Legislator Case Law & Legislation
366/2018 AI generated

366/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 366/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 366 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated
366/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 366 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) «Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.»

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 366 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 366/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Δεκεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Θεοδώρα Καραχάλιου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Ν. του Α., κατοίκου ..., 2) Ρ. Σ. του Σ., κατοίκου ..., 3) Δ. Μ. Ο. του Μ., κατοίκου ..., 4) Ι. Ι. του Χ., κατοίκου ..., 5) Ι. Σ. Ν. του Μ., κατοίκου ..., 6) Ά. χας Ι. Π., το γένος Ν. Κ., κατοίκου ..., 7) Ζ. Α., το γένος Ι. Π., κατοίκου ..., 8) Ε. συζ. Χ. Ζ., το γένος Ι. Π., κατοίκου ..., 9) Φ. Π. του Γ., κατοίκου ..., 10) Χ. Π. του Γ., κατοίκου ..., 11) Α. Κ. του Π., κατοίκου ..., 12) Μ. Α. του Α., κατοίκου ... και 13) Γ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με αριθμ. εκθ. καταθ. …2009 αίτηση προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης του ήδη αναιρεσείοντος (μετά την έκδοση της 118/2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Θράκης και συνεκδικάστηκε με την με αριθμ. εκθ. καταθ. …2009 αίτηση του ιδίου, καθώς και με τις ανταιτήσεις και παρεμβάσεις των καθ’ ων οι αιτήσεις και ήδη αναιρεσιβλήτων.

Εκδόθηκε η 85/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 7-6-2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δημητρούλα Υφαντή διάβασε την από 1-4-2016 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού, τότε Αρεοπαγίτη και νυν Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σακκά, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 7-6-2010 αιτήσεως για αναίρεση της με αριθμό 85/2010 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις διατάξεις του άρθρου 576 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι ή αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν ο τελευταίος κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως. Στην περίπτωση που η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς τους απολειπόμενους διαδίκους, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, ενώ η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όλους τους διαδίκους και κλήθηκαν ή εκπροσωπούνται νόμιμα (β’ εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρ. 576 ΚΠολΔ, όπως προστέθηκε με το άρθρ. 62 του ν. 4139/2013). Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. γ’ και δ’ του ΚΠολΔ που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατά το άρθρο 575 εδ. β’ του ιδίου Κώδικος, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που θα συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προϋπόθεση όμως της εγκυρότητος της κλητεύσεως αυτής, συνεπεία της αναβολής της υποθέσεως και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο, είναι ότι ο απολειπόμενος ή μη νομίμως παραστάς κατά την μετ’ αναβολή συζήτηση διάδικος είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί στη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υποθέσεως ή είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλητεύσεως αυτού κατά την αρχική δικάσιμο. Αντιθέτως, αν κατά την αρχική δικάσιμο ο απολειπόμενος ή μη νομίμως παραστάς κατά τη μετ’ αναβολή συζήτηση διάδικος δεν επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση ή δεν είχε κλητευθεί νομίμως να παραστεί, κατά την αρχική δε αυτή δικάσιμο δεν παραστάθηκε νομίμως, ήτοι μετά ή διά του έχοντος ρητή πληρεξουσιότητα δικηγόρου του, η αναβολή της υποθέσεως και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο για τη νέα μετ’ αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευσή του για τη δικάσιμο αυτή, αφού η μη νομιμότητα ή η έλλειψη της επισπεύσεως ή της κλητεύσεώς του κατά την αρχική δικάσιμο δεν καλύφθηκε λόγω της μη νομίμου παραστάσεώς του κατ’ αυτήν (ΑΠ 314/2010). Στην προκειμένη περίπτωση, φέρεται προς συζήτηση η υπό κρίση από 7-6-2010 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 85/2010 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, με την οποία καθορίστηκε οριστική τιμή μονάδος για ακίνητα που έχουν απαλλοτριωθεί υπέρ του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου. Η συζήτηση της υποθέσεως προσδιορίστηκε αρχικά κατά το άρθρο 568 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔ για τη δικάσιμο της 15.4.2016, κατά την οποία η συζήτηση αναβλήθηκε για την δικάσιμο της 13.1.2017, κατά την οποία η συζήτηση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (1.12.2017). Όπως προκύπτει από τις υπ’ αριθ. ...18.5.2017, ... /23.5.2017, ... /23.5. 2017 και ...18.5.2017 εκθέσεις επιδόσεως αντίστοιχα, του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Θράκης, Δ. Κ., που επικαλείται και προσκομίζει το αναιρεσείον, ακριβή αντίγραφα: α) της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως μετά των πράξεων καταθέσεως, ορισμού τμήματος, ορισμού δικασίμου συζητήσεως, ορισμού εισηγητή και εγγραφής στο πινάκιο και β) των υπ’ αριθ. 2/2017 πρακτικών της 13.1.2017 συνεδριάσεως του δικαστηρίου τούτου, από τα οποία προκύπτει η αναβολή συζητήσεως της υποθέσεως για τη δικάσιμο της 1.12.2017, σε κεκυρωμένο αντίγραφο και κλήσεως προ συζήτηση της υποθέσεως, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα με την επιμέλεια του επισπεύδοντος την συζήτηση αναιρεσείοντος διά της πληρεξουσίας Δικηγόρου του Παρέδρου Ν.Σ.Κ. Θ. Κ. στους (πρώτο), Χ. Ν., (έκτη), Ά. χήρα Ι. Π., (εβδόμη), Ζ. Α., (ογδόη), Ε. συζ. Χ. Ζ., (ένατο), Φ. Π., (δέκατο), Χ. Π., (δωδέκατο), Μ. Α. του Α. και (δέκατο τρίτο), Γ. Μ. του Δ., των αναιρεσιβλήτων, με την πρώτη από τις πιο πάνω εκθέσεις επιδόσεως. Εξ άλλου, με την δεύτερη από τις πιο πάνω εκθέσεις επιδόσεως επιδόθηκαν τα ίδια πιο πάνω δικόγραφα προς τον δεύτερο των αναιρεσιβλήτων Ρ. Σ., νομίμως και εμπροθέσμως, με την τρίτη από τις πιο πάνω εκθέσεις επιδόσεως επιδόθηκαν τα ίδια πιο πάνω δικόγραφα νομίμως προς τον τρίτο των αναιρεσίβλητων Δ. Μ. Ο. και με την τετάρτη των πιο πάνω εκθέσεων επιδόσεως επιδόθηκαν τα ίδια πιο πάνω δικόγραφα νομίμως και εμπροθέσμως προς τους τέταρτο και πέμπτο των αναιρεσιβλήτων Ι. Ι. του Χ. και Ι. Σ. Ν. του Μ.. Ειδικά για τους πρώτο, έκτη, εβδόμη, ογδόη, ένατο, δέκατο, δωδέκατο και δέκατο τρίτο αντίστοιχα, η επίδοση ενιαία έγινε προς τον Κ. Μ., Δικηγόρο Ξάνθης, αντίκλητο των προς ων η επίδοση κατά τις διατάξεις του άρθρου 143 παρ. 1 Κ.ΠολΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το ν. 433/2015 και το άρθρο 6Α του Δ/τος της 26-6/10.7.1944 περί Κώδικος των Νόμων περί δικών του Δημοσίου, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 46 παρ. 3 του Ν. 4305/2014 με βάση το οποίο για τις δίκες του δημοσίου αντίκλητος θεωρείται ο παραστάς για λογαριασμό του διαδίκου στο ακροατήριο του αρμόδιου Δικαστηρίου, ανεξαρτήτως της αποδείξεως της πληρεξουσιότητάς του. Εξ άλλου, η επίδοση για τους τέταρτο και πέμπτο των αναιρεσιβλήτων έγινε ενιαία με τις ίδιες πιο πάνω προϋποθέσεις Ε. Π., Δικηγόρο Ξάνθης (βλ. τα υπ’ αριθμ. 85/2010 πρακτικά συνεδριάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης). Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, όλοι οι αναιρεσίβλητοι (πλην του ενδεκάτου Α. Κ. περί του οποίου κατωτέρω), δεν παρέστησαν κατά την ίδια δικάσιμο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο του δικαστηρίου ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο Δικηγόρο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Εφόσον όμως οι ίδιοι αναιρεσίβλητοι κλητεύθηκαν κατά τα προαναφερθέντα νομίμως και εμπροθέσμως για την ίδια δικάσιμο, πρέπει να θεωρηθούν σαν να ήταν παρόντες κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ και να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους, εφόσον πρόκειται για υπόθεση στην οποία δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αναγκαίας ομοδικίας.

Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου τούτου προκύπτει επίσης ότι κατά την εκφώνηση της υποθέσεως δεν εμφανίσθηκε κατά την ίδια δικάσιμο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο Δικηγόρο ο ενδέκατος των αναιρεσιβλήτων Α. Κ.. Από την υπ’ αριθμ. .../2017 έκθεση επιδόσεως του ίδιου πιο πάνω δικαστικού επιμελητή προκύπτει ότι ο εν λόγω αναιρεσίβλητος κατά δήλωση του παραλαβόντος τα πιο πάνω προς επίδοση δικόγραφα γιου του Η. Κ. απεβίωσε και ότι ο ίδιος είναι νόμιμος κληρονόμος του. Όπως εκθέτει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με τις έγγραφες προτάσεις του, μετά από έρευνα εξ αφορμής της πιο πάνω δηλώσεως ο αναιρεσίβλητος Α. Κ. είχε αποβιώσει την 6-12-1998, σύμφωνα με την προσκομιζόμενη υπ’ αριθ. ...12.1998 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξίαρχου Ξάνθης, ήτοι πριν από την άσκηση της από 30.5.2008 με αριθ. καταθέσεως ...2008 αιτήσεως του Ελληνικού Δημοσίου για τον καθορισμό προσωρινής τιμής μονάδος και της από 5.2.2009 αιτήσεως του Ελληνικού Δημοσίου για τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδος. Εξ άλλου κατά την εκδίκαση της αίτησης προσωρινής τιμής μονάδος ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, η ένδικη τότε αίτηση επιδόθηκε με την υπ’ αριθμ. .../5.6.2008 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ξάνθης Μ. Τ. προς τον σύνοικο ξάδελφό του Π. Κ. χωρίς να δηλωθεί τότε προς το όργανο επιδόσεως ότι ο προς ον η επίδοση Α. Κ. έχει αποβιώσει από το 1998, με αποτέλεσμα η δίκη της προσωρινής τιμής να χωρήσει και ως προς τον πιο πάνω αναιρεσίβλητο. Εξ άλλου, και η πιο πάνω αίτηση οριστικής τιμής μονάδος ενώπιον του Εφετείου Θράκης επιδόθηκε με την υπ’ αριθ. ...4.3.2009 έκθεση επιδόσεως του ίδιου δικαστικού επιμελητή προς τον σύνοικο αδελφό του Α. Κ., Σ. Κ., χωρίς να δηλωθεί ότι ο προς ον η επίδοση έχει αποβιώσει, με αποτέλεσμα και η δίκη εκείνη της οριστικής τιμής μονάδος να χωρήσει και πάλι ως προς τον Α. Κ.. Με τα πιο πάνω δεδομένα, δεν είναι δυνατόν με την πιο πάνω γνωστοποίηση του θανάτου του εν λόγω αναιρεσίβλητου να επέλθει διακοπή της δίκης κατά τις διατάξεις των άρθρων 286 παρ. α’ και 287 παρ. 1 ΚΠολΔ και επανάληψη αυτής με τους εμφανιζομένους ως κληρονόμους του, αφού δεν είναι δυνατόν να νοηθεί στην προκειμένη υπόθεση ως προς αυτόν τον αποβιώσαντα διακοπή δίκης, αφού αυτός στην πραγματικότητα δεν υπήρξε ποτέ διάδικος, ούτε στη δίκη καθορισμού προσωρινής τιμής μονάδος, ούτε στη δίκη οριστικού καθορισμού τιμή μονάδος στο Εφετείο, αλλά ούτε και στην παρούσα δίκη, αφού αυτός ήταν πάντοτε ανύπαρκτος διάδικος ως αποβιώσασας πολύ προ της ασκήσεως των δύο ενδίκων αιτήσεων (προσωρινής και οριστικής αποζημιώσεως) και ως εκ τούτου δεν ήταν δυνατόν να καθιδρυθεί ως προς αυτόν η έννομη σχέση της δίκης, με συνέπεια κατά το άρθρο 313 ΚΠολΔ η προσβαλλόμενη με την ένδικη αίτηση αναίρεσης απόφαση να θεωρείται ως προς τον αποβιώσαντα αναιρεσίβλητο ανυπόστατη κατ’ άρθρο 313 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 27/1987). Αυτό δε ανεξάρτητα από το γεγονός ότι πρόκειται για ελάττωμα εσωτερικό της διαδικασίας, ως εκ της διενέργειας διαδικαστικών πράξεων χωρίς την ύπαρξη ενός διαδίκου ως υποκειμένου της δίκης, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η συγκεκριμένη ανωμαλία δεν οφείλεται σε παραδρομή του αναιρεσείοντος-αιτούντος Ελληνικού Δημοσίου. Πρέπει επομένως, να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως ως προς τον ενδέκατο αναιρεσίβλητο Α. Κ.

ΙΙ. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, η αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και ...1998). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999). Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 13 παρ. 1 εδαφ. γ’ του ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), "ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνονται υπόψη ιδίως η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζονται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων τα οποία συντάχθηκαν κατά το χρόνο κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριωμένου (άρθρο 9 § 1 ν. 3193/2003)". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι τα δικαστήρια κατά τον καθορισμό τιμής μονάδας αποζημίωσης ακινήτου, που εμπίπτει στο ισχύον σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας του, υποχρεούνται να λαμβάνουν υπόψη και την αντικειμενική αξία αυτού, καθώς και των ομόρων και ομοειδών προς αυτό ακινήτων, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ως ασφαλές και αντικειμενικό μέτρο κρίσης για την εξεύρεση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου, η οποία πάντως σε καμιά περίπτωση δεν δεσμεύει τη δικαστική κρίση για την πραγματική αξία του. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής τα διαγραφόμενα κριτήρια δεν είναι αποκλειστικά και υποχρεωτικά για τα δικαστήρια για τη διάγνωση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριουμένου κατά τον κρίσιμο χρόνο, έτσι ώστε να θεωρείται ότι παραβιάζεται στην περίπτωση που το δικαστήριο δεν τα λάβει υπόψη του ή θα λάβει υπόψη του άλλα τέτοια. Το δικαστήριο μπορεί να στηρίζει την κρίση του για την πραγματική αξία του απαλλοτριουμένου ακινήτου, ενόψει της χρησιμοποίησης στην ανωτέρω διάταξη της λήξης "ιδίως" σε κάθε πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, αφού το αξιολογήσει προσηκόντως. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι με την αριθμό 1043037/3128/0010/4-6-2007 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομίας και οικονομικών και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (ΦΕΚ 250/18-6-2007, τεύχος Δ’ ), κηρύχθηκε αναγκαστικά απαλλοτριωτέα για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την κατασκευή της Εγνατίας Οδού στο τμήμα από Ανατολικό Στόμιο Σήραγγας ... (τμήμα 14.2.1), έκταση συνολικού εμβαδού 15.063,89 τ.μ., που βρίσκεται στην περιοχή του Δήμου .... Κατέληξε δε στο συμπέρασμα ότι η αξία των απαλλοτριωθέντων ακινήτων ανέρχεται σε 15 ευρώ ανά τ.μ., εκτός του ακινήτου ... που ορίζεται σε 20 ευρώ ανά τ.μ. Για την κρίση του αυτή, αφού έλαβε υπόψη και τις καταθέσεις των διαδίκων, συνεκτίμησε ως συγκριτικά στοιχεία, μεταξύ άλλων, και το από 28-1-2004 πρακτικό πλειοδοτικής δημοπρασίας ακινήτου, ιδιοκτησίας του Ελληνικού Δημοσίου, έκτασης 29.078 τ.μ., που κείται στη θέση του οικισμού ... Νομού Ξάνθης, την 100/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης και την 24/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, με τις οποίες καθορίστηκε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης για ακίνητα της ίδιας απαλλοτρίωσης. Με την κρίση του αυτή διέλαβε σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες σε σχέση με το ζήτημα της αξίας των απαλλοτριωθέντων ακινήτων. Νομίμως δε έλαβε υπόψη τα ανωτέρω έγγραφα ως συγκριτικά στοιχεία για τον καθορισμό της αξίας αυτών, αφού τα ενδεικτικώς αναφερόμενα στην ως άνω διάταξη κριτήρια της αξίας των ομόρων και ομοειδών προς αυτά ακινήτων και του τιμήματος συμβολαίων μεταβίβασης κυριότητας παρακειμένων ακινήτων δεν είναι αποκλειστικά, ούτε και υποχρεωτικά. Έτσι καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 13 παρ. 1 εδ. γ’ του ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.) και ο αντίθετος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

ΙV. Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) σε περίπτωση αναγκαστικής απαλλοτριώσεως τμήματος ακινήτου, εξ αιτίας της οποίας το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη υφίσταται σημαντική υποτίμηση της αξίας του για την χρήση για την οποία προορίζεται, με την ίδια απόφαση, για τον καθορισμό της αποζημιώσεως, προσδιορίζεται και ιδιαιτέρα αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη, η οποία καταβάλλεται μαζί με την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο. Από την διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.ΔΑ, συνάγεται ότι, για να είναι πλήρης η αποζημίωση, η οποία οφείλεται ως αντάλλαγμα για την στέρηση της ιδιοκτησίας, πρέπει να περιλαμβάνει όχι μόνον την αξία του απαλλοτριουμένου τμήματος του ακινήτου, αλλά και την ζημία, την οποία υφίσταται ο ιδιοκτήτης, επειδή το τμήμα που του απομένει, μετά την απαλλοτρίωση, υφίσταται σημαντική μείωση της αξίας του. Στην περίπτωση αυτή, κατά την οποία το απομένον τμήμα υφίσταται σημαντική μείωση της αξίας του ο ιδιοκτήτης του δικαιούται να ζητήσει τον καθορισμό και την παροχή ιδιαιτέρας αποζημιώσεως, είτε κατά την δίκη του προσωρινού καθορισμού, είτε κατ’ αυτήν του οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως, για το τμήμα που απαλλοτριώθηκε, η αποζημίωση δε αυτή καλύπτει όχι μόνο την, εκ της απαλλοτριώσεως και μόνο της εκτάσεως του όλου ακινήτου, ζημία, αλλά και εκείνη που επήλθε από την εκτέλεση του έργου, για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση του μέρους του ακινήτου. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανέλεγκτα, ως προς το ζήτημα του καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για το τμήμα που απομένει από το αγροτεμάχιο ... των 4ου και 5ου των αναιρεσιβλήτων Ι. Ι. του Χ. και Ι. Σ. Ν., τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Περαιτέρω ως προς την δεύτερη κρινομένη αίτηση προέκυψε ότι το αγροτεμάχιο με ..., με φερόμενους ιδιοκτήτες τους καθών, συνολικής έκτασης 1.125 τ.μ. με αριθμό τεμαχίου …, κατηγορίας Β, συνορεύει ανατολικά και δυτικά με κοινόχρηστη έκταση, βόρεια με ιδιοκτησία ... και νότια με ιδιοκτησία Μ. Δ. Μ. Από αυτό απαλλοτριώνεται έκταση 1.037 τ.μ. και απομένει τμήμα, έκτασης 87,84 τ.μ., που κείται εκατέρωθεν του δρόμου με μεγάλη υψομετρική διαφορά από αυτόν. Είναι ασύμφορη η καλλιέργεια, δεν είναι δυνατή η εκμίσθωση ή οποιαδήποτε άλλη εκμετάλλευση, με αποτέλεσμα να αχρηστεύεται πλήρως. Ήδη με την 53/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, που εκδόθηκε κατόπιν αιτήσεως των καθών, προσδιορίστηκε ιδιαίτερη αποζημίωση για το εναπομείναν τμήμα της ... ιδιοκτησίας σε ποσοστό 100% επί της ανά τ.μ. αξίας του απαλλοτριωμένου τμήματος. Ενώ με την προαναφερόμενη απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, 118/2008, καθορίστηκε προσωρινή αποζημίωση για τα απαλλοτριούμενα, μεταξύ των οποίων το αγροτεμάχιο ..., στο ποσό των 15 ευρώ ανά τ.μ. Ενόψει των ανωτέρω συντρέχει περίπτωση καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για το εναπομείναν τμήμα της ως άνω ιδιοκτησίας και όσα αντίθετα υποστηρίζονται με τη δεύτερη υπό κρίση αίτηση (...2009) είναι αβάσιμα". Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο διέλαβε σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για το ανωτέρω εναπομείναν τμήμα του παραπάνω ακινήτου λαμβάνοντας υπόψη ως κριτήρια αυτής το ασύμφορο της καλλιέργειας, το αδύνατο της εκμίσθωσης ή οποιαδήποτε άλλης εκμετάλλευσης, λόγω της μικρής έκτασης αυτού. Έτσι δεν παραβίασε ευθέως την ανωτέρω διάταξη, ούτε εκ πλαγίου και ο αντίθετος από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

V. Από τις διατάξεις του άρθρου 18 παρ. 4 του Ν. 2882/ 2001, προκύπτει ότι: α) η δικαστική δαπάνη βαρύνει τον υπόχρεο προς αποζημίωση και επιδικάζεται από το δικαστήριο με την ίδια απόφαση, β) η εκκαθάριση της δικαστικής δαπάνης γίνεται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις, γ) το άρθρο 22 του Ν. 3693/1957 δεν εφαρμόζεται, δ) η απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου, με την οποία καθορίζεται η προσωρινή τιμή μονάδας, αποτελεί ως προς την καθορισθείσα προσωρινή τιμή μονάδας αλλά και ως προς τη δικαστική δαπάνη τίτλο εκτελεστό εις βάρος του υπόχρεου προς αποζημίωση, μόνο εάν και οι δύο διάδικοι αποδέχθηκαν την απόφαση ή παρήλθε άπρακτη η προθεσμία άσκησης αίτησης του οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης, ε) σε περίπτωση που ο δικαιούχος της αποζημίωσης συμμετείχε στη δίκη του προσωρινού προσδιορισμού στο Μονομελές Πρωτοδικείο και αποδέχθηκε την απόφαση με την μη άσκηση εμπρόθεσμα αίτησης για οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης στο Εφετείο οριστικοποιείται ως προς αυτόν η καθορισθείσα προσωρινά τιμή μονάδας, όχι όμως και η περί δικαστικής δαπάνης αντίστοιχη διάταξη του Μονομελούς Πρωτοδικείου για την αντίστοιχη ιδιοκτησία του, εάν ο υπόχρεος προς αποζημίωση άσκησε εμπρόθεσμα αίτηση στο Εφετείο για οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης για την ίδια ιδιοκτησία, οπότε το Εφετείο αποφαίνεται ενιαίως τόσο για τη δικαστική δαπάνη της ενώπιον αυτού διαδικασίας, όσο και για τη δικαστική δαπάνη του προσωρινού προσδιορισμού της αποζημίωσης σε συνδυασμό με τα προαναφερθέντα στην με στοιχείο δ) της παρούσας παραγράφου σκέψεις και στ) η δίκη του προσωρινού ή οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης του απαλλοτριουμένου ακινήτου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 18, 19 και 20 του ίδιου ως άνω νόμου, ένα είναι το αντικείμενο της δίκης, δηλαδή ο προσδιορισμός της αποζημίωσης (προσωρινός ή οριστικός) και συνεπώς μία αμοιβή του δικηγόρου ορίζεται σε ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου της δίκης (άρθρα 100 παρ. 1, 114 παρ. 5 Κώδικα Δικηγόρων. Έτσι, σε περίπτωση άσκησης εμπρόθεσμης αίτησης για τον προσδιορισμό της οριστικής αποζημίωσης στο Εφετείο, μετά τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης, η δικαστική δαπάνη περιλαμβάνει: 1) τα γενόμενα για τη διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης έξοδα που ήταν απαραίτητα (άρθρο 189 παρ. 1 ΚΠολΔ), 2) την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου για την παράστασή του ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου, καθώς και την παράστασή του ενώπιον του εφετείου (άρθρα 109 και 111 Κώδικα Δικηγόρων) και 3) την αμοιβή του δικαιούχου σε ποσοστό επί της καθοριζόμενης οριστικής αποζημίωσης και ειδικότερα: α) από ποσοστό 2% για τη σύνταξη της αίτησης ή ανταίτησης ή κύριας παρέμβασης, β) από ποσοστό 1% για τη σύνταξη προτάσεων επί της αίτησης ή της κύριας παρέμβασης και γ) 2% για την άσκηση ανταίτησης με τις προτάσεις ή κύριας παρέμβασης με τις προτάσεις ή τη σύνταξη απλών προτάσεων του καθού, κατά τις διατάξεις των άρθρων 100 παρ. 1, 103, 107 παρ. 1 και 110 παρ. 3 του Κώδικα περί Δικηγόρων. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού απέρριψε την συνεκδικασθείσα αυτοτελή με αριθμό ...2009 αίτηση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας για την ιδιοκτησία των αναιρεσιβλήτων - καθών η αίτηση, οι οποίοι αποδέχθηκαν την απόφαση για τον προσωρινό προσδιορισμό, στη συνέχεια, με το να καθορίσει ως αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου των 4ου και 5ου των αναιρεσιβλήτων σε ποσοστό 3% επί της συνολικής ιδιαίτερης αποζημίωσης, αφού έλαβε υπόψη την αμοιβή που αυτός δικαιούται για τη σύνταξη της αιτήσεως αυτών για καθορισμό της προσωρινής ιδιαίτερης αποζημίωσης για το εναπομείναν τμήμα του απαλλοτριωθέντος ... ακινήτου τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 53/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, καθώς και για τη σύνταξη των προτάσεων και στα δύο δικαστήρια, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ανωτέρω διατάξεις.

Συνεπώς, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ αντίθετος τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Μετά τα παραπάνω πρέπει ν’ απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης χωρίς να συντρέχει περίπτωση επιβολής δικαστικής δαπάνης σε βάρος του ηττωμένου Ελληνικού Δημοσίου λόγω της ερημοδικίας όλων των αναιρεσιβλήτων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης ως προς τον ενδέκατο αναιρεσίβλητο Α. Κ..

Και

Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 7.6.2010 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 85/2010 απόφασης του Εφετείου Θράκης.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιανουαρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Φεβρουαρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ