Legislator Swiss Legal AI Agent European & Swiss Legal Corpus
366/2017 AI generated

366/2017 · 366/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 366/2017
Court / Authority
Decision Date
Jurisdiction Greece · Case Law (EL)

Decision Summary (Facts, Holding & Outcome)

AI generated

Απόφαση 366 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 366/2017 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ’ Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο κÎ...

Headnote / Official Regeste

AI generated
Απόφαση 366 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 366/2017 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ’ Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο κÎ...

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full Text of the Judgment · 366/2017

Απόφαση 366 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 366/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ελένη Κωνστάντη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσίβλητων: 1)Π. Τ. του Β., συζ. Η. Φ., 2)Ε. Ψ. του Α., 3) Σ. Φ. του Η., 4)Α. Φ. του Η., 5)Β. Σ. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αθανάσιο Λιάπη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-7-2008 αγωγή, την από 31-8-2009 ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση των τεσσάρων πρώτων ήδη αναιρεσίβλητων και την από 29-9-2009 πρόσθετη παρέμβαση υπέρ των προσεπικαλούντων του 5ου αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ξάνθης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:39/2012 του ιδίου Δικαστηρίου, 7/2014 του Εφετείου Θράκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 20-11-2014 αίτησή του, την οποία επανέφερε προς συζήτηση, μετά από ματαίωση, με την από 28-9-2015 κλήση του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Φιοράκης, ανέγνωσε την από 23-2-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως και να απορριφθεί ο πρώτος λόγος της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 και 2 του ν. 3127/2003 για την "τροποποίηση και συμπλήρωση των νόμων 2308/1995 και 2644/1998 για τη κτηματογράφηση και το Εθνικό Κτηματολόγιο και άλλες διατάξεις" σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2000 κατοίκων που έχει οριοθετηθεί, ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου, εφόσον: α) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού (17-3-2003) αδιαταράκτως για δέκα έτη το ακίνητο, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ιδίου ή του δικαιοπαρόχου του, που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23-2-1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη ή β) νέμεται, μέχρι της έναρξης ισχύος του νόμου αυτού, το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη. Στον χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α’ και β’ προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 ΑΚ. Οι διατάξεις της προηγουμένης παραγράφου εφαρμόζονται για ακίνητο μέχρι 2000 τ.μ. Για ενιαίο ακίνητο εμβαδού μεγαλυτέρου των 2000 τ.μ. οι διατάξεις της προηγουμένης παραγράφου εφαρμόζονται μόνον εφόσον στο ακίνητο υφίσταται κατά την 31-12-2002 κτίσμα που καλύπτει ποσοστό τουλάχιστον 30% του ισχύοντος συντελεστή δόμησης στην περιοχή. Περαιτέρω κατά το άρθρο 1042 ΑΚ, ο νομέας βρίσκεται σε καλή πίστη, όταν χωρίς βαριά αμέλεια έχει την πεποίθηση ότι απέκτησε την κυριότητα. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι για να αποκτηθεί η κυριότητα ακινήτου που ανήκει στο Δημόσιο σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 του ν. 3127/2003, πρέπει ο νομέας μεταξύ άλλων με βάση τα εκάστοτε συντρέχοντα περιστατικά να έχει την πεποίθηση, χωρίς να τον βαρύνει βαριά αμέλεια, ότι απέκτησε την κυριότητα του ακινήτου και η πεποίθησή του αυτή πρέπει να υφίσταται κατά το χρόνο κτήσης της νομής του ακινήτου. Ο νομέας θεωρείται κακής πίστεως μόνο αν γνωρίζει ότι δεν έγινε κύριος ή αγνοεί τούτο από βαριά αμέλεια. Αν μεσολάβησε διαδοχή στη νομή, ο χρόνος νομής που διανύθηκε, με τις ίδιες προϋποθέσεις, στο πρόσωπο του δικαιοπαρόχου, συνυπολογίζεται στον χρόνο νομής του διαδόχου. Εξάλλου κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύθηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ` αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΑΠ 833/2013).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ` επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης. Ετσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (Ολ.ΑΠ 20/2005). Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο εκτιμώντας το σύνολο των νομίμως επικληθέντων και προσκομισθέντων από τους διαδίκους αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ως προς την ουσία της υπόθεσης τα ακόλουθα: "Το επίδικο ακίνητο είναι ένα οικόπεδο εντός του σχεδίου πόλης της Ξάνθης, στη συμβολή των οδών ..., έχει έκταση συνολικά 752,05 τ.μ. και συνορεύει ανατολικά......, δυτικά....., βόρεια.... και νότια..... Η πρώτη ενάγουσα, μαζί με τα αδέλφια της Α. και Β. Μ. του Π., με την υπ’ αριθ. .../1995 πράξη αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Ξάνθης Μωϋσή Τσελεπίδη, που μεταγράφηκε νόμιμα, όπως αυτή διορθώθηκε ως προς τα όρια με την υπ’ αριθμό ...1996 πράξη του ίδιου παραπάνω συμβολαιογράφου, νόμιμα μεταγραμμένη, αποδέχτηκαν κατά ποσοστό 3/9 εξ αδιαιρέτου ο καθένας την κληρονομιά της μητέρας τους Ε. Κ., χήρας Π. Μ., πρώην συζύγου Β. Τ., η οποία πέθανε στην Ξάνθη το έτος 1982. Η κληρονομιά αυτή περιελάμβανε, μεταξύ άλλων, και το ως άνω επίδικο ακίνητο κατά την έκταση των 678 τ.μ. Στη συνέχεια οι τρεις λοιπές ενάγουσες (θυγατέρες της πρώτης ενάγουσας) αγόρασαν δυνάμει του υπ’ αριθμό ...2000 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Ξάνθης Ελένης Κουμουλίδου, που μεταγράφηκε νόμιμα, από τους Α. και Β. Μ. του Π. (θείους τους) το εξ αδιαιρέτου αυτών ποσοστό των 3/9 του καθενός στο ως άνω ακίνητο και έτσι απέκτησαν η καθεμία ποσοστό εξ αδιαιρέτου επ’ αυτού από 2/9. Κατά την υπόλοιπη έκταση των 74,05 τ.μ. το ανωτέρω ακίνητο προσκυρώθηκε αναγκαστικά στη λοιπή ιδιοκτησία των εναγουσών βάσει του υπ’ αριθ. .../20-3-2000

συμβολαίου μεταβίβασης προσκυρωμένου οικοπέδου της συμβολαιογράφου Ξάνθης Κωνσταντινιάς Νταϊλιάνη, νομίμως μεταγραμμένου. Το ανωτέρω επίδικο ακίνητο που βρίσκεται εντός σχεδίου και είναι έκτασης κάτω των 2.000 τ.μ., ήτοι 678 τ.μ., οι ενάγουσες το κατέχουν και το νέμονται με καλή πίστη, διάνοια κυρίου και νόμιμο τίτλο, η μεν πρώτη από το χρόνο επαγωγής της κληρονομιάς της μητέρας της σ’ αυτήν κατά το έτος 1982, οι δε λοιπές από τον χρόνο αγοράς του το έτος 2000. Οι δικαιοπάροχοι των τριών τελευταίων εναγουσών, δηλαδή ο Α. και Β. Μ. επίσης το κατείχαν και το νέμονταν κατά το εξ αδιαιρέτου ποσοστό του ο καθένας με καλή πίστη, διάνοια κυρίου και νόμιμο τίτλο από τον χρόνο επαγωγής της κληρονομιάς της μητέρας τους σ’ αυτούς κατά το έτος 1982. Πλέον συγκεκριμένα τόσο η πρώτη ενάγουσα, όσο και τα δύο αδέλφια της είχαν περιφράξει το ακίνητο και είχαν τοποθετήσει και πινακίδα με το όνομά τους επ’ αυτής, η δε πρώτη ενάγουσα μάζευε κατά καιρούς τα μπάζα και μισοκαμένα ξύλα, που υπήρχαν μέσα σ’ αυτό και το καθάριζε πριν από 30 - 40 χρόνια. Προς αξιοποίηση δε του ανωτέρω οικοπέδου τους οι ενάγουσες με το υπ’ αριθμό .../25-2-2000 προσύμφωνο και εργολαβικό συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Ξάνθης Κωνσταντινιάς Νταϊλιάνη, συμφώνησαν με τον υπέρ αυτών προσθέτως παρεμβαίνοντα εργολάβο Β. Σ. την επί αντιπαροχή ανοικοδόμησή του. Ο τελευταίος μάλιστα προέβη στην έκδοση της υπ’ αριθμό ...21-3-2000 οικοδομικής άδειας και ανήγειρε επ’ αυτού πολυώροφη οικοδομή. Επίσης αποδείχθηκε ότι η απώτερη δικαιοπάροχος των εναγουσών, Ε. Κ., μητέρα της πρώτης ενάγουσας και γιαγιά των λοιπών, καπνεργάτρια κατά τις δεκαετίες του 1950 και του 1960, εργαζόμενη σε γειτονικές του ακινήτου καπναποθήκες, το επέβλεπε και το φρόντιζε. Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι μετά από καταγγελία με σχετικό πληροφοριακό έγγραφο από 28- 2-2000 της Ακαδημίας Θρακικής Τέχνης και Παράδοσης, η οποία μισθώνει με πολυετή μίσθωση το όμορο, από τη νότια πλευρά του επιδίκου, ακίνητο, το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο άρχισε να προβάλλει επί του επιδίκου δικαιώματα κυριότητας. Ειδικότερα διενήργησε έρευνα μέσω της Κτηματικής Υπηρεσίας Ξάνθης κατά τα έτη 2000 και 2001 συλλέγοντας μαρτυρικές καταθέσεις, οι οποίες αντικρουόμενες μεταξύ τους, ανέφεραν άλλες ότι το οικόπεδο αυτό ήταν από παλιά "αλάνα", δηλαδή ελεύθερο ιδιοκτήτη, άλλες ότι ανήκε σε κάποιον Κ., ο οποίος το εγκατέλειψε από τη δεκαετία του 1940 φεύγοντας για Βουλγαρία και άλλες ότι ανήκε σε κάποιον Π.. Έτσι, ελλείψει τίτλων κυριότητας, το εναγόμενο, δια της Κτηματικής Υπηρεσίας Ξάνθης, κατέληξε ότι αυτό παρέμεινε ελεύθερο από το 1940 έως το 1995 και το καταχώρησε ως εγκαταλελειμμένο Δημόσιο κτήμα στο Βιβλίο Δημοσίων Κτημάτων με τον αριθ. ... δυνάμει της υπ’ αριθ. .../4-10-2000 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών, με την οποία έγινε δεκτή η υπ’ αριθμό 21/2000 γνωμοδότηση του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων και Ανταλλάξιμης Περιουσίας. Πέραν των ανωτέρω κατά τις κρίσιμες για την προκείμενη περίπτωση δεκαετίες του 1970 και του 1980 δεν αποδείχθηκε το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο να έχει συντάξει για το επίδικο ακίνητο πρωτόκολλο κατάληψης ή πράξη χαρακτηρισμού του ως εγκαταλελειμμένου και να έχει προβεί σε καταχώρησή του στα Βιβλία Δημοσίων Κτημάτων. Ούτε βέβαια ενόχλησε ποτέ την πρώτη ενάγουσα και τα δύο αδέλφια της στην άσκηση της νομής τους επ’ αυτού, όταν αυτοί το περιέφραζαν και το επέβλεπαν κατά τη δεκαετία του 1980, αλλά και τη μητέρα τους Ε. Κ. κατά την προγενέστερη δεκαετία του 1970. Από όλα τα στοιχεία πάντως αποδεικνύεται, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, ότι η απώτερη δικαιοπάροχος των εναγουσών Ε. Κ. κατέλαβε το επίδικο, που είχε μέσα και ένα μικρό καμένο σπίτι, κατά τα μέσα της δεκαετίας του 1950 και άσκησε επ’ αυτού έκτοτε πράξεις νομής, όχι με κακή πίστη έναντι του Ελληνικού Δημοσίου, αφού το τελευταίο αφενός δεν το είχε καταγράψει ποτέ πριν το έτος 2000 ως δημόσιο κτήμα, ούτε είχε προβεί επ’ αυτού σε πρωτόκολλο κατάληψης, αφετέρου δεν την όχλησε ποτέ στην άσκηση της νομής της. Εξάλλου, η πρώτη ενάγουσα με αίτησή της ζήτησε από την Πολεοδομία Ξάνθης την προσκύρωση της καταργούμενης οδού στο ακίνητό της και αργότερα μετά από εντολή της ο εργολάβος Σ. έλαβε την άδεια ανοικοδόμησης του οικοπέδου. Οι συγκεκριμένες πράξεις καταδεικνύουν την καλή της πίστη, ότι έγινε πράγματι κυρία του επιδίκου, κατά το ποσοστό της, το υπόλοιπο του οποίου πίστευε καλόπιστα ότι ανήκε στους αδελφούς της - δικαιοπαρόχους των λοιπών εναγουσών, διότι αν γνώριζε ότι αξιώνει σ’ αυτό δικαιώματα το Δημόσιο, δεν θα διακινδύνευε, απευθυνόμενη σε δημόσια υπηρεσία, προκειμένου να εγκριθεί η προσκύρωση της καταργούμενης οδού και να χορηγηθεί οικοδομική άδεια, ώστε να προβεί στην άμεση ανοικοδόμησή του. Αποδείχθηκε, λοιπόν, ότι η άμεση και συνάμα απώτερη δικαιοπάροχος των εναγουσών Ε. Κ. είχε γίνει κυρία του επιδίκου με βάση την προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003 με χρησικτησία σε βάρος του Δημοσίου, αφού, έχοντας καταλάβει τουλάχιστον από τα μέσα του 1950 το επίδικο (το οποίο βρίσκεται εντός σχεδίου πόλης και μέσα σε οικισμό προϋφιστάμενο του έτους 1923), το κατείχε και το νεμόταν καλόπιστα, συνεχώς, αδιαλείπτως και αδιαταράκτως από το έτος 1955 τουλάχιστον, μέχρι το χρόνο του θανάτου της το έτος 1982 για διάστημα δηλαδή 27 ετών, ενώ μετά το θάνατό της συνέχισαν να το νέμονται οι ενάγουσες κληρονόμοι της μέχρι και το 2003, με τη συμπλήρωση έτσι στο πρόσωπό τους της απαιτούμενης 30ετίας. Επομένως, αποδείχθηκε ότι οι ενάγουσες έχουν αποκτήσει συγκυριότητα επί του επιδίκου με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία) και έναντι του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου, προσμετρώντας στην καλόπιστη νομή τους αυτή των δικαιοπαρόχων τους, αφού το εναγόμενο δεν απέδειξε να βρίσκονταν αυτοί σε κακή πίστη απέναντι του". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή και αναγνωρίστηκαν οι τότε ενάγουσες και νυν τρεις πρώτες αναιρεσίβλητες συγκύριες του επιδίκου, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 του ν. 3127/2003 και 1042 ΑΚ, ενόψει του ότι υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά από αυτή και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοια αυτών αναλύθηκε στη νομική σκέψη και του συμπεράσματος του νομικού της συλλογισμού, ο δε περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Η διάταξη του άρθρου 176 Κ.Πολ.Δ., η οποία αναφέρεται στη δικαστική δαπάνη, είναι διάταξη ουσιαστικού δικαίου και ελέγχεται αναιρετικώς από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ (ΑΠ 77/2014). Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 22 του ν. 3693/1957 " 1. Επί δικών μετά του Δημοσίου η περιλαμβανομένη εις τας αποδοτέας προς τον νικώντα διάδικον δαπάνας αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του μειούται μέχρι του ημίσεος του ελάχιστου ορίου της διατιμήσεως εκάστης ενεργείας, μη δυναμένη πάντως να υπερβή δι’ όλας τας καθ’ έκαστον βαθμόν δικαιοδοσίας πράξεις τας δώδεκα χιλιάδας χαρτίνας δραχμάς. 2. Εις τας δίκας μετά του Δημοσίου τα δικαστικά έξοδα συμψηφίζονται όλα: α) όταν αμφότεροι οι διάδικοι είναι υπαίτιοι και β) όταν έκαστος διάδικος εν μέρει νικήση και εν μέρει ηττηθή. 3. Αι διατάξεις του παρόντος εφαρμόζονται και εις δίκας εν αις διάδικος είναι Υπουργός ή Νομάρχης ή πρόσωπον του οποίου η νομική υπηρεσία διεξάγεται διά του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους". Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 περ. α’ του ν. 3086/2002, περί Οργανισμού Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και κατάστασης των Λειτουργών και των Υπαλλήλων του, "1. Στην αρμοδιότητα του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (Ν.Σ.Κ) ανήκει η νομική υποστήριξη του Κράτους. Στην υποστήριξη αυτή περιλαμβάνονται, ιδίως: α) η δικαστική υποστήριξη και εκπροσώπηση του Δημοσίου", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 4 του ν. 3086/2002, "Οι εργασίες του Ν.Σ.Κ. διεξάγονται από: α) την Κεντρική Υπηρεσία, β) τα Γραφεία Νομικών Συμβούλων, γ) τα Ειδικά Γραφεία Νομικών Συμβούλων, δ) τα Δικαστικά Γραφεία, ε) τους δικηγόρους του Δημοσίου, όπου δεν λειτουργούν Γραφεία Νομικών Συμβούλων ή Δικαστικά Γραφεία και στ) τους δικηγόρους αλλοδαπής". Τέλος, κατά τη παράγραφο 1 του άρθρου 18 του ν. 3086/2002 "Στην έδρα κάθε Περιφέρειας εκτός της Περιφέρειας Αττικής (Αθήνα, Πειραιά), Κεντρικής Μακεδονίας (Θεσσαλονίκη) και Βορείου Αιγαίου (Μυτιλήνη), καθώς και στις πόλεις Αγρίνιο, Αλεξανδρούπολη, Βέροια, Βόλο, Έδεσσα, Ηράκλειο, Ιωάννινα, Καβάλα, Καλαμάτα, Κατερίνη, Κοζάνη, Κομοτηνή, Κόρινθο, Λαμία, Λάρισα, Λειβαδιά, Μεσολόγγι, Ναύπλιο, Πάτρα, Πολύγυρο, Πύργο, Ρέθυμνο, Ρόδο, Σέρρες Σπάρτη, Σύρο, Τρίκαλα, Χαλκίδα και Χανιά, λειτουργούν Δικαστικά Γραφεία του Ν.Σ.Κ. Δικαστικά Γραφεία λειτουργούν επίσης σε Ν.Π.Δ.Δ. ή Ανεξάρτητες Διοικητικές Αρχές σύμφωνα με ειδικές για αυτά διατάξεις.". Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε ότι " ...... ορθώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο επιδίκασε υπέρ των εναγουσών πλήρη και όχι μειωμένα δικαστικά έξοδα σε βάρος του ηττηθέντος Δημοσίου, διότι, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ. 22 παρ. 1, 3 ν. 3693/57, μόνο στα νομικά πρόσωπα, η νομική υπηρεσία των οποίων διεξάγεται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, έχουν εφαρμογή οι διατάξεις μείωσης της αμοιβής του πληρεξουσίου δικηγόρου, στην προκειμένη δε περίπτωση η νομική υπηρεσία του Δημοσίου δεν αποδείχθηκε ότι διεξήχθη από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, αλλά (αντίθετα) στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο το Δημόσιο εκπροσωπήθηκε από τη δικηγόρο Μ. Π. και επομένως είναι αβάσιμος ο σχετικός λόγος έφεσης". Δοθέντος όμως ότι, κατά τα προεκτεθέντα, αφενός η δικαστική υποστήριξη και εκπροσώπηση του Ελληνικού Δημοσίου ανήκει πάντοτε στην αρμοδιότητα του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και αφετέρου το τελευταίο (ΝΣΚ) δεν διατηρεί Δικαστικό Γραφείο στην πόλη της Ξάνθης και συνεπώς οι εργασίες τούτου διεξάγονται από δικηγόρους του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου η ως άνω, περί μειωμένων δικαστικών εξόδων διάταξη ισχύει και για δίκες διεξαγόμενες κατά τον ανωτέρω τρόπο.

Συνεπώς, το Εφετείο που αποφάνθηκε διαφορετικά, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση και ως προς την επιβολή της δικαστικής δαπάνης, χωρίς την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προδιαληφθείσες διατάξεις, κατά τον βάσιμο περί τούτου δεύτερο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, ο οποίος και θα πρέπει να γίνει δεκτός.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνον κατά το προαναφερόμενο κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων της ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου δίκης, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που την εξέδωσε και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι τέσσερις πρώτες αναιρεσίβλητες στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, κατά το νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ, 22 ν. 3693/1957).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αριθ. 7/2014 απόφαση του Εφετείου Θράκης κατά το αναφερόμενο στο αιτιολογικό της παρούσας κεφάλαιο.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο, ως άνω, Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τις τέσσερις πρώτες αναιρεσίβλητες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Δεκεμβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Μαρτίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ