366/2021 · 366/2021 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Summary
AI generatedΑπόφαση 366 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 366/2021 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2 Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιγόνη Καραΐσκου -...
Full Text of the Judgment · 366/2021
Απόφαση 366 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 366/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας - καλούσας: Ν. συζ. Ε. Σ. (D. S.) του Ι. Φ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο - Στέργιο Σακαλή, o oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης - καθής η κλήση: εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ST. CATHERINE'S BRITISH SCHOOL - ΒΡΕΤΑΝΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗΣ (πρώην "ST. CATHERINE'S BRITISH EMBASSY SCHOOL - ΣΧΟΛΗ ΑΓ. ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΤΗΣ ΒΡΕΤΑΝΙΚΗΣ ΠΡΕΣΒΕΙΑΣ", που συνεστήθη στο Ηνωμένο Βασίλειο, είναι εγκατεστημένη στην Λυκόβρυση Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-12-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 690/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 6176/2009 του Εφετείου Αθηνών. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1650/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία την αναίρεσε και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Κατόπιν αυτής εκδόθηκε η 4085/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 12/6/2016 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 331/2018 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, που ανέβαλε την έκδοση απόφασης, εωσότου εκδοθεί απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου για το ζήτημα που αναφέρεται στο σκεπτικό και έχει παραπεμφθεί σ' αυτήν με την 1855/2017 απόφαση του Α2 τμήματος του Αρείου Πάγου. Η υπόθεση επαναφέρεται με την από 12/7/2018 κλήση της καλούσας.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 12.7.2018 κλήση της καλούσας - αναιρεσείουσας, Ν. Σ., νόμιμα φέρεται προς περαιτέρω συζήτηση η από αυτή ασκηθείσα από 12.6.2016 και με αριθ. κατ. 708/28.7.2016 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμό 4085/1.7.2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, μετά την έκδοση, αντιμωλία των διαδίκων, της υπ' αριθ. 331/13.2.2018 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία αναβλήθηκε η έκδοση απόφασης επί της ως άνω αίτησης αναίρεσης, κατά το άρθρο 249 του ΚΠολΔ, μέχρι την έκδοση απόφασης της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, ως προς το ζήτημα του παραδεκτού (εμπροθέσμου) ασκηθείσας μετά την 1.1.2016 αίτησης αναίρεσης μετά την πάροδο διετίας και εντός τριετίας από την έκδοση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης που είχε δημοσιευθεί πριν την 1.1.2016 και δεν είχε επιδοθεί, ζήτημα το οποίο ανέκυψε κατά την έρευνα του παραδεκτού της πιο πάνω αίτησης αναίρεσης και την επί του ζητήματος αυτού έκδοση της με αριθ. 10/2018 απόφασης της Πλήρους Ολομελείας του Αρείου Πάγου που αποφάνθηκε υπέρ της εφαρμογής της τριετούς καταχρηστικής προθεσμίας και στις περιπτώσεις αυτές.
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. …/… - 9-2017 έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς, με έδρα στο Πρωτοδικείο Αθηνών Σ. Π., που προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με την κάτω από αυτήν πράξη κατάθεσης και ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της 14-3-2017, οπότε η συζήτηση ματαιώθηκε, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσιβλήτη. Επίσης, από την υπ` αριθμ. 6084Δ/23-11-2018 έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Α. Π., που προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 12-7-2018 κλήσης της αναιρεσείουσας με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση της ως άνω αίτησης κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη. Η αναιρεσίβλητη όμως δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου στην άνω δικάσιμο ούτε κατέθεσε, κατ` άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠΟΛΔ, δήλωση μη παράστασης κατά τη δικάσιμο αυτή. Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία αυτής.
Με την από 17.6.2016 αίτηση αναιρέσεως (αριθμός κατάθεσης 708/28-7-2016) προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, με αριθ. 4085/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία, μετά από αναίρεση εν μέρει με την υπ` αριθ. 1650/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου της 6176/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ` ουσία την από 20-12-2007 (αριθ. κατ. 10722/2007) έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, κατά της 690/2007 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί ως αβάσιμη κατ` ουσία η από 1.12.2004 με αριθμό καταθέσεως 4976/3.12.2004 αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα (άρθρ. 495 παρ. 1 και 2 Κ.Πολ.Δ.) και εμπρόθεσμα στις 28-7-2016, εντός της καταχρηστικής προθεσμίας των τριών (3) ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης την 1.7.2014, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 564 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με τον αριθμό 1, άρθρο τρίτο του Ν. 4335/201 15 και εφαρμόζεται στις αποφάσεις που έχουν εκδοθεί, αλλά δεν επιδόθηκαν μέχρι την 1.1.2016,όπως στην προκειμένη περίπτωση, οπότε άρχισε η ισχύς του παραπάνω νόμου (Ολ. ΑΠ 10/2018). Είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠΟΛΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 1-12-2004 αγωγή, στην οποία εκθέτει ότι προσλήφθηκε από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο αλλοδαπό (αγγλόφωνο) εκπαιδευτήριο με την επωνυμία "ST CATHERINE`S BRITISH EMBASSY SCHOOL- ΣΧΟΛΗ ΑΓ. ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΤΗΣ ΒΡΕΤΑΝΙΚΗΣ ΠΡΕΣΒΕΙΑΣ" την 2-9-2002, σύμφωνα με την Ελληνική εργατική νομοθεσία, η επωνυμία του οποίου ήδη από 13-9-2012 τροποποιήθηκε σε εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ST CATHERINE`S BRITISH SCHOOL --ΒΡΕΤΑΝΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗΣ" με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου μερικής απασχόλησης, ως καθηγήτρια στο πεδίο των Business Studies στα επίπεδα ΙΒ και IGCSE και ότι απασχολήθηκε σ' αυτό μέχρι την 3-9-2004, οπότε το τελευταίο την απέλυσε καταγγέλλοντας τη σύμβαση εργασίας της με την επίδοση σε αυτήν της από 1-9-2004 έγγραφης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της.. Ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της είναι άκυρη δια τους εξής λόγους: α) γιατί απολύθηκε χωρίς τη συνδρομή σπουδαίου λόγου, ο οποίος έπρεπε να συντρέχει κατά το άρθρο 6 της σύμβασης εργασίας της. β) γιατί το εναγόμενο προέβη στην καταγγελία από ταπεινά αίτια τα οποία αναφέρει και ως εκ τούτου η άσκηση του δικαιώματος υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος και είναι άκυρη ως καταχρηστική. Και γ) η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της έγινε από αναρμόδιο πρόσωπο, χωρίς να έχει προηγηθεί απόφαση του ΔΣ του εναγομένου και χωρίς ο υπογράφων το έγγραφο της καταγγελίας να έχει την εξουσία αντιπροσώπευσης ή ειδική εξουσιοδότηση από αυτό για να προβεί στη συγκεκριμένη ενέργεια. Ζήτησε δε για τους λόγους αυτούς αα) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της από 3-9-2004 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, ββ) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει ως μισθούς υπερημερίας από την απόλυσή της (3-9-2004) έως την 3-9-2005 το ποσό των 26.659 ευρώ, εντόκως από της γενέσεως, γγ) να υποχρεωθεί. το εναγόμενο να της καταβάλει το ποσό των 10000 € ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και δδ) να υποχρεωθεί σε πραγματική απασχόλησή της. Επί της αγωγής, εκδόθηκε η υπ` αριθ. 690/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η οποία απέρριψε την αγωγή στο σύνολό της ως ουσιαστικά αβάσιμη, διότι: α] η καταγγελία της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας της εναγούσης ήταν υποστατή, ως υπογραφείσα υπό του νομίμου εκπροσώπου και Διευθυντού του σχολείου του εναγομένου, διαθέτοντος την προς τούτο εξουσία, β] δεν επήλθε κατά καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εναγομένου, καθόσον εκρίθη πως η ενάγουσα εκτελούσε πλημμελώς τα καθήκοντα της και δια της αδικαιολογήτου συμπεριφοράς της διατάραξε σοβαρά τις σχέσεις συνεργασίας μετά του εναγομένου και συνεπώς, κρίθηκε ότι : 1] δεν ήταν ανυπόστατη ή άκυρος η καταγγελία της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας της εναγούσης, 2] το εναγόμενο δεν της όφειλε μισθούς υπερημερίας, 3] δεν της όφειλε χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης και 4] δεν ήταν υποχρεωμένο να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε η από 20-6-2006 (αριθ. κατ. 5185/2006) έφεση καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι έφεση της εναγομένης. Επί της εφέσεως εκδόθηκε η 6176/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τυπικά και κατ’ ουσία την έφεση και τους πρόσθετους λόγους έφεσης, εξαφάνισε εν μέρει την εκκαλουμένη 690/2007 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το μέρος που απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ’ ουσία λόγω του ανυποστάτου της καταγγελίας και αφού κράτησε και δίκασε κατ` ουσία την αγωγή κατά το μέρος αυτό, απέρριψε την αγωγή ως προς την βάση και το αντίστοιχο αίτημά της για επιδίκαση μισθών υπερημερίας λόγω του ανυποστάτου της καταγγελίας ως αόριστη. Ακολούθως, ασκήθηκε από την εναγομένη η από 9-2-2010 πρώτη αίτηση αναιρέσεως. Επ' αυτής εκδόθηκε η 1650/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία κατ' ευδοκίμηση των δύο πρώτων αναιρετικών λόγων εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ (παρά το νόμο κήρυξη απαράδεκτης ως αόριστης της αγωγής ως προς την βάση της λόγω ανυποστάτου καταγγελίας) αναιρέθηκε μερικώς η τότε προσβαλλόμενη απόφαση κατά το κεφάλαιό της που απέρριψε ως αόριστη την βάση της αγωγής ως προς την επιδίκαση στην αναιρεσείουσα μισθών υπερημερίας λόγω ανυποστάτου καταγγελίας και η υπόθεση παραπέμφθηκε προς νέα εξέταση στο Εφετείο Αθηνών κατά το ως άνω μέρος που αναιρέθηκε. Μετά την αναίρεση, η υπόθεση εισήχθη εκ νέου στο Εφετείο Αθηνών, προκειμένου αυτό να δικάσει ως δικαστήριο της παραπομπής την από 20-12-2007 έφεση της εναγομένης κατά της 690/2007 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως προς το αναιρεθέν μέρος. Το εφετείο εξέδωσε την ήδη προσβαλλομένη 4085/2014 απόφασή του, με την οποία έγιναν δεκτά τα εξής: Το εναγόμενο - εφεσίβλητο είναι αγγλόφωνο σχολείο πρωτοβαθμίου και δευτεροβαθμίου εκπαιδεύσεως. Δυνάμει του από 19.6.2002 ισχύοντος καταστατικού του, διοικείται υπό ενός Φορέως Διοικήσεως, αποτελουμένου εκ 122 Διοικητών. Βάσει του άρθρου 10.1 του καταστατικού, οι εν λόγω έχουν δικαίωμα ασκήσεως όλων των εξουσιών του Σχολείου. Δια του από 5.11.2002 εγγράφου, ο Φορέας Διοικήσεως, εξεχώρησε στο ανώτατο διοικητικό στέλεχος του εναγομένου R. M. -μεταξύ άλλων - και την εξουσία να προσλαμβάνει και να απολύει το προσωπικό του, δια της υπογραφής του και μόνον. Δυνάμει εγγράφου συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας μερικής απασχολήσεως αορίστου χρόνου, η ενάγουσα εκκαλούσα προσελήφθη υπό του εναγομένου στις 2.9.2002, ως καθηγήτρια του μαθήματος της διοικήσεως επιχειρήσεων [Business Studies] στα επίπεδα IGCSE και ΙΒ. Υπό την ιδιότητα αυτή παρείχε τις υπηρεσίες της μέχρι την 1.9.2004, ημερομηνία κατά την οποίαν, το εναγόμενο προέβη στην έγγραφο καταγγελία της εργασιακής της συμβάσεως. Το σχετικό έγγραφο υπέγραφε ο R. M.. Κοινοποιήθη δε στην ενάγουσα - εφεσίβλητο στις 3.9.2004, συνοδευόμενο από την από 1.9.2004 εξώδικο πρόσκληση-δήλωση - προσφορά νομίμου αποζημιώσεως απολύσεως και εκκαθαρίσεως, υπογραφομένη υπό του δικηγόρου του εναγομένου Κλεάρχου Κανελλοπούλου. Η εν λόγω καταγγελία δεν είναι ανυπόστατος, ως η ενάγουσα - εφεσίβλητος αβασίμως διατείνεται δια του πρώτου λόγου της υπό κρίση εφέσεως, καθόσον δεν απαιτείτο προηγουμένη σχετική απόφαση του Φορέως Διοικήσεως του εναγομένου. Τούτο διότι, την εξουσία καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας του προσωπικού του, την είχε εκχωρήσει στον R. M., κατά τα ανωτέρω. Το ότι μάλιστα δεν απαιτείτο προηγουμένη απόφαση ενισχύεται και από το ότι, η παρ. 5 του ως άνω εγγράφου εκχωρήσεως, δια της οποίας συγκεκριμένα εκχωρείται στον ανωτέρω η εξουσία προσλήψεως και απολύσεως του προσωπικού, ολοκληρώνεται με την φράση "...με μόνη την υπογραφή του". Εξ άλλου, η επίδικος καταγγελία δεν είναι ανυπόστατος, διότι το σχετικό έγγραφο υπογράφεται υπό του έχοντος προς τούτο δικαίωμα R. M. και όχι υπό του δικηγόρου του εναγομένου Κλεάρχου Κανελλοπούλου, ο οποίος υπογράφει μόνο την ανωτέρω εξώδικο δήλωση προφανέστατα κατόπιν σχετικής εντολής του ως άνω, ο οποίος διαθέτει εξουσία προσλήψεως και απολύσεως, εκτός του λοιπού προσωπικού, και των δικηγόρων του εναγομένου. Η αμφισβήτηση, υπό της εναγούσης - εκκαλούσης, της εκχωρήσεως εξουσιών στον ανωτέρω, δεν διαθέτει νομικό και ουσιαστικό έρεισμα. Τούτο διότι, όταν το ιδιωτικό έγγραφο είναι ενυπόγραφο, ως εν προκειμένω [βλ. σχ. 6 που το εναγόμενο - εφεσίβλητο επικαλείται και προσκομίζει], αδιαφόρως αν φέρει την υπογραφή εκείνου κατά του οποίου προσάγεται ή τρίτου, το παραγόμενο από τη μη αμφισβήτηση της γνησιότητας της υπογραφής αμάχητο τεκμήριο περί της γνησιότητας του υπερκειμένου περιεχομένου του εγγράφου, που καλύπτεται από την υπογραφή, ανατρέπεται μόνο με την προσβολή του εγγράφου ως πλαστού, του επικαλούμενου την πλαστότητα βαρυνομένου με την απόδειξη της [άρθρο 463 ΚΠολΔ, ΑΠ 1254/2010, ΝΟΜΟΣ].
Εν προκειμένω, η ενάγουσα - εκκαλούσα, δεν προσβάλλει το ως άνω έγγραφο ως πλαστό. Επιπλέον, δια του εν λόγω εγγράφου, πέραν της εξουσίας επί θεμάτων προσωπικού, στον R. M., εκχωρείται και η εξουσία να εκπροσωπεί το εναγόμενο -εφεσίβλητο και ενώπιον του Ελληνικού Δημοσίου [βλ. παρ. 1 αυτού] και των Ελληνικών Δικαστηρίων, να μισθώνει, να αγοράζει, να πωλεί κινητή καιακίνητη περιουσία αυτού [παρ. 2], να ανοίγει και να κλείνει τραπεζικούς λογαριασμούς, να εκδίδει συναλλαγματικές, επιταγές ή ομόλογα γραμμάτια [παρ. 3], να διαχειρίζεται λογαριασμούς και να εισπράττει χρηματικά ποσά, οφειλόμενα στο εναγόμενο [παρ. 4]• Συνεπώς, του εκχωρούνται εξαιρετικά εκτεταμένες εξουσίες, από την άσκηση των οποίων εξαρτάται άμεσα η λειτουργία του εναγομένου εν συνόλω. Ως εκ τούτου, καταπίπτει ο επιμέρους ισχυρισμός της εναγούσης - εκκαλούσης ότι, το έγγραφο έχει υπογραφεί μετά την καταγγελία της εργασιακής της συμβάσεως. Κατ' ακολουθίαν, το εναγόμενο, αποκρούοντας τις προσφερόμενες υπό της εναγούσης - εκκαλούσης υπηρεσίες, μετά την ανωτέρω καταγγελία, δεν περιήλθε σε υπερημερία, δεν της οφείλει μισθούς υπερημερίας και δεν υποχρεούται στην αποδοχή των υπηρεσιών της.
Συνεπώς, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κρίναν ωσαύτως, σε ουδέν σφάλμα κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, καθώς και κατά την εκτίμηση των αποδείξεων υπέπεσε. Ως εκ τούτου, η υπό κρίση ως άνω έφεση, εξεταζόμενη κατά τον πρώτο αυτής λόγο και μόνο, βάσει της ως άνω αναιρετικής αποφάσεως, πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα υπό την έννοια της άνω διάταξης είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Πράγμα επομένως, υπό την έννοια αυτή, είναι και ο λόγος έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (ΟλΑΠ 11/1996 και 25/2003). Ο από το άνω άρθρο λόγος αναιρέσεως, όμως, δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 741/2018, 25/2003, ΑΠ 1187/2008, ΑΠ 207/2001), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ. ΑΠ 11/1996 ΑΠ 893/2015, ΑΠ 11/1996, ΑΠ 178/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο, αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠΟΛΔ πλημμέλεια, συνισταμένη στην παράλειψη του Εφετείου να λάβει υπόψη του τον ασκούντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης αγωγικό ισχυρισμό της ότι ουδέποτε της κοινοποιήθηκε η από 1-9-2004 καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, διότι σύμφωνα με την 7281/3-9-2004 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Ε. Χ. δεν της επιδόθηκε το ίδιο το έγγραφο της καταγγελίας, αλλά μόνο το από 1-9-2004 συνοδευτικό της καταγγελίας έγγραφο της εξώδικης πρόσκλησης - δήλωσης προσφοράς νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης και εκκαθάρισης, τον οποίο (ισχυρισμό) επανέφερε στο Εφετείο με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου έφεσής της. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτό και τον απέρριψε εκ των πραγμάτων δεχόμενο με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν ότι το έγγραφο της καταγγελίας κοινοποιήθηκε στην ενάγουσα - εφεσίβλητο (ήδη αναιρεσείουσα) στις 3-9-2004. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999). Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια. Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995). Επί πλέον από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 445/2019).Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠΟΛΔ πλημμέλεια και ειδικότερα ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 167, 232, 67, 68, 70, 349, 351, 656, 666 ΑΚ και των άρθρων 18 παρ. 1 και 3 και 22 Κ.Ν. 2190/1920 με ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στη έκβαση της δίκης δηλαδή αν πράγματι επιδόθηκε στην ενάγουσα αναιρεσείουσα το έγγραφο της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της και αν αυτό υπογράφεται από το νόμιμο εκπρόσωπο του εναγομένου-αναιρεσιβλήτου ή από ειδικώς προς τούτο εξουσιοδοτημένο φυσικό πρόσωπο, καθώς τόσο η μη επίδοση της εγγράφου καταγγελίας ή η επίδοση εγγράφου που υπογράφεται από μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο συνεπάγονται το ανυπόστατο της επίδικης καταγγελίας. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ,διότι στην προσβαλλόμενη απόφαση με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο γίνεται δεκτό ότι η από 1-9-2004 καταγγελία της σύμβασης εργασίας της αναιρεσείουσας - ενάγουσας υπογεγραμμένη από τον νόμιμα εξουσιοδοτημένο προς τούτο από τη διοίκηση του εναγομένου- αναιρεσιβλήτου διοικητικό του στέλεχος R. M. καθώς και η συνοδευτική αυτής από 1-9-2004 εξώδικη πρόσκληση - δήλωση- προσφορά νομίμου αποζημιώσεως απολύσεως και εκκαθαρίσεως υπογραφόμενη υπό του δικηγόρου του εναγομένου-αναιρεσιβλήτου Κλέαρχου Κανελλόπουλου κοινοποιήθηκε στην ενάγουσα αναιρεσείουσα στις 3-9-2004. Δεν είναι δε απαραίτητο να προσδιορίζεται στις παραδοχές της προσβαλλόμενης ο τρόπος κοινοποίησης-επίδοσης, δηλαδή αν το επιδοθέν έγγραφο της καταγγελίας παρέλαβε προσωπικά η αναιρεσείουσα ή αν έλαβε χώρα θυροκόλληση, λαμβανομένου υπόψη ότι η αναιρεσείουσα δεν προβάλλει ακυρότητα της επίδοσης, ενώ με την αγωγή της επικαλείται και αυτή επίδοση της καταγγελίας στις 3-9-2004. Κατά τα λοιπά με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης υπό την επίφαση της εκ του άρθρου 559 αρ. 19 πλημμέλειας προσβάλλεται απαράδεκτα η αναιρετικά περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου. Επομένως με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 167, 232, 67, 68, 70, 349, 351, 656, 666 ΑΚ και των άρθρων 18 παρ. 1 και 3 και 22 Κ. Ν. 2190/1920 και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 εδαφ. γ` του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των κρίσιμων γεγονότων ή πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, δηλαδή λυσιτελών, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (Ολ. ΑΠ 42/2002, ΑΠ 343/2017, ΑΠ 176/2016, ΑΠ 677/2015, ΑΠ 1456/2014). Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν με επίκληση. Αρκεί γι’ αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Πάντως η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίσθηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης (Ολ. ΑΠ 8/2016, ΑΠ 553/2019 2/2002). Στην εξεταζόμενη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, ως προς ουσιώδες ζήτημα της κοινοποίησης- επίδοσης στην αναιρεσείουσα στις 3-9-2004 της από 1-9-2004 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, δέχθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του ότι ".....Το σχετικό έγγραφο (εννοείται το έγγραφο της καταγγελίας) υπέγραφε ο R. M.. Κοινοποιήθη δε στην ενάγουσα - εφεσίβλητο στις 3.9.2004, συνοδευόμενο από την από 1.9.2004 εξώδικο πρόσκληση-δήλωση προσφορά νομίμου αποζημιώσεως απολύσεως και εκκαθαρίσεως, υπογραφομένη υπό του δικηγόρου του εναγομένου Κλεάρχου Κανελλοπούλου. Η ενάγουσα - αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο της αναίρεσής της από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλει την αιτίαση ότι α) το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε την 7281/3-9-2004 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Ε. Χ. από την οποία προκύπτει η επίδοση σε αυτήν μόνο ενός εγγράφου δηλαδή της από 1-9-2004 εξώδικης πρόσκλησης - δήλωσης και προσφοράς νόμιμης αποζημίωσης και όχι του ετέρου εγγράφου δηλαδή της εγγράφου καταγγελίας της αορίστου χρόνου συμβάσεως εργασίας της, υπογεγραμμένης από τον τότε νόμιμο εκπρόσωπο του αναιρεσιβλήτου Ρ. Μ.. Ο λόγος αυτός πρέπει ν’ απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από την περιεχομένη στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση ότι το δικαστήριο για τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος συνεκτίμησε και όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, σε συνδυασμό με τις παραδοχές της και το όλο περιεχόμενο αυτής, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι λήφθηκε υπόψη και το αποδεικτικό αυτό μέσο.
Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Περαιτέρω, παραμόρφωση υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του περιεχομένου του (σφάλμα αναγνώσεως) με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (Ολομ. ΑΠ 2/2008). Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος.(ΑΠ 601/2019, ΑΠ 295/2018, ΑΠ 168/2018). Ακόμη, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος της αναίρεσης, θα πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια το έγγραφο και το περιεχόμενο του και "αυτολεξεί" το περιεχόμενο που προσέδωσε σ` αυτό το δικαστήριο, ώστε να είναι εμφανές, από τη σύγκριση, το διαγνωστικό σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 1333/2012), ο ουσιώδης ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο (ΑΠ 811/1998) και το επιζήμιο, για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας, ακριβώς λόγω της παραμόρφωσης του έγγραφου (ΑΠ 464/2019, ΑΠ 31/1997). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο, ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της νόμιμα προσκομισθείσας και επικληθείσας 7281/3-9-2004 έκθεσης επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Ε. Χ. από την οποία προκύπτει η επίδοση σε αυτήν μόνο ενός εγγράφου δηλαδή της από 1-9-2004 εξώδικης πρόσκλησης - δήλωσης και προσφοράς νόμιμης αποζημίωσης και όχι του ετέρου εγγράφου δηλαδή της εγγράφου καταγγελίας της αορίστου χρόνου συμβάσεως εργασίας της, υπογεγραμμένης από τον τότε νόμιμο εκπρόσωπο του αναιρεσιβλήτου Ρ. Μ., δεχόμενο πραγματικά γεγονότα διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό, το περιεχόμενο του οποίου αναφέρει στην αίτηση αναίρεσης, ως προς την επίδοση σε αυτήν και της έγγραφης καταγγελίας. Ο λόγος αυτός πρέπει ν’ απορριφθεί ως αβάσιμος, πρωτίστως διότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί κοινοποίησης στην αναιρεσείουσα ενάγουσα στις 3-9-2004 της από 1-9-2004 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στην 7281/3-9-2004 έκθεσης επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Ε. Χ., αλλά στο σύνολο του αποδεικτικού υλικού, εφόσον η απόδειξη της εγχειρίσεως του εγγράφου της καταγγελίας μπορεί να γίνει με οπουδήποτε αποδεικτικό μέσο και δεν απαιτείται το έγγραφο της καταγγελίας να επιδοθεί στο μισθωτό με δικαστικό επιμελητή αλλά αρκεί να εγχειριστεί σ` αυτόν ώστε να μπορεί να λάβει γνώση του περιεχομένου του (ΑΠ 1305/2008). Επιπλέον από την παραδεκτή κατ` άρθρο 561 παρ.2 ΚΠΟΛΔ επισκόπηση της αγωγής προκύπτει, όπως προαναφέρθηκε, ότι η ενάγουσα αναιρεσείουσα εκθέτει σε αυτή (αγωγή) ότι στις 3-9-2004 της κοινοποιήθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη με δικαστικό επιμελητή η από 1-9-2004 έγγραφη καταγγελία της αορίστου χρόνου συμβάσεως εργασίας της. Κατά τα λοιπά ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι οι αιτιάσεις αναφέρονται στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγουν του αναιρετικού ελέγχου (Ολομ. ΑΠ 2/2008).
Κατ’ ακολουθίαν, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος λόγος αναίρεσης, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
Δικαστικά έξοδα σε βάρος της αναιρεσείουσας δεν θα επιβληθούν, διότι η αναιρεσίβλητη δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και δεν υποβλήθηκε σε δικαστικά έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-7-2016 (αριθ. κατ. 708/2016) αίτηση για αναίρεση της 4085/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιουλίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Μαρτίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ