Legislator Case Law & Legislation
366/2024 AI generated

366/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 366/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece · Case Law (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 366 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 366/2024 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, ΑθÎ...

Legislator headnote

Placeholder

Keywords

Placeholder

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 366 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 366/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 5 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Μ. του Η. και της Χ., α) ατομικά και β) ως κληρονόμου κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαθέτου, της αποβιώσασας την 21η Ιουλίου 2019 Χ. Χ. του Ι. και της Ε., χήρας Η. Μ., 2) Α. Μ. του Η. και της Χ. συζ. Κ. Ν., α) ατομικά και β) ως κληρονόμου κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαθέτου, της αποβιώσασας την 21η Ιουλίου 2019 Χ. Χ. του Ι. και της Ε., χας Η. Μ., 3) Σ. Μ. - Ρ. του Ε. και της Α., 4) Κ. Ν. του Χ. και της Α., κατοίκων Κ. Α., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Τσαμασίρο, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ε. Φ. του Ι. και της Ε., κατοίκου Κ. Α., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Κατσιάβο, που ανακάλεσε την από 4-10-2022 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-9-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6068/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5219/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27-1-2020 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 27.01.2020 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, υπ' αριθμ. 5219/25.10.2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 06.12.2017 έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθμ. 6068/2017 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο είχε κάνει δεκτή την από 30.09.2016 αγωγή αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου των αναιρεσειόντων. Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553§1 στοιχ. β', 556§1, 558 εδάφ. α', 564§3, 566§1 του Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577§1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577§2 του Κ.Πολ.Δ.).

Η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.), για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων υπήρξε κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής πορείας: Οι αναιρεσείοντες και η μεταποβιώσασα Χ. Χ. του Ι. και της Ε., χήρας Η. Μ. ήγειραν κατά της αναιρεσίβλητης την από 03.09.2016 αγωγή τους την οποία απηύθηναν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την οποία ισχυρίσθηκαν ότι είναι (συγ)κύριοι εδαφικού τμήματος, η (συγ)κυριότητα του οποίου είχε κτηθεί με έκτακτη χρησικτησία, δικαίωμα το οποίο αμφισβητεί η αναιρεσίβλητη. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών), με την υπ' αριθμ. 6068/2017 οριστική απόφασή του, δέχθηκε την ως άνω αγωγή. Την απόφαση αυτή εξεκάλεσε, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η αναιρεσίβλητη, με την από 06.12.2017 έφεσή της, την οποία έστρεψε κατά των αρχικώς εναγόντων, και ζήτησε την τυπική και κατ' ουσίαν παραδοχή της εφέσεώς της, την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, τη διακράτηση της υποθέσεως από αυτό (Μονομελές Εφετείο Αθηνών), την αναδίκαση της αγωγής και την απόρριψη αυτής. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εξεδίκασε την ως άνω έφεση της αναιρεσίβλητης, αντιμωλία των διαδίκων, με την υπ' αριθμ. 5219/25.10.2018 οριστική απόφασή του δέχθηκε αυτή τυπικά και κατ' ουσίαν, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, διακράτησε την υπόθεση, αναδίκασε την αγωγή και απέρριψε αυτή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Την απόφαση αυτή προσέβαλαν οι αναιρεσείοντες με την από 27.01.2020 αίτησή τους, ζητώντας την αναίρεσή της για τους λόγους που περιλαμβάνονται στο αναιρετήριο. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για την εκφορά της ως άνω κρίσεώς του, δέχθηκε, κατ' αντιγραφήν των παραδοχών που διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, τα ακόλουθα: ""Δυνάμει του 12.043/1958 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννου Σκλήρη, που μεταγράφηκε στον τόμο 26 και με αριθμό 12.385 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αμαρουσίου, ο Μ. Σ. και η Α. Κ., σύζυγος Ε. Μ. - μητέρα της τρίτης των εναγόντων και γιαγιά εκ της πατρικής γραμμής του πρώτου και της δεύτερης των εναγόντων - κατέστησαν συγκύριοι, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας, ενός οικοπέδου, έκτασης 1.477 τ.μ., κείμενου στη θέση "Αμπέλια", εντός του εγκεκριμένου σχεδίου του Δήμου Κηφισιάς Αττικής, στο 340 Ο.Τ., εμφαινόμενο με τα στοιχεία α-β-γ-δ-α στο από Οκτώβριου 1958 σχεδιάγραμμα του μηχανικού Χαριλάου Μήλα και οριζόμενο ανατολικά με ιδιοκτησία Γ., δυτικά, επί πλευράς 34,50 μέτρων με γήπεδο προσκυρωτέο, πρώην ιδιοκτησίας Ι. Β. και ήδη Α. Σ. και πέραν τούτου με την οδό Α., βόρεια με ιδιοκτησία Μ. και νότια με ιδιοκτησία Ι. Β. και ήδη Α. Σ.. Ο. ως άνω συγκύριοι Μ. Σ. και Α. Μ., δυνάμει της 1.530/1961 πράξης του συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννου Σκλήρη, που μεταγράφηκε στον τόμο 36 και με αριθμό 17.469 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αμαρουσίου, συνέστησαν επί του ως άνω οικοπέδου τους, κατά τις διατάξεις του ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ, δύο ανεξάρτητες και αυτοτελείς ιδιοκτησίες, καθόσον καθόρισαν συγκεκριμένα ότι 1) θα αποτελέσει ανεξάρτητη και διακεκριμένη ιδιοκτησία το διαμέρισμα ή τα διαμερίσματα, που θα ανεγερθούν με μέριμνα και δαπάνες του Μ. Σ., επί του τμήματος του ενιαίου οικοπέδου, που εμφανίζεται με τα στοιχεία ζ-γ-β-θ-ζ στο από Οκτώβριου 1958 σχεδιάγραμμα του μηχανικού Χαριλάου Μήλα, στο οποίο θα αναλογεί ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου επί του όλου οικοπέδου και τα οποία (διαμέρισμα ή τα διαμερίσματα) θα ανήκουν αποκλειστικά στον Μ. Σ. ή τους διαδόχους του και 2) θα αποτελέσει ανεξάρτητη και διακεκριμένη ιδιοκτησία το διαμέρισμα ή τα διαμερίσματα, που θα ανεγερθούν με μέριμνα και δαπάνες της Α. Μ., επί του τμήματος του ενιαίου οικοπέδου, που εμφανίζεται με τα στοιχεία ζ-θ-α-δ-ζ στο ως άνω σχεδιάγραμμα, στο οποίο θα αναλογεί ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου επί του όλου οικοπέδου και τα οποία (διαμέρισμα ή τα διαμερίσματα) θα ανήκουν αποκλειστικά στην Α. Μ. ή τους διαδόχους της. Την ανωτέρω διηρημένη ιδιοκτησία οι ως άνω συμβαλλόμενοι την ονόμασαν οριζόντια, ως εκ του χρόνου συστάσεώς της (1961), ήτοι πριν την ισχύ του N.Δ. 1024/1971, από το οποίο ρυθμίζεται, εκτός των ανωτέρω διατάξεων, η κάθετη ιδιοκτησία. Πρόκειται, όμως, για κάθετη ιδιοκτησία, αφού δημιούργησαν δύο διακεκριμένα οικοπεδικά τμήματα επί του ενιαίου οικοπέδου με κάθετη διαίρεση αυτού, με αναγκαστική συγκυριότητα, κατά την ανάλογη ιδανική μερίδα καθενός συγκυρίου στο ενιαίο οικόπεδο και έλαβε κάθε συγκύριος την αποκλειστική χρήση και κατοχή του τμήματος, επί του οποίου θα ανεγείρονταν στο μέλλον αυτοτελή οικοδομήματα, επί των οποίων θα είχε χωριστή κυριότητα .... Εν συνεχεία, η Α. Κ. - Μ. με το 16.461/1962 συμβόλαιο δωρεάς του συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννη Σκλήρη, που μεταγράφηκε στα ίδια ως άνω βιβλία, μεταβίβασε στο γιό της Η. Μ. - πατέρα του πρώτου και της δεύτερης και σύζυγο της πέμπτης των εναγόντων - ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου επί του ανήκοντος σε αυτή ποσοστού 50% εξ αδιαιρέτου επί του όλου οικοπέδου, ήτοι της υπό στοιχεία ζ-θ-α-δ-ζ προαναφερθείσας κάθετης ιδιοκτησίας και το έτος 1965, οι ως άνω συγκύριοι, με την 20.179/1965 πράξη του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε στον τόμο 63 και με αριθμό 31.646 των ίδιων ως άνω βιβλίων μεταγραφών, συνέστησαν περαιτέρω επί της ανωτέρω καθέτου ιδιοκτησίας τους τέσσερις νέες διηρημένες ιδιοκτησίες, ορίζοντας ότι 1) θα αποτελέσει ανεξάρτητη και διακεκριμένη ιδιοκτησία το τμήμα του οικοπέδου, που εμφαίνεται με τα στοιχεία α-η-ι-θ-δ-α στο από Νοέμβριου 1965 σχεδιάγραμμα του μηχανικού Γ. Σ., στο οποίο αναλογεί ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου, το ανήκον στον Η. Μ., ο οποίος θα δικαιούται να επεκτείνει μόνο κατά μήκος την υπάρχουσα ισόγεια οικοδομή, καλύπτων ολόκληρο τον επιτρεπόμενο ακάλυπτο χώρο, μη δικαιούμενος να επεκτείνει την οικοδομή καθ' ύψος, 2) θα αποτελέσει ανεξάρτητη και διακεκριμένη ιδιοκτησία ο ανεγερθησόμενος από την Α. Μ. όροφος ή όροφοι επί του ανωτέρω τμήματος, ήτοι επί της ταράτσας της υπάρχουσας οικοδομής ή επί της ανεγερθησόμενης από τον Η. Μ. οικοδομής στο υπό στοιχεία α-η-ι-θ-δ-α τμήμα, στον οποίο αναλογεί ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου του ημίσεος εξ αδιαιρέτου του όλου οικοπέδου (κάθετης ιδιοκτησίας), 3) θα αποτελέσει ανεξάρτητη και διακεκριμένη ιδιοκτησία το διαμέρισμα εξ ενός δωματίου ως και η κατά μήκος και όχι καθ' ύψος ανεγερθησόμενη με δαπάνες της Α. Μ. επί του τμήματος με στοιχεία ζ-ε-θ-ι-η-ζ οικοδομή, στο οποίο αναλογεί ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου του ημίσεως εξ αδιαιρέτου του όλου οικοπέδου, που θα ανήκει κατά πλήρη κυριότητα νομή και κατοχή στην Α. Μ. και 4) θα αποτελέσει ανεξάρτητη και διακεκριμένη ιδιοκτησία ο ανεγερθησόμενος με δαπάνες της Α. M. όροφος ή διαμερίσματα ορόφων επί της ταράτσας της οικοδομής του τμήματος με στοιχεία ζ-ε-θ-ι-η-ζ, στον οποίο θα αναλογεί ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου του ημίσεως εξ αδιαιρέτου του όλου οικοπέδου. Συνέστησαν, επομένως, οι ως άνω συγκύριοι της αρχικής καθέτου ιδιοκτησίας δύο ακόμη κάθετες ιδιοκτησίες επ' αυτής και δύο οριζόντιες επί κάθε καθέτου ιδιοκτησίας. Στη συνέχεια, με το 1.137/1967 συμβόλαιο (προικοσύμφωνο) του συμβολαιογράφου Αθηνών Δημητρίου Σκαρμούτσου, που μεταγράφηκε στον τόμο 77 και με αριθμό 38.425 των ίδιων ως άνω βιβλίων μεταγραφών, η Α. Μ. μεταβίβασε στη θυγατέρα της Ξ. Μ. - Τ., την οριζόντια ιδιοκτησία, που αντιστοιχούσε στο διαμέρισμα που ανεγέρθηκε επί της ταράτσας της ισόγειας οικοδομής του τμήματος με στοιχεία ζ-ε-θ-ι-η-ζ, στο οποίο αναλογεί ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου του ημίσεως εξ αδιαιρέτου του όλου οικοπέδου (αρχικής κάθετης ιδιοκτησίας) και αυτή με το 2.455/2006 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Νέας Ερυθραίας Βερονίκης Γυπάρη, που μεταγράφηκε στον τόμο 101 και με αριθμό 359 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κηφισιάς, μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής στο γιό της Θ. Τ. την ψιλή κυριότητα της ως άνω οριζόντιας ιδιοκτησίας, εν συνεχεία δε, και οι δύο με το 3.123/2009 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Νέας Ερυθραίας Βερονίκης Γυπάρη, που μεταγράφηκε στον τόμο 110 και με αριθμό 368 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κηφισιάς, μεταβίβασαν λόγω πωλήσεως την ανωτέρω οριζόντια επί καθέτου ιδιοκτησία στον τέταρτο ενάγοντα Κ. Ν. και στη δεύτερη ενάγουσα Α. Μ. - Ν., κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα. Με τον τρόπο αυτό ο τέταρτος ενάγων και η δεύτερη ενάγουσα κατέστησαν συγκύριοι, κατά ποσοστό 12,5% εξ αδιαιρέτου ο καθένας της αρχικής καθέτου ιδιοκτησίας με στοιχεία ζ-θ-α-δ-ζ και κατά ποσοστό 6,25% εξ αδιαιρέτου επί του ενιαίου οικοπέδου. Επίσης, με το 8.559/1972 συμβόλαιο (προικοσύμφωνο) του συμβολαιογράφου Αθηνών Δημητρίου Σκαρμούτσου, που μεταγράφηκε στον τόμο 103 και με αριθμό 45 των ίδιων ως άνω βιβλίων μεταγραφών, η Α. Μ. μεταβίβασε στην τρίτη ενάγουσα Σ. Μ. - Ρ., θυγατέρα της, την οριζόντια ιδιοκτησία, που αντιστοιχούσε στο ισόγειο διαμέρισμα εξ ενός δωματίου στην κατά μήκος και όχι καθ' ύψος ανεγερθησόμενη οικοδομή επί του τμήματος οικοπέδου με στοιχεία ζ-ε-θ-ι-η-ζ, στην οποία αναλογεί ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου του ημίσεος εξ αδιαιρέτου του όλου οικοπέδου (αρχικής κάθετης) και με τον τρόπο αυτό η τρίτη ενάγουσα κατέστη αποκλειστική κυρία του ισογείου διαμερίσματος, συγκυρία κατά ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου της αρχικής κάθετης ιδιοκτησίας και κατά ποσοστό 12,5% εξ αδιαιρέτου του όλου οικοπέδου. Στη συνέχεια, δυνάμει του 11.975/1975 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Δημητρίου Σκαρμούτσου, που μεταγράφηκε στον τόμο 122 και με αριθμό 290 των ίδιων ως άνω βιβλίων μεταγραφών, περιήλθε στον Η. Μ., λόγω δωρεάς από τη μητέρα του Α., η οριζόντια επί καθέτου ιδιοκτησία, που αντιστοιχεί στον ανεγερθησόμενο όροφο ή ορόφους επί της ταράτσας της υφιστάμενης ισόγειας οικοδομής (δικαίωμα υψούν) στο υπό στοιχεία α-η-ι-θ-δ-α τμήμα οικοπέδου, στην οποία αναλογεί ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου επί του ημίσεος εξ αδιαιρέτου του όλου οικοπέδου (αρχικής κάθετης). Επί της ανωτέρω οριζόντιας επί καθέτου ιδιοκτησίας, που αντιστοιχεί στο δικαίωμα της καθ' ύψος επέκτασης της ανωτέρω οικοδομής με ανάλογο ποσοστό συγκυριότητας 25 % επί της κάθετης ιδιοκτησίας και 12,5% (1/8) εξ αδιαιρέτου επί του όλου οικοπέδου, ο Η. Μ. με το 32.315/1987 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πειραιά Αθανασίου Παπαγεωργίου, που μεταγράφηκε στον τόμο 30 και με αριθμό 67 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κηφισιάς, συνέστησε δύο μερικότερες οριζόντιες ιδιοκτησίες και συγκεκριμένα μία αυτοτελή και διηρημένη ιδιοκτησία, αποτελούμενη από το διαμέρισμα του οικοδομηθέντος από αυτόν πρώτου πάνω από τον ισόγειο ορόφου, εμβαδού 88,20 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας 9,5% εξ αδιαιρέτου επί του όλου οικοπέδου (19% επί της αρχικής κάθετης) και άλλη μία αυτοτελή και διηρημένη ιδιοκτησία, αποτελούμενη από τα μελλοντικά κτίσματα, που επρόκειτο να ανεγερθούν πάνω από τον πρώτο όροφο με ποσοστό συνιδιοκτησίας 3% εξ αδιαιρέτου επί του όλου οικοπέδου (6% επί της αρχικής κάθετης). Με το ίδιο ως άνω συμβόλαιο μεταβίβασε, λόγω γονικής παροχής, στη δεύτερη ενάγουσα Α. Μ., θυγατέρα του, ποσοστό 80% εξ αδιαιρέτου του ανωτέρω διαμερίσματος του πρώτου ορόφου και στη συνέχεια, δέκα έτη μετά, με το 9.960/1997 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Νέας Ερυθραίας Ευαγγελίας Καραλάκη, που μεταγράφηκε στον τόμο 62 και με αριθμό 344 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κηφισιάς, της μεταβίβασε, επίσης λόγω γονικής παροχής, και το υπόλοιπο ποσοστό 20% εξ αδιαιρέτου του ανωτέρω διαμερίσματος, οπότε η δεύτερη ενάγουσα με τον τρόπο αυτό κατέστη αποκλειστική κυρία του διαμερίσματος και συγκυρία κατά ποσοστό 19 % εξ αδιαιρέτου της αρχικής κάθετης ιδιοκτησίας και κατά ποσοστό 9,5% εξ αδιαιρέτου του όλου οικοπέδου. Στη συνέχεια, με το 179/2010 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ευαγγελίας Ζαχαριάδη, που μεταγράφηκε στον τόμο 117 και με αριθμό 434 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κηφισιάς, ο Η. Μ. μεταβίβασε κατά ψιλή κυριότητα, λόγω γονικής παροχής, στον πρώτο ενάγοντα Ε. Μ., γιό του, παρακρατώντας για τον εαυτό του την επικαρπία, την οριζόντια ιδιοκτησία, που αντιστοιχεί στο ισόγειο διαμέρισμα της οικοδομής, που ανεγέρθηκε στο οικοπεδικό τμήμα με στοιχεία α-η-ι-θ-δ-α (κάθετη ιδιοκτησία), στο οποίο αναλογεί ποσοστό 12,5% εξ αδιαιρέτου επί του όλου οικοπέδου και ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου επί της αρχικής κάθετης ιδιοκτησίας. Την 3-9-2010 απεβίωσε ο Η. Μ. του Ευαγγέλου, χωρίς να αφήσει διαθήκη, οπότε η επικαρπία του ανωτέρω διαμερίσματος συνενώθηκε με την ψιλή κυριότητα και με τον τρόπο αυτό ο πρώτος ενάγων κατέστη αποκλειστικός κύριος της ανωτέρω οριζόντιας ιδιοκτησίας. Κληρονομήθηκε δε, ο αποβιώσας Η. Μ. από τον πρώτο ενάγοντα, γιο του, τη δεύτερη ενάγουσα θυγατέρα του και την πέμπτη ενάγουσα Χ. Χ., σύζυγό του, μοναδικούς πλησιέστερους συγγενείς, κατά ποσοστό 3/8 από κάθε τέκνο και κατά 2/8 από τη σύζυγο, στους οποίους θα περιέλθει κατά κυριότητα, μετά την αποδοχή της κληρονομίας του και τη μεταγραφή της σχετικής πράξης (καθότι δεν αποδεικνύεται από τα προσκομιζόμενα από τους ενάγοντες έγγραφα ότι προέβησαν σε αποδοχή της κληρονομίας και μεταγραφή της σχετικής πράξης) κατά τα ανωτέρω εξ αδιαθέτου ποσοστά και το ποσοστό 3% εξ αδιαιρέτου επί του όλου οικοπέδου, άλλως 6% εξ αδιαιρέτου επί της αρχικής κάθετης ιδιοκτησίας, που είχε ο κληρονομούμενος παρακρατήσει για την καθ' ύψος επέκταση της οικοδομής στο υπό στοιχεία α-η-ι-θ-δ-α τμήμα οικοπέδου και δη θα περιέλθει στον πρώτο εξ αυτών ποσοστό 2,25 % εξ αδιαιρέτου επί της αρχικής κάθετης ιδιοκτησίας και 1,125% επί του όλου οικοπέδου, στη δεύτερη εξ αυτών ποσοστό 2,25 % εξ αδιαιρέτου επί της αρχικής κάθετης ιδιοκτησίας και 1,125% επί του όλου οικοπέδου και στην τρίτη εξ αυτών ποσοστό 1,50% εξ αδιαιρέτου επί της αρχικής κάθετης ιδιοκτησίας και 0,75% επί του όλου οικοπέδου. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η έτερη κάθετη ιδιοκτησία, που συστάθηκε επί του ανωτέρω ενιαίου οικοπέδου από τους αρχικούς συγκυρίους αυτού Μ. Σ. και Α. Μ., δυνάμει της 1.530/1961 πράξης του συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννου Σκλήρη, επί του τμήματος αυτού, που εμφανίζεται με τα στοιχεία ζ-γ-β-θ-ζ στο από Οκτώβριο 1958 σχεδιάγραμμα του μηχανικού Χαριλάου Μήλα και ανήκε στην κυριότητα του Μ. Σ., με το 17.832/3-4-2007 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Στυλιανής Χαντζιάρα, που μεταγράφηκε στον τόμο 102 και με αριθμό 449 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κηφισιάς, περιήλθε, λόγω πωλήσεως από τους διαδόχους του, στους Α. Κ., Μ., σύζυγο Α. Κ., Μ. Ι. και Κ. Κ. του Α., σύζυγο Μ. Ι., κατά ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου σε καθένα εξ αυτών. Στη συνέχεια δε, δυνάμει των 19.791/2013 και 19.795/2013 συμβολαίων δωρεάς της συμβολαιογράφου Αθηνών Στυλιανής Χαντζιάρα, που μεταγράφηκαν στον τόμο 123 και με αριθμούς αντίστοιχα 359 και 360 των ίδιων ως άνω βιβλίων μεταγραφών, ο Μ. Ι. του Α. κατέστη αποκλειστικός κύριος της προαναφερθείσας κάθετης ιδιοκτησίας, στην οποία αντιστοιχεί ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου επί του ενιαίου οικοπέδου. Σε όλα ανεξαιρέτως τα ανωτέρω συμβόλαια, συνταχθέντα από το έτος 1958 έως το έτος 2013, αναφέρεται ότι το ως άνω ενιαίο οικόπεδο των εναγόντων, καθώς και οι δημιουργηθείσες επ' αυτού κάθετες ιδιοκτησίες, συνορεύουν από τη δυτική πλευρά τους, συνολικού μήκους 34,50 τ.μ., με προσκυρωτέο τμήμα και πέραν αυτού με την οδό Α.. Η τελευταία δημιουργήθηκε ως κοινόχρηστη οδός από το εγκεκριμένο, με το από 29-3-1927 διάταγμα ρυμοτομίας, με το οποίο εντάχθηκε η περιοχή στο σχέδιο πόλης του Δήμου Κηφισιάς (ΦΕΚ 61Α/12-4-1927) μετά από απαλλοτρίωση, λόγω ρυμοτομίας, καταλαμβανόμενου ακινήτου, ιδιοκτησίας τότε Ι. Β., διαμορφώθηκε δε η οδός και ασφαλτοστρώθηκε κατά το έτος 1982. Η αρχική πρώην ιδιοκτησία Β. στα Ο.Τ. 340Α, 338, 337, 336 στη θέση "Πάνω Αμπέλια", εντός του σχεδίου πόλης του Δήμου Κηφισιάς, εμβαδού 9.063,30 τ.μ., αποτυπώνεται με τα στοιχεία "ΑΒΓΔΕΖΗΘΙΚΛΜΑ" και η ρυμοτόμηση αυτής (για οδούς, πλατεία) εμβαδού 2.392,82 τ.μ. αποτυπώνεται με τα στοιχεία "αβγδεζηθικλμνξοπθργ1δια" στο προσκομιζόμενο με επίκληση από την εναγόμενη από Μάρτιου 1997 τοπογραφικό διάγραμμα εφαρμογής, του πολιτικού μηχανικού Αναστασίου Μπαλή, απομένει δε, μετά τη ρυμοτόμηση τελική ιδιοκτησία, εμβαδού 6.670,48 τ.μ. Την ιδιοκτησία αυτή απέκτησε η εναγόμενη Ε. Φ., κατά ποσοστό 5/6 εξ αδιαιρέτου, από κληρονομική διαδοχή στην κληρονομία της μητέρας της Ε. - Έ. θυγατρός Α. Σ., εκ της από 4-2-1969 ιδιόγραφης διαθήκης αυτής, η οποία κηρύχθηκε κυρία με την 339/17-4-1975 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθέντος σχετικά, κατόπιν της 3.069/1975 απόφασης του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου, του με αριθμό 1.900/22-10-1976 πιστοποιητικού - κληρονομητηρίου, που μεταγράφηκε στον τόμο 140 και με αριθμό 338 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αμαρουσίου. Στην κληρονομούμενη μητέρα της είχε περιέλθει, κατά ποσοστό 5/6 εξ αδιαιρέτου, η ανωτέρω ιδιοκτησία με το 15.821/20-4-1965 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνου Τούντα, που μεταγράφηκε στον τόμο 60 και με αριθμό 29.424 των ίδιων ως άνω βιβλίων μεταγραφών και στο δικαιοπάροχο αυτής Α. Σ. είχε περιέλθει κατά κυριότητα, κατά το ανωτέρω ποσοστό, λόγω αγοράς από την εταιρία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." με το 21.772/4-5-1939 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Δημητρίου Δημητριάδου, που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Αθηναίων, ενώ κατά το υπόλοιπο ποσοστό 1/6 εξαδιαιρέτου είχε περιέλθει στην Ο. Β. δυνάμει του 674/1936 συμβολαίου πώλησης του συμβολαιογράφου Αθηνών Β. Δημητρίου και στο δικαιοπάροχο και πατέρα αυτής Δ. Β. είχε περιέλθει δυνάμει του 158.448/1936 συμβιβαστικού συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννη Οικονομόπουλου, που μεταγράφηκε στον τόμο 1123 και με αριθμό 97 των ίδιων ως άνω βιβλίων μεταγραφών. Το ανωτέρω ενιαίο οικόπεδο, ιδιοκτησίας των εναγόντων και του Μ. Ι., εμβαδού 1.477,80 τ.μ., είναι άρτιο κατά το εμβαδόν και μη οικοδομήσιμο, ως στερούμενο προσώπου επί εγκεκριμένης οδού, πλατείας, άλσους κλπ, όπως αναφέρεται και στο από 27-3-2007 τοπογραφικό διάγραμμα της αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Βασιλικής Παπουτσάκη - Δανίκα, που προσαρτάται στο 17.832/3-4-2007 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Στυλιανής Χαντζιάρα. Καθίσταται δε οικοδομήσιμο μετά από τακτοποίηση - προσκύρωση και δη με την προσκύρωση σε αυτό του όμορου από τη δυτική πλευρά του τμήματος οικοπέδου, εμβαδού 454,24 τ.μ., τριγωνικού σχήματος, που απέμεινε στο Ο.Τ. 340Α μεταξύ αυτού (ενιαίου οικοπέδου) και της ανατολικής πλευράς της οδού Α., μετά τη ρυμοτόμηση της αρχικής πρώην ιδιοκτησίας Β. και το οποίο εμφαίνεται στο από Μάρτιο 1997 τοπογραφικό διάγραμμα εφαρμογής, του πολιτικού μηχανικού Αναστασίου Μπαλή με τα στοιχεία "φ-υ-ω-ψ-Μ-ε1-ζ1-β1-χ-α1-φ" και στο ενσωματωμένο στην αγωγή από 17-9-2009 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Ευστάθιου Λορέντζου με τα στοιχεία "ΑΗΘΙΚΕΖΑ", συνορεύει δε, ανατολικά με αυτό (ενιαίο οικόπεδο) και δυτικά με την οδό Α., επί της οποίας δύναται να αποκτήσει πρόσωπο το ενιαίο οικόπεδο, αλλά και οι συσταθείσες επ' αυτού κάθετες ιδιοκτησίες. Όμως, και μετά τη σύσταση επ' αυτού των προαναφερθεισών κάθετων ιδιοκτησιών, το ανωτέρω οικόπεδο των εναγόντων και του Μ. Ι. θεωρείται ενιαίο τόσο αστικώς όσο και πολεοδομικώς, που σημαίνει ότι το ποσοστό καλύψεως και ο συντελεστής δόμησης υπολογίζονται επ' αυτού ως ενιαίου. Διότι, στην περίπτωση αυτή της προσαύξησης του ενιαίου οικοπέδου δια της προσκυρώσεως του όμορου από τη δυτική πλευρά του τμήματος οικοπέδου, το προσαυξάνον τμήμα θα αποτελέσει αντικείμενο της αναγκαστικής και αδιαίρετης συνιδιοκτησίας, διότι με την προσκύρωση ενώνεται το προσαυξάνον τμήμα μετά του οικοπέδου, επί του οποίου η οροφοκτησία και δεν έχει αυτοτελή ύπαρξη ως αυτοτελές ακίνητο, αφού με την προσκύρωση επαυξάνεται ένα από τα κοινόχρηστα μέρη της οροφοκτησίας, δηλαδή το έδαφος, κατ' άρθρο 1056 ΑΚ .... Παρά ταύτα, μετά τη με αριθμό πρωτ. 30.917/29-6-2012 αίτηση των Α. Κ., Μ. Κ., Μ.. Ι.. και Κ. Κ. -Ι., με την οποία αυτοί ζήτησαν την ανασύνταξη της υπ' αριθ. 1/2007 πράξης προσκύρωσης και αναλογισμού αποζημίωσης λόγω ρυμοτομίας, συντάχθηκε από την Διεύθυνση Υπηρεσίας Δόμησης του Δήμου Κηφισιάς η με αριθμό 1/2013 πράξη αναγκαστικής προσκύρωσης και αναλογισμού αποζημίωσης λόγω ρυμοτομίας ιδιοκτησιών παρά την οδό Α., στο 340Α οικοδομικό τετράγωνο του Δήμου Κηφισιάς, με την οποία αντιμετωπίσθηκε το ανωτέρω ενιαίο οικόπεδο ως δύο ξεχωριστά και αυτοτελή οικόπεδα. Ειδικότερα, η ανωτέρω πράξη, αφού αναφέρει ότι α) το συνιδιόκτητο (ενιαίο) οικόπεδο είναι αποκλεισμένο μέσα στο Ο.Τ. 340Α, χωρίς υπαιτιότητα στη δημιουργία του, με εμβαδόν άρτιο κατά παρέκκλιση των όρων δόμησης της περιοχής και με δικαίωμα τακτοποίησης ώστε να αποκτήσει πρόσωπο στην εγκεκριμένη οδό Α. και β) το τμήμα της ιδιοκτησίας Φ. - Β., που φαίνεται στο σχεδιάγραμμα της πράξης με στοιχεία ΑΗΘΙΚΕΖΑ, συνολικής επιφάνειας 454,24 τ.μ., έχει δημιουργηθεί κατόπιν υπαίτιας κατάτμησης, όπως ακριβώς αναφέρεται στο υπ' αριθμ. 6555/540/1982 έγγραφο της Νομαρχίας Δ.Α.Α., όπου αναφέρει την μελλοντική προσκύρωση του αποκοπτόμενου τμήματος ιδιοκτησίας Ε. Φ. στην όμορη ιδιοκτησία και ότι αυτό απέμεινε μετά τη ρυμοτόμηση του Ο.Τ. 340Α και συγκεκριμένα κατά το χρόνο εκδόσεως της 1.849/1983 άδειας οικοδομής, ήτοι μετά από το από 16-8-1977 διάταγμα όρων δόμησης της περιοχής (ΦΕΚ 279Δ/23-8-1977) στη συνέχεια κατατέμνει την προαναφερθείσα προσκυρωτέα έκταση σε δύο τμήματα και προσκυρώνει αυτά στις προαναφερθείσες κάθετες ιδιοκτησίες των εναγόντων και του Μ. Ι., αφού ορίζει ότι: α) Το τμήμα με στοιχεία ΑΗΘΙΖΑ επιφάνειας 156 τ.μ. που αποτελεί τμήμα της ως άνω περιγραφόμενης έκτασης, δύναται να προσκυρωθεί στο τμήμα Β της ιδιοκτησίας 1 και β) το τμήμα με στοιχεία ΖΙΚΕΖ, επιφάνειας 298,24 τ.μ., δύναται να προσκυρωθεί στο τμήμα Α της ιδιοκτησίας 1 και περαιτέρω καθορίζει ότι 1) η ιδιοκτησία 1 τμήμα Β των Α. Κ., Μ. Κ., Μ.. Ι.. και Κ. Κ. - Ι. πρέπει να αποζημιώσει, λόγω προσκύρωσης την ιδιοκτησία 3 των Ε. Φ. και Ν. Β. την έκταση με στοιχεία ΑΗΘΙΖΑ εμβαδού 156 τ.μ. και 2) η ιδιοκτησία 1 τμήμα Α των Ε. Μ., Σ. Μ. - Ρ., Α. Μ. - Ν. και Κ. Ν. πρέπει να αποζημιώσει, λόγω προσκύρωσης την ιδιοκτησία των Ε. Φ. και Ν. Β., διεκδικούμενη από τους παραπάνω από χρησικτησία, την έκταση με στοιχεία ΖΙΚΕΖ εμβαδού 298,24 τ.μ. Ενόψει της εκδόσεως της ανωτέρω πράξεως, αλλά και των προηγηθεισών αυτής με αριθμούς 1/1997 και 1/2010 πράξεων αναγκαστικής προσκύρωσης και αναλογισμού αποζημίωσης λόγω ρυμοτομίας ιδιοκτησιών του Διευθυντή Πολεοδομίας του Δήμου Κηφισιάς, οι ενάγοντες, ενιστάμενοι κατ' αυτών και προκειμένου να μην καταβάλουν αποζημίωση στους αναφερόμενους ως ιδιοκτήτες του προσκυρούμενου τμήματος, προέβαλαν δικαίωμα κυριότητάς τους, κτηθείσας δι' εκτάκτου χρησικτησίας, επί του επιδίκου τμήματος, που αποτελεί το προσκυρωτέο με την ανωτέρω πράξη τμήμα με στοιχεία ΖΙΚΕΖ εμβαδού 298,24 τ.μ. της εμφαινόμενης με στοιχεία ΑΗΘΙΚΕΖΑ στο από 24-7-2009 κτηματολογικό διάγραμμα, που συντάχθηκε από τον τοπογράφο μηχανικό Ε. Λ., ιδιοκτησίας της εναγόμενης Ε. Φ. (κατά ποσοστό 5/6) και Ν. Β. - μη διαδίκου - (κατά ποσοστό 1/6) επιφάνειας 454,24 τ.μ., που είχε απομείνει μη άρτια και μη οικοδομήσιμη μετά την ένταξη της περιοχής στο σχέδιο πόλης. Ειδικότερα, ισχυρίζονται με την ένδικη αγωγή τους, όπως και με τις με αριθμό πρωτ. 2.331/3-8-2007 και 8.985/31-3-2010 και 17.786/16-4-2013 ενστάσεις, που υπέβαλαν στη Διεύθυνση Πολεοδομίας του Δήμου Κηφισιάς κατά των προαναφερθεισών 1/2007, 1/2010 και 1/2013 πράξεων αναγκαστικής προσκύρωσης και αναλογισμού αποζημίωσης λόγω ρυμοτομίας ιδιοκτησιών, ότι το επίδικο ακίνητο, εμβαδού 298,24 τ.μ., που προσκυρώνεται στην κάθετη ιδιοκτησία τους με την ανωτέρω πράξη, έχει περιέλθει στην κυριότητά τους με έκτακτη χρησικτησία μετά από πεντηκονταετή και πλέον αδιάλειπτη νομή και κατοχή αυτών και των δικαιοπαρόχων τους με διάνοια κυρίου. Ειδικότερα, ισχυρίζονται ότι το όλο ακίνητο, συμπεριλαμβανομένου του επίδικου τμήματος των 298,24 τ.μ., με όριο την οδό Α., περιφράχθηκε με συρματόπλεγμα από το έτος 1958 από την απώτερη δικαιοπάροχό τους Α. Κ. από κοινού με το σύζυγό της Ε. Μ., ο οποίος, καθότι κτηνοτρόφος, το ίδιο έτος εγκατέστησε στο σημείο αυτό στάβλο για το ποίμνιο των προβάτων του, ότι η ίδια δικαιοπάροχός τους από το έτος 1965, που κατήργησε τον ανωτέρω στάβλο, διαμόρφωσε το χώρο με πλακόστρωση, φύτευσε δένδρα και λουλούδια, ότι το έτος 1975 εκδόθηκε άδεια οικοδομής από τη Διεύθυνση Πολεοδομίας Κηφισιάς για κατασκευή οικίας επί της οδού Α. 14, από την οποία προκύπτει ότι η τότε ιδιοκτησία των δικαιοπαρόχων τους εμφαίνεται ως συνεχόμενη και ενιαία μέχρι την οδό Α., ότι στα τέλη της δεκαετίας του 1970 αντικατέστησαν αυτοί και οι δικαιοπάροχοί τους από κοινού την προϋφιστάμενη περίφραξη με μαντρότοιχο, ο οποίος υφίσταται έκτοτε και οριοθετεί τις ιδιοκτησίες τους με την οδό Α., ότι στην ίδια θέση πέρασαν καλώδια ρεύματος, σωλήνες αποχέτευσης και κατέβαλαν στο Δήμο και τις εταιρείες τα σχετικά τέλη, ότι από το έτος 1980 έχουν δημιουργήσει στο επίδικο τμήμα ιδιωτικό χώρο στάθμευσης των αυτοκινήτων τους με συρόμενες πόρτες και εισόδους από την οδό Α., ότι ο δικαιοπάροχός τους Η. Μ. αφότου έγινε εργολάβος οικοδομών αποθήκευε στο χώρο αυτό την οικοδομική ξυλεία του και τα μηχανήματα της δουλειάς του και ότι καθημερινά, από αμνημονεύτων ετών, ο χώρος αυτός χρησιμοποιείται ως αύλειος αυτών και των οικογενειών τους. Προς απόδειξη των ισχυρισμών τους αυτών οι ενάγοντες προσκόμισαν πρόσφατες φωτογραφίες, στις οποίες απεικονίζεται η περίφραξη του ακινήτου τους (κάθετης ιδιοκτησίας τους) με μαντρότοιχο και συρόμενες πόρτες, καθώς και τις με αριθμό 320, 321 και 322/6-10-2016 ένορκες βεβαιώσεις, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αμαρουσίου, των μαρτύρων Ν. Σ., Σ. Μ. και Δ. Κ., οι οποίες λαμβάνονται υπόψη εν προκειμένω ως δικαστικά τεκμήρια, καθότι δόθηκαν στο πλαίσιο της δίκης, που διεξήχθη ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών επί της με αριθμό 565/24-11-2015 αίτησης περί αναγνώρισης δικαιούχων αποζημίωσης, που άσκησε εναντίον τους και εναντίον του Μ. Ι., η εναγόμενη Ε. Φ. ως ιδιοκτήτρια κατά ποσοστό 5/6 εξ αδιαιρέτου της προσκυρωτέας έκτασης, εμβαδού 454,24 τ.μ., σύμφωνα με την 1/2013 πράξη αναγκαστικής προσκύρωσης και αναλογισμού αποζημίωσης. Οι ως άνω μάρτυρες βεβαιώνουν ενόρκως, κατά πανομοιότυπο τρόπο, περί ασκήσεως πράξεων κατοχής των εναγόντων και των δικαιοπαρόχων τους επί του έμπροσθεν της ιδιοκτησίας τους προσκυρούμενου τμήματος από το έτος 1958. Όμως, οι βεβαιώσεις των μαρτύρων αυτών δεν κρίνονται πειστικές, διότι, από τις προσκομιζόμενες με επίκληση από την εναγόμενη αεροφωτογραφίες ΓΥΣ με αριθμούς 36.143, έτους λήψης 1969, και 109.910, έτους λήψης 1979, κλίμακος 1:15.000, προκύπτει ότι έμπροσθεν του ενιαίου οικοπέδου (ιδιοκτησίας Μ. -Σ.) κατά τα έτη 1969 και 1979 η οδός Α. ήταν αδιαμόρφωτη και αδιάνοικτη, ότι το έτος 1969 υπήρχαν ελαιόδενδρα και εντός αυτής και εντός του προσκυρωτέου τμήματος, ενώ το έτος 1979 είχαν κοπεί τα ελαιόδενδρα, που υπήρχαν μόνο εντός της οδού, ενώ οι ανωτέρω μάρτυρες, σε αντίθεση με τα ανωτέρω, βεβαιώνουν αναληθώς ότι η οδός Α. προϋπήρχε ανέκαθεν και ήταν χωματόδρομος, που τον χρησιμοποιούσαν όλοι οι διερχόμενοι από αυτή. Και ενώ οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι το όλο ακίνητο, συμπεριλαμβανομένου του επίδικου τμήματος, με όριο την οδό Α., περιφράχθηκε με συρματόπλεγμα από το έτος 1958 από την απώτερη δικαιοπάροχό τους Α. Κ. από κοινού με το σύζυγό της Ε. Μ., παρότι η κάθετη ιδιοκτησία τους δημιουργήθηκε το έτος 1961, κατά τα προαναφερθέντα, οι ως άνω μάρτυρες βεβαιώνουν, αντιθέτως με αυτό, ότι περίπου το έτος 1980 οι ιδιοκτήτες του "τυφλού" οικοπέδου τοποθέτησαν συρμάτινη περίφραξη γύρω από τις ιδιοκτησίες τους, περιλαμβάνοντας μαζί και το έμπροσθεν αυτών τμήμα του γειτονικού οικοπέδου μέχρι τον χωματόδρομο, τώρα πια οδό Α., θεωρώντας ότι το κομμάτι αυτό τους ανήκε και ότι, όταν ο δρόμος ασφαλτοστρώθηκε, τη δεκαετία του 1980, ο Η. Μ. αντικατέστησε την περίφραξη με μαντρότοιχο και συρόμενες πόρτες, για να εισέρχονται εντός του οικοπέδου τα αυτοκίνητά τους. Οι βεβαιώσεις αυτές των ανωτέρω μαρτύρων, περί περίφραξης του επιδίκου με μαντρότοιχο από το έτος 1980, αντικρούονται τόσο από την περιλαμβανόμενη στα με αριθμό 82/1017 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Δ. Κ., μηχανικού, ο οποίος κατέθεσε σαφώς ότι φαίνεται από σχέδιο ότι δεν υπάρχει από το έτος 1982 ο μαντρότοιχος, αλλά κατασκευάσθηκε γύρω στη δεκαετία του 1990, όσο και από το προσκομιζόμενο με επίκληση από την εναγόμενη από Μαρτίου 1997 τοπογραφικό διάγραμμα εφαρμογής της ιδιοκτησίας της, του πολιτικού μηχανικού Αναστασίου Μπαλή, στο οποίο, σε κλίμακα 1:200, αποτυπώνεται, κατά τα προαναφερθέντα, το σύνολο της ιδιοκτησίας της εναγόμενης Ε. Φ. και της Ο. Β. (πρώην ιδιοκτησία Β.-Σ.) στα Ο.Τ. 340Α, 338, 337, 336 στη θέση "Πάνω Αμπέλια", εντός σχεδίου πόλεως του Δήμου Κηφισιάς, τμήμα της οποίας αποτελεί και το επίδικο τμήμα. Το διάγραμμα αυτό συντάχθηκε κατόπιν της από 14-7-1997 αυτοψίας, παρουσία της μηχανικού της Πολεοδομίας του Δήμου Κηφισιάς Ευαγγελίας Φίλη, που συνέταξε και το τοπογραφικό διάγραμμα της 1/2013 πράξης εφαρμογής και το συνυπέγραψαν όλοι οι όμοροι ιδιοκτήτες, μεταξύ των οποίων από την πλευρά των εναγόντων η Σ. Μ. - Ρ., η Ξ. Τ. και ο Η. Μ. για λογαριασμό του και ως αντιπρόσωπος της Α. Μ.. Εξ αυτών υπέγραψε ανεπιφύλακτα η Ξ. Τ., ενώ η Σ. Ρ. και ο Η. Μ. υπέγραψαν μη αποδεχόμενοι τα όριά τους, αλλά θεωρώντας ότι αυτά εγγίζουν τη ρυμοτομική γραμμή. Στο διάγραμμα αυτό αποτυπώνονται στο σύνολό τους οι ιδιοκτησίες με τα επ' αυτών κτίσματα, καθώς και τα εσωτερικά και εξωτερικά περιφράγματα και η συνιδιοκτησία Μ. - Σ. (ήδη Μ. Ι.) αποτυπώνεται οριοθετημένη με εξωτερικό περιμετρικό περιτοίχισμα στα όρια, που αγόρασαν η απώτερη δικαιοπάροχος των εναγόντων και ο Μ. Σ.ς το έτος 1958, ενώ το τμήμα έμπροσθεν των κάθετων ιδιοκτησιών τους, έως την οδό Α., αποτυπώνεται ελεύθερο, χωρίς περιτοίχιση. Με την ίδια ακριβώς οριοθέτηση αποτυπώθηκε το ενιαίο οικόπεδο των εναγόντων και του Μ. Ι. ως γεωτεμάχιο εμβαδού 1.478 τ.μ., με ΚΑΕΚ 050696909002, μετά από δήλωσή τους, κατά την κτηματογράφηση της περιοχής, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο από τους ίδιους από 2-9-2011 αντίγραφο αποσπάσματος προσωρινού κτηματολογικού διαγράμματος ανάρτησης του Κτηματολογικού Γραφείου Κηφισιάς, κλίμακος 1:1000, μετά από φωτοληψία των ετών 2007 έως 2009. Περί τα τέλη Ιουλίου του έτους 1997 οι τότε συγκύριοι του ανωτέρω ενιαίου οικοπέδου Η. Μ., Ξ. Μ. - Τ., Σ.. Μ.. - Ρ.. και Κ. Σ., επιχείρησαν να περιλάβουν το προσκυρωτέο τμήμα στο οικόπεδό τους, περικλείοντάς το με μαντρότοιχο και η εναγόμενη τους απέτρεψε, εκφράζοντας σχετικά παράπονα στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, που παρέπεμψε την υπόθεση στο αρμόδιο Αστυνομικό Τμήμα για συστάσεις σε αυτούς, σύμφωνα με το προσκομιζόμενο από 29-7-1997 έγγραφο της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών. Αργότερα, και σε χρόνο πάντως που δεν διαπιστώθηκε επακριβώς, οι ενάγοντες προέβησαν στην εν λόγω περίφραξη και έχουν δημιουργήσει στο επίδικο τμήμα χώρο στάθμευσης των αυτοκινήτων τους με συρόμενες πόρτες και εισόδους από την οδό Α.. Από τότε όμως, και μέχρι το χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής (5-10-2016) και κύρωσης της 1/2013 πράξης προσκύρωσης, δεν παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, ώστε να αποκτήσουν την κυριότητα του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Επίσης δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι από το έτος 1975 κατέστησαν οι δικαιοπάροχοί τους συγκύριοι του επιδίκου, για το λόγο ότι για να εκδοθεί κατά το έτος αυτό άδεια οικοδομής από τη Διεύθυνση Πολεοδομίας Κηφισιάς για την κατασκευή οικίας στο επί της οδού Α. 14 ακίνητό τους, η τότε ιδιοκτησία των δικαιοπαρόχων τους εμφαίνεται ως συνεχόμενη και ενιαία μέχρι την οδό Α., αφού ούτε το σχετικό τοπογραφικό για την έκδοση της εν λόγω άδειας προσκόμισαν, αλλά και από το έτος 1958, που, κατά τους ισχυρισμούς τους, νέμονταν το επίδικο οι δικαιοπάροχοί τους, μέχρι το έτος 1975, που εκδόθηκε η άδεια αυτή, δεν είχε συμπληρωθεί εικοσαετία. Από τα ανωτέρω παρατιθέμενα πραγματικά περιστατικά δεν αποδεικνύεται ότι οι ενάγοντες ενήργησαν επί του επιδίκου τμήματος τις αναφερόμενες από αυτούς υλικές πράξεις κατοχής με διάνοια κυρίου, με τις οποίες θα εκδηλωνόταν η πρόθεσή τους για εξουσίασή του ως κυρίων αυτού για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας. Το γεγονός δε, ότι οι ίδιοι και πριν από αυτούς οι δικαιοπάροχοί τους διέρχονταν από το επίδικο προσκυρωτέο τμήμα για να εισέλθουν στο τυφλό οικόπεδό τους, που δεν είχε άλλη πρόσβαση σε οδό και ότι το χρησιμοποιούσαν ενίοτε για εναπόθεση διαφόρων υλικών τους ή για τη στάθμευση αυτοκινήτων τους, δεν αποδεικνύει διανοία κυρίου φυσική εξουσίαση (κατοχή) αυτού εκ μέρους τους, άγουσα σε κτήση κυριότητας του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία. Αυτό εξάλλου, προκύπτει και από το περιεχόμενο όλων των προαναφερθέντων συμβολαίων, με τα οποία οι ενάγοντες και οι δικαιοπάροχοί τους απέκτησαν τη συγκυριότητα στο όμορο, από την ανατολική πλευρά του επιδίκου, οικόπεδό τους, στα οποία (συμβόλαια), όπως προαναφέρθηκε, αναφέρεται ότι το ενιαίο οικόπεδό τους, καθώς και οι δημιουργηθείσες επ' αυτού κάθετες ιδιοκτησίες τους, συνορεύουν από τη δυτική πλευρά τους, συνολικού μήκους 34,50 μέτρων, με το προσκυρωτέο τμήμα και πέραν αυτού με την οδό Α., δήλωση στην οποία αυτοί δεν θα προέβαιναν, στα νεότερα τουλάχιστον συμβόλαια, αν είχαν αποκτήσει την κυριότητα του επιδίκου προσκυρωτέου τμήματος, όπως ισχυρίζονται, αλλά θα φρόντιζαν να εμφανισθεί στα ως άνω συμβόλαια η δι' εκτάκτου χρησικτησίας κτήση εκ μέρους τους του τμήματος αυτού, αν αυτή είχε συντελεσθεί κατά τον τρόπο που ισχυρίζονται. Η παραδοχή ότι δεν ασκούσαν διανοία κυρίου υλικές πράξεις νομής επί του επιδίκου ακινήτου οι ενάγοντες και οι άμεσοι δικαιοπάροχοί τους, ενισχύεται έτι περαιτέρω από τις δηλώσεις αυτών στο 3.123/2009 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Νέας Ερυθραίας Βερονίκης Γυπάρη, καθώς και στο 179/2010 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ευαγγελίας Ζαχαριάδη, με το πρώτο εκ των οποίων η Ξ. Τ. - Μ. και ο γιός της Θ. Τ., επικαρπώτρια και ψιλός κύριος, αντίστοιχα, της οριζόντιας ιδιοκτησίας, που περιγράφεται σε αυτό, μεταβίβασαν την ιδιοκτησία αυτή, λόγω πωλήσεως, στον τέταρτο ενάγοντα Κ. Ν. και στη δεύτερη ενάγουσα Α. Μ. - Ν. και με το δεύτερο εκ των οποίων ο Η. Μ. μεταβίβασε κατά ψιλή κυριότητα, λόγω γονικής παροχής, στον πρώτο ενάγοντα Ε. Μ., την οριζόντια ιδιοκτησία, που περιγράφεται σε αυτό, καθότι στα συμβόλαια αυτά, που συντάχθηκαν κατά τα έτη 2009 και 2010 αναφέρεται ότι οι συμβαλλόμενοι συμφωνούν ότι υπέρ των εν λόγω ακινήτων (οριζόντιων επί καθέτου ιδιοκτησιών, συσταθεισών επί του ενιαίου οικοπέδου) εκκρεμεί η σύνταξη και η κύρωση σχετικής πράξης αναγκαστικής προσκύρωσης από γειτονική ιδιοκτησία, για την οποία έχει εκδοθεί η υπ' αριθ. πρωτ. 24.225/32177/2008 απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Αττικής και ότι τα απορρέοντα από την προσκύρωση αυτή δικαιώματα και υποχρεώσεις μεταβιβάζονται στους αφετέρου συμβαλλόμενους, που τα αποδέχονται. Με τα συμβόλαια αυτά οι ενάγοντες και οι συμβληθέντες δικαιοπάροχοί τους δηλώνουν απερίφραστα ότι αποδέχονται τις υποχρεώσεις τους από την ανωτέρω προσκύρωση και, κατ' επέκταση, τη μη πρόθεση των ίδιων και των δικαιοπαρόχων τους για εξουσίαση του επιδίκου, ανάλογη με εκείνη, που απορρέει από το δικαίωμα πλήρους κυριότητας, αποδεχόμενοι, κατ' αυτό τον τρόπο, ότι δεν απέκτησαν κυριότητα επί του προσκυρωτέου επιδίκου τμήματος. Τούτο συνάδει και με την περιλαμβανόμενη στα με αριθμό 82/1017 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Α. Κ., ο οποίος υπήρξε συγκύριος της έτερης κάθετης ιδιοκτησίας και κατέθεσε σαφώς ότι αγόρασαν το έτος 2007 με τη γυναίκα του το τμήμα των 730 τ.μ., με την υποχρέωση να αποζημιώσουν το ρυμοτομούμενο έμπροσθεν του οικοπέδου τους και προσκυρούμενο τμήμα. Επομένως, οι ασκούμενες από τους ενάγοντες και τους δικαιοπαρόχους πράξεις κατοχής στο επίδικο, χωρίς την ταυτόχρονη διάνοια κυρίου εκ μέρους τους, δεν ήταν δημιουργικές του δικαιώματος της νομής επ' αυτού και εφόσον δεν αποδείχθηκε συνεχής και αδιάλειπτη εξουσίαση του επιδίκου εκ μέρους τους για μια εικοσαετία δεν κατέστησαν κύριοι αυτού με έκτακτη χρησικτησία, όπως αβασίμως ισχυρίζονται. Ενόψει των ανωτέρω, εφόσον οι ενάγοντες δεν ανταποκρίθηκαν στο δικονομικό βάρος αποδείξεως της ιστορικής βάσης της αγωγής τους, αφού δεν απέδειξαν ότι οι ίδιοι και οι δικαιοπάροχοί τους νεμόταν για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας το επίδικο τμήμα οικοπέδου και ότι συνακολούθως είχαν αποκτήσει πρωτοτύπως εμπράγματο δικαίωμα κυριότητας επ' αυτού, δια εκδηλώσεως τέτοιας διανοίας κυρίου, κατά το χρονικό διάστημα χρησιμοποιήσεως του επιδίκου, έσφαλε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε αποδεδειγμένο τον ως άνω ισχυρισμό τους, τόσο ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων όσο και ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων.". Κατά το άρθρο 1045 του Α.Κ., εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του Α.Κ., όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή), είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία. Προκειμένου για ακίνητο, άσκηση νομής συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει ως δικό του (Α.Π. 515/2020, Α.Π. 20/2019, Α.Π. 812/2018). Προς συμπλήρωση της εικοσαετίας προσμετράται κατ' άρθρο 1051 του Α.Κ. επί καθολικής και ειδικής διαδοχής και ο χρόνος χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου (Α.Π. 431/2017). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559§1 εδάφ. α' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.Α.Π. 1/2016, Ολ.Α.Π. 2/2013, Ολ.Α.Π. 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Α.Π. 130/2016, Α.Π. 1420/2013). Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγου αναιρέσεως πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υποθέσεως πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ.Α.Π. 1/2016, Ολ.Α.Π. 2/2013, Ολ.Α.Π. 20/2005). Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως κατ' επιλογήν του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (Ολ.Α..Π 28/1998, Α.Π. 319/2017, Α.Π. 901/2010, Α.Π. 2173/2007). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93§3 εδάφ. α' του Συντάγματος 1975/1986/2001/2008/2019 που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ("έλλειψη αιτιολογίας"), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της ("ανεπαρκής αιτιολογία"), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους ("αντιφατική αιτιολογία") (Ολ.Α.Π. 1/2019). Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.Α.Π. 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια. Ούτε εξάλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (Α.Π. 1420/2013, Α.Π. 1703/2009, Α.Π. 1202/2008, Α.Π. 520/1995). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς στη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.Α.Π. 20/2005, Α.Π. 1184/2015. Συνακόλουθα η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559§1 του Κ.Πολ.Δ.) οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσίαν, και η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ.) πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της αποφάσεως ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απορρίψεως της αγωγής, της ενστάσεως ή της αντενστάσεως (Α.Π. 1322/2021, Α.Π. 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν κατά τα ήδη προεκτεθέντα στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναιρέσεως (Ολ.Α.Π. 27/1998, Α.Π. 319/2017). Τέλος, από την διάταξη του άρθρου 561§1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (Α.Π. 874/2019, Α.Π. 319/2017) Στην προκείμενη περίπτωση, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες προβάλλουν αιτιάσεις από τους αριθμούς 1α και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., για παραβίαση ευθέως και εκ πλαγίου των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 947 και 1045 του Α.Κ. τους οποίους, κατά τα εκτιθέμενα, η προσβαλλόμενη απόφαση εφήρμοσε εσφαλμένα και δεν διέλαβε, άλλως διέλαβε αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες αναφορικά με την αποδοχή ως βάσιμης κατ' ουσίαν της αγωγής τους περί κτήσεως της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου, με έκτακτη χρησικτησία. Οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρονται οι πλήρεις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο της αγωγής, παρά μόνο αποσπασματικές και μεμονωμένες, κατά την κρίση των αναιρεσειόντων, παραδοχές. Επίσης, καθόσον αφορά την αποδιδόμενη πλημμέλεια από τον αριθμό 1α του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., δεν καθορίζεται το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των αναφερομένων ουσιαστικών διατάξεων, αλλά η πλημμέλεια εντοπίζεται στην αξιολόγηση των πραγματικών περιστατικών που διέγνωσε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ως ενεργηθέντων με διάνοια κυρίου ή όχι, της καταφάσεως υπάρξεως συγκεκριμένης έννομης σχέσεως, δυνάμει των οποίων ενεργήθηκαν, μη ούσης αναγκαίας. Περαιτέρω, καθόσον αφορά την αποδιδομένη πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του ιδίου άρθρου δεν αναφέρεται το, κατά την εκδοχή των αναιρεσειόντων, ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα, δηλαδή ως προς τις επικαλούμενες ανεπαρκείς αιτιολογίες ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση, ως προς δε τις επικαλούμενες αντιφατικές αιτιολογίες δεν αναφέρεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει αυτή. Περαιτέρω, στους λόγους αυτούς διαλαμβάνονται τα επιχειρήματα των αναιρεσειόντων, καθώς και ελλείψεις αναγόμενες στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων, που οδηγούν, κατά την κρίση τους, σε διάφορο αποδεικτικό πόρισμα πλήττοντας με τον τρόπο αυτό την ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το Δικαστήριο της ουσίας.

Συνεπώς, αμφότεροι οι λόγοι του αναιρετηρίου πρέπει να απορριφθούν. Περαιτέρω, αναφορικά με την ευχή των αναιρεσειόντων να εξετασθεί από το Δικαστήριο τούτο αυτεπαγγέλτως η περίπτωση υπάρξεως στην προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετικών πλημμελειών από τους αριθμούς 1, 4, 14, 16, 17 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. πρέπει να σημειωθεί ότι, από την επισκόπηση του περιεχομένου της, δεν διαπιστώνεται ύπαρξη τέτοιων αναιρετικών πλημμελειών. Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495§ 3 εδάφ. ε' του Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27.01.2020 αίτηση των Ε. Μ. του Η. και της Χ., Α. Μ. του Η. και της Χ., Σ. Μ. - Ρ. του Ε. και της Α. και Κ. Ν.. του Χ. και της Α. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5219/25.10.2018 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700,00€).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Δεκεμβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Μαρτίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ