367/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 367 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated367/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 367 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 367 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 367/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο και Πελαγία Ακάσογλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει τις εξής υποθέσεις μεταξύ:
Α)Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, όπως νόμιμα εκπροσωπείται από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην … και εν προκειμένου από τον Πρόεδρο της Βουλής των Ελλήνων, που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά τους Θωμαΐδα Κουρτέση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ά. Μ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του δικηγόρου και κατέθεσε προτάσεις.
Β)Του Αναιρεσείοντος: Ά. Μ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του δικηγόρου και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Βουλής των Ελλήνων, νομίμως εκπροσωπούμενης από τον Πρόεδρο της Βουλής, που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, και 2)Ελληνικού Δημοσίου, που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσιά τους Θωμαΐδα Κουρτέση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/11/2011 αγωγή του Ά. Μ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1160/2015 του ίδιου Δικαστηρίου, που παρέπεμψε την υπόθεση στο καθ' ύλην αρμόδιο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, 725/2016 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 292/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 25/1/2019 αίτησή του και ο αναιρεσείων με την από 22/3/2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο αυτοπροσώπως παραστάσας αναιρεσείων-αναιρεσίβλητος ζήτησε την παραδοχή της από 22/3/2019 αίτησής του και την απόρριψη της από 25/1/2019 αίτησης του αντιδίκου του, καθώς και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιον του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων (ΑΠ 182/2015, ΑΠ 293/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, συντρέχει νόμιμη περίπτωση συνεκδίκασης: α) της από 25.1.2019 και με αριθ. κατάθεσης 970/69/29.1.2019 αίτησης αναίρεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό των Οικονομικών και στην υπό κρίση περίπτωση και από τον Πρόεδρο της Βουλής των Ελλήνων κατά του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου Ά. Μ. και β) της από 22.3.2019 και με αριθ. κατάθ. 3019/251/22.3.2019 αντίθετης αίτησης αναίρεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος Ά. Μ. κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσίβλητων Βουλής των Ελλήνων και Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό των Οικονομικών και στην υπό κρίση περίπτωση από τον Πρόεδρο της Βουλής των Ελλήνων, με τις οποίες προσβάλλεται η αυτή υπ' αριθμό 292/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, επειδή είναι πρόδηλη η μεταξύ τους συνάφεια και διευκολύνεται έτσι η διεξαγωγή της δίκης.
Με τις από 25.1.2019 και με αριθ. κατάθ. 970/69/29.1.2019 και από 22.3.2019 και με αριθ. κατάθ. 3019/251/22.3.2019 αντίθετες αιτήσεις αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 292/17.1.2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που αποφάνθηκε επί της από 25.4.2016 και με αριθ. κατάθ. 1103/25.4.2016 έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου - αναιρεσείοντος Ά. Μ. κατά της με αριθ. 725/23.3.2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στο οποίο, ως καθ' ύλην αρμόδιο, είχε παραπεμφθεί προς εκδίκαση η υπόθεση με την με αριθ. 1160/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ενώπιον του οποίου είχε αρχικά ασκηθεί η από 18.11.2011 και με αριθ. κατάθ. 202270/10863/22.11.2011 αγωγή αυτού. Με την προσβαλλόμενη απόφαση του το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, κατά παραδοχή σχετικών λόγων έφεσης, τυπικά και κατ' ουσία την ως άνω από 25.4.2016 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου - αναιρεσείοντος, εξαφάνισε την εκκαλουμένη με αριθ. 725/2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που είχε απορρίψει στο σύνολό της την ως άνω από 18.11.2011 αγωγή αυτού ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας και, αφού κράτησε την υπόθεση, απέρριψε στη συνέχεια την ανωτέρω αγωγή ως νομικά αβάσιμη κατά τα κεφάλαια καταβολής αποζημίωσης προς αποκατάσταση της παρούσας και μέλλουσας περιουσιακής ζημίας του ενάγοντος, την οποία αυτός υπέστη από τον τραυματισμό του σε εργατικό ατύχημα στις Βρυξέλλες έξω από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, όπου είχε μεταβεί σε αποστολή από τη Βουλή των Ελλήνων, εξαιτίας της παράλειψης της τελευταίας να λάβει τα αναγκαία μέτρα, ώστε να διασφαλίζεται η ασφάλεια και υγεία του, ως μισθωτού, ενώ δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή ως κατ' ουσία βάσιμη, κατά το κεφάλαιο επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη εξ αιτίας του πιο πάνω τραυματισμού του και αναγνώρισε για την αιτία αυτή αξίωση του ενάγοντος καταβολής σε αυτόν του ποσού των 20.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Οι αιτήσεις αναίρεσης ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, αφού αντίγραφο της προσβαλλομένης απόφασης επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα στις 27 Φεβρουαρίου 2019, όπως διαλαμβάνεται στο δικόγραφο της υπό στοιχείο (β) αναίρεσης, χωρίς τούτο ν' αμφισβητείται από τους αντιδίκους του αναιρεσείοντος (άρθ. 261 εδ. β του ΚΠολΔ), η δε υπό στοιχείο (α) αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου στις 29 Ιανουαρίου 2019, ήτοι σε χρόνο προγενέστερο της επίδοσης, ενώ η υπό στοιχείο (β) αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου στις 22 Μαρτίου 2019, εντός της κατά νόμο προθεσμίας των τριάντα ημερών (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1 και 3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτές (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτών (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Α. Επί της από 25.1.2019 αίτησης αναίρεσης.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 111 παρ. 2 και 216 παρ. 1 στοιχ. α και β του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αγωγή πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο. Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 837/2019, ΑΠ 1864/2011, ΑΠ 329/2007 σχετ. ΑΠ 862/2015, AΠ 291/2015). Ειδικότερα, στοιχεία του ορισμένου της αγωγής από αδικοπραξία είναι η ύπαρξη παράνομης συμπεριφοράς (πράξης ή παράλειψης), οφειλόμενης σε υπαιτιότητα του ζημιώσαντος (ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων κατ' άρθρο 922 του ΑΚ), η πρόκληση ζημίας ή αναλόγως ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης (σε περίπτωση θανάτου) και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας ή της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης που προκλήθηκαν (ΑΠ 683/2013). Τέλος το ορισμένο ή μη της αγωγής και μάλιστα ανεξαρτήτως της μορφής της αοριστίας (νομικής, ποσοτικής ή ποιοτικής) ελέγχεται από το περιεχόμενο του σχετικού δικογράφου, στο οποίο πρέπει και ν' αναφέρεται ο περί τούτου λόγος αναίρεσης σε συνδυασμό με τις επικαλούμενες σε αυτόν ελλείψεις του δικογράφου και όχι από άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, όπως από την περιγραφή του περιεχομένου της αγωγής στην προσβαλλόμενη απόφαση, εκτός εάν η τελευταία δέχθηκε ότι η αγωγή περιείχε στοιχεία τα οποία δεν διαλαμβάνονταν στο δικόγραφο της αγωγής ή ότι δεν περιείχε στοιχεία που όμως διαλαμβάνονταν στο δικόγραφο της αγωγής, οπότε πρέπει να γίνεται επί πλέον μνεία των ανωτέρω στον οικείο αναιρετικό λόγο. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, νόμιμα εκπροσωπούμενο από τον Υπουργό των Οικονομικών και στην ένδικη υπόθεση από τον Πρόεδρο της Βουλής των Ελλήνων, αφού διαλαμβάνει στον οικείο αναιρετικό λόγο τι δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το περιεχόμενο της από 18.11.2011 αγωγής του αναιρεσίβλητου, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι εσφαλμένως έκρινε ορισμένη την αγωγή, καθότι, όπως προκύπτει από τις παραδοχές αυτής, δεν αναφέρονταν, ούτε προσδιορίζονταν στην αγωγή τα πραγματικά περιστατικά και ειδικότερα οι παραλείψεις των οργάνων του αναιρεσείοντος που θεμελίωναν παράνομη συμπεριφορά αυτών, ούτε σε τι συνίστατο η αμέλεια αυτών και ότι τον περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμό προέβαλε ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας με τις προτάσεις του. Με το περιεχόμενο αυτό ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και συνακόλουθα απαράδεκτος, διότι δεν διαλαμβάνεται σε αυτόν, έστω και συνοπτικά, το περιεχόμενο της ένδικης αγωγής, όπως αυτό προκύπτει από το οικείο αγωγικό δικόγραφο, με την επισήμανση των επικαλούμενων σχετικών ελλείψεων που καθιστούν αόριστη την αγωγή, αλλά αναφέρεται μόνο στο τι δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το περιεχόμενο αυτό. Επομένως ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί. Κατά το άρθρο 914 του ΑΚ, όποιος ζημίωσε άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, ενώ κατά το άρθρο 932 του ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση, ιδίως σ` εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του, σε περίπτωση δε θανάτωσης προσώπου η χρηματική αυτή ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης. Από τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων, συνδυαζόμενες και με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 330 ΑΚ, εκ των οποίων οι δύο πρώτες αφορούν τον προσδιορισμό του είδους και του ύψους της αποζημίωσης προς αποκατάσταση της ζημίας του (αμέσως) ζημιωθέντος και η τελευταία ορίζει τις μορφές του πταίσματος (υπαιτιότητας), συνάγεται ότι προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης προς καταβολή αποζημίωσης ή (και) χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης είναι η ύπαρξη παράνομης συμπεριφοράς, οφειλόμενης σε υπαιτιότητα, δόλο ή αμέλεια, του ζημιώσαντος (ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων κατ' άρθρο 922 του ΑΚ), η πρόκληση ζημίας ή αναλόγως ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης (σε περίπτωση θανάτου) και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας ή της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης που προκλήθηκαν. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που προσβάλλει τα προστατευόμενα από το νόμο δικαιώματα ή συμφέροντα άλλου και μπορεί να συνίσταται σε θετική πράξη ή παράλειψη, εφόσον στην τελευταία περίπτωση υπήρχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος. Αυτό συμβαίνει όταν υφίσταται από το νόμο ή από δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη και το γενικό πνεύμα του δικαίου υποχρέωση προστασίας και ειδικότερα όταν με προηγούμενη πράξη του δημιούργησε κάποιος κατάσταση επικινδυνότητας, χωρίς να έχει λάβει τα αναγκαία μέτρα για την αποτροπή του κινδύνου. Ειδικότερα η παράβαση από τον εργοδότη γενικών ή ειδικών διατάξεων για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων ή και μόνης της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας αυτού για τις συνθήκες ασφαλούς παροχής της εργασίας, κατά τα άρθρα 662 και 288 του ΑΚ, η οποία είχε ως συνέπεια τη βλάβη του σώματος ή της υγείας του εργαζομένου συνιστά αδικοπραξία, εφ' όσον η παράβαση αυτή οφείλεται σε υπαιτιότητα (πταίσμα) του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων (ΑΠ 1235/2003). Υπαίτια είναι η συμπεριφορά που επιτρέπει να αποδοθεί στο δράστη προσωπική μομφή, δηλαδή η υπαιτιότητα (πταίσμα) με τη μορφή του δόλου ή της αμέλειας βασίζεται στον ψυχικό δεσμό του δράστη με την αδικοπραξία. Με την έννοια αυτή η υπαιτιότητα ως όρος της αδικοπρακτικής ευθύνης διακρίνεται από τον παράνομο χαρακτήρα της προσβολής δικαιώματος ή έννομου συμφέροντος, ενδέχεται όμως η αμέλεια στη συμπεριφορά να καθιστά συγχρόνως και παράνομη αυτή ή αντιστρόφως η πράξη της παράνομης προσβολής να υποδηλώνει η ίδια και την ύπαρξη υπαιτιότητας με την μορφή ειδικότερα της αμέλειας, όπως συμβαίνει όταν η προσβολή συνίσταται στην παράβαση του γενικού καθήκοντος επιμέλειας, σύμφωνα με το οποίο αξιώνεται από κάθε κοινωνό να συμπεριφέρεται όπως ο μέσος συνετός συναλλασσόμενος, άσχετα αν κατά τα λοιπά η συμπεριφορά του αποτελεί ή όχι και παράβαση συγκεκριμένου απαγορευτικού ή επιτακτικού κανόνα δικαίου (ΑΠ 709/2017, ΑΠ 683/2013, ΑΠ 1796/2012). Εξ άλλου η απαραίτητη για τη θεμελίωση της αξίωσης αποζημίωσης αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας υπάρχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (άρθρο 298 εδ. β ΑΚ) ήταν επαρκής, ήτοι ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα και επέφερε αυτό όντως στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 1564/2017, ΑΠ 683/2013, ΑΠ 468/2003). Η κρίση από το δικαστήριο της ουσίας περί της συνδρομής ή μη του στοιχείου της πρόσφορης αιτιώδους συνάφειας, με την έννοια που προαναφέρθηκε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ειδικότερα κρίνει εάν τα κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά, επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, να θεωρηθεί ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος που επήλθε. Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη πράγματι αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (αρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1787/2014, ΑΠ 81/2013, ΑΠ 1765/2011). Τέλος από τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 914 και 932 του ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 1 και 16 του ν. 551/1915, όπως κωδικοποιήθηκε με το Β. Δ/μα της 24.7/25.8.1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 εδ. α του ΕισΝΑΚ προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος, όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας. Η διάταξη του άρθρου 16 παρ. 1 του ν. 551/1915, κατά την οποία ο παθών σε εργατικό ατύχημα ή τα κατά το άρθρο 6 αυτού πρόσωπα δικαιούνται να εγείρουν την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσουν πλήρη αποζημίωση μόνον όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή όταν επήλθε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τήρησης αυτών, αναφέρεται στην επιδίκαση αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο και εφαρμόζονται γι' αυτό μόνο οι γενικές διατάξεις. Επομένως, για να δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης προς αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης, ο εργαζόμενος που υπέστη βλάβη της υγείας του σε ατύχημα που επήλθε κατά την παροχή της εργασίας του ή εξ αφορμής αυτής και μάλιστα ανεξαρτήτως του αν αυτός ήταν ή όχι ασφαλισμένος στο Ι.Κ.Α. αρκεί, να συντέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη του ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων (άρθρ. 922 ΑΚ), με την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, δηλαδή της υπαίτιας και παράνομης πράξης ή παράλειψης συνεπεία της οποίας επήλθε αιτιωδώς η ζημία (ΑΠ 88/2018, ΑΠ 81/2013), δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια ως προς την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ.1 του Ν. 551/1915 (ΟλΑΠ 1117/1986, ΑΠ 425/2018, ΑΠ 517/2017, ΑΠ 910/2015, ΑΠ 876/2014, ΑΠ 412/2008).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999). Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση
του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια. Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995). Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφαση του δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα: "Ο ενάγων (δικηγόρος και μέλος του ΔΣΑ), [ήδη αναιρεσίβλητος - αναιρεσείων], διορίσθηκε με την υπ' αριθ. ...460/28.9.1981 απόφαση του Προέδρου της Βουλής, σε θέση Ειδικού Επιστημονικού Προσωπικού, προβλεπομένη από το άρθρο 152 παρ.1 του προϊσχύσαντος κανονισμού της Βουλής, στην οποία υπηρέτησε με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (βλ. ΣτΕ 2147, 2148/1999) έως 27.7.2010, οπότε παραιτήθηκε λόγω συνταξιοδότησης, εκδοθείσας της υπ' αριθ. 12610/8450/16.9.2010 απόφασης του Προέδρου της Βουλής με την οποία έγινε αποδεκτή η αίτηση παραίτησης και λύθηκε η υπαλληλική του σχέση. [...]. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι βάσει της υπ' αριθμό ...862/27.11.2006 εγγράφου αποφάσεως της Δ/νσης Ευρωπαϊκών Σχέσεων, Βουλής των Ελλήνων, εγκρίθηκε όπως δύο (2) βουλευτές του Ελληνικού Κοινοβουλίου, μέλη της Διαρκούς Επιτροπής Δημόσιας Διοίκησης, Δημόσιας Τάξης και Δικαιοσύνης της Βουλής, μεταβούν στις Βρυξέλλες για τις συνεδριάσεις της Επιτροπής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για τις καταγγελίες περί της εικαζομένης χρήσης κρατών - μελών της Ε.Ε. για την παράνομη κράτηση και μεταφορά υπόπτων από τη CIA, που θα πραγματοποιούνταν στις Βρυξέλλες στις 29 και 30 Νοεμβρίου. Την ως άνω αντιπροσωπεία θα συνόδευε ο ενάγων, ως ειδικός επιστήμονας της Βουλής στη Διεύθυνση Ευρωπαϊκών Σχέσεων, τα έξοδα παραμονής του οποίου, όπως και των βουλευτών της αποστολής, προσδιορίσθηκαν βάση του ιδίου ως άνω εγγράφου, για παραμονή στο ξενοδοχείο επί 2 συνολικά ημέρες και για ημερήσια αποζημίωση για 3 συνολικά ημέρες. Σύμφωνα δε με το Δημοσιευμένο Σχέδιο Ημερήσιας Διάταξης της Επιτροπής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, η χρονική διάρκεια εκάστης των ως άνω συνεδριάσεων ήταν από ώρας 15.00 έως ώρας 18.30. Στη συνεδρίαση της 30.11.2006, η ελληνική αποστολή των δύο (2) βουλευτών αποχώρησε περί ώρα 17.30', δηλαδή μία ώρα προ της λήξεως της συνεδριάσεως της Επιτροπής, διότι ήταν προγραμματισμένη, λόγω διατεταγμένης υπηρεσίας που επιτελούσαν τα μέλη της ελληνικής επιτροπής και ο ενάγων ως συνοδευτικό μέλος, η αναχώρησή τους από Βρυξέλλες, αεροπορικώς με προορισμό την Αθήνα, ώρα 19.45' με την πτήση .... Ωστόσο κατά την λίαν εσπευσμένη αποχώρησή του (ενάγοντος) και μάλιστα εν μέσω σκότους λόγω της ώρας από το Κοινοβούλιο περί ώρα 17.30 (βράδυ), διότι έπρεπε πρώτα να μεταβεί πεζή στο ξενοδοχείο διαμονής του "...AS" σε απόσταση 150 μέτρων από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, να παραλάβει αποσκευές, να αναχωρήσει και να φθάσει έγκαιρα - ως είθισται νωρίτερα από το χρόνο πτήσης - στο αεροδρόμιο των Βρυξελλών, απέχον 30 έως 45 λεπτά με ταξί, διασχίζοντας αναγκαία, μετά το έμπροσθεν του Κοινοβουλίου πλακόστρωτο, ένα χωμάτινο διάδρομο υπό διαμόρφωση (πλακίδια με κόλλα), ο οποίος σε μήκος 5 μέτρων συναντά διάδρομο με τάβλες μήκους 25 μέτρων που οδηγεί στην πλατεία Βρυξελλών, γλίστρησε το δεξί του πόδι στην κόλλα και έπεσε σε γούβα 30 πόντων περίπου, συνεπεία της οποίας (πτώσης) έσπασε ο μηνίσκος του δεξιού γόνατός του (βλ. σειρά προσκομιζομένων ιατρικών εξετάσεων και βεβαιώσεων). Το ως άνω ατύχημα που υπέστη ο ενάγων είναι εργατικό κατά την έννοια του νόμου (άρθ. 1 ν. 551/1915), καθώς επήλθε κατά την εργασία του και συνδέεται με αυτήν, λόγω έκτακτης και αιφνίδιας επενέργειας εξωτερικού αιτίου άσχετου προς τη σύσταση του οργανισμού του. Οφείλεται δε σε υπαιτιότητα και δη αμελή συμπεριφορά (παράλειψη) των οργάνων των εναγομένων, συνιστάμενη στο ότι κατά παράβαση του γενικού καθήκοντος επιμέλειας δεν κατέβαλαν κατά τη συναλλακτική καλή πίστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, για την ασφαλή μετακίνηση του ενάγοντος, ως μέλους της ελληνικής αποστολής, υπάρχοντος προς τούτο σαφώς νομικού καθήκοντος, προς διασφάλιση της ασφαλούς μετακίνησης του ενάγοντα, συμμετέχοντος μέλους της ελληνικής αποστολής, αλλά συμπεριφέρθηκαν κατά τρόπο αντίθετο από εκείνον που επιβαλλόταν από τις επικρατούσες συνθήκες και περιστάσεις στην προκειμένη περίπτωση. Ειδικότερα διότι, δεν φρόντισαν για την ασφαλή μετακίνηση και επιστροφή του ενάγοντος ως μέλους της ελληνικής αποστολής στην Αθήνα, καλύπτοντας οικονομικά μία ακόμα διανυκτέρευση της ελληνικής αποστολής στις Βρυξέλλες, μέτρο απολύτως αναγκαίο και επιβαλλόμενο υπό τις επικρατούσες συνθήκες, προκειμένου η ελληνική αποστολή να επιτελέσει ακώλυτα, χωρίς χρονική πίεση, το έργο της προς ολοκλήρωση του σκοπού για τον οποίο είχε μεταβεί στις Βρυξέλλες. Τούτο, διότι αποδείχθηκε ότι οι δύο διανυκτερεύσεις δεν επαρκούσαν χρονικά για να ολοκληρώσει [ενν. για την ολοκλήρωση] του έργου της ελληνικής αποστολής, που συνίστατο στην παρακολούθηση και ενεργή συμμετοχή καθ' όλη τη διάρκεια της συνεδρίασης της Επιτροπής με συζήτηση και ανταλλαγή απόψεων επί του θέματος της ημερήσιας διάταξης, σκοπός για τον οποίο η ελληνική αντιπροσωπεία μετέβη στις Βρυξέλλες. Απεναντίας, πριν ολοκληρωθεί το έργο της συνεδρίασης, ελλείψει χρονικών περιθωρίων, η ελληνική αντιπροσωπεία υποχρεώθηκε ν' αποχωρήσει λίαν εσπευσμένως και μέσω νυκτός από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με προορισμό αυθημερόν την Αθήνα, με συνέπεια να επέλθει αιτιωδώς ο ένδικος τραυματισμός του. Επομένως, αποδεικνύεται, ότι η παραπάνω βλάβη της υγείας του ενάγοντα προκλήθηκε αιτιωδώς συνεπεία της παράλειψης λήψης από τα προστηθέντα αρμόδια όργανα των εναγομένων των προαναφερόμενων από το νόμο μέτρων, που όφειλαν να γνωρίζουν τις επικρατούσες συνθήκες κατά την παροχή εργασίας του ενάγοντα, προς διασφάλιση της υγείας και της σωματικής ακεραιότητάς του κατά την παροχή της εργασίας ως συνοδευτικό μέλος της ελληνικής αποστολής στις Βρυξέλλες, εν τούτοις ουδέν μέτρο προστατευτικό της υγείας του έλαβαν, συμπεριφορά η οποία αντίκειται και στις διατάξεις των άρθρων 288 και 662 του ΑΚ. Ακολούθως το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες του ατυχήματος, το βαθμό υπαιτιότητας των εναγομένων, την ηλικία του ενάγοντος, το είδος και την έκταση του τραυματισμού του, τη ψυχική και σωματική ταλαιπωρία του και μη εισέτι αποκατάσταση της υγείας του και την κοινωνικοοικονομική κατάσταση των μερών, κρίνει ότι δικαιούται να λάβει χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη ύψους 20.000 ευρώ που κρίνεται εύλογη". Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού κατά παραδοχή σχετικών λόγων έφεσης είχε προηγουμένως εξαφανίσει την εκκληθείσα ενώπιόν του οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει (και κατά το κεφάλαιο αυτό) ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, την από 18.11.2011 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου - αναιρεσείοντος, κράτησε την υπόθεση, και δικάζοντας στη συνέχεια την άνω αγωγή και αναγνώρισε ότι η Βουλή των Ελλήνων και το Ελληνικό Δημόσιο υποχρεούνται, εις ολόκληρο, να καταβάλουν στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο το ποσό των 20.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ως χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης αυτού από τον τραυματισμό του.
Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 914, 922, 932, 298, 330 του ΑΚ και 1 και 16 του Ν. 551/1915 σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 288 και 662 του ΑΚ, τις οποίες αντιθέτως ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, παραλλήλως δε διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές κρίσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, αφού με βάση τις προαναφερόμενες παραδοχές αυτής θεμελιώνεται αδικοπρακτική ευθύνη του αναιρεσείοντος. Ειδικότερα η παράνομη συμπεριφορά των αρμοδίων οργάνων του αναιρεσείοντος θεμελιώνεται στην από αμέλεια παράβαση του γενικού καθήκοντος επιμέλειας του μέσου συνετού συναλλασσομένου και συγκεκριμένα της απορρέουσας από τα άρθρα 662 και 288 ΑΚ γενικής υποχρέωσης πρόνοιας του εργοδότη για τις συνθήκες ασφαλούς παροχής της εργασίας του αναιρεσίβλητου, με βάση τις επικρατούσες συγκεκριμένες συνθήκες και περιστάσεις, ούτως ώστε να περιορίζεται ο κίνδυνος πρόκλησης βλάβης στην υγεία του τελευταίου, συνισταμένη στην, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, παράλειψη οικονομικής κάλυψης μιας ακόμη διανυκτέρευσης της ελληνικής αποστολής στις Βρυξέλλες, προκειμένου να μην υποχρεωθεί η εν λόγω αποστολή σε εσπευσμένη αναχώρηση στις 17.30 μ.μ. πριν τη λήξη της προγραμματισμένης συνεδρίασης της Επιτροπής του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στις 18.30 μμ, προκειμένου να προλάβει την πτήση της Ολυμπιακής Αεροπορίας για Αθήνα, που αναχωρούσε στις 19.45 μμ από τις Βρυξέλλες. Η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της κατά τα άνω παράνομης συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας (τραυματισμός του αναιρεσίβλητου) θεμελιώνεται στο ότι η από την κατά τα άνω συμπεριφορά των οργάνων του αναιρεσείοντος κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης προκληθείσα εσπευσμένη αναχώρηση της ελληνικής αποστολής, κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (νύκτα), αυξάνει κατά πολύ τις πιθανότητες πρόκλησης ατυχήματος και ως εκ τούτου, αντικειμενικά και κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ήταν ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο όντως επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η δε κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η εν λόγω παράλειψη αποτέλεσε πράγματι και την αιτία του τραυματισμού του αναιρεσίβλητου, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (αρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν ελέγχεται αναιρετικά. Περαιτέρω δεν ήταν αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης α) η μνεία περί του εάν η ελληνική αποστολή είχε λάβει συγκεκριμένες οδηγίες για την παραμονή της μέχρις ορισμένης ώρας στη συνεδρίαση της Επιτροπής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου την τελευταία ημέρα, αφού κατά τις ως άνω παραδοχές το γεγονός της συμμετοχής της ελληνικής αποστολής στις συνεδριάσεις της ανωτέρω Επιτροπής είχε την έννοια της συμμετοχής στις σχετικές εργασίες μέχρι την ολοκλήρωσή τους, β) η μνεία περί του εάν ζητήθηκε από τα μέλη της ελληνικής αποστολής η οικονομική κάλυψη μιας ακόμη διανυκτέρευσης, την οποία αρνήθηκαν τα όργανα του αναιρεσείοντος, εφόσον κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης με το έγγραφο έγκρισης της μετάβασης στις Βρυξέλλες δύο βουλευτών του Ελληνικού Κοινοβουλίου και του αναιρεσίβλητου καλυπτόταν η δαπάνη δύο (μόνο) διανυκτερεύσεων σε ξενοδοχείο, γ) η μνεία περί του εάν υπήρχε άλλη εναλλακτική διαδρομή για τη μετάβαση από το κτήριο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στο ξενοδοχείο ...AS, όπου διέμεναν τα μέλη της ελληνικής αποστολής, προκειμένου ν' αποφευχθεί η διάβαση από την περιοχή εκτέλεσης έργων πλακόστρωσης, καθότι κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφαση η διέλευση της ελληνικής αποστολής από το σημείο όπου εκτελούνταν τα έργα πλακόστρωσης προς το ξενοδοχείο σε απόσταση 150 μέτρων για την παραλαβή των αποσκευών, ήταν αναγκαία (υπό την προφανή έννοια της έλλειψης εναλλακτικής διαδρομής παρόμοιας απόστασης) και δ) η μνεία περί του εάν επικρατούσαν δυσμενείς καιρικές συνθήκες, τεθείσες υπόψη των αρμοδίων οργάνων του αναιρεσείοντος, για τη λήψη ειδικών μέτρων ασφαλούς μετακίνησης της ελληνικής αποστολής στο αεροδρόμιο. Κατά συνέπεια οι επικαλούμενες ως άνω ελλείψεις δεν στοιχειοθετούν ανεπάρκεια αιτιολογίας κατά την έννοια του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Οι δε λοιπές αιτιάσεις ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν εξηγεί γιατί θεωρεί "εσπευσμένη" την αναχώρηση της ελληνικής αποστολής από τις εργασίες της Επιτροπής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, αν και ήταν εκ των προτέρων γνωστή σε αυτήν η ακριβής ώρα αναχώρησης της πτήσης από Βρυξέλλες για Αθήνα, ούτε το λόγο της παραμονής αυτής στις εργασίες της ως άνω Επιτροπής μέχρι τις 17.30 μμ., αφού μάλιστα είναι σύνηθες φαινόμενο πρόωρης αποχώρησης αποστολών σε παρομοίου τύπου συνεδριάσεις και συναντήσεις οργάνων διεθνών οργανισμών για λόγους αναχώρησης της πτήσης ή άλλων ανειλημμένων υποχρεώσεων, ούτε το λόγο για τον οποίο το διάστημα των 2 ωρών και 15 λεπτών δεν ήταν επαρκές για την ασφαλή μετάβαση της ελληνικής αποστολής από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αρχικά στο ξενοδοχείο και στη συνέχεια στο αεροδρόμιο με ταξί, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για ανεπάρκεια, αλλά πραγματικά επιχειρήματα υπέρ των απόψεων του αναιρεσείοντος. Τέλος η αιτίαση σχετικά με την έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλομένης απόφασης ως προς τη συνδρομή ή μη συνυπαιτιότητας του αναιρεσίβλητου στην επέλευση του τραυματισμού του είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, καθότι το αναιρεσείον δεν διαλαμβάνει εάν προέβαλε ισχυρισμό περί συνυπαιτιότητας (άρθ.300 του ΑΚ), που συνιστά ένσταση, ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου παραδεκτά και νόμιμα και στη συνέχεια επανέφερε αυτόν προς απόκρουση της έφεσης του αναιρεσίβλητου με τις προτάσεις του στο Εφετείο. Επομένως οι περί του αντίθετου πρώτος και δεύτερος από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αντίστοιχα λόγοι αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι. Μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της η από 25.1.2019 αίτηση αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό των Οικονομικών και στην ένδικη υπόθεση και από τον Πρόεδρο της Βουλής των Ελλήνων. Τέλος πρέπει να καταδικασθεί αυτό, λόγω της ήττας του (άρθ. 176 και 183 του ΚΠολΔ), στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου Ά. Μ., που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, μειωμένων κατά το μέτρο του άρθρου 22 του Ν. 3693/1957 σε συνδυασμό προς την παρ. 2 της υπ' αριθμό 134423 οικ. της 8.12.1992/20.1.1993 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β 11), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ. 5 του Ν. 1738/1987. Β. Επί της από 22.3.2019 αίτησης αναίρεσης.
Η αρχή της αναλογικότητας, που καθιερώνει η διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος, απευθύνεται και στον δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, έστω και αν τούτο ρητά δεν αναφέρεται σε αυτήν. Η εν λόγω αρχή αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος που επίσης καθιερώνει η διάταξη της παρ.3 του ιδίου άρθρου του Συντάγματος, γεγονός που συμβαίνει όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει προφανώς τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλ. το ασκούμενο δικαίωμα (μέσο) έχει απολέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκηση του δεν είναι επιτρεπτή. Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων, ακόμη και του ιδιωτικού δικαίου. Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλ. να μην υπερβαίνει τα όρια όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αυτά αποτυπώνονται με την συνήθη πρακτική των δικαστηρίων. Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, οπότε και πάλι παραβιάζεται η εν λόγω αρχή. Περαιτέρω, από το άρθρο 932 ΑΚ προκύπτει ότι σκοπός της διάταξης αυτής είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, που αυτός υπέστη λόγω της αδικοπραξίας, ήτοι για την μη αποτιμητή σε χρήμα ζημία που υφίσταται ο παθών από την προσβολή των μη περιουσιακών αγαθών του (ζωής, υγείας, ελευθερίας, τιμής κλπ), η οποία είναι ανεξάρτητη από την κατά τα άρθρα 297 και 298 του ΑΚ ζημία σε περιουσιακά αγαθά αυτού, ώστε αυτός να απολαύσει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημίωσης προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, η οποία άλλωστε δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα. Με βάση το σκοπό αυτό αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα κριτήρια που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης αυτής. Τέτοια κριτήρια είναι ιδίως το είδος και η βαρύτητα της προσβολής, η έκταση της βλάβης, οι όλες ειδικότερες συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στο βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος. Τα κριτήρια αυτά πρέπει να οδηγούν το δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά κατ` εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση. Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκείμενων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης, λόγω αδικοπραξίας, του ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης, αποφασίζεται (κατ` αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι. Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, να τηρείται η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος), με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα τη κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται στην συνήθη πρακτική των δικαστηρίων. Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον παθόντα), τον σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μία δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μία ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του. Τέλος από τις ήδη προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 1 και 16 του Ν. 551/1915, που κωδικοποιήθηκε με το Β.Δ. της 24-7/25-8-1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (αρθρ. 38 ΕισΝΑΚ), σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 914 και 932 του ΑΚ προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης σε περίπτωση θανάτου, οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος, όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας και μάλιστα ανεξαρτήτως του εάν ο παθών ήταν ή όχι ασφαλισμένος στο ΙΚΑ. (ΑΠ 910/2015). Ενόψει όλων αυτών, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το ύψος του ποσού της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης (και σε περίπτωση εργατικού ατυχήματος), ελέγχεται αναιρετικά από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ.1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (Ολ ΑΠ 9/2015, AΠ 76/2016, ΑΠ 221/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφασή του το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού έλαβε υπόψη του τις συνθήκες του ατυχήματος (όπως αυτές περιγράφηκαν ανωτέρω), το βαθμό υπαιτιότητας (αμέλεια) των αρμοδίων οργάνων των εναγομένων, την ηλικία του ενάγοντος, το είδος και την έκταση του τραυματισμού του, τη ψυχική και σωματική ταλαιπωρία του, τη μη εισέτι αποκατάσταση της υγείας του, ως και την κοινωνικοοικονομική κατάσταση των μερών, έκρινε ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων δικαιούται να λάβει χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη ύψους 20.000 ευρώ που κρίθηκε εύλογη. Με την κρίση του δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου την αρχή της αναλογικότητας, ούτε τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας κατά την εφαρμογή του άρθρου 932 του ΑΚ, καθότι υπό τα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα ως άνω πραγματικά περιστατικά, που διαλαμβάνονται στην προηγούμενη υπό (Α) σκέψη, και με βάση τα κριτήρια καθορισμού εύλογης χρηματικής ικανοποίησης του άρθρου 932 του ΑΚ, το εν λόγω ποσό, κατά τη κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου αντίληψη δεν υπολείπεται και μάλιστα καταφανώς του συνήθους επιδικαζομένου ποσού σε παρόμοιες περιπτώσεις. Επομένως ο από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος - αναιρεσίβλητου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτ. γ του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Δεν επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 42/2002). Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα (στα οποία περιλαμβάνονται οι ένορκες βεβαιώσεις και τα έγγραφα), να καταλείπονται με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 322/2011, ΑΠ 371/2009). Εξ άλλου οι ένορκες βεβαιώσεις στον ειρηνοδίκη ή στον συμβολαιογράφο αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο σε σχέση με τους μάρτυρες και τα έγγραφα, και επομένως πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, η έλλειψη δε της μνείας αυτών δεικνύει ότι αυτές δεν λήφθηκαν υπόψη (ΑΠ 1105/2015, ΑΠ 767/2011, ΑΠ 1690/2010, ΑΠ 1901/2009, ΑΠ 2178/2009). Ειδικότερα επί εργατικής διαφοράς, οι ένορκες βεβαιώσεις που δίδονται ως αποδεικτικό μέσο για να χρησιμοποιηθούν στη συγκεκριμένη δίκη, κατά την οποία κρίνεται η διαφορά, χωρίς προηγούμενη προ 24 ωρών κλήτευση του αντιδίκου, σύμφωνα με την περί τούτου ρητή διάταξη του άρθρου 671 παρ. 1 εδ. τελ. του ΚΠολΔ σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 674 παρ. 2, 590 παρ.1 και 529 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν το Ν. 4335/2015 και εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση ως εκ του χρόνου λήψης στις 7.5.2014 της επίμαχης ένορκης βεβαίωσης (πριν την 1.1.2016), θεωρούνται ανυπόστατο (ανύπαρκτο) αποδεικτικό μέσο και δεν λαμβάνονται υπόψη ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΟλΑΠ 20/2004, ΑΠ 635/2008, σχ. ΑΠ 17/2018, ΑΠ 580/2016, ΑΠ 897/2014, ΑΠ 1408/2003, ΑΠ 373/2002).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο από τον αριθμό 11 περ. γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο αυτού σκέλος, ο αναιρεσείων προσάπτει στη προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι για τον καθορισμό του ύψους της χρηματικής του ικανοποίησης στο ποσό των 20.000 ευρώ δεν έλαβε υπόψη της έγγραφα που αυτός επικαλέσθηκε και προσκόμισε τόσο πρωτοδίκως, όσο και κατ' έφεση με τις προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο αντίστοιχα και ειδικότερα: α) τις από 9.1.2007, 12.5.2010, 23.9.2010, 16.2.2016 μαγνητικές τομογραφίες, την από 16.2.2016 μαγνητική τομογραφία αριστερού γόνατος και την από 16.2.2016 μαγνητική τομογραφία μέσης και β) την από 26.2.2016 γνωμάτευση του ορθοπεδικού - χειρούργου Σ. Κ., τις αποδείξεις (αμοιβής) ιατρών, την από 18.5.2015 αξονική τομογραφία, τις από 13.2.2007 αποδείξεις ορθοπεδικού ιατρού στο Στρασβούργο, τις εντολές για φυσικοθεραπείες, τις σχετικές συνταγογραφήσεις του ορθοπεδικού Β. και τις με βάση αυτές αγορές ενέσεων αμερικάνικης προέλευσης go - on, από τα οποία αποδεικνύονταν οι επιπτώσεις στην υγεία του από τον πιο πάνω τραυματισμό του. Επίσης με τον ίδιο λόγο κατά το δεύτερο αυτού σκέλος προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπ' όψη της την με αριθ. .../7.5.2014 ένορκη βεβαίωση του βουλευτή Β. Ι. ενώπιον του Συμβολαιογράφου Κοζάνης Λ. Σ., ο οποίος ήταν τρίτος, αυτόπτης μάρτυρας του τραυματισμού του και ο οποίος τον έσωσε εκείνο το βράδυ, την οποία (ένορκη βεβαίωση) επικαλέσθηκε με τις προτάσεις αυτού και προσκόμισε ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου. Από τη βεβαίωση όμως που περιέχεται στην προσβαλλομένη απόφαση (φύλλο 4ο οπισθία σελίδα) ότι "...από την εκτίμηση της ανωμοτί κατάθεσης του ενάγοντα που περιέχεται στα ταυτάριθμα της ως άνω υπ' αριθ. 1160/2015 (παραπεμπτικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών πρακτικά συνεδριάσεως, τα οποία νομότυπα μετ' επικλήσεως προσκομίζονται από τον ενάγοντα) και τα λοιπά μετ' επικλήσεως νομίμως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, που λαμβάνονται υπόψη όλα ανεξαιρέτως, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εκτός της υπ' αριθ. .../7.5.2014 ένορκης βεβαίωσης τρίτου στον Συμ/φο Κοζάνης Λ. Σ., διότι δεν προκύπτει ότι λήφθηκε κατόπιν κλητεύσεως των αντιδίκων (εναγομένων) να παραστούν κατά τη λήψη της και επομένως αποτελεί ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο (άρθρα 670 εδ. α, 671 παρ. 1δ, 674 παρ.2, 529 παρ. 1α και 591 παρ. 1α του ΚΠολΔ ...) αποδείχθηκαν ... ", σε συνδυασμό αφενός μεν με την αναφορά σε "σειρά προσκομιζομένων ιατρικών εξετάσεων και βεβαιώσεων" (φύλλο 5ο οπισθία σελίδα) και την παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης περί "μη εισέτι αποκατάστασης της υγείας του [ενάγοντος]" (φύλλο 6ο in fine), αφετέρου δε με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά ανωτέρω περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του όλα τα υπό στοιχείο (α) και (β) ανωτέρω έγγραφα, τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα. Ορθώς δε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του την με αριθ. .../7.5.2014 ένορκη βεβαίωση του βουλευτή Β. Ι. ενώπιον του Συμβολαιογράφου Κοζάνης Λ. Σ., καθότι αυτή είχε ληφθεί χωρίς προηγουμένη κλήτευση των αντιδίκων του αναιρεσείοντος, όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και όπως ο ίδιος ο αναιρεσείων ομολογεί με την από 17.1.2020 προσθήκη στις ενώπιον του Αρείου Πάγου προτάσεις του. Επομένως η ένορκη αυτή βεβαίωση, που είχε ληφθεί για τη συγκεκριμένη δίκη πριν τη συζήτηση της αγωγής στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών στις 8.5.2014 ήταν ανύπαρκτο (ανυπόστατο) αποδεικτικό μέσο και δεν μπορούσε να ληφθεί υπόψη ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Συνεπώς ο περί του αντιθέτου από τον αριθμό 11 περ. γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 εδ. α της από 4.11.1950 Ευρωπαϊκής Σύμβασης της Ρώμης "για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών", η οποία κυρώθηκε από την Ελλάδα αρχικά με το Ν. 2329/1953 και στη συνέχεια, μετά την αποκατάσταση της Δημοκρατίας στη χώρα, με το Ν. Δ/μα 53/1974, με την οποία ορίζεται ότι κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσή του δικασθεί δίκαια, δημόσια και μέσα σε λογική προθεσμία από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο που έχει συσταθεί από το νόμο, το οποίο θα αποφασίσει είτε για αμφισβητήσεις σχετικά με δικαιώματα και υποχρεώσεις αστικής φύσης είτε για το βάσιμο κάθε εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσης, συνάγεται ότι με αυτήν καθορίζονται αντίστοιχα ουσιαστικά δικαιώματα που παρέχονται στον διάδικο κατά την απονομή της δικαιοσύνης, η παραβίαση των οποίων ελέγχεται με τον από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 2/2008). Η τυχόν όμως παραβίαση της εύλογης διάρκειας της δίκης ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας δεν επάγεται ως κύρωση την αναίρεση της προσβαλλομένης απόφασης (σχετ. ΑΠ 1448/2011), η οποία άλλωστε θα είχε ως αναγκαία συνέπειά της την περαιτέρω καθυστέρηση για την οριστική επίλυση της διαφοράς, αλλά παρέχει στον διάδικο το δικαίωμα να αξιώσει από το Ελληνικό Δημόσιο δίκαιη ικανοποίηση λόγω υπέρβασης της εύλογης διάρκειας της δίκης ανά βαθμό δικαιοδοσίας και τηρώντας τη διαδικασία και τις προθεσμίες του Ν. 4239/2014 (ΦΕΚ Α 43).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο και τελευταίο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αιτιάται ότι παρά την πάροδο χρονικού διαστήματος 7,5 ετών από την άσκηση της αγωγής του δεν έχουν ικανοποιηθεί οι απαιτήσεις του εντός λογικής προθεσμίας, κατά την έννοια του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ. Ανεξαρτήτως του ότι με τον λόγο αυτό δεν προσάπτεται ειδικά στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτίαση για καθυστερημένη έκδοση αυτής, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού η τυχόν υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της δίκης ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας (αλλά και της αναιρετικής δίκης) παρέχει μόνο δικαίωμα για καταβολή χρηματικού ποσού, ως δίκαιη ικανοποίηση του διαδίκου λόγω υπέρβασης της εύλογης διάρκειας της δίκης ανά βαθμό δικαιοδοσίας και δεν επάγεται την αναίρεση της απόφασης, που εκδόθηκε καθυστερημένα. Μη υπάρχοντος άλλου λόγου πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της η από 22.3.2019 αίτηση αναίρεσης του Ά. Μ.. Τέλος πρέπει να καταδικασθεί αυτός, λόγω της ήττας του (άρθ. 176 και 183 του ΚΠολΔ), στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό των Οικονομικών και στην ένδικη υπόθεση από τον Πρόεδρο της Βουλής, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, μειωμένων κατά το μέτρο του άρθρου 22 του Ν. 3693/1957 σε συνδυασμό προς την παρ. 2 της υπ' αριθμό 134423 οικ. της 8.12.1992/20.1.1993 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β 11), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ. 5 του Ν. 1738/1987.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από 25.1.2019 αίτηση αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό των Οικονομικών και στην ένδικη υπόθεση και από τον Πρόεδρο της Βουλής των Ελλήνων και την από 22.3.2019 αντίθετη αίτηση αναίρεσης του Ά. Μ., κατά της υπ' αριθ. 292/17.1.2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Απορρίπτει την από 25.1.2019 αίτηση αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό των Οικονομικών και στην ένδικη υπόθεση και από τον Πρόεδρο της Βουλής των Ελλήνων, κατά της υπ' αριθ. 292/17.1.2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου Ά. Μ., τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Απορρίπτει την από 22.3.2019 αίτηση αναίρεσης του Ά. Μ. κατά της ιδίας υπ' αριθ. 292/17.1.2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό των Οικονομικών και στην προκειμένη περίπτωση και από τον Πρόεδρο της Βουλής των Ελλήνων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Φεβρουαρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Απριλίου 2020.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ