Legislator Case Law & Legislation
366/2020 AI generated

366/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 366/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece · Case Law (EL)

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 366 / 2020 (Β, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 366 / 2020 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B'1 Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Λουκά Μόρφη, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου Î...

Legislator headnote

Placeholder

Keywords

Placeholder

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 366 / 2020 (Β, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 366 / 2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B'1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Λουκά Μόρφη, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και Πελαγία Ακάσογλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, την 24 Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. Τ. του Γ., κατοίκου …………, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Περπατάρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "…." που εδρεύει στο ……… και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Πίκουλα, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/11/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1970/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 4741/2015 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8/11/2016 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Υπόκειται προς κρίση, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, η από 8.11.2016 [Γ.Α.Κ. 8364 / Ε.Α.Κ. 793 / 8.11.2017 - Εφετείο Αθηνών] αίτηση αναιρέσεως της αναιρεσείουσας Α. Τ., κατοίκου ……….., κατά της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας υπό την επωνυμία "….", που εδρεύει στο ……….. και νομίμως εκπροσωπείται. Προσβάλλεται δε, η 4741/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, την 9.11.2015, αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 12.5.2013 [Α.Π.Δ. 728 / 21.5.2013 - Εφετείο Αθηνών] εφέσεως της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης. Εκκαλούμενη ήταν η 1970/2011 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, την 17.10.2011, αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 16.11.2009 [Α.Κ. 223659 / Α.Κ.Δ. 6019 / 19.11.2009] αγωγής της εναγούσης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης. Με την 1970/2011 πρωτόδικη απόφαση, η αγωγή, η οποία αφορά απαιτήσεις της εναγούσης από παροχή εργασίας, απορρίφθηκε στο σύνολο της, κατ' ουσία. Με την 4741/2015 απόφαση, που προσβάλλεται, η έφεση έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσία. Στους πρώτο και δεύτερο βαθμούς δικαιοδοσίας, η υπόθεση εκδικάσθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών [άρθρα 663 επ., όπως ίσχυσαν πριν από το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α. 87 / 23.7.2015), ισχύον για την ειδική αυτή διαδικασία, από 1.1.2016, κατά το άρθρο 1 - άρθρο ένατο ν. 4335/2015]. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε, ως άνω, την 8.11.2017, νομίμως και εμπροθέσμως, ήτοι στη νόμιμη προθεσμία των τριών (3) ετών, από την 9.11.2015 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ, 13 παρ.2, 18, 24, 25 ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδυασμό προς το άρθρο 1 - άρθρο ένατο ν. 4335/2015), δεδομένου ότι από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλομένης εφετειακής αποφάσεως ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοσή της είναι δε, στην προκειμένη περίπτωση, η προθεσμία για την άσκηση της αναιρέσεως τριών (3) ετών, διότι η 4741/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που προσβάλλεται, δημοσιεύθηκε πριν από την 1.1.2016, χωρίς να επιδοθεί (ΑΠ ολ. πλ. 10/2018 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Μετά ταύτα, η αίτηση αναιρέσεως είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παράγραφοι 1 και 3 ΚΠολΔ).

(I). -Στο έγγραφο [δικόγραφο] της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται, κατά τρόπο ορισμένο, σαφή και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας (άρθρα 118 παρ.4, 119, 566 παρ.1, 577 παρ.3 ΚΠολΔ) ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος και να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο, από όσους αναφέρονται, περιοριστικώς, στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η αιτίαση, που προβάλλεται. Διαφορετικά, ο λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος και απορρίπτεται, ως απαράδεκτος·ενώ, η αοριστία του δεν δύναται να θεραπευθεί, με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΑΠ ολ. 27/1998, ΑΠ 1185/2010, ΑΠ 804/2005 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Επίσης, αν ο λόγος αναιρέσεως στηρίζεται σε ισχυρισμό, που πρέπει, για το παραδεκτό του λόγου, να έχει προταθεί νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ), τότε, για να είναι ορισμένος και, συνεπώς, παραδεκτός, ο λόγος αναιρέσεως, όσον αφορά τον συγκεκριμένο ισχυρισμό, πρέπει να αναφέρεται ότι νομίμως προτάθηκε ο ισχυρισμός αυτός στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 194/1998 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Η εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων της ίδιας ή άλλης δίκης, ιδίως, αγωγών, παρεμβάσεων, ενδίκων μέσων, προτάσεων ή δικαστικών αποφάσεων, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, όταν η πλημμέλεια, που αποδίδεται στα έγγραφα αυτά, δημιουργεί λόγο αναιρέσεως από τους λόγους, που αναφέρονται στο άρθρο 559 ΚΠολΔ. Για τη διαπίστωση της πλημμέλειας, πρέπει να προσκομίζονται τα επίμαχα διαδικαστικά έγγραφα προς έλεγχο. Το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ και δεν εισάγει άλλο ειδικό λόγο αναιρέσεως. Λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος, όταν τα περιστατικά, που αναφέρονται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, πληρούν το πραγματικό λόγου του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 345/2015, ΑΠ 756/1996 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

(II).-Η παραβίαση κανόνος του ουσιαστικού δικαίου προβλέπεται, ως λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ και η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας προβλέπεται, ως λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (β) ΚΠολΔ. Κανόνας του ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, αν εφαρμόσθηκε εσφαλμένα καθώς και αν δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής? του ήτοι, αν το δικαστήριο της ουσίας απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αν αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα, που ο ουσιαστικός νόμος απαιτεί. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία, δηλ. όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε έννοια διαφορετική από την αληθινή είτε ως κακή εφαρμογή, δηλ. όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών της ένδικης υποθέσεως σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού. Δια του λόγου αυτού αναιρέσεως, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών [ενστάσεων] των διαδίκων καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την έρευνα της υποθέσεως στην ουσία. Στην τελευταία περίπτωση, όταν δηλ. το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνος του ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αποκλειστικώς και μόνο, με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που, ανελέγκτως, δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ ολ. 1/2016, ΑΠ ολ. 2/2013, ΑΠ ολ. 4/2005, ΑΠ 171/2019 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως, μόνο, αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτούς των πραγματικών γεγονότων ενώ, δεν στοιχειοθετείται ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμός εδ. (β) ΚΠολΔ για εσφαλμένη εφαρμογή των διδαγμάτων κοινής πείρας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων. Για να είναι ορισμένος [παραδεκτός] ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 παρ.1 εδάφια (α) και (β) ΚΠολΔ, πρέπει στο δικόγραφο της αναιρέσεως να καθορίζονται, εκτός άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το νομικό σφάλμα, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας περί την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού δικαίου καθώς και ποια συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας, το δικαστήριο της ουσίας, εσφαλμένως, χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας συγκεκριμένου κανόνος δικαίου ή για την υπαγωγή στον κανόνα δικαίου των πραγματικών γεγονότων (ΑΠ 1557/2018, ΑΠ 1003/2017, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 120/2004, ΑΠ 194/1998 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο και εκτιμώντας, εσφαλμένως, τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρα 561 παρ.2 ΚΠολΔ) είτε έλαβε υπ' όψη του πράγματα, τα οποία δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης είτε δεν έλαβε υπ' όψη του πράγματα, τα οποία προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Αναίρεση επιτρέπεται, ακόμη, κατά το άρθρο 559 αριθμός 10 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα, τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Ειδικότερα, ιδρύεται αυτός ο αναιρετικός λόγος, όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε δέχθηκε πράγματα, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη είτε δέχθηκε πράγματα, χωρίς να εκθέτει, έστω και γενικά, από ποια υποστατά και έγκυρα αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη, ενώ, δεν απαιτείται να αξιολογεί τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα. Οι αναιρετικοί λόγοι του άρθρου 559 αριθμοί 8 και 10 ΚΠολΔ έχουν στόχο τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 ΚΠολΔ), κατά το οποίο ο δικαστής αποφασίζει, με βάση εκείνα, που έχουν προταθεί και αποδειχθεί. Ο όρος 'πράγματα', στους λόγους αυτούς, είναι ταυτόσημος. Νοούνται δε, ως 'πράγματα', οι νόμιμοι, λυσιτελείς, αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, εάν τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση? ήτοι, οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που συγκροτούν την ιστορική βάση και θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και, κατά νόμο, διαμόρφωσαν ή, ανάλογα, ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως. Αποτελούν 'πράγματα' και η άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών και οι λόγοι εφέσεως, οι οποίοι αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και διατυπώνουν παράπονο κατά της κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας. Δεν αποτελούν 'πράγματα' η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, της ανταγωγής ή της ενστάσεως, τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται, ως λόγοι εφέσεως, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, περιστατικά επουσιώδη, που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό, οι αποδείξεις ή τα περιστατικά, που προκύπτουν από τις αποδείξεις, τα επικληθέντα αποδεικτικά μέσα και το περιεχόμενο τους και τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 517/2019, ΑΠ 1557/2018, ΑΠ 1003/2017, ΑΠ 261/2016, ΑΠ 359/2015, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 1795/2008, ΑΠ 1573/2006 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Για το ορισμένο [παραδεκτό] του λόγου από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ πρέπει να γίνεται προσδιορισμός των 'πραγμάτων' και, εάν η αιτίαση αφορά τη μη λήψη υπ' όφη 'πραγμάτων', που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, πρέπει, εκτός από τον προσδιορισμό των πραγμάτων, που δεν λήφθηκαν υπ' όψη, να γίνεται επίκληση ότι τα πράγματα αυτά προτάθηκαν νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας. Επίσης, για το ορισμένο [παραδεκτό] του λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 10 ΚΠολΔ, πρέπει να προσδιορίζονται, ποια είναι τα πράγματα, που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη ή για ποια πράγματα, το δικαστήριο της ουσίας δεν διέταξε απόδειξη καθώς και ποια πράγματα ασκούν ουσιώδη επίδραση στη δίκη (ΑΠ 194/1998 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Εάν η κατάχρηση δικαιώματος στοιχειοθετείται από περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία, συνολικώς εκτιμώμενα, προσδίδουν καταχρηστικό χαρακτήρα στο δικαίωμα, που ασκείται, τα αυτοτελή αυτά περιστατικά αποτελούν χωριστά 'πράγματα', κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ. Η μη λήψη υπ' όψη από το δικαστήριο της ουσίας ενός ή περισσοτέρων από αυτά ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 599 αριθμός 8 ΚΠολΔ και, ειδικότερα, για παρά το νόμο μη λήψη υπ' όψη προταθέντων 'πραγμάτων' - ισχυρισμών (ΑΠ 1152/2017 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ αναφέρεται μόνο σε απαράδεκτο, που απορρέει από αθέτηση δικονομικής διατάξεως, δηλ. δικονομικής ενέργειας, η οποία στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της και όχι στο ουσιαστικό απαράδεκτο (ΑΠ ολ. 1/1999, ΑΠ 359/2015, ΑΠ 450/2013 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Με το άρθρο 224 ΚΠολΔ -όπως ίσχυσε από 1.1.2002 [άρθρα 4 ν. 2915/2001 (ΦΕΚ Α. 109), 15 ν. 2943/2001 (ΦΕΚ Α. 203)], πριν από το ν. 3994/2011 [άρθρα 22 παρ.1, 77, 72 παρ.2 ν. 3994/2011 (ΦΕΚ Α. 165 / 25.7.2011) και διόρθωση σφαλμάτων (ΦΕΚ Α. 167/27.7.2011)]- θεσπίζεται η απαγόρευση μεταβολής της βάσεως της αγωγής, με ποινή απαραδέκτου. Η απαγόρευση αναφέρεται στη μεταβολή της ιστορικής βάσεως της αγωγής, δηλ. των πραγματικών περιστατικών, που θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής και χωρίς την επίκλησή τους δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης έννομης σχέσεως. Ο ενάγων - εργαζόμενος, συνεπώς, ο οποίος στηρίζει την ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας στην καταχρηστική άσκηση, κατ' άρθρο 281 ΑΚ, του αντιστοίχου δικαιώματος του εργοδότη, με ιστορική βάση πραγματικά περιστατικά ότι η καταγγελία έγινε με μόνο σκοπό την ικανοποίηση των αισθημάτων εκδικήσεως του εργοδότη εναντίον του, δεν επιτρέπεται να μεταβάλει την ιστορική βάση, με πραγματικά περιστατικά ακυρότητας της καταγγελίας ότι ο εργοδότης, κατά τη στάθμιση των αντίθετων συμφερόντων, παρέλειψε να λάβει άλλα μέτρα, όπως απασχόλησή του σε άλλη συγκεκριμένη κενή θέση εργασίας της επιχειρήσεως της εργοδότριας, οπότε θα απεφεύγετο το επαχθέστερο και έσχατο μέσο της απολύσεώς του, με βάση και την από το δημόσιο δίκαιο αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ.1 Συντάγματος), έστω και αν, έτσι, δεν μεταβάλλεται η νομική βάση της αγωγής (ΑΠ 804/2005 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Προϋπόθεση για την ίδρυση του λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ επί μεταβολής της βάσεως της αγωγής, είναι στην ως άνω μεταβολή να προέβη ο διάδικος ενάγων - εργαζόμενος και, στη συνέχεια, το δικαστήριο της ουσίας να την κρίνει παραδεκτή και να την ερευνήσει περαιτέρω. Σε διαφορετική περίπτωση, ήτοι αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπ' όψη του γεγονότα, που δεν διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αγωγής και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ για παρά το νόμο λήψη υπ' όψη μη προταθέντων 'πραγμάτων' - ισχυρισμών (ΑΠ 1152/2017 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Αναίρεση επιτρέπεται, κατά το άρθρο 559 αριθμός 4 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων. Τα πλαίσια της δικαιοδοσίας των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων, ήτοι της εξουσίας της Πολιτείας προς άσκηση της δικαστικής λειτουργίας, καθορίζονται από τα άρθρα 1, 3, 22 επ. ΚΠολΔ και 94 παρ.3 Συντάγματος. Στην εξουσία αυτή της Πολιτείας, όπως οριοθετείται από το νόμο, υπάγονται όλες οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου συνεπώς, το αντικείμενο της δίκης στα πολιτικά δικαστήρια είναι μόνο έννομες σχέσεις ιδιωτικού δικαίου, δηλ. αμφισβητήσεις ή έριδες των διαδίκων περί την ύπαρξη, την έκταση, το περιεχόμενο ή τα υποκείμενα βιοτικής σχέσεως προς άλλο πρόσωπο ή πράγμα. Υπέρβαση της δικαιοδοσίας αυτής υπάρχει, στις περιπτώσεις, που τακτικό πολιτικό δικαστήριο επιλήφθηκε υποθέσεως, μολονότι η συγκεκριμένη υπόθεση, κατά το νόμο, ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου δικαιοδοτικού οργάνου [ποινικού ή διοικητικού] ή των διοικητικών αρχών ή στη διεθνή δικαιοδοσία αλλοδαπού δικαστηρίου ή είχε υπαχθεί εγκύρως στη διαιτησία ή συνέτρεχε προνόμιο ετεροδικίας (ΑΠ 87/2013 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Εάν υπάρχει η πλημμέλεια της υπερβάσεως δικαιοδοσίας του πολιτικού δικαστηρίου της ουσίας, ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμός 4 ΚΠολΔ, ενώ, αν το πολιτικό δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή για έλλειψη δικαιοδοσίας, σε υπόθεση, που υπάγεται στη δικαιοδοσία του, ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ (ΑΠ ολ. 2/1999, ΑΠ ολ. 4/1992 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ) και, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπ' όψη ισχυρισμό για δικαιοδοσία, ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ για παρά το νόμο μη λήψη υπ' όψη προταθέντων 'πραγμάτων' - ισχυρισμών (ΑΠ 18/2006 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Κατά το άρθρο 559 αριθμός 17 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η ίδια η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων πρέπει να εντοπίζεται στο διατακτικό της ίδιας αποφάσεως και δεν αρκεί η ύπαρξη αντιφάσεως στο αιτιολογικό της αποφάσεως ή μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού. Ειδικότερα, η αντίφαση στο διατακτικό δημιουργεί τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 17 ΚΠολΔ, όταν προκαλείται τέτοια αοριστία ώστε να εμποδίζεται η δημιουργία εκτελεστότητος της αποφάσεως ή η πρόκληση της σκοπούμενης διαπλάσεως ή η ύπαρξη βεβαιότητος στις σχέσεις των διαδίκων με το δεδικασμένο (ΑΠ 87/2013 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 4 ΚΠολΔ αφορά τη δημόσια τάξη και μπορεί να προταθεί, για πρώτη φορά, στον Άρειο Πάγο (άρθρο 562 παρ.2 . γ ΚΠολΔ). Επίσης, η πλημμέλεια του δικαστηρίου της ουσίας από το άρθρο 559 αριθμός 17 ΚΠολΔ, προτείνεται, για πρώτη φορά, στον Άρειο Πάγο, αφού πρόκειται για σφάλμα, που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (άρθρο 562 παρ.2 . β ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 562 παρ.4 ΚΠολΔ δε, ο Αρειος Πάγος εξετάζει (και) αυτεπαγγέλτως, τους λόγους αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμοί 4 και 17 ΚΠολΔ (ΑΠ 87/2013 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Η παραβίαση περί το δεδικασμένο προβλέπεται, ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 16 ΚΠολΔ. Δεν ιδρύεται, όμως, αυτός ο λόγος αναιρέσεως, αν η απόφαση, που προσβάλλεται, δεν αναφέρει την ύπαρξη δεδικασμένου? δηλ., αν προκύπτει από το περιεχόμενο της ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν απασχολήθηκε, με την ύπαρξη ή μη ύπαρξη δεδικασμένου (ΑΠ 701/2008 ιστοσελίδα ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ). Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, λόγος για αναίρεση της αποφάσεως, επειδή δεν έχει νόμιμη βάση, ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν, επαρκώς, από τις παραδοχές της αποφάσεως, τα αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περιστατικά για την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί της συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων της διατάξεως, που εφαρμόσθηκε ή περί της συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων, που αποκλείει την εφαρμογή της καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς τον χαρακτηρισμό των περιστατικών, που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Έτσι, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού [δικανικού] συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά, η απόφαση έχει έλλειψη αιτιολογίας, ενώ, όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνος δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της, η απόφαση έχει ανεπαρκή αιτιολογία και όταν τα εκτιθέμενα αντιφάσκουν μεταξύ τους, η απόφαση έχει αντιφατική αιτιολογία. Ελλείψεις, που ανάγονται, μόνο, στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώθηκε σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες? δηλ. μόνο το τι δεν αποδείχθηκε ή αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση και όχι γιατί δεν αποδείχθηκε ή αποδείχθηκε. Για να είναι ορισμένος [παραδεκτός] ο λόγος αυτός αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρονται, με πληρότητα και τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο ή μη της αγωγής (ΑΠ ολ. 1/1999, ΑΠ 517/2019, ΑΠ 535/2018, ΑΠ 1457/2017, ΑΠ 261/2016, ΑΠ 1387/2015, ΑΠ 804/2005 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).

(III).- Περαιτέρω, από τα άρθρα 1, 3, 7 και 8 ν. 2112/1920 [ΦΕΚ Α. 67], 1, 2 και 5 ν. 3198/1955 [ΦΕΚ Α. 98], 1, 3 και 5 β.δ. της 16.7.1920 / 18.7.1920, 2 παρ.4 και 32 ν. 2556/1997 [ΦΕΚ Α. 270 / 24.12.1997] προκύπτει ότι η καταγγελία, ρητή ή σιωπηρή, με την οποία λύεται η σύμβαση ιδιωτικού δικαίου εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου (άρθρα 361, 648, 669, 672 ΑΚ), είναι μονομερής, απευθυντέα και, κατά κανόνα, αναιτιώδης δικαιοπραξία, δηλ. δεν απαιτείται να αιτιολογείται από τον καταγγέλλοντα εργοδότη και το κύρος της δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας? επίσης, έχει άμεση διαπλαστική ενέργεια, δηλ. μόλις περιέλθει η σχετική δήλωση βουλήσεως στον αντισυμβαλλόμενο εργαζόμενο, αδιακρίτως του τρόπου ανακοινώσεώς της σε αυτόν, προφορικώς, εγγράφως ή δι' αγγέλου, λύεται, για το μέλλον, η έννομη σχέση είτε αμέσως [απρόθεσμη καταγγελία] είτε με την πάροδο ορισμένης προθεσμίας. Επί ακυρότητας της καταγγελίας, η διαπλαστική της ενέργεια δεν επέρχεται, η σύμβαση εργασίας εξακολουθεί να υφίσταται και η δικαστική απόφαση, που αναγνωρίζει την ακυρότητα της καταγγελίας (άρθρα 68, 70 ΚΠολΔ, 167, 168, 169, 180, 174 ΑΚ), απλώς επιβεβαιώνει την έκτοτε ανυπαρξία του ως άνω αποτελέσματός της. Η καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας από τον εργοδότη επιφέρει ακυρότητα της καταγγελίας (άρθρα 281 ΑΚ, 25 παρ.3 Συντάγματος). Τους συγκεκριμένους λόγους [ή το λόγο], εξ αιτίας των οποίων η άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας είναι καταχρηστική, ήτοι υπερβαίνει προφανώς τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, ο εργαζόμενος οφείλει να επικαλεσθεί, σαφώς και ορισμένως, στο δικόγραφο της αγωγής για την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας και να αποδείξει (άρθρα 216 παρ.1, 111 παρ.2, 106 ΚΠολΔ). Καταχρηστική είναι η καταγγελία (και) όταν έγινε, αποκλειστικώς και μόνο, από εκδίκηση στο πρόσωπο του εργαζομένου, συνεπεία προηγούμενης νόμιμης συμπεριφοράς του [εργαζομένου], μη αρεστής στον εργοδότη (ΑΠ 1512/2018, ΑΠ 671/2018, ΑΠ 1003/2017, ΑΠ 1387/2015 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Αν ο εργοδότης, για λόγους και μόνον εκδικήσεως, προβεί σε τροποποιητική καταγγελία, ήτοι καταγγελία, που οφείλεται στη μη αποδοχή από τον εργαζόμενο της μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων της συμβάσεώς του εργασίας και διεκδίκηση, δικαστική ή εξώδικη, των οικείων νομίμων δικαιωμάτων του, η καταγγελία αυτή, ενέχουσα καταχρηστική άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη, είναι άκυρη (ΑΠ 1431/2002 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Υπάρχει δε, βλαπτική για τον εργαζόμενο, μονομερώς από τον εργοδότη, μεταβολή των όρων της συμβάσεως ιδιωτικού δικαίου εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, όταν ο εργοδότης μεταβάλει τους όρους εργασίας, χωρίς να έχει τέτοια ευχέρεια από τη σύμβαση ή το νόμο και η μεταβολή συνεπάγεται υλική ή ηθική βλάβη του εργαζομένου (ΑΠ 46/2006 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Το ως άνω νομικό καθεστώς δεν άλλαξε από τον Χάρτη θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης / Χ.Θ.Δ.Ε.Ε. ούτε μετά την κύρωση του Αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη / ΑναθΕΚΧ, που ισχύει από 20.1.2016 [άρθρα πρώτο και τέταρτο κυρωτικού ν. 4359/2016 (ΦΕΚ Α. 5 / 20.1.2016), 28 παρ.1 Συντάγματος]. Ειδικότερα, από τα άρθρα 30 - Κεφάλαιο (IV) του Χ.Θ.Δ.Ε.Ε. [(EL) Εφημερίδα Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων / 18.12.2000 / C 364 / 15 ] και 24 στοιχεία (α), (β) - μέρος (II) του ν. 4359/2016 προκύπτει ότι ακόμη και αν δεν υπάρχει βάσιμος λόγος για την καταγγελία από τον εργοδότη της συμβάσεως ιδιωτικού δικαίου εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, το κύρος της καταγγελίας δεν θίγεται. Ως εκ τούτου, η αποφατική ή θετική αναφορά σε βάσιμο λόγο καταγγελίας αποβαίνει αλυσιτελής και το κύρος της καταγγελίας, που ήδη έχει γίνει, εξακολουθεί να ελέγχεται, εξατομικευμένα, μόνο κατ' εφαρμογή του άρθρου 281 ΑΚ, όπως και προηγουμένως, ύστερα από αγωγή του εργαζομένου στο αρμόδιο πολιτικό δικαστήριο (ΑΠ 1512/2018 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Η επίκληση από τον εργοδότη των λόγων [ή του λόγου], που τον οδήγησαν στην καταγγελία της συμβάσεως ιδιωτικού δικαίου εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, της οποίας αιτήματα είναι η αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας και η επιδίκαση μισθών υπερημερίας. Το δικαστήριο δεν ερευνά τη βασιμότητα των λόγων, που οδήγησαν τον εργοδότη στην καταγγελία και για τη θεμελίωση της κρίσεως του δικαστηρίου, συνεπεία του αναιτιώδους, ως άνω, της καταγγελίας, αρκεί να αναφέρονται στην απόφασή του τα περιστατικά, τα οποία αποκλείουν το συμπέρασμα ότι η καταγγελία έγινε για τους λόγους, που ο εργαζόμενος επικαλείται ακυρότητας της καταγγελίας. Η άρνηση του εργοδότη, ύστερα από άκυρη εκ μέρους του [εργοδότη] καταγγελία, να δεχθεί την εργασία του εργαζομένου, τον καθιστά υπερήμερο περί την αποδοχή της εργασίας του εργαζομένου. Υποχρεούται, τότε, να καταβάλει στον εργαζόμενο τις αποδοχές του - "μισθούς υπερημερίας" (άρθρα 361, 648, 649, 350, 349, 654, 655, 653, 656, 652 ΑΚ)? δηλ. το νόμιμο ή συμφωνημένο μισθό του και ό,τι άλλο ο εργαζόμενος θα εισέπραττε, ως η προσφορά της εργασίας του να συνεχιζόταν κανονικά, ακόμη και για χρόνο μετά την άσκηση της αγωγής του εργαζομένου [άρθρο 69 παρ.1 εδ. (α) ΚΠολΔ] μέχρι την άρση της υπερημερίας. Ο εργαζόμενος, αντιστοίχως, εμμένων στην ακυρότητα της καταγγελίας, δικαιούται να ζητήσει τους μισθούς υπερημερίας, ενώ δεν υποχρεούται σε πραγματική και προσήκουσα προσφορά των υπηρεσιών του, αφού στην καταγγελία του εργοδότη εμπεριέχεται και η δήλωση βουλήσεώς του να μην αποδεχθεί, στο μέλλον, τις υπηρεσίες του απολυθέντος (ΑΠ 597/2006 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Δημιουργείται, ακόμη, υποχρέωση του εργοδότη, με αντίστοιχο δικαίωμα του εργαζομένου, αν κριθεί άκυρη η καταγγελία, με δικαστική, έστω και οριστική, απόφαση, να απασχολεί, πραγματικά, τον εργαζόμενο (άρθρα 23 παρ.2 ν. 1246/1982 (ΦΕΚ Α. 79)]. Η υποχρέωση αυτή του εργοδότη δεν ανακύπτει, ως αυτόματη, συνέπεια της αναγνωρίσεως της ακυρότητας της καταγγελίας. Προς τούτο, πρέπει η απόκρουση της εργασίας του εργαζομένου να είναι παράνομη, όπως, όταν γίνεται υπό περιστάσεις, που υπερβαίνουν προφανώς τα όρια του άρθρου 281 ΑΚ ή όταν ο εργαζόμενος, συνεπεία της μη πραγματικής απασχολήσεώς του, υφίσταται προσβολή της προσωπικότητάς του, λόγω μειώσεώς του στο επαγγελματικό και κοινωνικό του περιβάλλον (άρθρα 57 ΑΚ, 5 παρ.1, 22 Συντάγματος) ή όταν ο εργαζόμενος, με πρόθεση, ζημιώνεται, κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη (άρθρο 919 ΑΚ). Τα προηγούμενα είναι συνυφασμένα με το είδος της απασχολήσεως και το ιδιαίτερα έντονο συμφέρον του εργαζομένου για πραγματική απασχόληση, περιστατικά, που κρίνονται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 1515/2003 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Επίσης, η απόλυση του εργαζομένου από τον εργοδότη, κατά τρόπο, που εκθέτει [μειώνει] τον απολυθέντα στους συναδέλφους του και στο κοινωνικό του περιβάλλον, εν όψει και του είδους της απασχολήσεως και του ιδιαίτερα έντονου συμφέροντος του εργαζομένου νια πραγματική απασχόληση, δικαιολογεί αξίωση του τελευταίου [εργαζομένου] για αποζημίωση προς ικανοποίηση της σημαντικής ηθικής του βλάβης? καθορίζεται δε, το ποσό της χρηματικής ικανοποιήσεως, από το δικαστήριο, κατ' εύλογη κρίση (άρθρα 914, 57 παρ.2, 59, 299, 932, 926, 927, 71 ΑΚ). Στο δικόγραφο της αγωγής, με αίτημα την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως για ηθική βλάβη, πρέπει να εκτίθενται ότι ο εργαζόμενος υπέστη ηθική βλάβη για συγκεκριμένους λόγους [ή λόγο], από παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εργοδότη, που πρέπει ο εργαζόμενος και να αποδεικνύει.

Στην προκειμένη περίπτωση, αμφότεροι οι λόγοι αναιρέσεως, πρώτος και δεύτερος, περιέχουν, με την επίκληση των αριθμών 1 εδ. (α) και (β), 8, 10, 4, 14, 16, 17 και 19 του άρθρου 599 ΚΠολΔ, τις αιτιάσεις ότι η 4741/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (i).- παραβίασε το άρθρο 281 ΑΚ, (ii).- παραβίασε διδάγματα από την κοινή πείρα, (iii).- δεν έλαβε υπ' όψη 'πράγματα', ήτοι δεν έλαβε υπ' όψη περιστατικά, 'αποδειχθέντα, με προσκομισθέντα έγγραφα, μαρτυρικές καταθέσεις και ένορκες βεβαιώσεις', (iv).- υπερέβη τη δικαιοδοσία τακτικού πολιτικού δικαστηρίου, (ν).- περιέχει αντιφατικές διατάξεις, (vi).- δεν δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου, (vii).- έχει ανεπαρκή αιτιολογία για το αβάσιμο της αγωγής, εν όψει και των άρθρων 30 Χ.Θ.Δ.Ε.Ε. και 24 ν. 4359/2016, (viii).- παρά το νόμο, απέρριψε, ως απαράδεκτη, τη συμπλήρωση της αγωγής, με το δικόγραφο της εφέσεως, ως προς τα πραγματικά περιστατικά περί ακυρότητας της καταγγελίας? δηλ. ότι επί πλέον, η αναιρεσίβλητη - εργοδότρια κατήγγειλε την επίμαχη σύμβαση εργασίας, προκειμένου να μην της καταβάλει στο εξής αυξημένες αποδοχές και παρέλειψε να λάβει άλλα μέτρα, όπως απασχόληση της αναιρεσείουσας - εργαζομένης σε άλλη συγκεκριμένη κενή θέση εργασίας, έτσι ώστε να απεφεύγετο το επαχθέστερο και έσχατο μέσο της απολύσεως, με βάση και την αρχή της αναλογικότητας κατ' άρθρο 25 παρ.1 Συντάγματος.

Από την με ημερομηνία 16.11.2009 αγωγή και την 4741/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, τις οποίες, παραδεκτώς, επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, όπως εκτέθηκε στην υπό στοιχείο (I) νομική σκέψη, χάριν της εξετάσεως αμφοτέρων των λόγων αναιρέσεως (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα εξής:

-Στην από 16.11.2009 ένδικη αγωγή, η αναιρεσείουσα [ενάγουσα, εκκαλούσα] ισχυρίσθηκε ότι με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, εργάσθηκε, ως υπάλληλος, αντί μηνιαίου μισθού, συνεχώς από την 3.3.1998 μέχρι την 21.9.2009, οπότε, η αναιρεσίβλητη [εναγομένη, εφεσίβλητη], εργοδότρια, δια του νομίμου εκπροσώπου της, κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας? ότι η καταγγελία ήταν καταχρηστική, επειδή έγινε, αποκλειστικώς και μόνο, από εκδίκηση στο πρόσωπό της, συνεπεία προηγούμενης νόμιμης συμπεριφοράς της, μη αρεστής στην αναιρεσίβλητη και, συγκεκριμένα, εξ αιτίας εξώδικης διεκδικήσεως, προηγουμένως, των νομίμων δικαιωμάτων της από τη σύμβαση εργασίας, αφού δεν απεδέχθη τη μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής της συμβάσεως [τοποθέτησή της στη θέση του "παραλήπτη παραγγελιών" και αντίθεσή της, που εξέφρασε, εξωδίκως, στους προϊσταμένους της, στην Ελλάδα και στη Γερμανία]? ότι από την καταγγελία, η οποία έγινε και κατά τρόπο, που προσβάλει, παρανόμως και υπαιτίως, την προσωπικότητά της, ως ανθρώπου και εργαζομένης, υπέστη σημαντική ηθική βλάβη. Ζήτησε, ακολούθως, (α).- να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας, την 21.9.2009, της συμβάσεως εργασίας, (β).- να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να την απασχολεί, όπως πριν από την καταγγελία, (γ).- να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να της καταβάλει, (i).- ως μισθούς υπερημερίας, για το χρονικό διάστημα από 21.9.2009 μέχρι 21.2.2011, το ποσό των 80.074,93 ευρώ και (ii).- ως αποζημίωση για χρηματική ικανοποίηση ηθικής βλάβης, το εύλογο ποσό των 4.000 ευρώ, αμφότερα τα ποσά με το νόμιμο δικονομικό τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

-Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την 4741/2015 απόφασή του, δέχθηκε τα παρακάτω ουσιώδη: "Η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα προσλήφθηκε, ως υπάλληλος, την 3.3.1998, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, από την ανώνυμη εταιρία “…..”, μετονομασθείσα, στη συνέχεια, σε “….”, της οποίας καθολική διάδοχος, λόγω απορρόφησης, κατέστη η εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρία. Περί τα τέλη του έτους 2007, αποφασίσθηκε από τα αρμόδια όργανα της εναγομένης η κατάργηση της θέσης της υπεύθυνης ανθρώπινου δυναμικού, που, έως τότε, κατείχε η ενάγουσα και η δημιουργία της θέσης Διευθυντή Εταιρικής Επικοινωνίας, στην οποία αυτή τοποθετήθηκε, από 1.1.2008. Οι μηνιαίες αποδοχές της ενάγουσας ανέρχονταν στο ποσό των 4.719,20 ευρώ. Ακολούθως, η εναγομένη, κρίνοντας ότι η ως άνω νεοσυσταθείσα θέση δεν επέφερε τα προσδοκώμενα αποτελέσματα, αποφάσισε, τον Ιούνιο 2009, στα πλαίσια αναδιάρθρωσης της επιχείρησής της, εν όψει της, από τον Σεπτέμβριο 2008, διεθνούς οικονομικής κρίσης και των κατευθύνσεων της μητρικής εταιρίας (……) περί περικοπής των περιττών δαπανών της, να καταργήσει τη θέση του Διευθυντή Εταιρικής Επικοινωνίας. Το γεγονός αυτό, δηλ. την επικείμενη κατάργηση της θέσης εργασίας της καθώς και το ότι τούτο θα είχε, ως αναγκαία συνέπεια, την απόλυσή της, γνωστοποίησε στην ενάγουσα, την 3.8.2009, ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης F. Sc., προτείνοντας της μάλιστα δύο εναλλακτικές προτάσεις, προκειμένου να δεχθεί αυτή τη συναινετική λύση της σύμβασης εργασίας της. Συγκεκριμένα, της πρότεινε να λυθεί (συναινετικά) η μεταξύ αυτής και της εναγομένης σύμβαση εργασίας είτε από 31.8.2009, με καταβολή αποζημίωσης ποσού 46.800 ευρώ (καθαρά), πλέον προγράμματος επανατοποθέτησης προσωπικού, με μία συμβουλευτική επιχείρηση είτε με αποζημίωση ποσού 38.495,28 ευρώ, με την άμεση απελευθέρωση από τα καθήκοντα εργασίας της, την παραμονή της, όμως, στη μισθοδοσία της εταιρίας μέχρι 31.10.2009, πλέον του δικαιώματος χρήσης του εταιρικού αυτοκινήτου και κινητού τηλεφώνου καθώς και του ίδιου παραπάνω προγράμματος. Έκτοτε, ακολούθησε η ανταλλαγή μεταξύ της ενάγουσας και των αρμοδίων οργάνων της εναγομένης, αλλά και μεταξύ των τελευταίων με το αρμόδιο όργανο της μητρικής εταιρίας στη Γερμανία, μηνυμάτων, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e - mail) καθώς και συνάντηση στα γραφεία της εναγομένης του διευθύνοντος συμβούλου της τελευταίας και άλλων στελεχών αυτής με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ενάγουσας, με αντικείμενο το ύφος της αποζημίωσης, που θα καταβαλλόταν στην τελευταία ώστε να αποχωρήσει, οικειοθελώς, από την εργασία της. Την 6.9.2009, η ενάγουσα απέστειλε μήνυμα (e - mail) σε στελέχη της “….”στη Γερμανία, εκφράζοντας παράπονα για τη συμπεριφορά του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης απέναντι της, σε σχέση με την κατάργηση της θέσης εργασίας της και την απόλυσή της, αν και (αυτή) είχε εξαιρετικές επιδόσεις στην εργασία της και αντιμετωπιζόταν τόσο η ίδια όσο και ο ανήλικος γιός της σοβαρά προβλήματα υγείας. Την 16.9.2009, ο προαναφερόμενος νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης απέστειλε στην εναγομένη ηλεκτρονικό μήνυμα, με το οποίο, αφού αναφερόταν σε όσα η ίδια είχε εκθέσει στο ως άνω (από 6.9.2009) αποσταλέν στη Γερμανία μήνυμά της, της γνωστοποίησε ότι αν και επί μήνες αναζητούσαν εναλλακτική θέση, που θα ήταν κατάλληλη για εκείνη, δεν υπήρχε κενή τέτοια θέση και ότι υπήρχε μόνο μία θέση, που πρόσφατα είχε μείνει κενή, αλλά πολύ χαμηλότερου επιπέδου, την οποία δεν της πρόσφεραν για να μην την προσβάλλουν και, συγκεκριμένα, αυτή του παραλήπτη παραγγελιών, με αντίστοιχη μισθολογική κλίμακα. Τέλος, της πρότεινε τη συναινετική λύση της εργασιακής της σύμβασης, με προσφορά αποζημίωσης, ίσης με 24 φορές τον καθαρό μισθό της, του Ιουλίου, πλέον της πλήρους διατήρησης του προγράμματος περίθαλψης μέχρι να βρει νέα εργασία ή να φθάσει στην ηλικία συνταξιοδότησης, εμμένοντας στην πρόταση να την υποστηρίξουν στην εύρεση εργασίας, χρηματοδοτώντας σχετικό πρόγραμμα, μέσω ενός από τα καλύτερα γραφεία εύρεσης εργασίας στην Ελλάδα δικής της επιλογής. Η ενάγουσα δεν συμφώνησε με τα παραπάνω, αλλά, αντίθετα, με το από 18.9.2009 ηλεκτρονικό μήνυμα, που απέστειλε σε αυτόν, ζήτησε να παραμείνει στη θέση εργασίας της. Μετά από αυτά, ακολούθησε, την 21.9.2009, συνάντηση της ενάγουσας, με το νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης, στο γραφείο του τελευταίου, όπου συζητήθηκε και πάλι το ζήτημα του ύφους της καταβλητέας σε αυτή αποζημίωσης για να δεχθεί να λυθεί, συναινετικά, η σύμβαση εργασίας της, εν όψει όμως του ότι δεν κατέστη δυνατόν να επιτευχθεί κάποια συμφωνία, επιδόθηκε στην ενάγουσα το με την ίδια ημερομηνία έγγραφο καταγγελίας της εργασιακής της σύμβασης, με καταβολή αποζημίωσης ποσού 88.750 ευρώ, το οποίο, σημειωτέον, είναι υπερδιπλάσιο του ποσού της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης [ύψους 38.467,37 ευρώ], που η ενάγουσα δικαιούταν να λάβει, με βάση τα έτη υπηρεσίας της [συμπληρωμένα 11] και τις τακτικές αποδοχές της, κατά τον τελευταίο, πριν από την απόλυσή της, μήνα. Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα, η ανωτέρω καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας έγινε μέσα στα νόμιμα πλαίσια οικονομοτεχνικής αναδιάρθρωσης της εναγομένης εταιρίας, εν όψει της κατά τα προεκτεθέντα κατάργησης της θέσης του διευθυντή εταιρικής επικοινωνίας και μετά την εκ μέρους αυτής (ενάγουσας) μη αποδοχή των προτάσεων της εναγομένης περί συναινετικής λύσης της σύμβασης εργασίας της, με την ταυτόχρονη καταβολή της πιο πάνω αποζημίωσης και είχε, ως αποτέλεσμα, τη λύση της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας. Εξ άλλου, από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα, δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη προέβη στην καταγγελία της εργασιακής σύμβασης της ενάγουσας από λόγους εκδίκησης και, συγκεκριμένα, επειδή αυτή δεν δέχθηκε τη μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της, δηλ. την τοποθέτησή της στη θέση του παραλήπτη παραγγελιών και επειδή εξέφρασε την αντίθετη άποψή της στους προϊσταμένους της, στην Ελλάδα και στη Γερμανία, αφού, αφ' ενός δεν της προσφέρθηκε να αναλάβει τη θέση του παραλήπτη παραγγελιών, διότι ήταν πολύ χαμηλότερου επιπέδου του επαγγελματικού της προφίλ, κατά τα αναφερόμενα στο άνω από 6.9.2009 μήνυμα (e - mail) του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης, ενώ ήδη από τον Αύγουστο (2009), προτού δηλ. εκφράσει η ενάγουσα στη μητρική εταιρία, στη Γερμανία τα παράπονά της για την επικείμενη απόλυσή της, είχε γνωστοποιήσει, σε αυτή, η εναγομένη δια του αρμοδίου οργάνου της, την απόφασή της να καταργήσει την παραπάνω θέση, που, έως τότε, κατείχε και την επικείμενη, για το λόγο αυτό, απόλυσή της και της είχε προτείνει τις ως άνω εναλλακτικές λύσεις, όσον αφορά το ύφος της αποζημίωσης, που θα της κατέβαλε ώστε να συναινέσει σε συναινετική λύση της σύμβασης. Επομένως, η επίδικη καταγγελία δεν έγινε καταχρηστικά και κατά παράβαση του άρθρου 281 ΑΚ ... Απορριπτέο, ως ουσιαστικά αβάσιμο, είναι και το αγωγικό κονδύλιο για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης ηθικής βλάβης, διότι δεν αποδείχθηκαν ιδιαίτερα περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει συμπεριφορά εκ μέρους της εναγομένης, η οποία να προσβάλει, παράνομα και υπαίτια την προσωπικότητα της ενάγουσας, ως ανθρώπου και εργαζομένης ... Όσον αφορά τους λοιπούς ισχυρισμούς της ενάγουσας, που προβάλλονται, με την έφεσή της, περί καταχρηστικής άσκησης της γενομένης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, επειδή η εναγόμενη προέβη σ' αυτήν, με σκοπό να απαλλαγεί από τη νόμιμη υποχρέωσή της για καταβολή στο εξής προς αυτή αυξημένων αποδοχών, με βάση την ισχύουσα Σ.Σ.Ε., που διέπει τη μεταξύ τους σύμβαση και, επιπρόσθετα, όσον αφορά την επίκληση από την εναγομένη οικονομοτεχνικών λόγων, ως αιτία της απόλυσής της, επειδή δεν έγινε από την τελευταία ορθή επιλογή του απολυτέου και δεν ελήφθησαν ηπιότερα μέτρα αντί της καταγγελίας, πρέπει να σημειωθούν τα εξής: Με την ένδικη αγωγή, ... η ενάγουσα επικαλέσθηκε ακυρότητα της καταγγελίας της εργασιακής της σύμβασης, ως καταχρηστικής, οφειλομένης σε λόγους εκδίκησης της εναγομένης προς το πρόσωπο της, εξ αιτίας της κατά τα ως άνω προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στην τελευταία συμπεριφορά της, χωρίς να ισχυρίζεται, επικουρικά ότι σε περίπτωση, που η απόλυσή της έγινε για οικονομοτεχνικούς λόγους, η καταγγελία της σύμβασής της είναι καταχρηστική γιατί δεν έγινε ορθή επιλογή του απολυτέου ούτε ότι η καταγγελία ήταν το έσχατο μέσο για την αντιμετώπιση των προβλημάτων, που είχαν ανακύψει, εκθέτοντας μάλιστα, αφ' ενός τα ηπιότερα μέσα, με τη λήψη των οποίων θα μπορούσε να αποφευχθεί η καταγγελία (όπως, με την απασχόλησή της, σε άλλη συγκεκριμένη κενή θέση εργασίας για την οποία και έχει τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα κ.λπ.) και, αφ' ετέρου, εκτός από τις δικές της ανάγκες, την αρχαιότητα, την ηλικία και την οικονομική και οικογενειακή της κατάσταση και εκείνες συγκεκριμένων συναδέλφων της, που έπρεπε ν' απολυθούν αντ' αυτής ούτε προέβαλε (η ενάγουσα) τέτοιους ισχυρισμούς, με τις προτάσεις της στον πρώτο βαθμό ή με προσθήκη σ' αυτές, εν όψει του ισχυρισμού της εναγομένης ότι η απόλυσή της οφειλόταν σε οικονομοτεχνικούς λόγους. Επομένως, η προβολή, για πρώτη φορά, με το δικόγραφο της έφεσης των παραπάνω ισχυρισμών, όπως και του ισχυρισμού περί καταγγελίας της σύμβασής της, προκειμένου να μη της καταβάλει στο εξής αυξημένες αποδοχές, που, επίσης, δεν περιλαμβανόταν στην αγωγή της, συνιστά απαράδεκτη, κατ' άρθρο 224 ΚΠολΔ, μεταβολή της βάσης της αγωγής ... και, ως εκ τούτου, οι εν λόγω ισχυρισμοί είναι απορριπτέοι, προεχόντως, λόγω της απαράδεκτης προβολής τους, το πρώτον, στο εφετείο". Στη συνέχεια, το διατακτικό διατυπώνεται, ως εξής: "Δικάζει κατ' αντιμωλία των διαδίκων. Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ' ουσία την έφεση. Επιβάλλει, σε βάρος της εκκαλούσας, τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ". Με την ως άνω κρίση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, δεχόμενο ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της αναιρεσείουσας δεν ήταν καταχρηστική, διότι έγινε λόγω κατάργησης της θέσης εργασίας της, στα πλαίσια αναδιοργάνωσης της επιχείρησης της αναιρεσίβλητης εταιρείας συνεπείας της διεθνούς οικονομικής κρίσης και των κατευθύνσεων της μητρικής της εταιρείας περί περικοπής των περιττών δαπανών, σωστά δε εφήρμοσε την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και, με σαφείς αιτιολογίες, σωστά δεν υπήγαγε, σε αυτή τη διάταξη, τις πραγματικές παραδοχές του. Από δε τις παραδοχές του, χωρίς ελλείψεις, συνάγεται ότι η καταγγελία, την 21.9.2009, δεν οφείλεται σε μη αποδοχή από την αναιρεσείουσα μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων της συμβάσεως εργασίας και δη, στο πραγματικό περιστατικό ότι δεν δέχθηκε την τοποθέτησή της στη θέση του παραλήπτη παραγγελιών και εξέφρασε την αντίθετη άποψή της στους προϊσταμένους της, στην Ελλάδα και στη Γερμανία. Το κύρος της επίμαχης καταγγελίας δε, που έγινε πριν από το 4359/2016, εξακολουθεί να ελέγχεται, εξατομικευμένα, κατ' εφαρμογή του άρθρου 281 ΑΚ. Περαιτέρω, το ως άνω συγκεκριμένο αυτοτελές πραγματικό περιστατικό ήταν το μοναδικό, που η αναιρεσείουσα επικαλέσθηκε, με το δικόγραφο της αγωγής, για να στοιχειοθετήσει την κατάχρηση δικαιώματος και να αποτελέσει την ιστορική βάση ακυρότητας της καταγγελίας, χωρίς να επικαλεσθεί, προς τούτο και άλλα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά: Συνεπώς, το Μονομελές Εφετείο, που απέρριψε, ως απαράδεκτη, κατ' άρθρο 224 ΚΠολΔ, τη συμπλήρωση της αγωγής, με το δικόγραφο της εφέσεως, ως προς τα πραγματικά περιστατικά περί ακυρότητας της καταγγελίας, δεν κήρυξε απαράδεκτο, παρά το νόμο. Εξ άλλου, από το περιεχόμενο της 4741/2015 αποφάσεως προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δεν απασχολήθηκε με την ύπαρξη ή μη ύπαρξη δεδικασμένου και στο ως άνω διατακτικό της 4741/2015 αποφάσεώς του, δεν εντοπίζεται αντίφαση διατάξεων. Ακόμη, το Μονομελές Εφετείο, ως τακτικό πολιτικό δικαστήριο, ορθώς επιλήφθηκε της ένδικης υποθέσεως, η οποία έχει αντικείμενο έννομη σχέση του ιδιωτικού δικαίου και, κατά νόμο, ανήκει στη δικαιοδοσία του.

Επομένως και κατά τα εκτεθέντα στις νομικές σκέψεις, αμφότεροι οι λόγοι αναιρέσεως, ως προς τις πιο πάνω αιτιάσεις, ήτοι την υπό στοιχείο (i) αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ για παραβίαση του άρθρου 281 ΑΚ, την υπό στοιχείο (ίν) αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμός 4 ΚΠολΔ για υπέρβαση της δικαιοδοσίας τακτικού πολιτικού δικαστηρίου, την υπό στοιχείο (ν) αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμός 17 ΚΠολΔ για την ύπαρξη αντιφατικών διατάξεων, την υπό στοιχείο (vi) αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμός 16 ΚΠολΔ για την ύπαρξη δεδικασμένου, την υπό στοιχείο (vii) αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ για ανεπαρκή αιτιολογία, που αφορά το αβάσιμο της αγωγής και την υπό στοιχείο (viii) αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ για την κήρυξη, παρά το νόμο, απαραδέκτου, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Τέλος, καθ' όσον αφορά τις υπό στοιχεία (ii) και (iii) αιτιάσεις, αμφότεροι οι λόγοι αναιρέσεως είναι, επίσης, απορριπτέοι, κατά τα εκτεθέντα στις νομικές σκέψεις, ως απαράδεκτοι και, ειδικότερα: Ως προς την υπό στοιχείο (ii) αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (β) ΚΠολΔ, αμφότεροι οι λόγοι αναιρέσεως είναι αόριστοι, αφού δεν καθορίζονται τα διδάγματα από την κοινή πείρα, τα οποία το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένως χρησιμοποίησε ή παράλειψε να χρησιμοποιήσει για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας συγκεκριμένου κανόνα δικαίου ή για την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σε συγκεκριμένο κανόνα δικαίου. Ως· προς την υπό στοιχείο (iii) αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμοί 8 και 10 ΚΠολΔ, αμφότεροι οι λόγοι αναιρέσεως δεν ιδρύουν τους αναιρετικούς αυτούς λόγους, αφού "πράγματα" δεν αποτελούν οι αποδείξεις και τα περιστατικά, που προκύπτουν από τις αποδείξεις, τα επικληθέντα αποδεικτικά μέσα και το περιεχόμενό τους.

Κατ' ακολουθία τούτων, εφ' όσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως κατά της 4741/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, στο σύνολο της.

Η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζονται στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ (άρθρα 106, 191 παρ.2, 183, 176 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση αναιρέσεως κατά της 4741/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 10 Δεκεμβρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 8 Απριλίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ