366/2014 · 366/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Decision Summary (Facts, Holding & Outcome)
AI generatedΑπόφαση 366 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 366/2014 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη ...
Headnote / Official Regeste
AI generatedFull Text of the Judgment · 366/2014
Απόφαση 366 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 366/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "…", που εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Σαριδάκη, η οποία παραστάθηκε στο ακροατήριο και διόρισε επίσης πληρεξούσιο δικηγόρο τον Γεώργιο Νικολόπουλο.
Της αναιρεσιβλήτου: της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "… εταιρεία περιορισμένης ευθύνης", με τον διακριτικό τίτλο "…", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Μπρούζο.
Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την αναβολή της υποθέσεως για τους λόγους που ανέπτυξε. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας δεν συναίνεσε στο αίτημα της αναβολής.
Το Δικαστήριο διασκέφτηκε με την παρουσία και της γραμματέως και δια του Προέδρου του απέρριψε το αίτημα αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υποθέσεως.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12 Μαΐου 2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 585/2010 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 2800/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφαση ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31 Αυγούστου 2012 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Χαμηλοθώρης, ανέγνωσε την από 23 Σεπτεμβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης κατά παραδοχή του πρώτου λόγου αναίρεσης και την απόρριψη του δεύτερου λόγου αναίρεσης.
Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. Α.Π. 7/2006). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων 1, 3, 4, 18 παρ. 3 και 26, 32 του ν. 2239/1994, προκύπτουν τα εξής: α)Σήμα θεωρείται κάθε σημείο, επιδεκτικό γραφικής παράστασης, ικανό να διακρίνει τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες μιας επιχείρησης από εκείνα άλλων επιχειρήσεων, τέτοιο δε σημείο είναι και η απεικόνιση του σχήματος ή της συσκευασίας του προϊόντος, ιδίως όταν πρόκειται για εντελώς πρωτότυπη και ιδιόμορφη συσκευασία ή σχήμα. β)Με την καταχώρηση του σήματος, η οποία γίνεται σύμφωνα με όσα ορίζουν τα άρθρα 6 επ. του ίδιου νόμου, παρέχεται στον καταθέτη το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης του σήματος στα προϊόντα ή εμπορεύματα για την διάκριση των οποίων αυτό προορίζεται, όποιος δε χρησιμοποιεί, χωρίς τη θέληση του δικαιούχου και κατά τρόπο που αρμόζει μόνο στον τελευταίο, ένδειξη, η οποία προσβάλλει το σήμα του δικαιούχου, μπορεί να εναχθεί για παράλειψη ή αποζημίωση ή και για τα δύο. γ)Η απαγόρευση προσβολής προγενέστερου σήματος διαβαθμίζεται σε δύο επίπεδα. Στο πρώτο εμπίπτει η περίπτωση στην οποία το μεταγενέστερο σήμα ταυτίζεται με το προγενέστερο και προορίζεται να διακρίνει προϊόντα που επίσης ταυτίζονται με εκείνα για τα οποία προστατεύεται το προγενέστερο (ταύτιση σημάτων και προϊόντων). Στο δεύτερο επίπεδο εμπίπτει η περίπτωση, στην οποία είτε το μεταγενέστερο σήμα ταυτίζεται με το προγενέστερο και προορίζεται να διακρίνει προϊόντα όμοια με εκείνα που διακρίνει το τελευταίο, είτε το μεταγενέστερο σήμα ομοιάζει με το προγενέστερο και προορίζεται να διακρίνει προϊόντα που ταυτίζονται με εκείνα που διακρίνει επίσης το τελευταίο (ταυτότητα σημάτων και ομοιότητα προϊόντων ή ταυτότητα προϊόντων και ομοιότητα σημάτων). Στην πρώτη περίπτωση της ταυτότητας σημάτων και προϊόντων η προστασία του προγενέστερου σήματος είναι απόλυτη, χωρίς την ανάγκη επίκλησης και απόδειξης κινδύνου σύγχυσης, ο οποίος θεωρείται κατ' αμάχητο τεκμήριο ότι συντρέχει, αφού το σήμα δεν μπορεί να επιτελέσει τη λειτουργία του, που είναι να διακρίνει στην αγορά την προέλευση του προϊόντος από ορισμένη επιχείρηση. Στη δεύτερη περίπτωση η προστασία του προγενέστερου σήματος είναι σχετική και απαιτείται ως πρόσθετο στοιχείο κίνδυνος σύγχυσης ή συσχέτισης των σημάτων. δ)Εκείνος που έχει καταθέσει νομίμως για ορισμένο προϊόν ή αντικείμενο εμπορίας σήμα, εγκεκριμένο τελεσίδικα από το αρμόδιο πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο διοικητικό όργανο, δικαιούται, από την κατάθεση αυτού και εφεξής, για όσο χρόνο δεν διαγράφεται νομίμως, να ζητήσει από κάθε τρίτο, που χρησιμοποιεί σε όμοια προϊόντα ή αντικείμενα εμπορίας του αυτούσιο το σήμα, ή που χρησιμοποιεί σε όμοια ή παρόμοια προϊόντα ή αντικείμενα εμπορίας του το σήμα κατά παραποίηση ή απομίμηση, να παραλείπει τη χρήση ή να αποκαταστήσει τη σχετική ζημιά, ή και τα δύο. Τα πολιτικά δικαστήρια δεν έχουν αρμοδιότητα να ελέγξουν ούτε παρεμπιπτόντως τη συνδρομή των προϋποθέσεων περί διαγραφής του σήματος (άρθρο 32 του ν.2239/1994) και δεν έχουν το δικαίωμα να αρνηθούν τη νόμιμη προστασία του σήματος, έστω και αν υποπέσει στην αντίληψή τους ύπαρξη λόγου μη έγκρισης ή διαγραφής του. Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 20 του ίδιου ν. 2239/1994, το δικαίωμα που παρέχει το σήμα στο δικαιούχο του, δεν παρεμποδίζει τρίτους να χρησιμοποιούν στις συναλλαγές το όνομα, την επωνυμία και τη διεύθυνσή τους, ως και ενδείξεις σχετικές με το είδος, την ποιότητα, τον προορισμό, την αξία, τη γεωγραφική προέλευση, το χρόνο παραγωγής του προϊόντος ή της παροχής της υπηρεσίας ή άλλα χαρακτηριστικά τους, καθώς και το ίδιο το σήμα, αν τούτο είναι αναγκαίο, προκειμένου να δηλωθεί ο προορισμός προϊόντος ή υπηρεσίας, ιδίως δε όταν πρόκειται για εξαρτήματα ή ανταλλακτικά. Η χρήση αυτή πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη που ισχύουν στη βιομηχανία ή στο εμπόριο και πάντως όχι με μορφή σήματος. Η διάταξη αυτή, η οποία, ενόψει του ότι εισάγει εξαίρεση, πρέπει να ερμηνεύεται στενά, διακρίνει μεταξύ της επιτρεπτής χρησιμοποίησης περιγραφικών ενδείξεων (δηλώσεων) σχετικών με το είδος, την ποιότητα, τον προορισμό, την αξία, τη γεωγραφική προέλευση, το χρόνο παραγωγής του προϊόντος ή της υπηρεσίας ή άλλα χαρακτηριστικά τους, που δεν ταυτίζονται με το σήμα, και της επιτρεπτής χρησιμοποίησης αυτού τούτου του σήματος, όταν αυτό είναι αναγκαίο για να δηλωθεί ο προορισμός του προϊόντος ή υπηρεσίας, δηλαδή να δηλωθεί σε τι αποσκοπεί και σε τι αποβλέπει η χρήση αυτή. Επομένως, η χρησιμοποίηση αυτούσιου του σήματος που γίνεται για να δηλωθεί το είδος του προϊόντος και όχι ο προορισμός του δεν αποτελεί νόμιμη χρήση κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης. Για να είναι νόμιμη η χρήση αυτούσιου του σήματος από τρίτο, που δεν είναι κάτοχός του, πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις: 1)η χρήση του ξένου σήματος να γίνεται προκειμένου να δηλωθεί ο προορισμός του προϊόντος του τρίτου, 2)η για τον ανωτέρω σκοπό χρήση πρέπει να είναι αναγκαία, 3)η αναγκαία αυτή χρήση να είναι σύμφωνη με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη και 4)η χρήση από τον τρίτο του ξένου σήματος να μη γίνεται εν είδει σήματος. Η χρήση του σήματος είναι αναγκαία για να δηλωθεί ο προορισμός ενός προϊόντος που διατίθεται στο εμπόριο, όταν στην πράξη αποτελεί το μοναδικό μέσο παροχής άμεσης και πλήρους ενημέρωσης σχετικά με τον εν λόγω προορισμό, προκειμένου έτσι να διαφυλαχθεί το σύστημα ανόθευτου ανταγωνισμού στην αγορά του εν λόγω προϊόντος. Τέλος, χρήση εν είδει σήματος υπάρχει όταν η χρήση γίνεται με τέτοιο τρόπο ώστε να μπορεί να δημιουργηθεί κίνδυνος σύγχυσης στο μέσο καταναλωτή, ο οποίος μπορεί να συμπεράνει ότι η χρησιμοποιούμενη ένδειξη λειτουργεί ως διακριτικό γνώρισμα των προϊόντων που σηματοδοτούνται με αυτό από άλλα ή όμοια εμπορεύματα που έχουν όμως άλλη προέλευση ή ότι μεταξύ των επιχειρήσεων υπάρχει οικονομικός ή άλλος δεσμός.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, αφού εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση, απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η αγωγή της αναιρεσείουσας κατά της αναιρεσίβλητης, με την οποία αυτή (αναιρεσείουσα) ζήτησε, ως δικαιούχος του εκεί περιγραφομένου σήματος, την άρση της προσβολής του σήματος αυτού εκ μέρους της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του, τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα ανώνυμη εταιρία, από την ίδρυσή της το έτος 1922, δραστηριοποιείται στην παραγωγή μπισκότων και συναφών ειδών διατροφής, είναι δε δικαιούχος στην Ελλάδα του με αριθμό ... σήματος, που έχει γίνει δεκτό με τη με αριθμό 3681/1997 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, κατέστη αμετάκλητο και καταχωρήθηκε στις 19-4-1999 και ισχύει προστατευόμενο, μετά ανανέωσή του, έως τις 29-4-2013. Το σήμα αυτό, αποτελούμενο από διασχηματισμό πούρου, προορίζεται για τη διάκριση του παραγομένου από την ενάγουσα προϊόντος (γεμιστή γκοφρέτα), το οποίο (προϊόν) η ενάγουσα κυκλοφορεί συνεχώς στην ελληνική αγορά από το έτος 1978 με την ονομασία "Caprice" σε συνδυασμό του άνω σήματός της, δηλαδή ως μακρόστενη κυλινδρική γκοφρέτα σε σχήμα πούρου, μήκους η καθεμιά 11 περίπου εκατοστών και διαμέτρου ενός εκατοστού, συσκευασμένη σε όρθιο μεταλλικό κυλινδρικό κουτί, ύψους 15 εκατοστών και διαμέτρου 10 εκατοστών, η επάνω βάση του οποίου διαθέτει ειδικό άνοιγμα ασφαλείας μιας χρήσης, που λειτουργεί με πίεση της καταλλήλως διαρρυθμισμένης υποδοχής του δακτύλου του χρήστη και έλξη του μεταλλικού τμήματος, μετά την απόσπαση του οποίου η εν λόγω (επάνω) βάση καλύπτεται με πλαστικό κυλινδρικό καπάκι, επιτυγχάνοντας κατά τον τρόπο αυτό τη διατήρηση αναλλοίωτου του προϊόντος μέχρι την πλήρη κατανάλωσή του. Το προϊόν αυτό κυκλοφορεί σε τρεις γεύσεις με χρώμα α)καφέ, με γέμιση κρέμας φουντουκιού και κακάο, σκουροτέρου καφέ χρώματος για τη γεύση πραλίνας, β)μπεζ και καφέ χρώμα γέμιση, για τη γεύση καπουτσίνο και γ)άσπρου και καφέ με άσπρο χρώμα η γέμιση, για τη γεύση βανίλιας. Το μήνα Μάρτιο 2008 περιήλθε σε γνώση της ενάγουσας ότι η εναγομένη εταιρία περιορισμένης ευθύνης, με έδρα το … και συναφές εμπορικό αντικείμενο, άρχισε να παρασκευάζει και να διαθέτει στην ελληνική αγορά μακρόστενες κυλινδρικές γκοφρέτες γεμιστές με κρέμα φουντουκιού με κακάο σε σχήμα πούρου, συσκευασμένες μέσα σε παραλληλεπίπεδη συσκευασία από πολυπροπυλένιο, με την ένδειξη HAPPY DAY. Από τη σύγκριση των δύο προϊόντων, προκύπτει η ύπαρξη ομοιότητας ως προς υλικά παρασκευής και το σχήμα της παραγόμενης γκοφρέτας (κυλινδρική γκοφρέτα σε σχήμα πούρου), ενώ τελείως διαφορετικό είναι το είδος και σχήμα της συσκευασίας τους, όπως προπεριγράφηκε. Περαιτέρω ο παραπάνω διασχηματισμός του προϊόντος δεν αποτελεί ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της γκοφρέτας που παρασκευάζει η ενάγουσα, καθόσον η γκοφρέτα αυτή παρασκευάζεται με βάση παλαιά παραδοσιακή βιενέζικη συνταγή για κυλινδρικές γκοφρέτες-βάφλες σε σχήμα πούρου, η οποία είναι ευρύτατα γνωστή από πλήθος βιομηχανιών και διατίθεται από πληθώρα επιχειρήσεων, τόσο στην αγορά του εξωτερικού, όσο και στην ημεδαπή (π.χ. Φ., ΑΛΛΑΤΙΝΗ, Χ., ΜΠΟΛΕΡΟ, FERRO). Εξαιτίας μάλιστα της διαφορετικής οπτικής εικόνας, που έχει ως προς τη συσκευασία του το προϊόν της ενάγουσας με αυτό της εναγομένης, ο μέσος καταναλωτής δεν μπορεί να θεωρήσει ότι υπάρχει ταυτότητα της επιχείρησης από την οποία προέρχονται τα διακρινόμενα προϊόντα, ή ότι το ένα αποτελεί μεταβολή ή εξέλιξη του άλλου, ούτε μπορεί να δημιουργηθεί η εσφαλμένη εντύπωση ότι ανάμεσα στις δύο επιχειρήσεις υπάρχει οικονομικός ή άλλος δεσμός. Θα πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι την έλλειψη ιδιαίτερης διακριτικής δύναμης του χρησιμοποιούμενου από την ενάγουσα, για την κυκλοφορία του παραγόμενου από αυτήν προϊόντος, διασχηματισμού, έχουν δεχθεί και μάλιστα τελεσίδικα, οι προσκομιζόμενες με επίκληση από την εφεσίβλητη υπ' αριθμ. 4126/2007, 5637/2005, 3250/2001 και 1688/2000 αποφάσεις του Δικαστηρίου αυτού, ως προς τα κυκλοφορούντα από τις αναφερόμενες σ' αυτές (αποφάσεις) εταιρίες προϊόντα κυλινδρικής γκοφρέτας σε σχήμα πούρου. Αποδείχθηκε επομένως ότι ο χρησιμοποιούμενος από την ενάγουσα ως άνω διασχηματισμός δεν αποτελεί διακριτικό γνώρισμα προσδιορισμού προέλευσης της κυλινδρικής γκοφρέτας σε σχήμα πούρου, ως προϊόντος αυτής, και έγινε από την εναγομένη σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 20 παρ. 1 του ν. 2239/1994, η οποία, σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, επιτρέπει την εκ μέρους τρίτων χρησιμοποίηση ενδείξεων ή και του σήματος ακόμη, που χρησιμοποιεί άλλος, εφόσον η χρήση αυτή α)είναι αναγκαία για να δηλωθεί το είδος ή ο προορισμός του προϊόντος ή της παρεχομένης υπηρεσίας, β)δεν αντίκειται στα ισχύοντα στη βιομηχανία ή το εμπόριο χρηστά συναλλακτικά ήθη και γ)δεν γίνεται με τη μορφή σήματος, προϋποθέσεις οι οποίες συντρέχουν στην ένδικη περίπτωση. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι: 1)η χρήση του μεν διασχηματισμού του προϊόντος είναι αναγκαία για να δηλωθεί ο προορισμός και το είδος αυτού, (προϊόντος), δηλαδή ότι είναι κυλινδρική, σε σχήμα πούρου γκοφρέτα, η οποία αποτελεί τυποποιημένη μορφή κυκλοφορίας του εν λόγω προϊόντος, που μόνο με αυτό το διασχηματισμό μπορεί να δηλωθεί, 2)η κατά τον τρόπο αυτό κυκλοφορία του ένδικου προϊόντος δεν είναι αντίθετη προς τα κρατούντα στη βιομηχανία και το εμπόριο χρηστά συναλλακτικά ήθη, τα οποία, αφενός δεν καθιστούν απαγορευτική τη χρησιμοποίηση του σχήματος πούρου για τη δήλωση προς το καταναλωτικό κοινό του είδους του κυκλοφορούντος προϊόντος και 3)η κατά τον παραπάνω τρόπο χρησιμοποίηση των διασχηματισμών της ενάγουσας δεν γίνεται από την εναγομένη με τη μορφή σήματος, για τον προσδιορισμό δηλαδή της προέλευσης του προϊόντος της, ως προς την οποία δεν δημιουργείται, ενόψει και των όσων αναφέρθηκαν στα σχετικά περί των διασχηματισμών αυτών ως διακριτικών γνωρισμάτων των προϊόντων της ενάγουσας, κίνδυνος σύγχυσης στο μέσο άπειρο αγοραστή - καταναλωτή είτε ως προς την ταυτότητα της επιχείρησης είτε ως προς την προέλευση του κυκλοφορούντος προϊόντος. Τυχόν αποδοχή της υποστηριζόμενης από την ενάγουσα αντίθετης άποψης, θα είχε ως επακόλουθο την αντικρουόμενη από τη λογική και τα κρατούντα στο εμπόριο και τη βιομηχανία χρηστά συναλλακτικά ήθη δυνατότητα της χρησιμοποίησης του προϊόντος μόνο από την επιχείρηση που για πρώτη φορά χρησιμοποίησε τους εν λόγω διασχηματισμούς για την κυκλοφορία ορισμένου προϊόντος, κατ' αποκλεισμό όλων των άλλων επιχειρήσεων που κυκλοφορούν ομοειδή προϊόντα.
Συνεπώς προς τα ανωτέρω, κατ' αποδοχή της βάσιμης περί των ανωτέρω ένστασης της εναγομένης, που επαναφέρεται από αυτή ως λόγος έφεσης, πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη ...". Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο, το οποίο δέχθηκε, ως ουσιαστικά βάσιμη την ένσταση της εναγομένης από τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του ν. 2239/1994 και απέρριψε την πιο πάνω αγωγή για προστασία του σήματος της ενάγουσας, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την εν λόγω διάταξη ουσιαστικού δικαίου. Ειδικότερα, έκρινε ότι η χρήση αυτούσιου του σήματος για τη δήλωση του είδους του προϊόντος εμπίπτει στον κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 20 παρ. 1 του ν. 2239/1994 και ότι η χρήση του σήματος της αναιρεσείουσας από την αναιρεσίβλητη προκειμένου να δηλώσει το είδος του δικού της προϊόντος γεμιστής γκοφρέτας είναι επιτρεπτή, ενώ κατά το πραγματικό του πιο πάνω κανόνα δικαίου η δήλωση του είδους του προϊόντος επιτρέπεται να γίνει μόνο με περιγραφικές ενδείξεις (δηλώσεις) που δεν ταυτίζονται με το σήμα και όχι με τη χρήση αυτούσιου του σήματος. Εξάλλου, δέχθηκε ότι η χρήση του σήματος από την αναιρεσίβλητη ήταν αναγκαία για να δηλωθεί και ο προορισμός του προϊόντος, χωρίς να παραθέτει ποιος είναι ο προορισμός αυτός, δηλαδή σε τι αποβλέπει η χρήση από την αναιρεσίβλητη του σήματος της αναιρεσείουσας στο δικό της όμοιο προϊόν. Περαιτέρω δέχθηκε ότι η χρήση των διασχηματισμών της αναιρεσείουσας, δηλαδή του σήματός της, δεν γίνεται από την αναιρεσίβλητη εν είδει σήματος, για τον προσδιορισμό δηλαδή της προέλευσης του προϊόντος τους, ως προς την οποία δεν δημιουργείται κίνδυνος σύγχυσης στο μέσο καταναλωτή είτε ως προς την προέλευση του προϊόντος είτε ως προς την ταυτότητα της επιχείρησης. Η αιτιολογία, όμως, αυτή για ανυπαρξία κινδύνου σύγχυσης αντιφάσκει με την παραδοχή ότι η αναιρεσείουσα είναι δικαιούχος του πιο πάνω σήματος, πράγμα που ενέχει κατά νομική αναγκαιότητα την παραδοχή ότι το σήμα αυτό έχει διακριτική δύναμη και ότι για τη διοικητική αναγνώριση του συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις, οι οποίες δεν επιτρέπεται να αμφισβητηθούν, ούτε παρεμπιπτόντως, ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων, όταν αυτά κρίνουν ζητήματα προστασίας του σήματος, αφού ο δικαιούχος σήματος προστατεύεται πλήρως μέχρι την αμετάκλητη διαγραφή του σήματος. Επομένως είναι βάσιμος ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 20 παρ. 1 του ν. 2239/1994. Μετά από αυτά που προεκτέθηκαν, πρέπει, κατά παραδοχή του παραπάνω λόγου αναίρεσης, του οποίου η αναιρετική εμβέλεια καθιστά περιττή την έρευνα του πρώτου λόγου αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο Δικαστήριο, που την εξέδωσε, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, ποσού τριακοσίων (300) ευρώ, στην αναιρεσείουσα, και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (176, 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την απόφαση 2800/2012 του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο πιο πάνω Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες ευρώ (3.000).
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 19 Νοεμβρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Φεβρουαρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ