Legislator Case Law & Legislation
367/2019 AI generated

367/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 367/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

367/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εν προκειμένω, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπησή της, δέχθηκε κατ' ανέλεγκτη κρίση τα εξής: "Η πρώτη εναγομένη εργάσθηκε ως γραμματέας πωλήσεων στο επί της οδού ... στην πόλη της ….υποκατάστημα της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...

Keywords

AI generated
pecuniary penalties periodic penalty payments fraudulent causing of financial loss benefit fraud claim for contributions overpaid insurance benefits
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 367 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 367/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη - Εισηγητή, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) Γ. Π. του Β., και 2) Μ. Π. του Π., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Βασιλική Κωσταβάρα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Λ. Θ. και 2) Σ. Θ., αμφοτέρων κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Πιστικό.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-7-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 29066/2011 μη οριστική, 16757/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1009/2016 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 18-12-2016 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 926 ΑΚ καθορίζονται, στα πλαίσια της αδικοπρακτικής ευθύνης, οι κατηγορίες των περιπτώσεων στις οποίες αναγνωρίζεται από το νόμο ευθύνη περισσότερων προσώπων. Οι περιπτώσεις αυτές είναι τρεις: α) κοινή πράξη περισσοτέρων προσώπων, β) παράλληλη ευθύνη περισσοτέρων προσώπων και γ) περιπτώσεις διαζευκτικής αιτιότητας.

Στην πρώτη περίπτωση, η ζημία προέρχεται από κοινή πράξη περισσότερων προσώπων. Ο όρος κοινή πράξη λαμβάνεται με την ευρεία έννοια της αιτιώδους συμπράξεως ή συμμετοχής - με οποιαδήποτε μορφή - στην αδικοπραξία και ειδικότερα, είτε στην τέλεση της πράξεως, είτε στην επαγωγή της ζημίας. Περαιτέρω, έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως, κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, υπάρχει και όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά εκείνα, τα οποία είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε, όχι όμως και όταν πρόκειται για αντιφάσεις ή ελλείψεις, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται με σαφήνεια στην απόφαση.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Εν προκειμένω, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπησή της, δέχθηκε κατ' ανέλεγκτη κρίση τα εξής: "Η πρώτη εναγομένη εργάσθηκε ως γραμματέας πωλήσεων στο επί της οδού ... στην πόλη της ….υποκατάστημα της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...

ΑΕ" κατά το χρονικό διάστημα από 22-9-1993 έως 22-1-1994 και από 4-5-1994 έως 20-3- 2001, οπότε αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία της. Στο ίδιο υποκατάστημα εργαζόταν ως καθαρίστρια και η δεύτερη εναγόμενη μητέρα της πρώτης. Οι εναγόμενες είναι συγγενείς εξ αγχιστείας με τους ενάγοντες, με τους οποίους διατηρούσαν για μεγάλο χρονικό διάστημα πολύ στενές φιλικές σχέσεις.

Οι τελευταίοι (ενάγοντες) γεννήθηκαν, το έτος 1943 ο πρώτος και 1941 η δεύτερη ενώ η πρώτη εναγομένη γεννήθηκε το έτος 1975. Αυτή, κατά τις συχνές επισκέψεις που πραγματοποιούσε στην οικία των εναγόντων, αναφερόταν με ιδιαίτερα κολακευτικά λόγια για την εταιρία όπου εργαζόταν, εξαίροντας την πολύ μεγάλη οικονομική της επιφάνεια και την ιδιαίτερα μεγάλη κερδοφορία των επενδυτικών της προγραμμάτων.

Περί τον μήνα Μάϊο του 1996, με την επίκληση μεγάλου κερδοφόρου επενδυτικού προγράμματος, έπεισε τους ενάγοντες να της παραδώσουν το ποσό των 200.000 δραχμών, προκειμένου να το επενδύσει για λογαριασμό τους στο πρόγραμμα αυτό, διάρκειας ενός μηνός. Στις 20-6-1996, με την επίκληση και πάλι μεγάλης δήθεν επενδυτικής ευκαιρίας, έπεισε τους ενάγοντες να της παραδώσουν ποσό 2.000.000 δραχμών, προκειμένου να το επενδύσει, μαζί με το αρχικά καταβληθέν κεφάλαιο των 200.000 δραχμών, σε άλλο επενδυτικό πρόγραμμα διάρκειας ενός μηνός.

Στις 20-7-1996 η πρώτη εναγομένη έπεισε τους ενάγοντες να της παραδώσουν επιπλέον ποσό 3.800.000 δραχμών για να το επενδύσει για λογαριασμό τους, μαζί με το προηγουμένως παραδοθέν συνολικό κεφάλαιο των 2.200.000 δραχμών, σε εξαμηνιαίο επενδυτικό πρόγραμμα της ίδιας εταιρίας, το οποίο θα απέδιδε κέρδος αντίστοιχο με επιτόκιο 24% ετησίως.

Η πρακτική της συνεχούς παράδοσης και νέων χρηματικών ποσών στην πρώτη εναγομένη για επένδυση σε προγράμματα της ασφαλιστικής εταιρίας ... συνεχίσθηκε από τους ενάγοντες. Έτσι τα Χριστούγεννα του έτους 1996, παρέδωσαν στην πρώτη εναγομένη, το ποσό των 2.000.000 δραχμών, προκειμένου αυτό μαζί με το προηγουμένως διαδοχικά καταβληθέν κεφάλαιο των 6.000.000 δραχμών και τους ύψους 720.000 δραχμών τόκους της αμέσως προηγούμενης επένδυσης, να επενδυθεί σε τρίμηνο επενδυτικό πρόγραμμα με ετήσιο επιτόκιο 23%.

Τέλος, στις 10-4-1997, παρέδωσαν στην πρώτη εναγομένη, το ποσό των 7.000.000 δραχμών για να επενδυθεί αυτό για λογαριασμό τους, μαζί με το προηγουμένως διαδοχικά καταβληθέν κεφάλαιο των 8.000.000 δραχμών και τις ύψους 720.000 δραχμών και 501.400 δραχμών αποδόσεις των δύο αμέσως προηγούμενων επενδύσεων, σε ετήσιας διάρκειας επενδυτικό πρόγραμμα, με επιτόκιο 24,5% ετησίως υπόλοιπο διάστημα.

Πρέπει να σημειωθεί ότι η πρώτη εναγομένη, κατ' απαίτηση του πρώτου ενάγοντος, καταχωρούσε ιδιοχείρως σε σημείωμα τα ποσά που εισέπραττε, τη διάρκεια των υποτιθέμενων επενδυτικών προγραμμάτων, τα ποσοστά επιτοκίου των επενδύσεων και τα ποσά των εκάστοτε αποδόσεων. Όμως, η τελευταία στόχευε εξ υπαρχής στην υπεξαίρεση των χρημάτων που της παραδόθηκαν, πράγμα που πέτυχε, αφού δεν τα παρέδωσε ποτέ για επένδυση στην εταιρία ..., αλλά τα κατακράτησε και τα ιδιοποιήθηκε παράνομα.

Το διάστημα που επακολούθησε η πρώτη εναγομένη, αδυνατώντας να επιστρέψει το διαδοχικά παραδοθέν σ' αυτήν ποσό των 15.000.000 δραχμών και όχι όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι ενάγοντες το ποσό των 16.987.215 δραχμών, αφού το ποσό των επιπλέον 1.987.215 δραχμών αφορούσε υπολογισθείσα απόδοση της προηγούμενης μέχρι την 10-9-1997 επένδυσης, προσπάθησε με επιμονή να αποτρέψει την από μέρους των εναγόντων απαίτηση απόδοσης των χρημάτων τους επικαλούμενη την ιδιαίτερα μεγάλη απόδοση της επένδυσής τους, η οποία επέβαλε την περαιτέρω διάρκεια αυτής.

Μάλιστα, σύμφωνα με σχετικό ισχυρισμό της, που καταχωρήθηκε στο προαναφερόμενο ιδιόγραφο σημείωμα, το ποσό της υποτιθέμενης επένδυσης, συμπεριλαμβανομένου του κεφαλαίου και των αποδόσεων αυτού είχε ανέλθει στο ποσό των 27.431.811 δραχμών. Με την πάροδο του χρόνου και παρά την εμπιστοσύνη που μέχρι τότε έτρεφαν για το πρόσωπο της, οι ενάγοντες άρχισαν να εκδηλώνουν ανησυχία για την τύχη των χρημάτων τους.

Η πρώτη εναγομένη, τελώντας υπό το κράτος πανικού λόγω της αδυναμίας της να επιστρέψει τα παραδοθέντα σ' αυτήν χρήματα, προσπάθησε να καθυστερήσει κατά το δυνατόν την αποκάλυψη της από μέρους της υπεξαίρεσης των χρημάτων. Έτσι, κάθε φορά που οι δικαιούχοι του υποτιθέμενου επενδυτικού προγράμματος εξέφραζαν έντονη επιθυμία για την επιστροφή των χρημάτων τους, αυτή επεσήμαινε με επιμονή το ασύμφορο απόσυρσης των χρημάτων από το συγκεκριμένο επενδυτικό πρόγραμμα, υποστηρίζοντας ότι αυτά ήταν επενδεδυμένα στην ….

Τράπεζα ... με αποδόσεις που αντιστοιχούσαν σε ετήσιο επιτόκιο 150%. Μάλιστα για να γίνει πιστευτός ο ισχυρισμός της αυτός, εξέδιδε κάθε φορά μία προσωπική επιταγή της, υποστηρίζοντας ότι το ιδιαίτερα μεγάλο ποσό της αντιστοιχούσε στο τότε ύψος της επένδυσής τους. Ειδικότερα εξέδωσε τις πιο κάτω επιταγές της τράπεζας ..., τη δεύτερη κατά σειρά σε διαταγή των εναγόντων και της θυγατέρας τους Π.

Θ. και τις λοιπές σε διαταγή των εναγόντων:

α) τη με αριθμό ...7557-6/1-11-2002, ποσού 1.590.682,32 ευρώ,

β) τη με αριθμό ...7565-6/16-10-2003, ποσού 2.045.871,97 ευρώ,

γ) τη με αριθμό ...7560-0/16-10-2004, ποσού 5.462.221,78 ευρώ,

δ) τη με αριθμό ...7561-0/16-4-2005, ποσού 9.078.212,60 ευρώ,

ε) τη με αριθμό ...7563-8/16-10- 2006, ποσού 45.676.187,64 ευρώ και

τ) τη με αριθμό ...7564-7/17-10-2007, ποσού 105.227.154 ευρώ.

Οι ενάγοντες, λόγω και της σχέσης που τους συνέδεε με τις εναγόμενες, πείθονταν για την αλήθεια των όσων ισχυριζόταν η πρώτη α' αυτές, θεωρώντας την έκδοση των εν λόγω επιταγών απλώς και μόνο ως ένδειξη βασιμότητας των ισχυρισμών της περί διαρκούς πολύ μεγάλης απόδοσης της επένδυσής τους. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο το γεγονός ότι καμία από τις επιταγές δεν εμφανίσθηκε για πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα, ούτε επιδιώχθηκε ποτέ η είσπραξή τους.

Η δεύτερη εναγομένη, αν και γνώριζε ότι η πρώτη εξ αυτών-θυγατέρα της ιδιοποιούνταν εξ υπαρχής τα διαδοχικώς παραδιδόμενα σ' αυτήν χρηματικά ποσά, διαβεβαίωνε κάθε φορά τους ενάγοντες ότι τα χρήματα που είχαν ήδη παραδώσει είχαν επενδυθεί σε επενδυτικά προγράμματα με μεγάλες αποδόσεις. Λίγο μετά την έκδοση της τελευταίας επιταγής και εν όψει του ιδιαιτέρως μεγάλου ύψους, το οποίο σαφώς και δεν θα μπορούσε, υπό την εκδοχή των εναγομένων να προσδοκούν προς επιστροφή οι ενάγοντες, απαίτησαν αυτοί πιεστικά από την πρώτη εναγομένη, την απόδοση των χρημάτων τους, πλην όμως αυτή δήλωσε αδυναμία επιστροφής, υποστηρίζοντας ότι αυτά είχαν υπεξαιρεθεί από τον υπεύθυνο του επενδυτικού προγράμματος της εταιρίας "...

ΑΕ".... Με βάση τα προαναφερθέντα, λοιπόν, αποδείχθηκε ότι το συνολικό χρηματικό ποσό των 15.000.000 δραχμών και ήδη 44.020,54 ευρώ που παρέδωσαν οι ενάγοντες στην πρώτη εναγομένη, αποτελεί προϊόν της απάτης που διέπραξε σε βάρος τους η τελευταία με τη συνδρομή της δεύτερης εναγομένης, προκειμένου να καρπωθούν και να ενθυλακώσουν στην περιουσία τους το εν λόγω ποσό με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας των εναγόντων.

Δικαιούνται λοιπόν για την αποκατάσταση της ζημίας τους ισόποση αποζημίωση (άρθρο 914 ΑΚ). Επίσης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 914 και 932 ΑΚ δικαιούνται να αξιώσουν από τις εναγόμενες, ενεχόμενες σε ολόκληρο, χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής τους βλάβης. Η χρηματική αυτή ικανοποίηση, πρέπει να οριστεί στο ποσό των 4.000 ευρώ για έκαστο των εναγόντων, το οποίο κρίνεται εύλογο λαμβανομένου υπόψη της υπαίτιας συμπεριφοράς των εναγομένων και της βαρύτητας του πταίσματός τους (δόλος), σε συνδυασμό με την οικονομική κατάσταση των μερών." Ακολούθως, το Εφετείο με βάση τις παραδοχές αυτές, αφού έκανε δεκτή την έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων, εξαφάνισε την εκκαλούμενη πρωτόδικη απόφαση (που είχε απορρίψει την αγωγή γιατί είχε κρίνει αντίθετα ότι οι εναγόμενες δεν διέπραξαν απάτη και υπεξαίρεση σε βάρος των εναγόντων), δέχθηκε εν μέρει την περί αποζημιώσεως λόγω αδικοπραξίας αγωγή των τελευταίων και αναγνώρισε ότι οι εναγόμενες υποχρεούνται να πληρώσουν, εις ολόκληρον η κάθε μία, σε καθένα από τους ενάγοντες 26.010,27 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς την ουσιαστική θεμελίωση της προβληθείσας από τους ενάγοντες αδικοπραξίας η οποία συνίσταται στην εκ προθέσεως υπεξαίρεση των λόγω απάτης παραδοθέντων χρημάτων με αποτέλεσμα την ισόποση ζημία αυτών.

Ειδικότερα, με το να δεχθεί το Εφετείο, αναφορικά με τα παραδοθέντα από τους ενάγοντες στην πρώτη εναγόμενη το Μάιο 1996 και 20.6.2991 χρηματικά ποσά ύψους αντίστοιχα 200.000 και 2.000.000 δρχ., ότι καταβλήθηκαν σ' αυτήν για να τα επενδύσει σε "κερδοφόρο πρόγραμμα" κατά την απατηλή διαβεβαίωσή της, χωρίς ωστόσο να προσδιορίζει (η απόφαση) το υποσχεθέν επενδυτικό όφελος, καίτοι τούτο προσδιορίζεται για τις χρονικά επόμενες λοιπές χρηματικές παραδόσεις, δεν διέλαβε ούτε ανεπαρκείς, ούτε αντιφατικές αιτιολογίες, αφού για όλα τα παραδοθέντα ποσά δόθηκε η ίδια κατ' ουσίαν απατηλή διαβεβαίωση, αυτή της επενδύσεως σε κερδοφόρο πρόγραμμα, από το νοηματικό δε σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης συνάγεται ότι για όλες τις περιπτώσεις η διαβεβαίωση αφορούσε υπόσχεση ότι το πρόγραμμα θα απέδιδε κέρδος αντίστοιχο με επιτόκιο 23% έως 24% ετησίως.

Επίσης, το Εφετείο διέλαβε σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες και ως προς τη θεμελίωση του νομίμου λόγου της κατά το άρθρο 926 ΑΚ εις ολόκληρον ενοχής της δεύτερης εναγομένης, αφού κατά τα γενόμενα ως άνω δεκτά η ζημία των εναγόντων προήλθε από την κοινή πράξη και των δύο εναγομένων, η πρώτη από τις οποίες ενήργησε ως αυτουργός και η δεύτερη συμμετείχε στην αδικοπραξία (σωρευτικά και στην τέλεση της πράξεως και στην επαγωγή της ζημίας) ως άμεσος συνεργός της πρώτης.

Ειδικότερα, έγινε δεκτό ότι "η δεύτερη εναγομένη, αν και γνώριζε ότι η πρώτη εξ αυτών-θυγατέρα της ιδιοποιούνταν εξ υπαρχής τα διαδοχικώς παραδιδόμενα σ' αυτήν χρηματικά ποσά, διαβεβαίωνε κάθε φορά τους ενάγοντες ότι τα χρήματα που είχαν ήδη παραδώσει είχαν επενδυθεί σε επενδυτικά προγράμματα με μεγάλες αποδόσεις", και ότι "το συνολικό χρηματικό ποσό των 15.000.000 δραχμών και ήδη 44.020,54 ευρώ που παρέδωσαν οι ενάγοντες στην πρώτη εναγομένη, αποτελεί προϊόν της απάτης που διέπραξε σε βάρος τους η τελευταία με τη συνδρομή της δεύτερης εναγομένης, προκειμένου να καρπωθούν και να ενθυλακώσουν στην περιουσία τους το εν λόγω ποσό με αντίστοιχη βλάβη της περιουσίας των εναγόντων".

Συνακόλουθα το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 914, 926, που εφάρμοσε. Επομένως, οι περί του αντιθέτου από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγοι (πρώτος και δεύτερος), με τους οποίους η αναιρεσείουσα προσάπτει στη προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς τα ανωτέρω ζητήματα είναι αβάσιμοι.

Κατά τα λοιπά οι ίδιοι λόγοι διαλαμβάνουν αιτιάσεις για την ουσιαστική βασιμότητα των παραδοχών του Εφετείου και κατά τούτο είναι απαράδεκτοι, διότι υπό την επίφαση συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεως λόγου για έλλειψη νόμιμης βάσεως πλήττεται η ανέλεγκτη εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας αναφορικά με τα ως άνω κρίσιμα ζητήματα (άρθρο 561 παρ.1 ΚπολΔ).

Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας ενός κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ή για την υπαγωγή ή όχι σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς. Δεν ιδρύεται, όμως, ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλαδή της ουσίας της υπόθεσης, γιατί τότε πλήττεται η ανέλεγκτη εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας. Επομένως, αποκλείεται η αναίρεση για εσφαλμένη χρησιμοποίησή τους προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν (ΑΠ 1662/2010).

Εν προκειμένω, οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου προβάλλουν την από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αιτίαση, αποδίδοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της παραβιάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά στον κανόνα του άρθρου 914 ΑΚ.

Συγκεκριμένα, υποστηρίζουν ότι εσφαλμένα το Εφετείο δέχθηκε ότι για τις προαναφερόμενες ως άνω δύο χρηματικές καταβολές του Μαΐου 1996 και της 20.6.2991 ύψους αντίστοιχα 200.000 και 2.000.000 δρχ υπήρξε εκ μέρους τους απατηλή διαβεβαίωση για επένδυση σε κερδοφόρο πρόγραμμα, χωρίς να αναφέρεται το αναμενόμενο κέρδος, ενώ κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας τα γενόμενα δεκτά γεγονότα οδηγούσαν στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρξε υπόσχεση για επένδυση, αφού δεν νοείται επένδυση χωρίς κέρδος.

Ωστόσο, ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος διότι η προβαλλόμενη αναιρετική πλημμέλεια αναφέρεται ευθέως στην παραβίαση διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων αναφορικά με το ουσιαστικό ζήτημα αν υπήρξε απατηλή διαβεβαίωση για κερδοφόρα επένδυση και όχι στην ερμηνεία κάποιου κανόνα δικαίου και δη εκείνου του άρθρου 914 ΑΚ ή την υπαγωγή σ' αυτόν πραγματικών γεγονότων.

Σύμφωνα δε με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο παραβιάζει μεν τα διδάγματα αυτά αλλά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλαδή της ουσίας της υπόθεσης.

Κατά την έννοια του άρθρου 57 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, δεδικασμένο, η παραβίαση του οποίου ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. ΣΤ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως πηγάζει από αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου, που αποφαίνεται για τη βασιμότητα της κατηγορίας για την ίδια πράξη του ίδιου κατηγορουμένου, έστω και αν δίδεται κατά τη νέα δίωξη διαφορετικός χαρακτηρισμός.

Αντιθέτως, δεν παράγει δεδικασμένο η πράξη του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών με την οποία κατ' άρθρο 43 παρ. 1 ΚΠΔ, αρχειοθετείται η υποβληθείσα μήνυση ή αναφορά ως μη νόμιμη ή προφανώς κατ' ουσίαν αβάσιμη ή ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως, ούτε και η διάταξη αυτού, με την οποία απορρίπτεται, κατ' άρθρο 47 του ΚΠΔ, η έγκληση ως μη νόμιμη ή ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως.

Στη τελευταία μόνον περίπτωση εφόσον η απορριπτική αυτή διάταξη εγκριθεί από τον Εισαγγελέα Εφετών, παρέχεται στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών το δικαίωμα ν' απορρίψει, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 57 του ΚΠοινΔ κάθε νέα καταγγελία κατά του ιδίου προσώπου που βασίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά ή σε επουσιώδη παραλλαγή ή συμπλήρωση αυτών, με συνέπεια τη δημιουργία περιορισμένου οιονεί δεδικασμένου, που ισχύει κατά το στάδιο, που προηγείται της ασκήσεως της ποινικής διώξεως και κάμπτεται όταν μεταγενεστέρως προκύψουν νεότερα πραγματικά περιστατικά ή συμπληρωθούν οι διαδικαστικές προϋποθέσεις της ασκήσεως ποινικής διώξεως (ΑΠ 1848/2010).

Επομένως, από την κατ' άρθρο 47 ΚΠοινΔ αρχειοθέτηση μίας εγκλήσεως δεν παράγεται αμετάκλητη αθώωση του εγκαλουμένου από την πράξη για την οποία μηνύθηκε. Περαιτέρω, έχει παραπεμφθεί στην τακτική ολομέλεια του Αρείου Πάγου (ΑΠ 889/2018) το ζήτημα κατά πόσο δικαστικές αποφάσεις πολιτικών δικαστηρίων, οι οποίες μετά την αμετάκλητη αθώωση του κατηγορουμένου ερμηνεύουν, για τις ανάγκες της πολιτικής δίκης, την ποινική αθωωτική απόφαση, που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά με εκείνα της αστικής διαφοράς, κατά τρόπο που δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την προηγούμενη απαλλαγή του, παραβιάζουν το τεκμήριο της αθωότητας του απαλλαγέντος διαδίκου.

Ωστόσο, ανεξάρτητα από την ως άνω νομική διχοστασία, το παραγόμενο -από την κατ' άρθρο 47 ΚΠοινΔ αρχειοθέτηση- οιονεί δεδικασμένο, αν προταθεί σε πολιτική δίκη στην οποία ερευνώνται τα ίδια πραγματικά περιστατικά ως προϋπόθεση της ζητούμενης έννομης προστασίας και αμφισβητηθεί κατ' ουσίαν το πόρισμα της εισαγγελικής αρχειοθετήσεως, δεν θεμελιώνει παραβίαση του τεκμηρίου της αθωότητας του εγκαλουμένου κατά τρόπο αντίθετο προς τις διατάξεις των άρθρων 6§2 της ΕΣΔΑ και 14§3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, ούτε η επίκληση της ως άνω αρχειοθετήσεως δημιουργεί για το πολιτικό δικαστήριο υποχρέωση να εναρμονίσει τις πραγματικές παραδοχές του με τις (αθωωτικές) παραδοχές της αρχειοθέτησης, αποκλείοντας ως εκ τούτου την αστική ευθύνη του επικαλουμένου την αρχειοθέτηση εναγομένου, δεδομένου ότι δεν παράγεται αμετάκλητη αθώωση του εγκαλουμένου από την πράξη για την οποία μηνύθηκε.

Περαιτέρω, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για μη λήψη υπόψη προταθέντος ισχυρισμού, δεν ιδρύεται, όταν ο ισχυρισμός είναι μη νόμιμος, αφού ο ισχυρισμός αυτός δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολομ ΑΠ 14/2004).

Εν προκειμένω, οι αναιρεσείουσες με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αποδίδουν στην πληττόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αιτίαση, ότι με την υπ' αριθ. 167/2009 διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, που εγκρίθηκε με την υπ' αριθ. 319/2009 διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, τέθηκε στο αρχείο κατά το άρθρο 47 ΚΠοινΔ η από 20.8.2009 έγκληση των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων εναντίον αυτών, με την οποία ζητούσαν την ποινική δίωξή τους για τα εγκλήματα της απάτης και υπεξαιρέσεως, ταυτιζόμενα κατά τα πραγματικά περιστατικά τους με το αστικό αδίκημα επί του οποίου το Εφετείο θεμελίωσε την ευθύνη τους για την καταβολή αποζημίωσης στους αναιρεσίβλητους.

Ότι, παρά ταύτα, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν εναρμόνισε τις πραγματικές παραδοχές της με τις (αθωωτικές) παραδοχές της ως άνω εισαγγελικής διατάξεως αρχειοθετήσεως, αποκλείοντας ως εκ τούτου την αστική τους ευθύνη, αλλά αντίθετα έκανε δεκτή την αγωγή δεχόμενη την αστική τους ευθύνη, με αποτέλεσμα η κατάφαση της αστικής αδικοπρακτικής τους ευθύνης να δημιουργεί αμφιβολίες και υπόνοιες ως προς την δι' αρχειοθετήσεως αθώωσή τους κατά τρόπο αντίθετο προς τις διατάξεις των άρθρων 6§2 της ΕΣΔΑ και 14§3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα τις οποίες δεν εφάρμοσε, παραβιάζοντας το υπέρ αυτών τεκμήριο αθωότητας.

Σύμφωνα όμως και με τις προπαρατιθέμενες αιτιολογίες, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού η αμφισβήτηση του παραγόμενου από την κατ' άρθρο 47 ΚΠοινΔ αρχειοθέτηση οιονεί δεδικασμένου σε πολιτική δίκη στην οποία ερευνώνται τα ίδια πραγματικά περιστατικά, δεν συνεπάγεται παραβίαση του τεκμηρίου της αθωότητας του εγκαλουμένου, ούτε η επίκλησή του δημιουργεί για το πολιτικό δικαστήριο υποχρέωση να εναρμονίσει προς αυτό τις πραγματικές παραδοχές του, δεδομένου ότι δεν παράγεται αμετάκλητη αθώωση του εγκαλουμένου από την πράξη για την οποία μηνύθηκε.

Περαιτέρω, οι αναιρεσείουσες με το δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου ισχυρίζονται ότι με το υπ' αριθ. 1052/2012 αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης κρίθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία εναντίον της πρώτης εξ αυτών για την πράξη της απάτης, για την οποία -κατόπιν εγκλήσεως του πρώτου αναιρεσίβλητου- είχε ασκηθεί ποινική δίωξη, αναφορικά με την έκδοση υπέρ αυτού μίας τραπεζικής επιταγής με ημερομηνία 17.10.2007 ποσού 105.227.154 ευρώ χωρίς να διαθέτει αντίστοιχη τραπεζική κάλυψη, όπως ψευδώς τον διαβεβαίωσε.

Επίσης, ότι με την υπ' αριθ. 3860/2015 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης κηρύχθηκαν τόσο αυτές, όσο και οι μάρτυρές τους αθώοι για το αδίκημα της ψευδορκίας, που εφέροντο ότι διέπραξαν στις καταθέσεις τους στα πλαίσια της εκδόσεως των ως άνω εισαγγελικών διατάξεων. Ότι, αν και πρόβαλαν παραδεκτά ενώπιον του Εφετείου τον αυτοτελή ισχυρισμό ότι η αμφισβήτηση των προαναφερόμενων αθωώσεων συνιστούσε παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητάς τους με αποτέλεσμα να υποχρεούται (το Εφετείο) να εναρμονίσει ανάλογα τις πραγματικές παραδοχές του, εν τούτοις αυτό δεν τον έλαβε υπόψη.

Ωστόσο, ο ανωτέρω λόγος, υπαγόμενος κατ' ορθή εκτίμηση στον αριθμό 8 (και όχι 1) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί διότι ο κατά τα ανωτέρω προβληθείς και μη ληφθείς υπόψη ισχυρισμός δεν ήταν νόμιμος και επομένως δεν ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Και τούτο διότι τα επί μέρους πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν τη νομοτυπική μορφή της υποκειμενικής και αντικειμενικής υποστάσεως των ποινικών αδικημάτων, στα οποία αναφέρονται το απαλλακτικό βούλευμα και η ποινική απόφαση αντίστοιχα, είναι διαφορετικά και δεν ταυτίζονται με την (υπαίτια) αδικοπρακτική συμπεριφορά (δηλαδή το αστικό αδίκημα), το οποίο περιγράφεται στις προπαρατιθέμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και για το οποίο αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση των εναγομένων και ήδη αναιρεσειουσών να πληρώσουν αποζημίωση στους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους.

Η απάτη και υπεξαίρεση, που συνιστούν το ένδικο αστικό αδίκημα, έλαβε χώρα και συντελέσθηκε σε χρόνο και με τρόπο διαφορετικό σε σχέση με την μεταγενέστερη χρονικά απάτη, που περιγράφεται στο υπ' αριθ. 1052/2012 βούλευμα. Επίσης, το αδίκημα της ψευδορκίας εμμέσως μόνο σχετίζεται την ένδικο αστικό αδίκημα της υπεξαιρέσεως.

Από τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ προκύπτει ότι με αυτή παρέχεται η δυνατότητα στο δικαστήριο της ουσίας να επιδικάσει στον παθόντα εξ αδικοπραξίας εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη. Η επιδίκαση της ικανοποιήσεως αυτής αφέθηκε στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο προσδιορίζει το ποσόν αυτής μετ' εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών ως προς το βαθμό του πταίσματος του δράστη, το είδος της προσβολής, της έκτασης του άλγους του παθόντος, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του, την ηλικία και το φύλο αυτού, την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών (ΑΠ 382/2013).

Με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση περί του επιδικαστέου σε κάθε ενάγοντα ποσού (4.000 ευρώ) για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη εξ αιτίας της ένδικης αδικοπραξίας, ουδέν πραγματικό περιστατικό διαλαμβάνει αναφορικά με την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι με την επίφαση της σχετικής πλημμέλειας, πλήττεται η ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Εφετείου, δηλ. πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, στην ανάλυση και αιτιολόγηση του συναχθέντος εξ αυτών σαφούς αποδεικτικού πορίσματος, αναφορικά με το επιδικαστέο στους αναιρεσίβλητους ποσό για την εν λόγω αιτία.

Κατά συνέπεια, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων (οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις) σύμφωνα με το σχετικό αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από τις αναιρεσείουσες για την άσκηση της αιτήσεως (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18 Δεκεμβρίου 2016 αίτηση των Γ. Π. και Μ. Π. για αναίρεση της υπ' αριθ. 1009/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από τις αναιρεσείουσες.

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Δεκεμβρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Μαρτίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ