομένων, δεν επιτεύχθηκε μεταξύ τους συμφωνία, η δεύτερη εναγομένη προέβη σε ανάκληση της εντολής της για την τρέχουσα υπόθεση της διαιτησίας, αναθέτοντας την ολοκλήρωση της διαδικασίας σε έτερο δικηγορικό γραφείο.

Ακολούθως, στις 23-12-2010 ο ενάγων απέστειλε προς τις εναγόμενες νέο μήνυμα αναφέροντας επιπλέον ώρες εργασίας που αφορούσαν το χρονικό διάστημα από 1-7-2010 έως 16-12-2010, τις οποίες επίσης αμφισβήτησαν οι εναγόμενες. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο απέρριψε τον ισχυρισμό του ενάγοντος περί εγκρίσεως εκ μέρους των εναγομένων του συνόλου της αμοιβής του και περί συμφωνίας εξόφλησης εντός των επομένων εβδομάδων, δεν έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως αβάσιμα παραπονείται ο ενάγων με το δεύτερο λόγο της έφεσής του.

Περαιτέρω, στα πλαίσια εκτελέσεως της ανωτέρω εντολής που αφορούσε στη διαιτητική διαδικασία, αλλά και τη διερεύνηση ποινικών ευθυνών των αντιδίκων της εντολέως του, ο ενάγων απασχολήθηκε συνολικά επί 520 ώρες, το χρονικό διάστημα από 20-11-2008 έως 16-12-2010 χρόνος που θεωρείται εύλογος για την εργασία αυτή, και δη για την έρευνα και μελέτη θεωρίας και νομολογίας σχετικά με τα αναφυόμενα θέματα, αναφορικά με το Ελληνικό και Σουηδικό δίκαιο και συσκέψεις και συναντήσεις με εκπροσώπους των εμπλεκόμενων μερών καθώς και σύνταξη του σχεδίου της έγκλησης, περί του οποίου ανωτέρω.

Η δεύτερη εναγομένη οφείλει συνεπώς στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 137.280 ευρώ. Οι επιπλέον ώρες που περιέχονται στην αγωγή ως αναλωθείσες για τη διεκπεραίωση των πιο πάνω υποθέσεων κρίνονται υπερβολικές, με δεδομένη την τεράστια εμπειρία και εξειδίκευση του ενάγοντος στο χειρισμό αντιστοίχων υποθέσεων, στοιχεία που άλλωστε οδήγησαν το νόμιμο εκπρόσωπο των εναγομένων στην επιλογή του, εμπειρία που σαφώς επιταχύνει την πρόοδο τόσο της μελέτης κάθε υπόθεσης, όσο και τις επιλογές του χειρισμού της (ενόψει της εξοικείωσης με το αντίστοιχο αντικείμενο) και που δεν δικαιολογεί την ανάλωση υπερόγκου αριθμού ωρών.

Προκειμένου, εξάλλου, να αναλάβει η δεύτερη εναγομένη το φάκελο της υπόθεσης της διαιτησίας, τον οποίο δεν απέδιδε ο ενάγων ασκώντας δικαίωμα επίσχεσης, υπέβαλε ενώπιον του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών την Α27716/21-12-2010 αίτηση περί άρσης της επίσχεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η 4/2011 απόφαση του προέδρου του ΔΣΑ, που εξαρτούσε την άρση από την προηγούμενη κατάθεση εγγυοδοσίας ποσού 350.000 ευρώ εκ μέρους της δεύτερης εναγομένης.

Με την ως άνω αίτησή της, η τελευταία ουδόλως αμφισβήτησε τη συμφωνία περί χρονοχρέωσης και το ύψος αυτής, αμφισβητώντας και πάλι μόνο το συνολικό αριθμό των ωρών απασχόλησης του ενάγοντος, αναφορά η οποία δεν συνιστά σύμβαση αναγνώρισης χρέους, όπως αβάσιμα διαλαμβάνει ο εκκαλών στον τέταρτο λόγο της έφεσής του, αλλά εξώδικη ομολογία περί της συνάψεως της συγκεκριμένης συμφωνίας χρονοχρέωσης, όπως αυτή παρατίθεται πιο πάνω.

Τέλος, οι εναγόμενες, με τις προτάσεις της παρούσας δευτεροβάθμιας δίκης, ισχυρίστηκαν ότι η αξίωση του ενάγοντος ασκήθηκε καταχρηστικά, για τους εκτιθέμενους σ' αυτές (προτάσεις) λόγους. Ο ισχυρισμός ωστόσο αυτός, ο οποίος δεν προβλήθηκε νομότυπα πρωτοδίκως, ήτοι προφορικά με δήλωση του πληρεξουσίου των εναγομένων καταχωρηθείσα στα πρακτικά συνεδριάσεως (ΟλΑΠ 2/2005, ΑΠ 29/2022, 241/2022), ενώ δεν συντρέχουν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις της παραδεκτής βραδείας προβολής του κατ' άρθρ.527 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Μετά τα παραπάνω, εκάστη των εναγομένων οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό της αμοιβής του που αφορά στις υποθέσεις που αυτός διεκπεραίωσε κατ' εντολήν της, καθ' όσον η προκείμενη ενοχή δεν είναι εις ολόκληρον (480 επ.ΑΚ), αφού δεν πρόκειται για κοινές υποθέσεις, ως προς τις οποίες οι περισσότεροι εντολείς ενέχονται εις ολόκληρον, κατ' άρθρ.168 του προϊσχύσαντος ΚωδΔικ προς καταβολή της αμοιβής του δικηγόρου, αλλά για διακριτές υποθέσεις εκάστης των εναγομένων εντολέων (βλ.ΑΠ 957/2014) -ερευνωμένου αυτεπαγγέλτως του νόμω βασίμου του σχετικού αιτήματος, το οποίο είναι νόμιμο μόνον ως προς το εμπεριεχόμενο ανωτέρω έλασσον αίτημα.

Έτσι, η μεν πρώτη εναγομένη οφείλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 31.680 ευρώ, ενώ η δεύτερη εναγομένη του οφείλει το ποσό των 137.280 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 1-1-2011, γενομένου δεκτού του σχετικού αγωγικού αιτήματος και του αντιστοίχου ογδόου λόγου έφεσης, καθ' όσον για τις οφειλές τους συμφωνήθηκε δήλη ημέρα καταβολής, κατά τα προαναφερθέντα.

Τέλος, αναφορικά με το αίτημα επίδειξης εγγράφου, που απορρίφθηκε ως αόριστο από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, εφόσον, κατά τα αναγραφόμενα στην αγωγή, όπως αυτή συμπληρώθηκε με την έφεση, το εν λόγω έγγραφο, απευθυνθέν προς το Διαιτητικό Δικαστήριο και τους λοιπούς εμπλεκόμενους παράγοντες, δεν συνάπτεται με καθαυτές τις αξιώσεις αμοιβής του ενάγοντος από τη διαιτητική διαδικασία, είναι αβάσιμο και απορριπτέο και ως εκ τούτου απορριπτέος και ο σχετικός έκτος λόγος της έφεσης.

Τέλος, απορριπτέος ως άνευ αντικειμένου είναι ο έβδομος λόγος έφεσης, με τον οποίο ο εκκαλών παραπονείται για την απόρριψη της επικουρικής βάσης της αγωγής που στηρίζεται στον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο: α) δέχθηκε ότι δεν συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών το ύψος του ποσού της χρονοχρέωσης, β) ότι οφείλεται για ορισμένες υποθέσεις ποσό 62 ευρώ ανά ώρα, για δε τις λοιπές η κατώτερη νόμιμη αμοιβή, γ) ότι οφείλονται τόκοι από της επιδόσεως της αγωγής, έσφαλε περί την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως βάσιμα παραπονείται ο ενάγων με τους πρώτο, τρίτο και όγδοο λόγους της έφεσής του.

Συνεπώς θα πρέπει, αφού γίνει εν μέρει δεκτή η κρινόμενη έφεση να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, ακολούθως, αφού κρατηθεί η υπόθεση και δικαστεί η αγωγή, να γίνει αυτή εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν. Η δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων θα συμψηφιστεί εν μέρει, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας και θα καταδικαστούν οι εναγόμενες σε ανάλογο προς την ήττα τους μέρος της δικαστικής δαπάνης του ενάγοντος και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας (άρθ.183, 178 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων. Δέχεται τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση.

Εξαφανίζει την υπ' αριθμ.206/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Κρατεί και δικάζει επί της ουσίας την αγωγή.

Δέχεται εν μέρει αυτή.

Υποχρεώνει την πρώτη εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των τριάντα ενός χιλιάδων εξακοσίων ογδόντα (31.680) ευρώ και τη δεύτερη εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των εκατόν τριάντα επτά χιλιάδων διακοσίων ογδόντα (137.280) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την 1-1-2011 μέχρι την εξόφληση και

Καταδικάζει τις εναγόμενες σε μέρος της δικαστικής δαπάνης του ενάγοντος και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, την οποία ορίζει σε δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Φεβρουαρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Μαρτίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ