367/2011 · 367/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Summary
AI generatedΑπόφαση 367 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 367/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1 Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και ΝικόλÎ...
Full Text of the Judgment · 367/2011
Απόφαση 367 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 367/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Π. Τ. του Γ. και 2. Σ. Τ. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξουσία δικηγόρο τους Αφροδίτη Βαρδουνιώτου.
Της αναιρεσιβλήτου: Ε. Π. του Γ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Καραμήτσα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25 Μαΐου 1999 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αιγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 57/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1137/2007 οριστική του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1 Φεβρουαρίου 2008 αίτησή τους ως και το από 7 Δεκεμβρίου 2010 δικόγραφο, προσθέτων αυτής λόγων. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Φούκας, ανέγνωσε την από 21 Ιανουαρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου και αυτός του δικογράφου των προσθέτων.
Η πληρεξουσία δικηγόρος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολομ.ΑΠ 9/1997). Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων. Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό. Ο λόγος εφέσεως αποτελεί "πράγμα" κατά την ως άνω έννοια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, μόνον όταν επαναφέρει προς κρίση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό και όχι άρνηση της αγωγής. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 520 παρ.1 ΚΠολΔ, το δικόγραφο της εφέσεως πρέπει να περιέχει, πλην άλλων, και τους λόγους της εφέσεως, δηλαδή της αιτιάσεις κατά της εκκαλουμένης αποφάσεως, στις οποίες περιλαμβάνεται και η κακή εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν είναι απαραίτητο να εξειδικεύεται, αρκεί να μνημονεύεται ότι συνεπεία του σφάλματος αυτού το πρωτοβάθμιο δικαστήριο οδηγήθηκε σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, αφού το Εφετείο, λόγω του κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως, είναι υποχρεωμένο να κρίνει την ορθότητα του διατακτικού, μετά από καθολική επανεκτίμηση της ουσίας της υποθέσεως και όχι βάσει των τυχόν αποδιδομένων ειδικωτέρων σφαλμάτων εκτιμήσεως. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το Εφετείο, ενεργώντας καθ'υπέρβαση των ορίων του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως του εναγομένου, ερευνά κεφάλαια της υποθέσεως που δεν είχαν προσβληθεί με την έφεση και απορρίπτει, εν όλω ή εν μέρει, την αγωγή ως προς αυτά. Τέτοια υπέρβαση, όμως, η οποία να θεμελιώνει τον παραπάνω αναιρετικό λόγο, δεν συντρέχει όταν πλήττεται η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου καθόλα τα κεφάλαιά της, γιατί έκανε δεκτή την αγωγή του εφεσιβλήτου ενάγοντος ως νόμιμη και κατ'ουσίαν βάσιμη και το Εφετείο, το οποίο έχει την εξουσία λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως, με την οποία ζητείται η καθ'ολοκληρίαν απόρριψη της αγωγής ερευνά αυτεπαγγέλτως, δηλαδή χωρίς την προβολή ειδικού παραπόνου, τη βασιμότητα της αγωγής και αφού εξαφανίσει την εκκαλουμένη απορρίψει εν όλω ή εν μέρει την αγωγή. Στην προκειμένη περίπτωση, η ήδη αναιρεσίβλητη, με την από 15-2-2006 έφεσή της, προσέβαλε την οριστική απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων με το μοναδικό κεφάλαιο της οποίας κρίθηκε άκυρη, ως εικονική, η δικαιοπραξία με την οποία μεταβιβάσθηκε σε αυτή η ψιλή κυριότητα του περιγραφομένου στην αγωγή ακινήτου. Το Εφετείο, στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως, επανεκτίμησε τις αποδείξεις, έκρινε ότι δεν αποδεικνύονται τα αποτελούντα τη βάση της αγωγής πραγματικά γεγονότα και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη, απέρριψε την αγωγή ως κατ'ουσίαν αβάσιμη.
Συνεπώς, ο πρώτος, εκ του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, αντίθετος, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος.
Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται αν το δικαστήριο υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν, από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο, αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμα του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε ως προς το αποδεικτικό γεγονός (Ολομ. ΑΠ 2/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση του, όπως από αυτή προκύπτει, για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα του, συνεκτίμησε όλα τα αναφερόμενα
σε αυτή αποδεικτικά μέσα, καθώς και το από 3-11-1998 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ των Α.Λ. και Α.Κ., καθώς και το από 3-12-1998 συμφωνητικό, το οποίο τέθηκε κάτω από φωτοτυπία του κειμένου του προηγουμένου, που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι αναιρεσείοντες και δεν στήριξε σε αυτά, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο την κρίση του. Επομένως, ο τρίτος, εκ του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ., αντίθετος, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος. Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται μόνον αν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, την οποία δεν έχει κατά νόμο, ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη, μολονότι την είχε κατά νόμο, και όχι αν έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα κατά νόμον αποδεικτικά μέσα.
Παρέπεται ότι δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν το δικαστήριο έκρινε περισσότερο αξιόπιστο ένα μάρτυρα σε σχέση με τους άλλους. Επομένως, ο δεύτερος, εκ του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, αντίθετος, λόγος αναιρέσεως, είναι απαράδεκτος.
Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 παρ.1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφήρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφήρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή (Ολομ.ΑΠ 36/1988). Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ'ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 138 παρ.1 ΑΚ "δήλωση βούλησης που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονική) είναι άκυρη" κατά δε τη διάταξη του άρθρου 139 του αυτού Κώδικα "η εικονικότητα δεν βλάπτει εκείνον που συναλλάχθηκε αγνοώντας την". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, στην εικονικότητα μιας σύμβασης, ουσιώδες στοιχείο είναι η γνώση και συμφωνία όλων των κατά το χρόνο της κατάρτισης της συμβαλλομένων για το ότι η σύμβαση που συνάφθηκε είναι εικονική και δεν παράγει έννομες συνέπειες. Έτσι, σε περίπτωση εικονικότητας της σύμβασης πώλησης ακινήτου και της συνήθως ενωμένης με αυτήν σύμβασης μεταβίβασης της κυριότητας του πωλούμενου ακινήτου από τον πωλητή στον αγοραστή, η οποία εικονικότητα αφορά το πρόσωπο του αγοραστή, για να ισχύσουν οι συμβάσεις αυτές όχι για τον εμφανιζόμενο ως αγοραστή αλλά για το καλυπτόμενο από εκείνον πρόσωπο, απαιτείται συμφωνία ανάμεσα σε όλους τους εμπλεκόμενους, δηλαδή ανάμεσα στον πωλητή, στον εμφανιζόμενο ως αγοραστή και στο πρόσωπο που καλύπτεται από τον τελευταίο, ότι οι πιο πάνω συμβάσεις καταρτίζονται όχι με τον εμφανιζόμενο ως αγοραστή, αλλά με το καλυπτόμενο από εκείνον πρόσωπο, που είναι αληθινός αγοραστής. Εξάλλου, καμία επιρροή δεν ασκεί επί του κύρους της καταρτισμένης σύμβασης πωλήσεως το αν ο αγοραστής κατέβαλε πράγματι και με ποιο τρόπο το συμφωνημένο τίμημα, αφού αυτό μπορεί να χαρισθεί ή να εξοφληθεί με δόση αντί καταβολής ή μπορεί η σχετική αξίωση να αποσβεσθεί με παραγραφή ή κατ' άλλο τρόπο. Απλώς το δικαστήριο κατά την έρευνα της ύπαρξης συναλλακτικής πρόθεσης των συμβαλλομένων, μπορεί να συναγάγει τεκμήριο ή επιχείρημα για το ότι η σύμβαση πώλησης δεν είναι εικονική ως προς το πρόσωπο του αγοραστή από το αποδεικνυόμενο γεγονός της καταβολής του τιμήματος από τον ίδιο. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά την ανέλεγκτη, ως εις πράγματα αναγομένη, κρίση του, δέχθηκε ότι οι περιεχόμενες στο υπ'αριθμό .../3-12-1998 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αιγίου Ουρανίας Ζαφείρη-Ξουρή δικαιοπρακτικές δηλώσεις δεν είναι εικονικές, αλλά σοβαρές και έγκυρες και ακολούθως, αφού εξαφάνισε την υπ'αριθμό 57/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αιγίου, απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ'ουσίαν. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε τη διάταξη του άρθρου 138 ΑΚ και ορθώς έκρινε ότι τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά γεγονότα δεν υπάγονται στη διάταξη αυτή. Επομένως, ο πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Κατ'ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθούν η αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως. Οι αναιρεσείοντες πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-2-2008 αίτηση και τους από 7-12-2010 προσθέτους λόγους, των: 1)Π.Γ.Τ. και 2)Σ.Γ.Τ., περί αναιρέσεως της υπ'αριθμό 1137/2007 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 22 Φεβρουαρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 14 Μαρτίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ