367/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τζιώτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8 Φεβρουαρίου 1997 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σπάρτης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 202/1997 του ίδιου Δικαστηρίου και 282/1998 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11 Ιανουαρίου 1999 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated367/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1, 4 παρ. 1, 7Β παρ. 1, 12 παρ. 1 και 21 παρ. 3 του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού του Οργανισμού Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος (Γ.Κ.Π.-Ο.Τ.Ε.), που έχει εγκριθεί με την 1118/1969 απόφαση του Δ.Σ. αυτού, βάσει της από το άρθρο 7 εδ. στ' του αν.ν. 301/1968 εξουσιοδοτήσεως, δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (φ. 568 και 683/1969), κυρωθεί με το άρθρο 54 παρ. 1 ν.δ. 165/1973 και έχει ισχύ νόμου, προκύπτει ότι ο Ο.Τ.Ε.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 367 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 367/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλήτα Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τζιώτη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας : Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.»(ΟΤΕ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Τριανταφύλλου, βάση δηλώσεως άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσίβλητου : ... . Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Γεροντίδη βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8 Φεβρουαρίου 1997 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σπάρτης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 202/1997 του ίδιου Δικαστηρίου και 282/1998 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11 Ιανουαρίου 1999 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανέγνωσε την από 20 Οκτωβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι λόγοι της αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1, 4 παρ. 1, 7Β παρ. 1, 12 παρ. 1 και 21 παρ. 3 του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού του Οργανισμού Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος (Γ.Κ.Π.-Ο.Τ.Ε.), που έχει εγκριθεί με την 1118/1969 απόφαση του Δ.Σ. αυτού, βάσει της από το άρθρο 7 εδ. στ' του αν.ν. 301/1968 εξουσιοδοτήσεως, δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (φ. 568 και 683/1969), κυρωθεί με το άρθρο 54 παρ. 1 ν.δ. 165/1973 και έχει ισχύ νόμου, προκύπτει ότι ο Ο.Τ.Ε.
ασκώντας με τα αρμόδια όργανα του (συμβούλιο προσωπικού, προϊσταμένους οικείων διευθύνσεων, διοικητικό συμβούλιο), το διευθυντικό του δικαίωμα (άρθρα 648, 652 Α.Κ.), μπορεί ν' αναθέτει την διεύθυνση των διαφόρων υπηρεσιακών του λειτουργιών και δη την πλήρωση των θέσεων των προϊσταμένων των επιτελικών και εκτελεστικών θέσεων (άρθρο 2 υπηρεσιακού οργανισμού) ως και ωρισμένο υπηρεσιακό έργο στο προσωπικό του, μετ' εκτίμηση του αναγομένου στο εν λόγω δικαίωμα του υπηρεσιακού του συμφέροντος και μάλιστα ανεξάρτητα από την γενική ή την κατεχομένου βαθμού αρχαιότητα.
Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, που δεν ανάγεται σε βαθμολογική ή μισθολογική προαγωγή, αλλά στην οργάνωση και διεύθυνση της επιχειρήσεως, υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 Α.Κ., δηλαδή δεν μπορεί να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος.
Δεν συνιστά δε καλόπιστη ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του Ο.Τ.Ε. η αδικαιολόγητη τοποθέτηση ικανού υπαλλήλου σε θέση υποαπασχολήσεως με επουσιώδη καθήκοντα και η αντ' αυτού τοποθέτηση σε θέσεις προϊσταμένων των άνω υπηρεσιακών λειτουργιών του (Ο.Τ.Ε.) άλλων ομοιοβάθμων ή κατωτέρου βαθμού συναδέλφων του, έναντι των οποίων αυτός υπερέχει καταφανώς τόσον ως προς τα εν γένει τυπικά και ουσιαστικά προσόντα όσον και ως προς τα τοιαύτα κατοχής τοιαύτης θέσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: Ο αναιρεσίβλητος προσελήφθη από την αναιρεσείουσα εταιρεία στις 9-9-1971, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως υπάλληλός της και έφθασε μέχρι το βαθμό του Υποτεμεάρχη/Δ-ΑΤ. Με τη 296/1995 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, που επικυρώθηκε με την 376/1996 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου έγινε δεκτό ότι η αναιρεσείουσα έπρεπε να είχε προαγάγει τον αναιρεσίβλητο από την 17-12-1991 στον βαθμό του Τομεάρχη/Δ-ΑΤ.
Επίσης δέχθηκε ότι αν ο αναιρεσίβλητος είχε προαχθεί στο βαθμό του Τομεάρχη από τις 17-12-1991 θα είχαν ανατεθεί σ' αυτόν καθήκοντα προϊσταμένου τομέα και ως εκ τούτου θα ελάμβανε αυτός το επίδομα ευθύνης θέσης, το οποίο το Διοικητικό Συμβούλιο της αναιρεσείουσας είχε χορηγήσει κατά τη συνεδρίαση της 18-11-1988 με την 2089 απόφασή του στους προϊσταμένους των υπηρεσιακών λειτουργιών στάθμης τομέα και στους προϊσταμένους των ΑΟΜ με βαθμό τομεάρχη, ορίζοντας και το ύψος του επιδόματος αυτού σε ποσοστό 10% επί των τακτικών αποδοχών του Διευθυντή/Τ με 30 έτη υπηρεσίας, σύζυγο και δύο παιδιά.
Η αναιρεσείουσα είχε τη δυνατότητα να τοποθετήσει τον αναιρεσίβλητο σε θέση τομέα, αφού κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-1-1992 μέχρι 1-6-1995 είχε αναθέσει τέτοια καθήκοντα στους υποτομεάρχες ....και ...., το έτος 1992, .... το έτος 1993 και .... τα έτη 1994 και 1995, στους οποίους κατέβαλε το πιο πάνω επίδομα . Μάλιστα το επίδικο χρονικό διάστημα υπήρχε κενή οργανική θέση του Προϊσταμένου πόλης στο τηλεφωνικό κέντρο ...
και τα σχετικά καθήκοντα ασκούσε υποτομεάρχης. Τέλος δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα είναι υποχρεωμένη να καταβάλει το πιο πάνω επίδομα στον αναιρεσίβλητο κατά το επίδικο χρονικό διάστημα. Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείου παραβίασε και εκ πλαγίου τις πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 281 ΑΚ και 3 παρ.1, 4 παρ. 1, 7Β παρ. 1, 12 παρ. 1 και 21 παρ. 3 του ΓΚΠ/ΟΤΕ.
Και τούτο γιατί δεν αναφέρεται στην απόφαση ότι η ανάθεση καθηκόντων προϊσταμένων τομέως στους πιο πάνω υποτομεάρχες και η μη ανάθεση τέτοιων καθηκόντων στον αναιρεσίβλητο υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος και δεν παρατίθενται στην απόφαση τα προσόντα των παραπάνω συναδέλφων του αναιρεσιβλήτου, εκτός από το γεγονός ότι έφεραν το βαθμό του υποτομεάρχη, ούτε περιστατικά από τα οποία να συνάγεται η εμπειρία και η ικανότητά τους, έτσι ώστε να είναι δυνατόν να ελεγχθεί από την αντιπαραβολή αυτών με εκείνα του αναιρεσιβλήτου αν ο τελευταίος υπερείχε ή όχι προφανώς των εν λόγω συναδέλφων του και αν συνέτρεχαν άλλες περιστάσεις μεγαλύτερης ή μικρότερης εμπειρίας και ικανότητας αυτών αντί του αναιρεσιβλήτου, προκειμένου να ερευνηθεί και το καταχρηστικό ή μη διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη .
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πρέπει να γίνει δεκτός και ως ουσιαστικά βάσιμός και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ παρέλκει η έρευνα του άλλου λόγου αναιρέσεως.
Από τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν αναιρεθεί η απόφαση οι διάδικοι επανέρχονται στην πριν από την αναιρεθείσα απόφαση κατάσταση και αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς η εκτέλεση (εκούσια ή αναγκαστική) της αποφάσεως αυτής, διατάσσεται, με αίτηση του αναιρεσείοντος, η επαναφορά των πραγμάτων στην πριν από την εκτέλεση της αναιρούμενης απόφασης κατάσταση. Η αίτηση μπορεί να υποβληθεί και με τις προτάσεις, υπό την προϋπόθεση ότι αυτές έχουν κατατεθεί μέχρι και την προηγούμενη της συζητήσεως ημέρα, όπως επιβάλλεται στην περίπτωση της αυτοτελούς αιτήσεως για την ταυτότητα του νομικού λόγου.
Συνεπώς το αίτημα της αναιρεσείουσας περί επαναφοράς των πραγμάτων και συγκεκριμένα για την υποχρέωση του αναιρεσίβλητου να αποδώσει σ' αυτήν το ποσόν των 6118,08 ευρώ, το οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι κατέβαλε σε αυτόν, σε εκτέλεση (εκούσια) της αναιρούμενης απόφασης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας απόφασης, παραδεκτώς υποβάλλεται με τις προτάσεις της προκείμενης συζητήσεως, οι οποίες όπως προκύπτει από την επισημείωση του αρμόδιου γραμματέα έχουν κατατεθεί στις 3-11-2005 και έτσι η αίτηση αυτή είναι νόμιμη κατά την ανωτέρω διάταξη. Περαιτέρω από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από την αναιρεσείουσα από 24-9-1999 έγγραφη απόδειξη, αποδεικνύεται ότι στον αναιρεσίβλητο έχει καταβληθεί, σε εκτέλεση της αναιρούμενης απόφασης, το συνολικό ποσόν των 1675193 δραχμών, ήτοι 4916,19 ευρώ, που δεν αμφισβητεί ο τελευταίος. Επομένως πρέπει να γίνει δεκτό το ως άνω αίτημα κατ' ουσίαν και να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων με την υποχρέωση του αναιρεσίβλητου να αποδώσει το ανωτέρω ποσό στην αναιρεσείουσα (ΟΤΕ), νομιμοτόκως από την επίδοση της παρούσας αναιρετικής αποφάσεως.
Για τους λόγους αυτούς
Αναιρεί τη 282/1998 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Δέχεται την αίτηση περί επαναφοράς των πραγμάτων στην πριν από την εκτέλεση κατάσταση. Υποχρεώνει τον αναιρεσίβλητο να αποδώσει στην αναιρεσείουσα το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων ενιακοσίων δέκα έξι ευρώ και δέκα εννέα λεπτών (4.916,19) νομιμοτόκως από την επίδοση της παρούσας. Και,
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας εταιρείας, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1.100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιανουαρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 28 Φεβρουαρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ