Legislator Swiss Legal AI Agent Case Law & Legislation
366/2016 AI generated

366/2016 · 366/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 366/2016
Court / Authority
Decision Date
Jurisdiction Greece · Case Law (EL)

Summary

AI generated

Απόφαση 366 / 2016 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 366/2016 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1’ Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κράνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεράσιμο Φουρλάνο, Γεώργιο Λέκκα και ΠηνελόπÎ...

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full Text of the Judgment · 366/2016

Απόφαση 366 / 2016 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 366/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κράνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεράσιμο Φουρλάνο, Γεώργιο Λέκκα και Πηνελόπη Ζωντανού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ. Τ. του Π., πρώην κατοίκου ... και προσωρινά διαμένοντος στο Παλαιό Φάληρο Αττικής, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Παναγιώτη Περάκη που κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Τ. του Π., 2) Α. Τ. του Π., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεμιστοκλή Σκούρα που κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/10/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών.

Εκδόθηκε η 3831/2014 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5/12/2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

O Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης ανέγνωσε την από 24/9/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι λόγοι ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης που καθιερώνονται περιοριστικά με τη διάταξη του άρθρου 897 Κ.Πολ.Δ ανήκουν στο ουσιαστικό δίκαιο και γι’ αυτό η εφαρμογή τους ελέγχεται αναιρετικά με τους αριθμούς 1 ή 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. Κατά δε το άρθρ. 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται: "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005). Εξ άλλου, η διαιτησία, ως συμβατικά επιλεγμένη δεσμευτική εκδίκαση ορισμένης διαφοράς από διαιτητές, αντί των κρατικών δικαστηρίων, είναι ιδιαίτερη μορφή οργάνωσης, ακολουθητέας διαδικασίας και απαιτούμενων δικονομικών προϋποθέσεων για την παροχή δικαστικής προστασίας, με την έννοια ότι η προστασία αυτή δεν παρέχεται από κρατικά δικαστήρια, αλλά κατά την ελεύθερη επιλογή των διαδίκων από όργανα ή πρόσωπα της εκλογής τους. Η σχέση της διαιτησίας προς την τακτική δικαιοσύνη, υπό την ισχύ του Κ.Πολ.Δ, διαμορφώθηκε ως σχέση δύο παράλληλων δικαιοδοτικών τάξεων, που αποκλείονται αμοιβαία. Ως γνήσια δικαιοδοτική πράξη, η διαιτητική απόφαση, από την έκδοσή της, παράγει δεδικασμένο υπό τις διαγραφόμενες στο άρθρο 896 Κ.Πολ.Δ., προϋποθέσεις, (εφαρμοζόμενων προς τούτο των διατάξεων των άρθρων 322, 324 έως 330, 332 έως 334 Κ.Πολ.Δ.) και εξοπλίζεται με εκτελεστότητα κατ’ άρθρο 904 παρ. 2 εδαφ. β’ Κ.Πολ.Δ. Για την τήρηση όμως των στοιχειωδών δικαιοδοτικών εγγυήσεων εκ μέρους των διαιτητών και τη συμμόρφωσή τους προς τη βασική αυτή επιταγή, θεματοφύλακας παραμένει το κράτος μέσω των πολιτειακών (τακτικών) δικαστηρίων. Η ενεργός ανάμειξη των τελευταίων εκδηλώνεται με τον έλεγχο της διαιτητικής αποφάσεως, μέσω κυρίως της αγωγής ακυρώσεως κατ’ άρθρο 897 επ. Κ.Πολ.Δ. Έτσι, κατά το εδάφ. 6 του άρθρου 897 Κ.Πολ.Δ: " Η διαιτητική απόφαση μπορεί να ακυρωθεί, ολικά ή εν μέρει, μόνο με δικαστική απόφαση...αν είναι αντίθετη προς διατάξεις δημόσιας τάξης ή προς τα χρηστά ήθη". Κατά την έννοια του εδαφίου αυτού, ως διατάξεις δημόσιας τάξης, η παραβίαση των οποίων δικαιολογεί τη δικαστική ακύρωση της διαιτητικής αποφάσεως (και) επί εσωτερικής διαιτησίας, νοούνται οι κανόνες αναγκαστικού δικαίου που έχουν θεσπισθεί πρωτίστως για την προστασία του δημοσίου συμφέροντος και συνθέτουν τα πολιτειακά, πολιτιστικά, κοινωνικά ή οικονομικά θεμέλια της ημεδαπής έννομης τάξης, συγκροτούν δηλαδή τη δημόσια τάξη, υπό έννοια προσομοιάζουσα προς εκείνη του άρθρου 33 ΑΚ (πρβλ. και Ολ. ΑΠ 15/2000, Ολ. ΑΠ 20/2011 και Ολ. ΑΠ 4/2012). Η παραβίαση, άρα, κανόνων αναγκαστικού δικαίου τεθέντων πρωτίστως προς εξυπηρέτηση ιδιωτικών συμφερόντων, εκφεύγει του ουσιαστικού δικαστικού ελέγχου. Εξ άλλου, δεν προσβάλλεται η δημόσια τάξη κατά την παραπάνω έννοια και δεν θεμελιώνεται συνεπώς ο αντίστοιχος λόγος ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, όταν αυτή εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τον νόμο ή έχει απλώς ανεπαρκή αιτιολογία, εκτός αν από την υλοποίηση (εκτέλεση) της απόφασης θα εδημιουργείτο κατάσταση αντίθετη προς τις ως άνω θεμελιώδεις αντιλήψεις της ελληνικής έννομης τάξης. Σημειώνεται ότι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 34 παρ. 1, 2 εδαφ. β’ , ββ’ του Ν. 2735/1999 ("Διεθνής Εμπορική Διαιτησία"), με τον οποίο εισήχθη στην Ελληνική έννομη τάξη ο πρότυπος Νόμος UNCITRAL, το δικαστήριο που επιλαμβάνεται ύστερα από αγωγή ακύρωσης διαιτητικής απόφασης, προκειμένου για διεθνείς διαιτησίες (που διεξάγονται στην Ελλάδα), "κρίνει αυτεπαγγέλτως αν η διαιτητική απόφαση είναι αντίθετη προς τη διεθνή δημόσια τάξη, όπως αυτή νοείται στο άρθρο 33 του Αστικού Κώδικα". Υπό την αντίθετη εκδοχή, κατά την οποία, ως τέτοιες διατάξεις (δημόσιας τάξης), νοούνται όλες ανεξαιρέτως οι διατάξεις αναγκαστικού δικαίου (jus cogens), θα προέκυπτε το άτοπο να ελέγχεται η διαιτητική απόφαση για παραβίαση οποιασδήποτε διάταξης αναγκαστικού δικαίου (από τις οποίες υπάρχει πληθώρα στο δίκαιο των συναλλαγών), ουσιαστικώς δηλαδή να επανεκδικάζεται η υπόθεση και να περιάγεται η διαιτητική διαδικασία σε απλό διαδικαστικό προστάδιο της πολιτικής δίκης, πράγμα που θα αντιστρατευόταν ευθέως στη σχετική προς τη φύση της αρχή της μη αναθεωρήσεως της ουσίας της διαιτητικής αποφάσεως. Επί πλέον θα οδηγούσε σε ανεπίτρεπτη διαφορετική μεταχείριση των διαιτητικών αποφάσεων, ανάλογα με το αν πρόκειται για ημεδαπή διαιτητική απόφαση (άρθρ. 897 αρ. 6 Κ.Πολ.Δ), ή αλλοδαπή - διεθνή (άρθρ. 903, 905, 906 Κ.Πολ.Δ), ακόμη και στα πλαίσια όμοιας διαφοράς. Και τούτο διότι, ενόψει των προεκτεθέντων, οι αποφάσεις που αφορούν εσωτερικές διαιτησίες θα κρίνονταν, επί της ουσίας, για παράβαση οποιουδήποτε κανόνα αναγκαστικού δικαίου, ενώ, οι αντίστοιχες διεθνείς μόνο αν παραβίαζαν τους κανόνες αναγκαστικού δικαίου που έχουν θεσπισθεί πρωτίστως για την προστασία του δημόσιου συμφέροντος και συνθέτουν τα πολιτειακά, πολιτιστικά, κοινωνικά ή οικονομικά θεμέλια της ημεδαπής έννομης τάξης. Τούτο προδήλως δεν θα ήταν ορθό, καθόσον θα συνιστούσε διαφορετική μεταχείριση (αυστηρότερο έλεγχο) των ημεδαπών διαιτητικών αποφάσεων έναντι των διεθνών, ενώ ο θεσμός της διαιτησίας, όπως και η εξουσία των διαιτητών είναι ίδια, είτε πρόκειται για ημεδαπή διαιτητική απόφαση, είτε για διεθνή - αλλοδαπή. Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, που ορίζει ότι: "Η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τά όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος" περιέχει μεν συναφώς κανόνα αναγκαστικού δικαίου της ελληνικής έννομης τάξης (ΟλΑΠ 350/1985), δεν είναι όμως δημόσιας τάξεως κατά την προεκτεθείσα έννοια του άρθρου 897 παρ. 6 Κ.Πολ.Δ, αφού δεν μπορεί να ενταχθεί στα πολιτειακά, πολιτιστικά, κοινωνικά και, ιδίως, οικονομικά θεμέλια της ελληνικής έννομης τάξης, ενόψει μάλιστα και του ότι έχει θεσπισθεί για να υπηρετήσει, όχι το δημόσιο συμφέρον, αλλά το ιδιωτικό συμφέρον των συναλλασσομένων (Ολ.ΑΠ 14/2015). Εξάλλου κατά το άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ. αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης είναι εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση και αντικαθιστά το εσφαλμένο αιτιολογικό με το ορθό. Στην περίπτωση δηλαδή αυτή το διατακτικό της απόφασης του Αρείου Πάγου περιέχει απορριπτική της αναίρεσης διάταξη και στο σκεπτικό παράθεση του ορθού αιτιολογικού σε αντικατάσταση του εσφαλμένου (Ολ. ΑΠ 30/1998, 37/1996). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (561 αριθ. 2 του ΚΠολΔ), μεταξύ των οποίων και η επίμαχη υπ’ αριθ. 23/2011 διαιτητική απόφαση, προκύπτουν, ως προς τη βασιμότητα των εδώ ερευνώμενων αναιρετικών λόγων, τα ακόλουθα: Με με την από 7-5-2010 αγωγή, που άσκησε ο ήδη αναιρεσείων Δ. Τ. ενώπιον του προβλεπομένου με έγγραφη συμφωνία των διαδίκων διαιτητικού δικαστηρίου, που κατέστη αρμόδιο για την επίλυση της μεταξύ τους διαφοράς, ιστορούσε, όπως παραδεκτά συμπληρώθηκε με τις προτάσεις του, ότι στις 30 Μαρτίου 2007 συνήφθη, μεταξύ αυτού και των εναγομένων (ήδη αναιρεσίβλητων), το με την ίδια ημερομηνία ιδιωτικό συμφωνητικό, αντικείμενο του οποίου ήταν η μεταβίβαση από την πλευρά του ενάγοντος, κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή 128.000 μετοχών της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που είχε στην κυριότητά του, ενώ οι εναγόμενοι από την πλευρά τους ανέλαβαν την υποχρέωση να καταβάλουν το συνολικό τίμημα των πωλουμένων μετοχών, κατά τα αναλυτικώς προβλεπόμενα στο άνω ιδιωτικό συμφωνητικό και ότι, ενώ οι εναγόμενοι κατέβαλαν μέρος του οφειλομένου τιμήματος των πωλουμένων μετοχών του (ενάγοντος) σε μηνιαίες δόσεις, μέχρι και τη δόση του Σεπτεμβρίου 2009, στις 21 Σεπτεμβρίου 2009 επέδωσαν σ’ αυτόν (ενάγοντα) δήλωση υπαναχωρήσεως, ισχυριζόμενοι ότι ο ενάγων δεν εκπλήρωνε τάχα την από το συμφωνητικό υποχρέωσή του για μεταβίβαση των μετοχών που αναλογούσαν στο τμηματικά καταβαλλόμενο τίμημα. Επικαλούμενος δε περαιτέρω (ο ενάγων), ότι με βάση το ανωτέρω συμφωνητικό, ουδεμία υποχρέωση είχε για μεταβίβαση μετοχών του στους εναγόμενους μέχρι την ολοσχερή εξόφληση του συμφωνηθέντος τιμήματος, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι η ανωτέρω δήλωση υπαναχωρήσεως δεν επέφερε κανένα έννομο αποτέλεσμα προεχόντως διότι δεν συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις ασκήσεως του δικαιώματος υπαναχωρήσεως, επικουρικώς δε γιατί ασκήθηκε κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που τάσσει το άρθρο 281 του ΑΚ., επιδιώκοντας, ακολούθως, εκτός των άλλων, και την καταβολή εκ μέρους των εναγομένων του ήδη ληξιπρόθεσμου και απαιτητού (κατά τα συμφωνηθέντα) μέρους του τιμήματος, που ανέρχεται σε 210.000 ευρώ, ήτοι σε ποσό 105.000 ευρώ για έκαστον των εναγομένων. Μετά την άσκηση της ως άνω διαιτητικής αγωγής, και αφού ήδη είχε συγκροτηθεί το διαιτητικό δικαστήριο, αποτελούμενο από το Σ. Π., Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου ε.τ., ως Πρόεδρο - Επιδιαιτητή, που ορίσθηκε από τους άλλους δύο διαιτητές, ήτοι τον Γ. Κ., Επίκουρο Καθηγητή Πανεπιστημίου και τον Β. Α......, Καθηγητή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, που ορίσθηκαν αντιστοίχως από τον ενάγοντα και τους εναγόμενους, οι τελευταίοι άσκησαν ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου την από 9-7-2010 ανταγωγή τους, με την οποία, αφού επικαλέσθηκαν την αυτή ως άνω σύμβαση πωλήσεως προς αυτούς των άνω μετοχών του αντεναγομένου, το καθορισθέν τίμημα για την αγορά τους και τον τρόπο και χρόνο εξοφλήσεως αυτού σε δόσεις, με αντίστοιχη μεταβίβαση των μετοχών που αντιστοιχούσαν σε κάθε δόση, ισχυρίσθηκαν περαιτέρω ότι ο αντεναγόμενος, παρότι αυτοί (αντενάγοντες) κατέβαλαν κανονικά, σύμφωνα με τους όρους του άνω ιδιωτικού συμφωνητικού, τις δόσεις του συμφωνηθέντος τιμήματος, ο αντεναγόμενος δεν προέβαινε σε αντίστοιχες μεταβιβάσεις μετοχών, μετά την καταβολή εκάστης δόσεως, παρά τις αλλεπάλληλες οχλήσεις τους προς τον αντεναγόμενο για μεταβίβαση των μετοχών του που αναλογούσαν στο καταβληθέν τίμημα, κατόπιν δε αυτού αναγκάστηκαν να υπαναχωρήσουν από τη σύμβαση, με την νόμιμα επιδοθείσα στον αντεναγόμενο από 21-9-2009 δήλωση γι’ αυτό, και ζήτησαν (με την ανταγωγή τους), εκτός των άλλων, να υποχρεωθεί ο αντεναγόμενος να τους αποδώσει, κατ’ ισομοιρία, το ποσό των 1.309.615,63 ευρώ που έλαβε ως μέρος του τιμήματος, καθώς επίσης στον καθένα εξ αυτών (αντεναγόντων), λόγω συμφωνηθείσας και καταπεσούσας ποινικής ρήτρας, το ποσό των 3.274.039,075 ευρώ, το οποίο περιόρισαν με τις προτάσεις τους σε 1.000.000 ευρώ. Επί των ως άνω συνεκδικασθεισών αγωγής και ανταγωγής εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 23/2011 διαιτητική απόφαση, η οποία, αφού έκρινε κατά πλειοψηφία ότι οι ανερεσίβλητοι (τότε εναγόμενοι-αντενάγοντες) άσκησαν νομίμως το δικαίωμα υπαναχωρήσεως από την επίδικη σύμβαση πωλήσεως των μετοχών, δεδομένου ότι ο αντίδικός τους αρνείτο να τους μεταβιβάσει τις μετοχές που αναλογούσαν στο καταβληθέν τμήμα του τιμήματος, μολονότι είχε περιέλθει σε κατάσταση υπερημερίας ως προς την μεταβίβαση των μετοχών αυτών, απέρριψε κατά πλειοψηφία την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, ενώ δέχθηκε εν μέρει την ανταγωγή κατά πλειοψηφία και υποχρέωσε τον αντεναγόμενο να καταβάλει σε καθένα από τους αντενάγοντες α) το ποσό των 654.807,81 ευρώ για το καταβληθέν τίμημα και β) το ποσό των 30.000 ευρώ ως καταπεσούσα υπέρ αυτών ποινική ρήτρα. Για να καταλήξει στο παραπάνω πόρισμά του το διαιτητικό δικαστήριο, απέρριψε προηγουμένως, εκτός των άλλων, κατά πλειοψηφία, και την προβληθείσα κατ’ ένσταση με τις προτάσεις του αντεναγομένου (αναιρεσείοντος) ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως εκ μέρους των αντεναγόντων του δικαιώματος υπαναχωρήσεως από τη μεταξύ τους από 30-3-2007 σύμβαση πωλήσεως των μετοχών, την οποία είχε στηρίξει στα ειδικότερα αναφερόμενα στις προτάσεις του πραγματικά περιστατικά. Κατά της ως άνω διαιτητικής απόφασης ο αναιρεσείων (ενάγων-αντεναγόμενος) άσκησε την από 04-10-2011 αγωγή ακυρώσεως αυτής (άρθρα 897-898 ΚΠολΔ), ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, με τον τέταρτο λόγο της οποίας προέβαλε ως λόγο ακυρότητας της διαιτητικής απόφασης την αντίθεση αυτής προς διατάξεις δημόσιας τάξης ή προς τα χρηστά ήθη, κατ’ άρθρο 897 περ.6 ΚΠολΔ, ζητώντας συγκεκριμένα την ακύρωση της διαιτητικής αποφάσεως επικαλούμενος ότι κατά παράβαση του κανόνα αναγκαστικού δικαίου του άρθρου 281 ΑΚ και των χρηστών ηθών απορρίφθηκε η επικουρικώς προβληθείσα ένστασή του περί καταχρηστικής ασκήσεως εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων του δικαιώματός υπαναχωρήσεως από την μεταξύ τους από 30-3-2007 σύμβαση. Το Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. 383/2014 απόφασή του, ερευνώντας τον ως άνω λόγο ακυρώσεως της διαιτητικής απόφασης, κατά το μέρος που τα καταχρηστικά του δικαιώματος της υπαναχώρησης περιστατικά, προσβλήθηκαν με λόγο ακύρωσης, δέχθηκε επί λέξει τα εξής: "Με τον τέταρτο λόγο της υπό κρίση αγωγής ο ενάγων ζητεί την ακύρωση της διαιτητικής αποφάσεως επικαλούμενος ότι κατά παράβαση του κανόνα αναγκαστικού δικαίου του άρθρου 281 ΑΚ και των χρηστών ηθών απορρίφθηκε η επικουρικώς προβληθείσα ένστασή του περί καταχρηστικής ασκήσεως εκ μέρους των εναγομένων του δικαιώματός τους υπαναχωρήσεως από τη μεταξύ τους από 30-3-2007 σύμβαση. Ειδικότερα ο ενάγων αναφέρει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ δέχεται ως πλήρως αποδεδειγμένο το γεγονός, ότι οι εναγόμενοι του κατέβαλαν τις δόσεις του τιμήματος των μετοχών με χρήματα που υπεξαίρεσαν από το ταμείο της εταιρείας "..." και ότι και αφού οδήγησαν την εταιρεία αυτή σε χρεοκοπία, υπαναχώρησαν από τη σύμβαση της πώλησης, επιδιώκοντας να τους επιστραφεί το καταβληθέν τίμημα (ήτοι χρήματα της εταιρείας), υποχρεώνοντας αυτόν να κρατήσει μετοχές που δεν είχαν πλέον καμία αξία λόγω της κακοδιαχείρισης των εναγομένων, εν τούτοις έκρινε την υπαναχώρησή τους μη καταχρηστική με την αιτιολογία: α) Ότι για την ανάληψη των χρημάτων από το ταμείο της εταιρείας, υπάρχει ενδεχομένως εναντίον τους μια ενοχική αξίωση της εταιρείας αυτής για την επιστροφή των χρημάτων, β) ότι, αν αυτός τηρούσε την δήθεν υποχρέωσή του για τμηματική μεταβίβαση μετοχών, οι εναγόμενοι θα στερούνταν νομίμου λόγου υπαναχώρησης, γ) ότι σε κανένα σημείο της από 30-3-2007 σύμβασης δεν μνημονεύεται υποχρέωση των αγοραστών να αντλούν τα χρήματα, που αντιστοιχούν στο τίμημα, που θα κατέβαλαν στον πωλητή από συγκεκριμένη πηγή. Και τούτο γιατί τον πωλητή τον ενδιαφέρει η καταβολή του τιμήματος και όχι η πηγή προέλευσης αυτού. Όμως, από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης διαιτητικής απόφασης προκύπτει ότι το διαιτητικό δικαστήριο, βάσει των πραγματικών περιστατικών που έγιναν ανελέγκτως δεκτά απ’ αυτό, απέρριψε ως απαράδεκτους και ουσιαστικά αβάσιμους τους ισχυρισμούς περί υπεξαιρέσεως των χρημάτων της ως άνω εταιρείας και κακής διαχείρισης αυτής από τους εναγόμενους. Επομένως, ο προβαλλόμενος λόγος ακυρώσεως της αποφάσεως θεμελιώνεται επί αναληθούς προϋποθέσεως και γι’ αυτό είναι απορριπτέος. Τα λοιπά αναφερόμενα επιχειρήματα υπό στοιχεία α’ , β’ και γ, που χρησιμοποιήθηκαν για να στηρίξουν τις επάλληλες σκέψεις της διαιτητικής απόφασης ως προς την απόρριψη της προβληθείσας ένστασης καταχρήσεως δικαιώματος, ενόψει της κύριας ως άνω αιτιολογίας περί μη αποδείξεως υπεξαιρέσεως χρημάτων της εταιρείας και κακοδιαχείρισης αυτής από τους εναγόμενους, δεν επαρκούν για να καταστήσουν την κρίση της διαιτητικής αποφάσεως ως προς το ζήτημα της απορρίψεως της ανωτέρω ενστάσεως αντίθετη προς τα χρηστά ήθη. Περαιτέρω, ο ενάγων ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη διαιτητική απόφαση εσφαλμένα ερμήνευσε ή εκτίμησε το μεταξύ των συμβαλλομένων συμφωνητικό α) αναφορικά με την (ανύπαρκτη) υποχρέωσή του περί τμηματικής μεταβίβασης των μετοχών μετά από κάθε χρηματική καταβολή, β) σχετικά με την επιτρεπτή, κατά την απόφαση, προέλευση του τιμήματος αγοράς των μετοχών της εταιρείας "..." από του ίδιους τους εταιρικούς λογαριασμούς και όχι από την προσωπική περιουσία των αγοραστών και γ) σε σχέση με τη νομική δυνατότητα υπαναχωρήσεως από την αγορά των μετοχών μηδενικής αξίας εξαιτίας κακοδιαχείρισης, υπαιτιότητα των αγοραστών, η κρίση της δε στα ζητήματα αυτά κατ’ αποτέλεσμα νομιμοποίησε την εκ μέρους των εναγομένων (μη νόμιμη και άρα άκυρη) υπαναχώρηση και συνακόλουθα οδήγησε στην απόρριψη της βάσιμης ένστασης της καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος. Οι ισχυρισμοί αυτοί ανάγονται σε εσφαλμένη κρίση επί της ουσίας της διαφοράς, η οποία, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, δεν συνιστούν λόγω ακυρώσεως της διαιτητικής απόφασης από το άρθρο 897 αρ. 6 ΚΠολΔ". Ήδη με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο με το να απορρίψει την προβληθείσα απ’ αυτόν ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος υπαναχώρησης που άσκησαν οι αναιρεσίβλητοι από την επίδικη μεταξύ τους σύμβαση μεταβίβασης προς αυτούς των μετοχών του, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και κατ’ αποτέλεσμα παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 897 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, ζητώντας για τον λόγο αυτό την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Επί του λόγου αυτού της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Το Εφετείο, με βάση τις προεκτεθείσες παραδοχές του, κρίνοντας την διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ ως κανόνα δημοσίας τάξεως κατά την έννοια του άρθρου 3 του ΑΚ και ερευνώντας περαιτέρω τον παραπάνω λόγο ακυρώσεως της διαιτητικής απόφασης από το άρθρο 897 αριθ. 6 ΚΠολΔ, απέρριψε περαιτέρω αυτόν, κατά το μέρος που, η από το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση καταχρηστικής άσκησης του άνω δικαιώματος υπαναχωρήσεως εκ μέρους των αντεναγόντων-εναγομένων, είχε έρεισμα στους άνω υπό στοιχεία α, β και γ’ ισχυρισμούς, ως στηριζόμενη επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, ενώ ως προς τους λοιπούς ισχυρισμούς του ενάγοντος-αντεναγομένου, που στήριζαν τον ίδιο λόγο ακυρώσεως αναφορικά με την αυτήν ένσταση καταχρηστικής άσκησης του αυτού δικαιώματος υπαναχωρήσεως από τους αντενάγοντες-εναγόμενους, ως αναγόμενους σε εσφαλμένη επί της ουσίας κρίση του διαιτητικού δικαστηρίου, που δεν συνιστούσαν λόγοι ακυρώσεως της διαιτητικής απόφασης από το άρθρο 897 αριθ. 6 ΚΠολΔ. Όμως, ο λόγος αυτός ακυρώσεως της διαιτητικής απόφασης, ήταν απορριπτέος ως μη νόμιμος, αφού σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, η διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ δεν περιέχει θεμελιακό κανόνα της πολιτειακής, πολιτιστικής, δικαιικής, ηθικής, κοινωνικής ή οικονομικής ζωής της Χώρας, δεν είναι δηλαδή δημοσίας τάξεως, κατά την έννοια των άρθρων 897 αριθ. 6 Κ.Πολ.Δ (και 33 ΑΚ) και πάντως δεν έχει τεθεί για να υπηρετήσει το δημόσιο, αλλά το ιδιωτικό συμφέρον (εμπίπτουσα στην έννοια των αναγκαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 3 ΑΚ), με συνέπεια η εφαρμογή της να μην βρίσκεται σε αντίθεση με την, κατά την εκτεθείσα έννοια δημόσια τάξη και να μη δικαιολογείται η ακύρωση της διαιτητικής απόφασης, εκ του λόγου αυτού κατ’ άρθρο 897 αρ. 6 Κ.Πολ.Δ. Επομένως το Εφετείο, σωστά σε κάθε περίπτωση έκρινε κατ’ αποτέλεσμα και απέρριψε τον παραπάνω λόγο ακυρώσεως της διαιτητικής απόφασης από το άρθρο 897 αριθ. 6 ΚΠολΔ λόγω παραβίασης του άρθρου 281 ΑΚ, ενώ δεν προβάλλεται αιτίαση ως προς τη φύση της διάταξης αυτής, δηλαδή αν αποτελεί κανόνα δημοσίας τάξεως, κατά την έννοια του άρθρου 3 ή 33 ΑΚ. Με βάση αυτά η προσβαλλομένη απόφαση ως προς τον παραπάνω λόγο ακυρώσεως έχει ορθό (κατά το αποτέλεσμα) διατακτικό και πρέπει με αντικατάσταση της εσφαλμένης αιτιολογίας της με τη σωστή ως άνω αιτιολογία (Ολ ΑΠ 37/1996, 8/1993) να απορριφθεί κατά το αρθρ.598 ΚΠολΔ ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέες ως αβάσιμες. Εξάλλου, με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως, κατά το άλλο μέρος του, ο αναιρεσείων προβάλλει την από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 897 αριθ. 6 Κ.Πολ.Δ και 281 ΑΚ και στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, με το να απορρίψει τον λόγο ακύρωσης της διατητικής αποφάσεως, ως προς την επικουρικώς προβληθείσα απ’ αυτόν ένσταση καταχρηστικής άσκησης του άνω δικαιώματος των αντεναγόντων-εναγομένων να υπαναχωρήσουν από τη μεταξύ τους από 30-3-2007 σύμβαση πωλήσεως. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, αφού κατά τα προεκτεθέντα, ο συναρτώμενος με αυτόν λόγος ακυρώσεως της διαιτητικής απόφασης είναι μη νόμιμος, εφόσον, όπως προαναφέρθηκε, η διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ δεν συνιστά τοιαύτη δημοσίας τάξεως, και η παραβίαση αυτής δεν δημιουργεί λόγο ακυρώσεως από το άρθρο 897 αριθ. 6 Κ.Πολ.Δ, ώστε να μη νοείται εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής. Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναιρέσεως, από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι, εκτός των περιστατικών που αναφέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, τα οποία είχε προβάλλει με την ακυρωτική αγωγή του, με την οποία έπληττε την διαιτητική απόφαση για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση του άρθρου 281 ΑΚ και συνακόλουθα ευθεία παραβίαση της ουσιαστικής διατάξεως του άρθρου 897 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, προέβαλε και τον ισχυρισμό, ότι "παρόλο που οι αντίδικοι του δεν είχαν τηρήσει τις συμβατικές υποχρεώσεις τους και συγκεκριμένα δεν του είχαν μεταβιβάσει τα εταιρικά μερίδια της εταιρείας "...", τα οποία αποτελούσαν μέρος του συμφωνηθέντος τιμήματος των μετοχών του, εντούτοις αυτός κρίθηκε ότι κατέστην υπερήμερος στην μεταβίβαση των μετοχών και μάλιστα χωρίς καμία όχληση, την ημέρα της αργίας της Πρωτοχρονιάς και χωρίς να προκύπτει ότι οι αντίδικοι προσφέρθηκαν να συμπράξουν στην μεταβίβαση, γεγονός το οποίο υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και παραβιάζει κατάφορα την δημοσίας τάξεως διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, αφού κατά τα προεκτεθέντα, η διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ δεν συνιστά τοιαύτη δημοσίας τάξεως, κατά την έννοια των άρθρων 897 αριθ. 6 Κ.Πολ.Δ και 33 ΑΚ και δεν ιδρύει η παράβασή της τον αντίστοιχο λόγο ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, ώστε, το επικαλούμενο ως μη ληφθέν υπόψη από το Εφετείο περιστατικό, ως θεμελιωτικό της επίδικης ένστασης κατάχρησης του άνω δικαιώματος των ήδη αναιρεσίβλητων, να μην ιδρύει τον από την παραπάνω διάταξη (άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ), λόγο αναιρέσεως. Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, ερμήνευσε ψευδώς και παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 897 περ. 5 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 886 ΚΠολΔ, στην οποία ρητά η ανωτέρω διάταξη παραπέμπει, με το να απορρίψει τον πέμπτο λόγο ακυρώσεως της αγωγής του, με τον οποίο αποδίδει στην διαιτητική απόφαση, που δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε σαφώς από τη μάρτυρα που εξετάσθηκε από την πλευρά του, αν οι αντίδικοί του (αναιρεσίβλητοι) του επέστρεψαν ή όχι τα χρήματα που έλαβαν από το ταμείο της εταιρείας, την πλημμέλεια της εσφαλμένης κατανομής του δικονομικού βάρους και της παραβιάσεως εις βάρος του της αρχής της ισότητας. Όμως, ο λόγος αυτός ακυρώσεως της διαιτητικής αποφάσεως είναι μη νόμιμος και απορριπτέος, δεδομένου ότι, ακόμη και αν η άνω παραδοχή της διαιτητικής αποφάσεως αποτελεί πράγματι παράβαση του άρθρου 338 του ΚΠολΔ, ο λόγος αυτός μπορεί μεν, στα πλαίσια του αστικού δικονομικού δικαίου να έχει αναχθεί από το νομοθέτη σε λόγο αναίρεσης (άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ), δεν έχει όμως αναχθεί και σε λόγο ακυρώσεως των διαιτητικών αποφάσεων. Έτσι, η οποιαδήποτε ερμηνευτική εκδοχή, που, υπό το πρόσχημα της παράβασης της αρχής του άρθρου 886 αριθ. 2 ΚΠολΔ, αλλά και εκείνης του άρθρου 338 ΚΠολΔ, εισάγει, με πλάγιο τρόπο, τέτοιο λόγο ακύρωσης των διαιτητικών αποφάσεων από τη διάταξη του άρθρου 897 ΚΠολΔ, η οποία περιοριστικά και ειδικά καθορίζει τους αντίστοιχους λόγους ακυρώσεως της διαιτητικής απόφασης, έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη σαφώς εκπεφρασμένη βούληση του νομοθέτη (Ολ. ΑΠ 13/1994, ΑΠ 40/2010). Το Εφετείο επομένως που έκρινε ομοίως, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία τις προπαρατεθείσες διατάξεις και ο από την παραπάνω διάταξη (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ) λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Με τον ίδιο ως άνω λόγο της αίτησης αναιρέσεως (τρίτο), κατά το δεύτερο σκέλος του, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο εσφαλμένα απέρριψε τον έβδομο λόγο της αιτήσεως ακυρώσεως, με τον οποίο είχε ισχυρισθεί ότι η διαιτητική απόφαση κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθων 173 και 200 του ΑΚ, δέχθηκε ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων είχε την υποχρέωση τμηματικής μεταβίβασης των μετοχών του, βάσει της καταρτισθείσης μεταξύ των διαδίκων επίδικης συμφωνίας, ενώ σύμφωνα με τους κανόνες της λογικής, καθώς και των διδαγμάτων της κοινής πείρας, αλλά και της ορθής ερμηνείας των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, έπρεπε να οδηγηθεί σε αντίθετο αποδεικτικό πόρισμα, ότι δηλαδή η συμφωνία αυτή δεν τον υποχρέωνε στην σταδιακή καταβολή των πωληθέντων στους εναγόμενους (αναιρεσίβλητους) μετοχών του, κατά το μέρος που αντιστοιχούσαν στο καταβαλλόμενο απ’ αυτούς ετήσιο μέρος του συνολικού τιμήματος, με συνέπεια να παραβιάσει ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ και κατ’ αποτέλεσμα τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 897 αρ. 6 και 7 του ΚΠολΔ. Όμως, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην αρχή της παρούσης, το Εφετείο που έκρινε ότι η τυχόν εσφαλμένη ερμηνεία και εκτίμηση από το διαιτητικό δικαστήριο ότι η καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων συμφωνία υποχρέωνε τον πωλητή αναιρεσείοντα στην τμηματική μεταβίβαση των πωληθέντων απ’ αυτόν μετοχών του στους αναιρεσίβλητους αγοραστές ανάλογα με τις τμηματικές καταβολές του τιμήματος από τους τελευταίους, ανάγεται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και εσφαλμένη ερμηνεία ως προς τον όρο αυτό της μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως, που δεν προβλέπεται ως λόγος ακυρώσεως της διαιτητικής απόφασης από το άρθρο 897 ΚΠολΔ, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις διάταξεις ουσιαστικού δικαίου του άρθρ. 897 αριθ. 6 και 7 του ΚΠολΔ και επομένως, ο από τις παραπάνω διατάξεις (άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ) λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η από 05-12-2014 αίτηση του Δ. Τ. για αναίρεση της υπ’ αριθ. 3831/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 Ν. 4055/2012 και ισχύει από 2-4-2012) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 05-12-2014 αίτηση του Δ. Τ. για αναίρεση της υπ’ αριθ. 3831/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Δεκεμβρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Μαΐου 2016.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ