Legislator Case Law & Legislation
367/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on labor law claim regarding statutory limitation period for bonus damages.

Case Number 367/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a second-instance judgment that rejected his labor claim for damages. The court held that the five-year limitation period for the claim began on September 2, 1997, when the bonus was first established, rather than June 1, 1999, when it was integrated into regular salaries. Consequently, the claim for the period between 1999 and 2001 was found to be time-barred and substantively unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Articles 937, 247, and 251 of the Civil Code; The five-year limitation period for a claim for damages begins from the date the employer first established the bonus, not from the date it was integrated into regular salaries.

Keywords

AI generated
statutory limitation period labor law damages bonus integration substantive unfounded civil procedure appeal employee benefits time bar

Cited Legislation

AI generated
Article 495 paragraphs 1 and 2 of the Code of Civil Procedure
Article 564 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 535 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 560 paragraph 1 alpha of the Code of Civil Procedure
Article 176, 183, 189 and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 937 of the Civil Code
Article 247 of the Civil Code
Article 251 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Judgment 1885/2007
Supreme Court Judgment 112/2006
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 367 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 367/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Μαΐου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Β. Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Δημαράκη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Tης αναιρεσιβλήτης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." (ΟΤΕ), που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Ηλιοπιερέα - Πιερράκο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/6/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αμαρουσίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 224/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 1982/2016 του Πολυμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18/10/2018 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 18-10-2018 (Γεν. αριθ. κατάθ. 99227 και Ειδ. αριθ. κατάθ 159./24.10.2018) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 1982/27.10.2016 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάσαντος ως Εφετείου, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατόπιν άσκησης της από 13.7.2010 και με αριθ. κατάθ. 93790/641/22.5.2012 έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ"(ΟΤΕ) κατά της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθ. 2241/12.3.2008 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου.

Με την προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου έγινε δεκτή τυπικά και κατ` ουσία η ως άνω έφεση, εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη με αριθ. 2241/12.3.2008 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου και αφού κρατήθηκε και δικάσθηκε κατ` ουσία η υπόθεση, απορρίφθηκε ως κατ` ουσία αβάσιμη λόγω παραγραφής η από 2-6-2004 (αριθ.

κατάθ. 719/2004) αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος Β. Α.. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα (άρθρ. 495 παρ. 1 και 2 Κ.Πολ.Δ.) και εμπρόθεσμα στις 24-10-2018, εντός δύο (2) ετών από τη δημοσίευση στις 27-10-2016 της προσβαλλόμενης απόφασης που δεν επιδόθηκε, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 564 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με τον αριθμό 1, άρθρο τρίτο του Ν. 4335/201 15 και εφαρμόζεται στις αποφάσεις που έχουν εκδοθεί μετά 1.1.2016,όπως στην προκειμένη περίπτωση, οπότε άρχισε η ισχύς του παραπάνω νόμου (Ολ.

ΑΠ 10/2018). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 7, 8, 9, 21 και 51 του Γ.Κ.Π. - Ο.Τ.Ε., που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 7 εδ. στ του Α.Ν. 301/1968, δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (Φ.Ε.Κ. Β 568/1969), κυρώθηκε με το άρθρο 54 παρ. 1 του Ν.Δ. 165/1973 και έχει ισχύ νόμου, προκύπτει ότι οι προαγωγές του προσωπικού του Ο.Τ.Ε. στους ανώτατους βαθμούς, στους οποίους περιλαμβάνεται και ο βαθμός του Υποδιευθυντή και Διευθυντή, ενεργούνται από το Διοικητικό Συμβούλιο του Οργανισμού, κατ` απόλυτη εκλογή με βάση την υπηρεσιακή επίδοση και απόδοση και γενικά την καταλληλότητα του κρινομένου, σε συνδυασμό και προς τα τυπικά προσόντα αυτού, όλες δε οι προϋποθέσεις αυτές προαγωγής ελέγχονται και συνεκτιμώνται από το συμβούλιο με βάση το σύνολο των στοιχείων του ατομικού φακέλου και τα φύλλα ποιότητος και προαγωγής του υποψηφίου για προαγωγή.

Τυπικό προσόν για το ανώτατο προσωπικό είναι η γνώση μιας από τις γλώσσες Αγγλικής, Γαλλικής ή Γερμανικής, ενώ στα ουσιαστικά προσόντα περιλαμβάνονται και η διδασκαλία στις σχολές προσωπικού Ο.Τ.Ε., η μετεκπαίδευση στην αλλοδαπή ή ημεδαπή, η σύνταξη μελετών με αντικείμενο τις τηλεπικοινωνίες, η υπηρεσία σε διευθυντικές ή νευραλγικές θέσεις η συμμετοχή σε συνέδρια ή συνόδους, που έχουν αντικείμενο τις τηλεπικοινωνίες, ασχέτως του αν επιβάλλονται από τον Γ.Κ.Π. - Ο.Τ.Ε., ως υπηρεσιακά καθήκοντα.

Επίσης ουσιαστικά προσόντα είναι το συγγραφικό έργο με αντικείμενο τις τηλεπικοινωνίες, η απονομή από τον Ο.Τ.Ε. ηθικών αμοιβών, η γνώση ξένων γλωσσών πέραν της κατά τα ανωτέρω μιας υποχρεωτικής. Η κρίση των υπηρεσιακών συμβουλίων (ως εργοδοτικών οργάνων) για την υπηρεσιακή εξέλιξη των υπαλλήλων, που απασχολούνται με σχέση ιδιωτικού δικαίου στον ΟΤΕ, ελέγχεται από τα δικαστήρια ως προς τη νομιμότητα της με βάση τους όρους του άρθρου 281 του ΑΚ.

Επί δε παραλείψεως υπαλλήλου που υπερτερεί κατάδηλα ως προς την υπηρεσιακή απόδοση, επίδοση και εν γένει καταλληλότητα έναντι του προαχθέντος ή των προαχθέντων αντ` αυτού, υπάρχει ευθεία παραβίαση των διατάξεων του άρθρου 281 του ΑΚ, συνιστώσα, εάν υπάρχει υπαιτιότητα και αδικοπραξία κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 914 επ.

ΑΚ, υποκείμενη στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ.. Τέλος, κάθε αξίωση του υπαλλήλου που, κατά παράβαση του άρθρου 281 ΑΚ, παρανόμως και από υπαιτιότητα των αρμοδίων οργάνων του ΟΤΕ δεν προήχθη, οπότε υφίσταται αδικοπραξία κατά την έννοια του ως άνω άρθρου 914 του ίδιου Κώδικα, είτε έχει ως αντικείμενο την αναγνώριση ότι έπρεπε να προαχθεί από ορισμένο χρόνο, είτε έχει ως αντικείμενο την καταβολή αποζημιώσεως για την από την παρανομία θετική ζημία του ή για ζημία του λόγω διαφυγόντος κέρδους, υπόκειται στην ανωτέρω πενταετή, παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ (ΑΠ 122/2011) Κατά το άρθρο 937 § 1 ΑΚ, η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία, αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση.

Σε κάθε περίπτωση, η απαίτηση παραγράφεται μετά την πάροδο είκοσι ετών από την πράξη. Από την ανωτέρω διάταξη, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 247 και 251 ΑΚ, προκύπτει ότι η αξίωση αποζημιώσεως από αδικοπραξία, που έλαβε χώρα με πράξη ή παράλειψη του υπαιτίου, άπαξ τελεσθείσα, γεννάται από τότε που επήλθε και σε περίπτωση εξακολουθητικής ζημίας δεν αναγεννάται και η αξίωση αποζημιώσεως εξακολουθητικώς, αλλά γενικά η αξίωση αποζημιώσεως για όλη τη ζημία, συμπεριλαμβανομένης και εκείνης που είναι μέλλουσα και μπορεί κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων να προβλεφθεί, γεννάται αφότου η πράξη άρχισε να αναδίνει επιζήμιες συνέπειες.

Εφόσον δε η ικανοποίηση της αξιώσεως αυτής είναι και δικαστικώς επιδιώξιμη, αρχίζει η διαδρομή του χρόνου της παραγραφής, που ορίζεται σε πέντε έτη από τότε που ο παθών έλαβε γνώση της ζημίας και του προς αποζημίωση υποχρέου. Ως γνώση της ζημίας για την έναρξη της πενταετούς παραγραφής νοείται η γνώση των επιζημίων συνεπειών της πράξεως, όχι όμως και η γνώση της εκτάσεως της ζημίας ή του ποσού της αποζημιώσεως.

Έτσι, ο χρόνος της πενταετούς παραγραφής τρέχει και καταλαμβάνει όλες τις μερικότερες ζημίες του παθόντος, δηλαδή εκείνες που έχουν επέλθει ή μέλλουν να επέλθουν, εκτός από αυτές που δεν είναι προβλεπτή η επέλευσή τους κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων.

Συνεπώς, το γεγονός ότι ο παθών δεν μπορεί ακόμη να προσδιορίσει ακριβώς το μέγεθος της ζημίας δεν εμποδίζει την έναρξη της παραγραφής. Αυτό ισχύει μόνο για εκείνες τις επιζήμιες συνέπειες που μπορούν κατά την αντίληψη των συναλλαγών και κατά τους κοινούς κανόνες να προβλεφθούν, κατά τον χρόνο που ο παθών έλαβε γνώση της ζημίας γενικά, ως δυνατή συνέπεια της άδικης πράξης.

Αν όμως μεταγενέστερα γεννήθηκαν ή έγιναν αντιληπτές επιζήμιες συνέπειες, οι οποίες προηγουμένως ήταν απρόβλεπτες και απροσδόκητες, τελούν δε σε αιτιώδη σύνδεσμο με τη ζημιογόνο συμπεριφορά του υποχρέου, με την έννοια ότι το επιζήμιο γεγονός κατά το χρόνο και τους όρους που έλαβε χώρα ήταν ικανό κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού να επιφέρει τις μεταγενέστερες αυτές επιζήμιες συνέπειες, αρχίζει, για την αξίωση προς αποκατάστασή τους, νέα αυτοτελής παραγραφή αφότου ο παθών έλαβε γνώση αυτών και της αιτιώδους συνάφειάς τους με την αδικοπραξία.

Από τη γνώση αυτή της ζημίας, η απαίτηση του δικαιούχου είναι και δικαστικώς επιδιώξιμη, εκτός αν αποκλείεται η από τον δικαιούχο άσκηση αγωγής, λόγω νομικών κωλυμάτων, είτε σύμφωνα με ρητές διατάξεις του νόμου, είτε από το γεγονός ότι μπορεί να αντιταχθεί κατ` αυτού ένσταση, που έχει ως αναγκαίο κατά νόμο αποτέλεσμα τον αποκλεισμό δικαστικής επιδίωξης της απαίτησης για ορισμένο χρόνο (ΑΠ 901/2014, ΑΠ 270/2009).

Το πότε λαμβάνει γνώση ο παθών των δύο αυτών στοιχείων είναι ζήτημα πραγματικό που εκτιμάται κάθε φορά από το δικαστή (ΑΠ 709/2013, ΑΠ 122/2011, 987/2011) Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ. α του ΚΠΟΛΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο τρίτο του ν.4335/2015 και είναι ταυτόσημο με το άρθρο 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το Δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.

ΑΠ 1/2016, Ολ. ΑΠ 2/2013, Ολ. ΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του Δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω Δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το Δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013). Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠΟΛΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα:

Με την από 2.6.2004 (και με αριθμό κατάθεσης 719/2004) αγωγή του ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων Β. Α. ισχυρίσθηκε ότι, προσελήφθη από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε"(ΟΤΕ) στις 3.11-1975 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως υπάλληλος, με τον αναφερόμενο σ' αυτήν βαθμό και ότι εξελίχθηκε μέχρι τον βαθμό του ΤΟΜ/Τ-ΤΛ, τον οποίο κατέχει από. 1.4.1987.

Ότι λόγω της εκτιθέμενης στο αγωγικό δικόγραφο παράνομης καταχρηστικής και υπαίτιας συμπεριφοράς της εναγομένης δεν προήχθη στο βαθμό του Υποδιευθυντή κατά τα έτη 1993, 1994 και 1995, ενώ προήχθησαν οι αναφερόμενοι στην υπό κρίση αγωγή συνάδελφοί του, οι οποίοι είναι υποδεέστεροι αυτού σε προσόντα και ότι άνευ της ως άνω παραλείψεως θα κατείχε από 1.8.1997, με πιθανότητα και κατά συνήθη πορεία των πραγμάτων, οργανική θέση Στάθμης Υποδιεύθυνσης τουλάχιστον επί ένα (1) έτος και ότι θα ελάμβανε από την ημερομηνία θέσπισής του το επίδομα ανωτάτου προσωπικού, το οποίο θεσπίσθηκε από το Δ.Σ.

του ΟΤΕ κατά τη συνεδρίαση της 2-9-1997 από 1-8-1997, ήτοι θα ελάμβανε το εν λόγω επίδομα από 1.8.1997 έως 1.6.1999, οπότε αυτό (επίδομα) καταργήθηκε, ενσωματούμενο στις μισθολογικές βαθμίδες ένταξης του προσωπικού από 1.4.1999 με την εφαρμογή του καθιερωθέντος με την από 10.6.1999 ΕΣΣΕ νέου μισθολογίου. Ότι λόγω της μη καταβολής του ως άνω επιδόματος προκύπτουν οι αναφερόμενες στην κρινόμενη αγωγή μισθολογικές διαφορές για το χρονικό διάστημα από 1.6.1999 έως 1.6.2001, συνολικού ύψους 8.880,08 ευρώ.

Με βάση το ως άνω ιστορικό, ο ενάγων, ζητούσε : 1) να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει, για την ως άνω αιτία, το ποσό των 8.880,08 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, 2) να κηρυχθεί η απόφαση που θα εκδοθεί προσωρινά εκτελεστή και 3) να καταδικασθεί η εναγομένη στη δικαστική του δαπάνη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ.

ΚΠΟΛΔ), με την υπ' αριθ. 224/2008 οριστική απόφασή του, αφού έκρινε την αγωγή ορισμένη και νόμιμη, έκανε αυτήν (αγωγή), δεκτή ως και κατ` ουσία βάσιμη, απορρίπτοντας ως αβάσιμη κατ` ουσία την προταθείσα από την εναγομένη ένσταση παραγραφής. Κατά της αποφάσεως αυτής η εναγομένη ήδη αναιρεσίβλητη άσκησε την από 13-7-2010 έφεσή της επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθ. 1982/27.10.2016 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δικάσαντος ως Εφετείου.

Με την προσβαλλόμενη έγινε δεκτή τυπικά και κατ` ουσία η ως άνω έφεση, εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη με αριθ. 224/12.3.2008 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου και αφού κρατήθηκε και δικάσθηκε κατ` ουσία η υπόθεση, απορρίφθηκε ως κατ` ουσία αβάσιμη λόγω παραγραφής η από 2-6-2004 (αριθ. κατάθ.719/2004) αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος.

Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του τα παρακάτω: "Ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος προσελήφθη από την εναγομένη στις 3.11.1975 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως υπάλληλος, κατατάχθηκε στον τεχνικό κλάδο και εξελίχθηκε μέχρι το βαθμό του ΤΟΜ/Τ-ΤΛ, τον οποίο κατείχε από 1.9.1987.

Με την υπ' αριθ. 585/2005 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών {που εκδόθηκε επί της από 4.3.1996 αγωγής του ιδίου ενάγοντος κατά της ιδίας εναγομένης, μετ' αναίρεση, με την υπ' αριθ. 1742/2001 απόφαση του Αρείου Πάγου, κατόπιν εκδόσεως της υπ' αριθ. 993/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών} κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου (τελεσίδικα) ότι ο ενάγων έπρεπε να προαχθεί στον βαθμό του Υποδιευθυντή από 1.1.1993, καθόσον υπερείχε καταφανώς έναντι των αναφερομένων στην απόφαση αυτή συναδέλφων του, που είχαν προαχθεί κατά τις προαγωγικές κρίσεις του ως άνω έτους, καθώς και ότι ο ενάγων, κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.1993 μέχρι 31.5.1995 θα ασκούσε, με πιθανότητα κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, τα αντίστοιχα καθήκοντα του Υποδιευθυντή και γι' αυτό λόγω της αδικοπραξίας της εναγομένης, του επιδικάστηκε αποζημίωση ισόποση με το επίδομα θέσης ευθύνης Υποδιευθυντή, το οποίο καταβαλλόταν στον Προϊστάμενο Υπηρεσιακής Λειτουργίας Στάθμης Υποδιεύθυνσης, το οποίο στερήθηκε ο ενάγων από την υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά των αρμοδίων οργάνων της εναγομένης να τον προαγάγουν στον βαθμό του Υποδιευθυντή κατά τις προαναφερόμενες προαγωγικές κρίσεις.

Ακολούθως, με την υπ' αριθ. 4752/2007 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών {που εκδόθηκε επί της από 21.7.2002 (και με αριθμό κατάθεσης 2849/2002) προγενέστερης αγωγής του ενάγοντος κατά της εναγομένης, με αίτημα τη χορήγηση του ενδίκου επιδόματος, ήτοι του επιδόματος ανωτάτου προσωπικού, για το χρονικό διάστημα από 1.8.1997 μέχρι 1.6.1999} κρίθηκε, με δύναμη δεδικασμένου, ότι η αλλαγή της διαδικασίας πληρώσεως των θέσεων Προϊσταμένων Υπηρεσιακής Λειτουργίας Τομέα και άνω δεν μεταβάλλουν τις προϋποθέσεις χορηγήσεως του ενδίκου επιδόματος (επιδόματος ανωτάτου προσωπικού), το οποίο μετά την κατάργησή του, την 1.6.1999, ενσωματώθηκε στις τακτικές αποδοχές των νέων μισθολογίων, αφού δεν ήταν απαραίτητη η πραγματική άσκηση καθηκόντων εκ μέρους του ενάγοντος κατά το χρόνο χορήγησης του και ότι ο ενάγων δικαιούται το επίδομα αυτό για το χρονικό διάστημα από 1.8.1997 έως 1.6.1999.

Το δεδικασμένο που απορρέει από την τελευταία αυτή απόφαση, εκτείνεται και στην παρούσα δίκη, που αφορά τα ίδια πρόσωπα και που ανάγεται στην επιδίκαση του ενδίκου επιδόματος για μεταγενέστερο χρονικό διάστημα και συγκεκριμένα για το χρονικό διάστημα από 1.6.1999 μέχρι 1.6.2001, κατά το οποίο (χρονικό διάστημα) δεν έχει γίνει μεταβολή του νομοθετικού καθεστώτος ως προς το επίδομα αυτό. ........Στην προκείμενη περίπτωση, η εναγομένη (και ήδη εκκαλούσα) πρότεινε παραδεκτώς στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρει με σχετικό λόγο έφεσης και στο Δικαστήριο τούτο την ένσταση πενταετούς παραγραφής της ένδικης αξιώσεως του ενάγοντος (σύμφωνα με το άρθρο 937 ΑΚ), για το επίδικο χρονικό διάστημα, ισχυριζόμενη ότι εφόσον ο ενάγων γνώριζε ότι δεν προήχθη στο βαθμό του Υποδιευθυντή, ήδη από την 1.1.1993, οπότε και πραγματοποιήθηκαν οι σχετικές προαγωγικές κρίσεις και μέχρι τον χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής του, ήτοι μέχρι την 10.6.2004 (οπόταν και της επιδόθηκε) παρήλθε η πενταετία που η πιο πάνω διάταξη ορίζει, σε κάθε, δε, περίπτωση ότι η επίδικη παροχή, ήτοι το επίδομα ανωτάτου προσωπικού, ήταν υπαρκτή και εντεύθεν η ζημία του ήταν προβλεπτή ήδη από την 2.9.1997, οπότε και είχε ληφθεί η απόφαση του ΔΣ της εναγομένης που προέβλεπε τη χορήγησή του.

Η πενταετής παραγραφή της ένδικης αξιώσεως του ενάγοντος (και ήδη εφεσιβλήτου) που απορρέει από αδικοπραξία, άρχισε να τρέχει από τον χρόνο κατά τον οποίο είχε ληφθεί η απόφαση του ΔΣ της εναγομένης για τη χορήγηση του επιδόματος ανωτάτου προσωπικού, δηλαδή από την 2.9.1997, οπότε και έγινε γνωστό στους εργαζομένους και όχι από την 1.1.1993, καθόσον η ζημία αυτού δεν ήταν τότε προβλεπτή, αλλά ούτε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της, αφού ο ενάγων δεν μπορούσε, κατά το έτος 1993, να προβλέψει ότι από 1.8.1997 θα χορηγείτο η καταβολή του ως άνω επιδόματος ανωτάτων στελεχών με βαθμό Διευθυντή και Υποδιευθυντή.

Ωστόσο, από την 2.9.1997 και εφεξής μέχρι την επίδοση της κρινομένης αγωγής, η οποία έλαβε χώρα στις 10.6.2004 (βλ. την με ίδια ημερομηνία επισημείωση της αρμόδιας Δικαστικής Επιμελήτριας επί του επικυρωμένου αντιγράφου της κρινόμενης αγωγής, που επιδόθηκε στην εναγομένη) παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας, με συνέπεια η ένδικη αξίωση του ενάγοντος, που αφορά στο επίδικο χρονικό διάστημα, να έχει υποπέσει σε παραγραφή.

Ας σημειωθεί ότι, ο ισχυρισμός του ενάγοντος (και ήδη εφεσιβλήτου), σύμφωνα με τον οποίο, η πενταετής παραγραφή άρχεται, εν προκειμένω, από την ημερομηνία που υπεγράφη η ΕΣΣΕ που καθόρισε το νέο μισθολόγιο, ήτοι από την 1.6.1999, οπότε και ελήφθη η σχετική απόφαση, τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού όπως προαναφέρθηκε, η χορήγηση του ενδίκου επιδόματος θεσπίστηκε το πρώτον από 2.9.1997 και παρεχόταν έκτοτε ανελλιπώς στους δικαιούμενους τούτο κατά νόμο, ήτοι στο προσωπικό με βαθμό Διευθυντή και Υποδιευθυντή που κατείχε ή κατέχει θέση Προϊσταμένου Υπηρεσιακής Στάθμης Υποδιεύθυνσης και άνω, στερείται, δε, εννόμου επιρροής το γεγονός ότι τούτο ενσωματώθηκε στις τακτικές αποδοχές τους από 10.6.1999.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε την προαναφερόμενη ένσταση παραγραφής της ένδικης αξιώσεως και ως εκ τούτου έκανε δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη την κρινομένη αγωγή, ενώ έπρεπε να την απορρίψει (ως παραγεγραμμένη), έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και περί την εκτίμηση των αποδείξεων, δεκτού γενομένου ως ουσιαστικά βάσιμου του σχετικού λόγου έφεσης της εκκαλούσας.

Μετά ταύτα, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινομένη έφεση ως ουσιαστικά βάσιμη, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση και, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο και δικασθεί κατ` ουσία (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει η από 2.6.2004 (και με αριθμό κατάθεσης 719/2004) αγωγή να απορριφθεί ως κατ` ουσία αβάσιμη. Με την ως άνω κρίση του το ως Εφετείο δικάζον Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών ορθά δέχθηκε ότι από τη γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών της παραλείψεως του ενάγοντος- αναιρεσείοντος την 2-9-1997, οπότε και είχε ληφθεί η σχετική απόφαση του ΔΣ της εναγομένης, που προέβλεπε τη χορήγηση του επιδόματος ανωτάτων στελεχών, ήταν προβλεπτή και δικαστικά επιδιώξιμη η ζημία του ενάγοντος κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων κατά οποιοδήποτε ποσό ,που η αναιρεσίβλητη θα χορηγούσε στους Υποδιευθυντές ως επίδομα ανωτάτων στελεχών και το οποίο θα χορηγούνταν σε συνάρτηση πάντοτε με την κατοχή του βαθμού του Υποδιευθυντή, και συνεπώς από την 2-9-1997 άρχισε η πενταετής παραγραφή της αξιώσεως του για το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-6-1999 έως 1-6-2001 που είχε συμπληρωθεί μέχρι την επίδοση της αγωγής στις 10-6-2004 και όχι από την 1-6-1999 που το επίδομα ενσωματώθηκε στις τακτικές αποδοχές με βάση την από 10-6-1999 ΕΣΣΕ μεταξύ της αναιρεσίβλητης εναγομένης και της ΟΜΕ-ΟΤΕ, που καθιέρωσε το νέο μισθολόγιο.

Τούτο γιατί στερείται εννόμων συνεπειών το γεγονός ότι το επίδομα ανωτάτων στελεχών ενσωματώθηκε στις τακτικές αποδοχές του προσωπικού της εναγομένης αναιρεσίβλητης από 1-6-1999, εφόσον αυτό θεσπίσθηκε το πρώτο από 2-9-1997 και παρεχόταν έκτοτε ανελλιπώς στους δικαιούμενους τούτο κατά νόμο, δηλαδή στο προσωπικό με βαθμό Διευθυντή και Υποδιευθυντή που κατείχε ή κατέχει θέσει Προϊσταμένου Υπηρεσιακής Στάθμης Υποδιεύθυνσης και άνω (ΑΠ 1885/2007, ΑΠ 112/2006).

Ο μοναδικός λόγος αναίρεσης από το άρθρο 560 αρ.1α ΚΠΟΛΔ (από παραδρομή αναφέρεται το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠΟΛΔ), με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβίασης των άρθρων 937, 247 και 251 Α.Κ., διότι κατ` εσφαλμένη εφαρμογή αυτών η προσβαλλόμενη δέχθηκε ότι η ζημία του αναιρεσείοντος ενάγοντος για το χρονικό διάστημα από 1-6-1999 έως 1-6-2001 ήταν προβλεπτή και δικαστικά επιδιώξιμη από 2-9-1997, όταν θεσμοθετήθηκε για πρώτη φορά το επίδομα ανωτάτων στελεχών, και όχι από 1-6-1999, οπότε το εν λόγω επίδομα ενσωματώθηκε στις τακτικές αποδοχές του προσωπικού της εναγομένης αναιρεσίβλητης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Επομένως η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθ. 176, 183, 189 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-10-2018 αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθ. 1982/2016 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Οκτωβρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Μαρτίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ