367/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-6-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κω (Μεταβατικής έδρας Καλύμνου). Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: Κ12/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 135/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κω (Μεταβατικής έδρας Καλύμνου). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 22-9-2020 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated367/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά την έννοια αυτή, η επαναφορά δεν συνεπάγεται τη χορήγηση νέας προθεσμίας για την επιχείρηση της εκπρόθεσμης διαδικαστικής πράξης, αλλά προσδίδεται σε αυτήν με τη δικαστική απόφαση, που δέχεται την αίτηση επαναφοράς, η έννομη συνέπεια που θα είχε, αν ήταν εμπρόθεσμη (ΟλΑΠ 29/1992), δηλαδή θεωρείται πλασματικά ως εμπρόθεσμη.
Full text
Απόφαση 367 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 367/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη - Εισηγήτρια, Μαρουλιώ Δαβίου - Απέργη, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αφεντία Ιωσηφίδου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ε. Σ. του Τ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Θεοδωρόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-6-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κω (Μεταβατικής έδρας Καλύμνου). Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: Κ12/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 135/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κω (Μεταβατικής έδρας Καλύμνου). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 22-9-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγεται για συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η από 22/09/2020 αίτηση για αναίρεση της αριθμ. 135/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου (μεταβατική έδρα Κω), που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία. Με την απόφασή του αυτή το πιο πάνω Δικαστήριο απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, την ασκηθείσα έφεση, από το εναγόμενο ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, κατά της αριθμ. Κ 12/2019 απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Κω (μεταβατική έδρα Καλύμνου), η οποία είχε δεχθεί ως ουσία βάσιμη την εισαχθείσα ενώπιον του αναγνωριστική της κυριότητας ακινήτου αγωγή της ήδη αναιρεσίβλήτου Ε. Σ.. Η ανωτέρω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 §1, 577 §1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.571, 577 §3 ΚΠολΔ).
Ι. Κατά το άρθρο 532 ΚΠολΔ το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ερευνά, αυτεπαγγέλτως, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του παραδεκτού της εφέσεως, ιδίως δε αν η έφεση ασκήθηκε εμπρόθεσμα και κατά της νόμιμες διατυπώσεις. Αντικείμενο της έρευνας κατά το στάδιο αυτό αποτελεί το εκκλητό ή μη της εκκαλούμενης αποφάσεως, η νομιμοποίηση του εκκαλούντος και του εφεσιβλήτου, η κατάθεση του δικογράφου στον αρμόδιο γραμματέα, η νομότυπη σύνταξη της έκθεσης κατάθεσης και η ενέργεια όλων των άνω διατυπώσεων εντός της προθεσμίας του άρθρου 518 ΚΠολΔ.
Αν λείπει μια από τις άνω προϋποθέσεις και ιδίως αν η έφεση ασκήθηκε εκπρόθεσμα, δηλαδή μετά τη συμπλήρωση της οριζόμενης από το άρθρο 518 ΚΠολΔ, προθεσμίας των τριάντα ημερών από την επίδοση της απόφασης, αν ο εκκαλών διαμένει στην Ελλάδα, η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Ο διάδικος που άσκησε εκπρόθεσμη έφεση μπορεί να προβάλει ότι δεν την άσκησε εμπρόθεσμα, για λόγους ανώτερης βίας ή εξ αιτίας δόλου του αντιδίκου του και να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση (άρθρ. 152 επ.
ΚΠολΔ, ΑΠ2021/2017). II. Κατά τη διάταξη του άρθρου 152 παρ.1 ΚΠολΔ, αν κάποιος διάδικος δεν μπόρεσε να τηρήσει κάποια προθεσμία εξαιτίας ανώτερης βίας ή δόλου του αντιδίκου του, έχει δικαίωμα να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τη διάταξη του άρθρου 155 παρ.2 ΚΠολΔ, που ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι η αίτηση για την επαναφορά πρέπει να αναφέρει τους λόγους για τους οποίους δεν ήταν δυνατόν να τηρηθεί η προθεσμία και να περιέχει την πράξη που παραλείφθηκε ή να αναφέρει ότι έχει ήδη ενεργηθεί, συνάγεται ότι η επαναφορά αποτελεί έκτακτο ένδικο βοήθημα, με το οποίο παρέχεται προστασία για την απώλεια γνήσιας δικονομικής προθεσμίας, η δε απώλεια αυτής έχει ως συνέπεια την έκπτωση από το δικαίωμα για ενέργεια της διαδικαστικής πράξης που αφορά η προθεσμία (ΑΚ 151) και την απόρριψή της ως εκπρόθεσμης, με την προϋπόθεση ότι πρόκειται για πράξη σύγχρονη ή προγενέστερη της αίτησης επαναφοράς.
Έτσι και ο διάδικος που δεν μπόρεσε να ασκήσει εμπρόθεσμη, κατά το άρθρο 518 παρ.1 ΚΠολΔ, έφεση, δηλαδή μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών από την επίδοση της οριστικής πρωτόδικης απόφασης, αν διαμένει στην Ελλάδα, και εξήντα ημερών, αν διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής, μπορεί, αν η εκπρόθεσμη άσκηση της έφεσης οφείλεται σε ανώτερη βία ή σε δόλο του αντιδίκου του, να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.
Κατά την έννοια αυτή, η επαναφορά δεν συνεπάγεται τη χορήγηση νέας προθεσμίας για την επιχείρηση της εκπρόθεσμης διαδικαστικής πράξης, αλλά προσδίδεται σε αυτήν με τη δικαστική απόφαση, που δέχεται την αίτηση επαναφοράς, η έννομη συνέπεια που θα είχε, αν ήταν εμπρόθεσμη (ΟλΑΠ 29/1992), δηλαδή θεωρείται πλασματικά ως εμπρόθεσμη.
Ανταποκρίνεται έτσι η επαναφορά σε εκτιμήσεις επιείκειας και παράλληλα ικανοποιείται το δικαίωμα ακρόασης των διαδίκων, με τελικό στόχο την εξισορρόπηση της ασφάλειας και βεβαιότητας του δικαίου με την αρχή της απονομής ουσιαστικής δικαιοσύνης. Η επαναφορά, κατά το άρθρο 153 ΚΠολΔ, πρέπει να ζητηθεί μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών από την ημέρα άρσης του εμποδίου, που συνιστούσε την ανώτερη βία, ή της γνώσης του δόλου του αντιδίκου, η σχετική δε αίτηση ασκείται, κατά το άρθρο 155 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, με τα δικόγραφα που κοινοποιεί ο ένας διάδικος στον άλλον ή με τις προτάσεις ή με χωριστό δικόγραφο που κατατίθεται σύμφωνα με τις διατάξεις για την άσκηση της αγωγής και κοινοποιείται στον αντίδικο.
Επομένως, η αίτηση επαναφοράς μπορεί να ασκηθεί και με το δικόγραφο της έφεσης, το οποίο πρέπει, κατ' άρθρο 495 παρ.1 ΚΠολΔ, να κατατεθεί στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και, αφού συνταχθεί έκθεση κάτω από το δικόγραφο αυτό, να κοινοποιηθεί στον εφεσίβλητο μέσα στην προθεσμία του άρθρου 153 ΚΠολΔ (ΑΠ 264/2013), η δε άσκησή της δεν ολοκληρώνεται πριν από την επίδοση της αίτησης στον καθ' ου αυτή απευθύνεται (αν και τέτοια επίδοση δεν απαιτείται αυτοτελώς για την άσκηση της έφεσης).
Συνακόλουθα, αν δεν τηρηθεί η προθεσμία αυτή με την εκτεθείσα έννοια, το αίτημα επαναφοράς είναι απαράδεκτο (ΑΠ1467/2019,ΑΠ 1155/2012). III. Κατά το άρθρο 561 παρ 2 Κ.Πολ.Δικ. ο Άρειος Πάγος ελέγχει την εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων της ίδιας ή άλλης δίκης, ιδίως αγωγών, παρεμβάσεων, ενδίκων μέσων, προτάσεων ή δικαστικών αποφάσεων.
Η διάταξη αυτή δεν εισάγει ειδικό λόγο αναίρεσης, πέραν των λόγων του άρθρου 559, αναφέρεται όμως σε όλους τους λόγους του άρθρου 559. Επομένως, ο ακυρωτικός έλεγχος της εκτίμησης από το δικαστήριο της ουσίας των διαδικαστικών εγγράφων ανάγεται στην έρευνα αν η αποδιδόμενη στα έγγραφα αυτά εσφαλμένη εκτίμηση οδηγεί σε πλημμέλεια που ιδρύει λόγο αναίρεσης από τους αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ. (ΑΠ 1106/2020, ΑΠ 1020/2014, ΑΠ 158/2009, ΑΠ 477/2006).
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά αναφορικά με την ένδικη έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου: "Η εκκαλούμενη με αριθμό Κ12/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κω, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων και έκανε δεκτή την αγωγή αναγνωρίζοντας την ενάγουσα κυρία του διαλαμβανόμενου σ' αυτήν ακινήτου, επιδόθηκε στο εναγόμενο και ήδη εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο στις 19/04/2019 (βλ.
την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη με αριθμό 5780/19-04-2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Β. Μ.), η κρινόμενη δε έφεση κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου στις 21/05/2019 (βλ. τη με αριθμό κατάθεσης ένδικου μέσου του Πρωτοδικείου Κω 45/21-05-2019), ήτοι εκπρόθεσμα (μετά την πάροδο της κατά τα προδιαληφθέντα 30ήμερης προθεσμίας),ενώ δε σωρεύει στην ένδικη έφεση αίτηση επαναφοράς στην προτέρα κατάσταση λόγω ανωτέρας βίας, κατ' άρθρο 152 παρ. 1 ΚΠολΔ, ώστε η έφεσή του να θεωρηθεί παραδεκτή".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το εφετείο απέρριψε ως απαράδεκτη, την, κατά της άνω με αριθμό Κ12/2019 οριστικής απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κω, έφεση του Ελληνικού Δημοσίου, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της. Με τον μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον μέμφεται το Εφετείο ότι δεν εκτίμησε σωστά το περιεχόμενο του δικογράφου της εφέσεως, το οποίο 5 εάν ορθά εκτιμούσε θα έκρινε ότι διαλαμβάνεται στο εφετήριο, "χωρίς ρηματική διατύπωση", αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων, κατόπιν δε αυτού θα κατέληγε ότι η ένδικη έφεση είναι εμπρόθεσμη.
Ο λόγος αυτός, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, διότι, απλώς και μόνον, η κακή εκτίμηση του δικογράφου της έφεσης δεν αποτελεί αυτοτελή αναιρετικό λόγο σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 1774/2007). Σε κάθε δε περίπτωση η αιτίαση αυτή δεν ιδρύει την αναφερόμενη από το αναιρεσείον στο λόγο αυτό αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου559 ΚΠολΔ, αφού το αναιρεσείον δέχεται το εκπρόθεσμο της ασκηθείσας από αυτό εφέσεως, επιχειρεί δε να το δικαιολογήσει επικαλούμενο την κακή εκτίμηση του δικογράφου αυτής ότι, δηλαδή, διαλαμβάνει, έστω και "χωρίς ρηματική διατύπωση", αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων .Εξάλλου, η αιτίαση αυτή δεν ιδρύει ούτε κάποιον από τους λοιπούς αναιρετικούς λόγους του αυτού άρθρου 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα α) του αριθμού 1α' του άνω άρθρου, καθόσον η διάταξη του άρθρου 152 ΚΠολΔ είναι δικονομικού δικαίου και η παραβίασή της δεν ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού ο λόγος αυτός ιδρύεται για παραβίαση ευθέως, μόνο κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, αλλά όχι και κανόνων του δικονομικού δικαίου (ΟλΑΠ29/1992,ΑΠ490/2009), β) του αριθμού 9γ' του ίδιου άρθρου, καθόσον το Εφετείο δεν άφησε αδίκαστη την επικαλούμενη από το αναιρεσείον αίτηση επαναφοράς, αφού, κατά τα αναφερόμενα στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, στο εφετήριο δεν περιλαμβανόταν σχετικό αίτημα και γ) του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για παραμόρφωση εγγράφου, διότι το δικόγραφο της εφέσεως αποτελεί διαδικαστικό της δίκης έγγραφο, και όχι έγγραφο κατά την έννοια της άνω διάταξης (ΑΠ 1007/2009, ΑΠ 168/2006).
Εξάλλου, σε κάθε περίπτωση το δικόγραφο της εν λόγω έφεσης, ούτε κατ' εκτίμηση .εμπεριέχει αίτηση επαναφοράς λόγω ανώτερης βίας, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπησή του, με την επισήμανση ότι σχετική περί επαναφοράς αίτηση δεν διαλαμβάνει το αναιρεσείον στις κατατεθείσες στο Εφετείο προτάσεις του ούτε κατέθεσε προσθήκη, προκειμένου να επιχειρήσει να δικαιολογήσει το εκπρόθεσμο της εφέσεώς του, αν και η εφεσίβλητη στις ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου κατατεθείσες προτάσεις της πρότεινε το απαράδεκτο, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως, της εφέσεως, ούτε ακόμη είχε επικαλεσθεί και προφανώς προσκομίσει την από 20/05/2019 βεβαίωση της γραμματέως του Ειρηνοδικείου Καλύμνου, στην οποία για πρώτη φορά γίνεται αναφορά στο αναιρετήριο.
Κατόπιν τούτου πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου και βάσιμου αιτήματος που η τελευταία, υπέβαλε με τις προτάσεις της (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ) μειωμένα κατ' άρθρο 22 του ν.3693/1997,κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό ειδικότερα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-09-2020 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της αριθμ. 135/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου (μεταβατική έδρα Κω).
Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Φεβρουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 2 Μαρτίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ