367/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 367 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated367/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 367 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 367 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 367/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 14 Ιανουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Νικολέτα Παπαρούνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Παντελίδη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/9/2012 αίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 392/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 158/2013 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 18/3/2014 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 5/1/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο. Όμως δεν γεννάται ο λόγος αυτό, αν και από τη γενική μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα κατ' είδος έστω αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο της απόφασης καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 11 γ' του Κ.Πολ.Δ., υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης. Στην προκείμενη περίπτωση με το πρώτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθμό 11 γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του α) το με αριθμό .../1984 συμβόλαιο της συμ/φου Ρόδου Κων/νας Δενδρινού - Κουτσούκου, β) το 12724 πιστοποιητικό του κτηματολογικού γραφείου Ρόδου και γ) το από 20-1-1972 πρωτόκολλο παραδόσεως και παραλαβής εγκαταλελειμμένου κτήματος, έγγραφα τα οποία το αναιρεσείον επικαλέστηκε με τις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, και προσκόμισε για την απόδειξη της ένστασης ιδίας κυριότητας.
Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο κατέληξε στην κρίση του κατά πιθανολόγηση αφού δέχθηκε τα εξής: Δυνάμει των .../19.6.2001 και .../26.6.2001 (διορθωτικού) συμβολαίων αγοράς της συμβολαιογράφου Ρόδου Μαρίας Λυριστή-Καλαϊντζάκη, που καταχωρήθηκαν νόμιμα στο οικείο βιβλίο του Κτηματολογίου Ρόδου, ο αιτών και ήδη εφεσίβλητος κατέστη κύριος, κατά ποσοστό 1/2 της πλήρους και 1/2 της ψιλής κυριότητας ενός ακινήτου - οικοπέδου, με την επ' αυτού υπάρχουσα μονοκατοικία, αποτελούμενη από δύο κύρια δωμάτια και βοηθητικούς χώρους, με καλυμμένη επιφάνεια 158 τ.μ. και ακάλυπτη 122 τ.μ., συνολικής επιφάνειας 280 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στην παλιά πόλη της Ρόδου, επί της οδού Θησέως της Εβραϊκής συνοικίας, είναι νομικής φύσης μουλκ, φέρει κτηματολογικά στοιχεία Τ.Ο. Ρόδου …, φύλλο 156, μερίδα ..., φάκελος 182 και συνορεύει ανατολικά με τη μερίδα KM Οικοδομών ..., νότια με τη μερίδα KM Οικοδομών ..., δυτικά με τη μερίδα KM Οικοδομών ... και βόρεια με δημόσια οδό. Το εν λόγω ακίνητο ο αιτών αγόρασε από τους Ι. Κ. και Α. Χ., στους οποίους είχε περιέλθει δυνάμει του .../16.11.1984 συμβολαίου και της .../10.6.1985 διορθωτικής πράξης της συμβολαιογράφου Ρόδου Κωνσταντίνας Δενδρινού - Κουτσούκου, που νόμιμα μεταγράφηκαν στο οικείο βιβλίο μεταγραφών του Κτηματολογίου Ρόδου, στο οποίο το εν λόγω ακίνητο φέρεται εγγεγραμμένο εκ θεμελιώδους εγγραφής εξολοκλήρου υπέρ του Χ. Μ. του Χ.. Μετά το θάνατο του αρχικού τιτλούχου, όπως προκύπτει από την 4050/16.10.1979 κτηματολογική εγγραφή, μεταβιβάστηκε λόγω κληρονομιάς στους γιους του Χ. Μ. και Χ. Ι., κατά ποσοστό συγκυριότητας 1/2 εξαδιαιρέτου στον καθένα και στη χήρα αυτού, Τ., κατ' ισόβιο επικαρπία, η οποία εξαλείφθηκε μετά το θανατό της στις 31.7.1938. Ακολούθως, μετά το θάνατο των τέκνων του αρχικού τιτλούχου, το μεν μερίδιο του Χ. Μ. περιήλθε στα τέκνα του, Χ. Α. (κατά 2/3) και Χ. Μ. (κατά 1/3) και στη χήρα αυτού, Σ. Μ. του Μ., κατ' ισόβια επικαρπία, και, μετά το θάνατο των Α. και Μ., στη μοναδική τους κληρονόμο - αδελφή τους, Φ. συζ. Μ. Χ., το γένος Μ. Χ. (δυνάμει της 834/1964 απόφασης του Πρωτοδικείου Ρόδου), το δε μερίδιο του Χ. Ι. περιήλθε στην ίδια ως άνω κληρονόμο του - ανεψιά του, Φ. συζ. Μ. Χ., το γένος Μ. Χ. (δυνάμει της 878/1964 απόφασης του Πρωτοδικείου Ρόδου), όπως προκύπτει από τις διαδοχικές αντίστοιχες κτηματολογικές εγγραφές 2877/12/7/1938, 2908/8.12.1964, 2913/9.12.1964 και 2916/9.12.1964). Κατόπιν, η Φ. συζ. Μ. Χ., το γένος Μ. Χ. μεταβίβασε λόγω πώλησης το επίδικο (κατά πλήρη κυριότητα 1/2 και κατά ψιλή κυριότητα 1/2, καθόσον την επικαρπία ποσοστού 1/2 διατηρούσε η μητέρα της Σ. Μ.) στους άμεσους δικαιοπαρόχους του αιτούντος -εφεσίβλητου δυνάμει του πιο πάνω αναφερθέντος .../16.11.1984 συμβολαίου και της .../10.6.1985 διορθωτικής πράξης. Περαιτέρω, το καθού και ήδη εκκαλουν, με το από 22.9.1971 πρωτόκολλο κατάληψης, κατέλαβε το επίδικο ως εγκαταλελειμμένο, πλην όμως δεν προέβη στη σχετική κτηματολογική εγγραφή δεκαπέντε χρόνια μετά τη σύνταξη του ως άνω πρωτοκόλλου (σχετ. η 9396/7.11.1986 εγγραφή) και δύο χρόνια μετά την πώληση αυτού στους άμεσους δικαιοπαρόχους του αιτούντος. Ωστόσο, από τα προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία δεν πιθανολογήθηκε ότι το επίδικο εγκαταλείφθηκε από τους απώτερους δικαιοπαρόχους των αιτούντων, οι οποίοι διέμεναν σ' αυτό και προέβαιναν στις εγγραφές των σχετικών πράξεων περί νομικής μεταβολής του ιδιοκτησιακού καθεστώτος αυτού, αλλά ούτε και από τους άμεσους δικαιοπαρόχους του αιτούντος, οι οποίοι το επιδιόρθωσαν και, στη συνέχεια, το χρησιδάνεισαν στην άπορη Ά. Μ. - Χ., που το συντηρούσε και διέμενε σ' αυτό, νεμόμενη και κατέχοντας τούτο μέχρις ότου αυτό περιήλθε στον αιτούντα. Συνακόλουθα, δεν πιθανολογήθηκε η ιδιότητα του επιδίκου ως εγκαταλελειμμένου ούτε κατά το χρόνο έκδοσης του προεκτιθέμενου πρωτοκόλλου κατάληψης ούτε καθόλη τη διάρκεια της δεκαετίας μετά την έκδοση αυτού, όπως, άλλωστε, κρίθηκε και με τη 266/2007 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου. Επομένως, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στις πιο πάνω νομικές σκέψεις, το επίδικο δεν περιήλθε στην κυριότητα του Δημοσίου με την παρέλευση της δεκαετίας από την κατάληψη, εφόσον δεν πληρούται η απαραίτητη προϋπόθεση για την κτήση κυριότητας ακινήτου από το Δημόσιο, μετά την πάροδο δεκαετίας από την κατάληψη του, που είναι η ιδιότητα τούτου ως πράγματι εγκαταλελειμμένου κατά το χρόνο της κατάληψης, καθόσον, όπως προεκτέθηκε, οι κατά τις κτηματολογικές εγγραφές κύριοι αυτού νέμονταν και κατείχαν αυτό συνεχώς, χωρίς ποτέ να το εγκαταλείψουν. Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι ο ισχυρισμός του καθού ότι στο επίδικο κατοικούσε ο Χ. Χ., καταβάλλοντος αποζημίωση στο Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων από το 1949 μέχρι το 1974 κρίνεται ουσιαστικά αβάσιμος, δεδομένου ότι στα σχετικά προσκομισθέντα παραστατικά καταβολής μισθώματος αναγράφεται ως αριθμός μητρώου ακινήτου άλλοτε ο αριθμός 1952, που δεν ταυτίζονται με τα κτηματολογικά στοιχεία του επιδίκου. Ενόψει των προεκτεθέντων, το ληφθέν επίδικο είναι αποδοτέο στον αιτούντα, ο οποίος μάλιστα την από 20.11.2011 αίτησή του, που επιδόθηκε, στις 17.1.2002, στον Υπουργό Οικονομικών (σχετ. η 1432/17.1.2002 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ε. Κ.) ζήτησε τη διοικητική απόδοση αυτού, πλην όμως ουδέποτε εκδόθηκε σχετική απόφαση περί αποδοχής ή απόρριψης της αίτησης. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση κατέληξε στην ίδια κρίση, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις. Με τον εξεταζόμενο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το ως άνω συμβόλαιο το οποίο το πρώτον προσκομίσθηκε στο Εφετείο, ενώ δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη του και τα λοιπά ως άνω έγγραφα. Από τη βεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα και από το όλο περιεχόμενο της απόφασης δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι τούτο για το σχηματισμό της κρίσης, στην οποία τελικώς κατέληξε, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα προαναφερόμενα έγγραφα, του πρώτου του οποίου γίνεται ειδική μνεία στην απόφαση και επομένως ο εξεταζόμενος λόγος είναι αβάσιμος.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αριθ. 8, 106, 335, 338 και 341 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης απ' αυτές, η μη λήψη υπόψη των οποίων από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν τη βάση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, όχι δε τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, ούτε και ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων. Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναίρεσης προβάλλεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ουσιώδη ισχυρισμό του αναιρεσειόντος που πρόβαλε με λόγο έφεσης και με τις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου κατά τη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και ο οποίος αφορά την ένσταση ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου, ως εγκαταλελειμμένου. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού όπως προκύπτει από το ως άνω περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης τον ως άνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος το Εφετείο τον εξέτασε και τον απέρριψε ως αβάσιμο κατ' ουσίαν. Οι αιτιάσεις που αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων είναι απαράδεκτες (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-3-2014 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 158/2013 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) Ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Φεβρουαρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1 Απριλίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ