366/2019 · 366/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Summary
AI generatedΑπόφαση 366 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 366/2019 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη - Εισηγητή, Θεόδωρο Καν...
Full Text of the Judgment · 366/2019
Απόφαση 366 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 366/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη - Εισηγητή, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Δεκεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Λ. Π. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χριστίνα - Μαρία Νικολοπούλου. Του αναιρεσιβλήτου: Π. Σ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-2-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9146/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 14535/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27-11-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. ...25/14.2.2018 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Θεσσαλονίκης Κ. Χ.-Μ., την οποία προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσείων, ακριβές αντίγραφο της από 27.11.2017 αιτήσεως αναιρέσεως, με την πράξη καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ορισθείσα δικάσιμο της 10ης Δεκεμβρίου 2018, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, στον αναιρεσίβλητο ο οποίος όμως δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με τη σειρά του πινακίου. Επομένως, πρέπει να δικασθεί ερήμην και να προχωρήσει η συζήτηση της αιτήσεως παρά την απουσία του, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Σύμφωνα με το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν 4335/2015, "κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς, Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης." Εξ αντιθέτου συνάγεται ότι κατά των αποφάσεων των ως άνω δικαστηρίων δεν επιτρέπεται αναίρεση για τους λοιπούς, αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, λόγους, μεταξύ των οποίων και εκείνος του αριθμού 16 που ιδρύεται "αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίστηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη". Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, κατά τον οποίο το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφασή του ως δικαστήριο δεύτερου βαθμού επί εφέσεως κατά αποφάσεως Ειρηνοδικείου, δέχτηκε κατά παράβαση του νόμου ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση την υπ' αριθ. 425/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που όμως εξαφανίστηκε ύστερα από αναίρεση, είναι απαράδεκτος, αφού τέτοιος λόγος δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των περιοριστικά απαριθμούμενων στο άρθρο 560 ΚΠολΔ λόγων.- Εξάλλου, ο από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης (αντίστοιχος του αριθμού 1 του άρθρου 559 ) ιδρύεται μόνο όταν πρόκειται για παραβίαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, όχι δε και δικονομικών διατάξεων, όπως είναι οι διατάξεις που ρυθμίζουν τις προϋποθέσεις δημιουργίας δεδικασμένου κατά τα άρθρα 321 επ. ΚΠολΔ οι οποίες εντάσσονται, ως εκ του περιεχομένου τους, στο πλαίσιο των δικονομικών και όχι των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων (ΑΠ 1559/2017, ΑΠ 1320/2010). Επομένως, και ο πέμπτος από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγος της αιτήσεως, κατά τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε με ψευδή ερμηνεία τη διάταξη του άρθρου 331 ΚΠολΔ, δεχθείσα ότι από την προαναφερόμενη υπ' αριθ. 425/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης γεννήθηκε δεδικασμένο "για τα πραγματικά περιστατικά που διαλαμβάνονται σ' αυτήν", με αποτέλεσμα να απορρίψει τους αντίθεους λόγους της εφέσεώς του, είναι απαράδεκτος, ενόψει του δικονομικού χαρακτήρα των περί δεδικασμένου διατάξεων.
Κατά τη διάταξη του αριθμού 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (ταυτόσημου με εκείνο του αριθμού 8 του άρθρου 559), λόγος αναίρεσης ιδρύεται και αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, αποτελούν οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν το ουσιαστικό δικαίωμα που αξιώνεται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση, όχι όμως και οι αρνητικοί ισχυρισμοί οι οποίοι συνέχονται με την ιστορική βάση της, αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνησή της και αποκρούονται από την απόφαση με την παραδοχή, ολικά ή μερικά, των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, ούτε τα νομικά, πραγματικά ή αποδεικτικά επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 933/2014).
Εν προκειμένω, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων με την υπό κρίση από 20.2.2012 αγωγή του, την οποία απηύθυνε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου, ισχυρίσθηκε ότι ο τελευταίος προσέβαλε την προσωπικότητά του γιατί, σε ένορκη βεβαίωση που έδωσε στον Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, για να χρησιμοποιηθεί ως επώνυμο αποδεικτικό μέσο σε δίκη μισθωτικής διαφοράς μεταξύ αυτού και τρίτων, κατέθεσε σε βάρος του εν γνώσει ψευδή περιστατικά. Ζήτησε δε να του επιδικασθεί ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 20.000 ευρώ. Ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι με την από 29.1.2015 έφεσή του κατά της υπ' αριθ. 9146/2014 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, που απέρριψε την ως άνω αγωγή του ως αβάσιμη, δεχθέν ότι όσα κατέθεσε ο εναγόμενος ήταν αληθή, πρόβαλε και τους διαλαμβανόμενους στους πρώτο, δεύτερο, τρίτο και τέταρτο λόγους ισχυρισμούς ότι: α) δεν συνέτρεχε λόγος ερμηνείας της μισθωτικής συμβάσεως, περί της οποίας κατέθεσε ο εναγόμενος, β) δεν υπήρχε πραγματικό ελάττωμα στο μίσθιο, γ) δεν συνομολογήθηκε όρος που να εξαρτά το κύρος της μίσθωσης από τη δυνατότητα εσωτερικής συνδέσεως των δύο μισθίων ορόφων και δ) υπήρχε πλήρης γνώση της μισθώτριας για τη δυνατότητα αυτή. Πρόβαλε, επίσης, με το δεύτερο λόγο της έφεσης και τον ισχυρισμό ότι κατά της υπ' αριθ. 425/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που είχε εκδοθεί μεταξύ αυτού και της μισθώτριας, εκκρεμούσε αναίρεση ενώπιον του Αρείου Πάγου με θετική εισήγηση του εισηγητή αρεοπαγίτη. Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Μονομελές Πρωτοδικείου, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη τους ανωτέρω ισχυρισμούς του που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αναφορικά με το ψευδές της καταθέσεως του εναγομένου και της εις βάρος του συναφούς αδικοπραξίας. Σύμφωνα όμως και με τις προπαρατιθέμενες αιτιολογίες, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, γιατί οι ανωτέρω ισχυρισμοί που προβλήθηκαν με την έφεση, προς υποστήριξη της βασιμότητας της απορριφθείσας αγωγής, δεν είναι αυτοτελείς, αλλά πραγματικά και νομικά επιχειρήματα, στερούμενα αυτοτέλειας, και επομένως δεν συνιστούν πράγματα κατά την έννοια του αριθμού 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Μονομελές Πρωτοδικείου, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη την επαναφερθείσα με το εφετήριο δικονομική ένστασή του ότι το από 29.1.2008 ανυπόγραφο έγγραφο, που προσκόμισε και επικαλέστηκε ο εναγόμενος, στερούνταν αποδεικτικής δύναμης. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος διότι από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο έλαβε υπόψη την ένσταση αυτή και την απέρριψε, δεχθέν ότι πληροί τις νόμιμες προϋποθέσεις αποδεικτικού εγγράφου. Η δε εμπεριεχόμενη στον ίδιο λόγο αιτίαση ότι τελικά το δικαστήριο της ουσίας με την κρίση αυτή έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει, είναι απαράδεκτη, αφού τέτοιος λόγος (αντίστοιχος εκείνου του αριθμού 11α του άρθρου 559 ΚΠολΔ) δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των περιοριστικά απαριθμούμενων στο άρθρο 560 ΚΠολΔ λόγων.- Κατά την έννοια του άρθρου 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης υπάρχει όταν τα αναφερόμενα στην ελάσσονα σκέψη του δικανικού συλλογισμού πραγματικά γεγονότα εκτίθενται τόσον ατελώς ή ασαφώς, ώστε να μη μπορεί να διαπιστωθεί αν αυτά ανταποκρίνονται ή μη στο πραγματικό του εφαρμοζόμενου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ή κατ' άλλη έκφραση, αν έγινε ορθή ή λαθεμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον εφαρμοζόμενο κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Από αυτά παρέπεται ότι η κατά τα ανωτέρω ελαττωματικότητα των αιτιολογιών, η σχετική με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν δημιουργεί τον υπό εξέταση λόγο αναίρεσης, αν το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς. Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως (αναφορικά με την αλήθεια του βεβαιωθέντος από τον εναγόμενο γεγονότος ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ζήτησε και έλαβε 60.000 ευρώ ως "αέρα" για τη σύναψη της ένδικης μίσθωσης) τα ακόλουθα: "Ο ισχυρισμός του ενάγοντος και οι αντίστοιχοι 6ος, 8ος, και 10ος λόγοι έφεσης, ότι τα κατατεθέντα στο λογαριασμό της θυγατέρας του εναγομένου εφεσιβλήτου, χρήματα, δεν ήταν ο "αέρας", προκειμένου να προβούν οι συνιδιοκτήτες σε αγορά και του πρώτου ορόφου της οικοδομής και να μισθώσουν ενιαία στην "Γ." με το υφιστάμενο κατάστημα του ισογείου, όπως αναφέρει ο εναγόμενος στην ένορκη βεβαίωσή του, αλλά αφορούσαν εμπορικές δοσοληψίες της τελευταίας με την μισθώτρια εταιρία, δεν αποδείχθηκε, δεδομένου ότι η μισθώτρια ήταν προμηθεύτρια της θυγατέρας του και κατά την χρονική εκείνη περίοδο όφειλε σ' αυτήν (μισθώτρια εταιρία) το ποσό των 500.000 ευρώ και ως εκ τούτου η τελευταία δεν είχε κανένα λόγο να καταθέτει χρήματα στο λογαριασμό της πελάτισσας της. Εάν δε πράγματι αφορούσε μεσιτική αμοιβή του εφεσιβλήτου, όπως ισχυρίζεται ο εκκαλών, για την μεσολάβηση του εναγομένου-εφεσιβλήτου για λογαριασμό της μισθώτριας "Γ." στις επικοινωνίες-συνομιλίες με την πλευρά των συνιδιοκτητών (μεταξύ των οποίων και ο εκκαλών) σχετικά με την αγορά και την εν συνεχεία εκμίσθωση των διαμερισμάτων του 1ου ορόφου της οικοδομής, αυτή προφανώς και θα είχε δοθεί με την υλοποίηση της συμφωνίας, ή μετά από αυτήν, και όχι πάντως πριν την κατάρτισή της. Όπως όμως προέκυψε ο εναγόμενος-εφεσίβλητος εισέπραξε το ως άνω ποσό των 60.000 ευρώ ως μεσάζοντας, λόγω της φιλικής του σχέσης με την οικογένεια Γ., μεταξύ των δύο πλευρών, κατά τα συμφωνηθέντα μεταξύ τους. Τα ανωτέρω πλήρως επιβεβαιώνονται και από την με αριθμό ..06/12-12-2012 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, της μεσίτριας, Ν. -Μ. Ρ. συζ. Θ. Σ., η οποία λήφθηκε μετά από εμπρόθεσμη και νομότυπη κλήτευση του αντιδίκου, δυνάμει της με αριθμό …1/10-12-2012 έκθεσης επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, Φ. Ε., η οποία μεσολάβησε για την υλοποίηση της αγοράς από τους εκμισθωτές και του 1ου ορόφου της εν λόγω οικοδομής ..." Το Εφετείο, κρίνοντας με τις ανωτέρω παραδοχές ότι η αγωγή ήταν αβάσιμη, περιέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον έλεγχο από τον Άρειο Πάγο της ορθής εφαρμογής των ουσιαστικού δικαίου κανόνων των άρθρων 57, 914 και 932 ΑΚ, τους οποίους ορθά δεν εφάρμοσε, είναι δε αβάσιμος ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως από το άρθρο 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ που υποστηρίζει τα αντίθετα. Δεν δημιουργεί αντίφαση η αναφορά ότι ο εναγόμενος ενεργούσε ως "μεσάζων" και παρά ταύτα δεν έλαβε καμία αμοιβή, αφού η αναφερόμενη έννοια του "μεσάζοντα" εν προκειμένω δεν αντιστοιχεί στην κατά νομική κυριολεξία έννοια του μεσίτη αστικών συμβάσεων, που όντως απαιτεί οπωσδήποτε καταβολή μεσιτικής αμοιβής, αλλά χρησιμοποιείται με την έννοια της φιλικής διαμεσολαβήσεως. Το πόρισμα δε της πληττόμενης απόφασης είναι σαφές ότι ο εναγόμενος δεν κατέθεσε ψευδή. Κατόπιν τούτων, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος δεν επιδικάζονται αφού ο αναιρεσίβλητος λόγω της ερημοδικίας του δεν υποβλήθηκε σε δικαστική δαπάνη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27 Νοεμβρίου 2017 αίτηση του Λ. Π. για αναίρεση της υπ' αριθ. 14.535/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.-
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Φεβρουαρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Μαρτίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ