Legislator Case Law & Legislation
367/2008 AI generated

367/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 367/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 367 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

367/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 367 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 367 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 367/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και Γεώργιο Γιαννούλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :

Των αναιρεσειόντων: 1)Χ1, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Νικολάου Ράπτη και 2) Χ2, την οποία εκπροσώπησε ο ως άνω πληρεξούσιος, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου:........, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Κωνσταντίνου Φωκά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15.05.1997 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 142/1998 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 75/2002 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 18.02.2005 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 1975/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, που κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση οι καλούντες-αναιρεσείοντες με την από 09.03.2007 κλήση τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γιαννούλης ανέγνωσε την από 10.11.2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού, ήδη προαχθέντος στο βαθμό του αντιπροέδρου ου Αρείου Πάγου, Αρεοπαγίτη Γεωργίου Καλαμίδα με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή ως βασίμου του μοναδικού λόγου αναιρέσεως και την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδαφ. α, 287 § 1 και 290 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, η βίαιη διακοπή της δίκης, που επέρχεται από το θάνατο διαδίκου, καθώς και η εκούσια επανάληψή αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν με δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί άμεση συζήτηση της υποθέσεως (ΟλΑΠ 22/2000). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως αποδεικνύεται από την προσκομιζόμενη υπ' αριθ. ....... ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Νέας Ιωνίας του Νομού Μαγνησίας, η τελούσα υπό πλήρη δικαστική συμπαράσταση και εκπροσωπούμενη από τον πρώτο αναιρεσείοντα δικαστικό συμπαραστάτη της δεύτερη αναιρεσείουσα Χ2 αποβίωσε στις 28.4.2006, δηλαδή μετά την κατάθεση της κρινόμενης αίτησης για αναίρεση. Η θανούσα, όπως προκύπτει από τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα πιστοποιητικά α) υπ' αριθ. πρωτ. .... και ..... οικογενειακής κατάστασης του Δημάρχου Νέας Ιωνίας του Ν. Μαγνησίας, και β) υπ' αριθ. ..... του γραμματέα Πρωτοδικών Βόλου, και δεν αμφισβητείται από τον αναιρεσίβλητο, κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου, από τους άλλους αναιρεσείοντες Χ1, αδελφό και δικαστικό συμπαραστάτη της, και τη μητέρα της Χ2.Συνεπώς, αυτοί, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της αποβιώσασας (άρθρα 1710, 1814, 1846 ΑΚ), νομίμως δήλωσαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, κατά τη γενόμενη στις 4 Δεκεμβρίου 2006 ενώπιον του δικαστηρίου τούτου συζήτηση, που κηρύχθηκε απαράδεκτη με την υπ' αριθ. 1975/2006 απόφασή του για τον αναφερόμενο σε αυτή λόγο, την εξαιτίας του θανάτου εκείνης επελθούσα βίαιη διακοπή της δίκης και την εκούσια στο όνομά τους επανάληψή της, χωρίς να δημιουργείται από αυτό απαράδεκτο της συζητήσεως της υποθέσεως.

2. Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 11 γ του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραλείπει να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Αποδεικτικά μέσα είναι, εκτός από τα αναφερόμενα στο άρθρο 339 του ΚΠολΔ, και οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, οι οποίες αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, διακρινόμενο από τους μάρτυρες και τα έγγραφα. Αν δε προκύπτει, ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του ένορκη βεβαίωση, που είναι παραδεκτή ως αποδεικτικό μέσο, εφόσον, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 270 § 2 εδαφ. γ του ΚΠολΔ, η οποία, κατά το άρθρο 524 § 1 του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης, έχει συνταχθεί πριν από τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του αρμοδίου πρωτοβαθμίου ή δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον ημέρες πριν από τη σύνταξή της, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με το μοναδικό λόγο αναιρέσεως προβάλλουν, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 γ του ΚΠολΔ, διότι δεν έλαβε υπόψη του τις υπ' αριθ. 75 και 76/31.1.2000 και τις υπ' αριθ. 107 και 108/8.2.2000 ένορκες βεβαιώσεις των ....., ......, ....... και ........, που δόθηκαν ύστερα από νομότυπη κλήτευση του αντιδίκου τους αναιρεσίβλητου ενώπιον του Ειρηνοδίκη Βόλου. Οι ένορκες αυτές βεβαιώσεις, τις οποίες οι αναιρεσείοντες, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των ενώπιον του Εφετείου προτάσεών τους, είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει σε αυτό, αφού δεν βεβαιώνεται το αντίθετο στην πληττόμενη, εφόσον έγιναν στις 31.1.2000 και 8.2.2000, ήτοι μετά την έκδοση επί της υποθέσεως της πρωτόδικης υπ' αριθ. 142/1998 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου και πριν από την κατά την 23.3.2001 συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του Εφετείου ύστερα από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του αναιρεσίβλητου, ήταν παραδεκτές ως αποδεικτικά μέσα και έπρεπε να ληφθούν υπόψη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Επομένως, το Εφετείο, που δεν έλαβε υπόψη του τις ένορκες αυτές βεβαιώσεις, με την αιτιολογία, όπως από την προσβαλλομένη προκύπτει, ότι δόθηκαν "μετά την έναρξη της προκειμένης δίκης", υπέπεσε στην πλημμέλεια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 11 γ του ΚΠολΔ, γι αυτό και ο μοναδικός λόγος της αναιρέσεως είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν την υπόθεση (άρθρο 580 § 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 75/2002 απόφαση του Εφετείου Λαρίσης.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Μαρτίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ