Legislator Case Law & Legislation
366/2013 AI generated

366/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 366/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 366 / 2013 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 366/2013

Legislator headnote

AI generated

366/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 366 / 2013 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 366/2013

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 366 / 2013 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 366/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Σπυρίδωνα Μαυρογιάννη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Μ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Φωτεινή Δερμιτζάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-10-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6947/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7243/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 12-4-2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 21-10-2011 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού, τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου, Βασιλείου Λυκούδη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως και να απορριφθούν οι λοιποί.

Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. (Α) Κατά το άρθ. 9§5 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά δικαιώματα που κυρώθηκε και κατέστη εσωτερικό δίκαιο με το ν. 2464/1997 "κάθε πρόσωπο θύμα παράνομης σύλληψης ή κράτησης έχει δικαίωμα αποζημίωσης". Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθ. 7§4 του Συντάγματος "νόμος ορίζει με ποιούς όρους το Κράτος παρέχει, ύστερα από δικαστική απόφαση, αποζημίωση σε όσους καταδικάστηκαν, προφυλακίστηκαν άδικα ή παράνομα ή με άλλο τρόπο στερήθηκαν παράνομα την προσωπική τους ελευθερία". Κατά την έννοια της συνταγματικής αυτής διάταξης η παροχή αποζημίωσης με δικαστική απόφαση σε αδίκως προφυλακισθέντες ή καταδικασθέντες ή στερηθέντες την ελευθερία τους προϋποθέτει τη διάγνωση από δικαστήριο του αδίκου ή παρανόμου χαρακτήρα της στέρησης της ελευθερίας του κατηγορηθέντος, ο οποίος στην συνέχεια κηρύχθηκε αθώος ή απηλλάγη από τις κατηγορίες, για τις οποίες ασκήθηκε σε βάρος του ποινική δίωξη, κατόπιν πράξεων, παραλείψεων ή εκτιμήσεων ποινικού δικαστηρίου ή συμβουλίου ή άλλου οργάνου (εισαγγελέα, ανακριτή), εντεταγμένου στη διαδικασία της απονομής της ποινικής δικαιοσύνης, σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους που καθορίζονται από τον κοινό νομοθέτη. Συναφώς στα άρθ. 533 - 545 ΚΠΔ, όπως ίσχυαν, ως εκ του εδώ κρισίμου χρόνου, πριν την αντικατάστασή τους με το άρθ. 26 ν. 2915/2001, στα οποία περιέχεται πλήρης ρύθμιση για την αποζημίωση των αδίκως καταδικασθέντων ή προσωρινά κρατηθέντων και τελικά αθωωθέντων, όπως απαιτείται από τα άρθ. 7§4 του Συντάγματος και 9§5 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά δικαιώματα και σε αρμονία προς τις συνταγματικές διατάξεις περί χωριστών δικαιοδοσιών (άρθ. 94 - 96, ΑΠ 1123/2010, 918/2008), ορίζονται ειδικότερα, τα εξής: (Α) Όσοι κρατήθηκαν προσωρινά και κατόπιν αθωώθηκαν με βούλευμα δικαστικού συμβουλίου ή με απόφαση ποινικού δικαστηρίου έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν αποζημίωση (άρθ. 533, εκτός αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις και περιπτώσεις του άρθ. 536, με την συνδρομή των οποίων αποκλείεται το δικαίωμα προς αποζημίωση), αντικείμενο της οποίας είναι κάθε ζημία που προκλήθηκε από την ολική ή μερική εκτέλεση της προσωρινής κράτησης κ.λπ. και χρηματική ικανοποίηση, το ποσό της οποίας καθορίζεται κατά την κρίση του δικαστηρίου (άρθ. 540§1). Σχετικά με την υποχρέωση του δημοσίου προς αποζημίωση αποφαίνεται το ποινικό δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση για την (ποινική) υπόθεση, με ιδιαίτερη ταυτόχρονη απόφαση, ύστερ' από προφορική αίτηση εκείνου που αθωώθηκε ή και αυτεπάγγελτα (άρθ. 536§1). Εάν για οποιονδήποτε λόγο το αρμόδιο δικαστήριο δεν αποφάνθηκε ως άνω για το ζήτημα αυτό, εκείνος που ζημιώθηκε μπορεί να υποβάλει και αργότερα την αίτησή του για αποζημίωση στο ίδιο δικαστήριο (κατ' άρθ. 544 στις διατάξεις των άρθ. 533 - 540 ως δικαστήριο και απόφαση νοούνται και τα ποινικά συμβούλια και τα βουλεύματά τους), στην περίπτωση δε αυτήν η αίτηση παραδίδεται στον εισαγγελέα του δικαστηρίου αυτού μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία 48 ωρών από την απαγγελία της απόφασης στο ακροατήριο και 8 ημερών από την κοινοποίηση στον προσωρινά κρατούμενο του απαλλακτικού βουλεύματος, ή της απαλλακτικής απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του, και εισάγεται την πρώτη εργάσιμη ημέρα στο δικαστήριο ή συμβούλιο, που συγκαλείται ειδικώς και εκτάκτως για την εκδίκασή της και αποτελείται κατά προτίμηση από τους ίδιους δικαστές που αποφάνθηκαν για την ποινική υπόθεση (άρθ. 537§§1, 2 εδ. α', γ' και 3). Αφού αναγνωρισθεί ως άνω η υποχρέωση για αποζημίωση από το δημόσιο, ο δικαιούχος μπορεί να εγείρει αγωγή στα πολιτικά δικαστήρια, τα οποία δεν μπορούν να εξετάσουν πάλι την ύπαρξη αυτής της υποχρέωσης, η αξίωση δε αυτή παραγράφεται ύστερ' από δύο χρόνια από την ημέρα που έγινε αμετάκλητη η απόφαση ή το βούλευμα για την ποινική υπόθεση (άρθ. 539§§1 εδ. α' και 2, 544). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθ. 91§1 και 93 ν.δ. 321/1969 αφενός και 90§1 και 91 ν. 2362/1995 αφετέρου που ορίζουν κατά τρόπο ουσιαστικά όμοιο ότι η παραγραφή των κατά του Δημοσίου αξιώσεων, καταρχήν πενταετής (εφόσον από άλλη γενική ή ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζεται διαφορετικά), αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκαν (ή από άλλο ειδικά, τυχόν, οριζόμενο χρονικό σημείο ως προς ορισμένες κατηγορίες αξιώσεων) και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή τους, σε συνδυασμό με το άρθ. 251 ΑΚ που έχει γενική εφαρμογή (και στην ουσία επαναλαμβάνεται και περιέχεται στις ως άνω διατάξεις των άρθ. 93 ν. 321/1969 και 91 ν. 2362/1995, ως προς την δυνατότητα της δικαστικής επιδίωξης της απαίτησης), συνάγεται ότι σε κάθε περίπτωση νόμιμη προϋπόθεση της έναρξης της παραγραφής απαίτησης κατά του Δημοσίου, ανεξάρτητα από τον χρόνο αυτής και το ειδικότερο σημείο έναρξής της, είναι η κατά νόμο δυνατότητα δικαστικής επιδίωξης αυτής (ΑΠ 1366/2012, 1372/2010). (Β) Από όλα τα παραπάνω και αφού ληφθεί υπόψη ότι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, απαραίτητη προϋπόθεση της άσκησης στα πολιτικά δικαστήρια αγωγής αποζημίωσης για άδικη προσωρινή κράτηση και επιδίκασης αυτής είναι η προηγουμένη αναγνώριση της συναφούς υποχρέωσης του Δημοσίου με απόφαση του αρμοδίου ποινικού δικαστηρίου ή συμβουλίου, και δη αμετακλήτως, η έλλειψη της οποίας καθιστά την αγωγή απαράδεκτη (πρβλ. ΑΠ 1123/2010), ειδικά ως προς το ζήτημα της παραγραφής αξίωσης προς αποζημίωση των αδίκως προσωρινά κρατηθέντων και της έναρξης αυτής συνάγεται ότι: Η παραγραφή της αξίωσης αυτής, ο χρόνος της οποίας ορίζεται ειδικά σε δύο έτη, αρχίζει, καταρχήν, κατ' άρθ. 539§2 ΚΠΔ, από την ημέρα που έγινε αμετάκλητη η αθωωτική απόφαση ή το βούλευμα για την ποινική υπόθεση (σημειώνεται ότι ως "αθώωση" νοείται και η οριστική παύση της ποινικής δίωξης λόγω παραγραφής). Τούτο, όμως, προδήλως στην περίπτωση, κατά την οποία για την υποχρέωση του Δημοσίου αποφάνθηκε ταυτόχρονα, με ιδιαίτερη απόφαση, το ίδιο το δικαστήριο που εξέδωσε την αθωωτική απόφαση ή το απαλλακτικό βούλευμα για την ποινική υπόθεση για πρώτη φορά, από την έκδοση των οποίων (πριν δηλ. αποκτήσουν αμετάκλητο χαρακτήρα) γεννάται και το σχετικό δικαίωμα αποζημίωσης, και η οποία, απόφαση (στην έννοια της οποίας περιλαμβάνεται, όπως προαναφέρθηκε, και το βούλευμα) για την υποχρέωση αυτή του Δημοσίου, μη προσβαλλομένη αυτοτελώς με ένδικα μέσα (άρθ. 536§2 ΚΠΔ), κατέστη αμετάκλητη μαζί με την απόφαση, με την ως άνω έννοια, για την κύρια ποινική υπόθεση (λόγω απόρριψης των ασκηθέντων κατ' αυτής ενδίκων μέσων ή παρόδου της σχετικής προθεσμίας), καθόσον πράγματι στην περίπτωση αυτή είναι έκτοτε δυνατή κατά νόμον η δικαστική επιδίωξη της απαίτησης με αγωγή στα πολιτικά δικαστήρια. Εάν, όμως, η αναγνώριση της υποχρέωσης αυτής του Δημοσίου γίνει μετά την αμετάκλητη "αθώωση" του κατηγορουμένου, με ιδιαίτερη απόφαση ή βούλευμα, κατά την παρεχομένη από το νόμο ευχέρεια, και αποκτήσει, έτσι, αμετάκλητο χαρακτήρα σε μεταγενέστερο χρόνο (αφού στην περίπτωση αυτή υπάρχει δυνατότητα αυτοτελούς προσβολής με ένδικα μέσα, άρθ. 479§2, 483§3, 505§2 ΚΠΔ, όπως ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο) τότε η διετής αυτή παραγραφή αρχίζει από τον μεταγενέστερο αυτόν χρόνο, διότι μόνον από τότε είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη της επιδίκασης αποζημίωσης στα πολιτικά δικαστήρια. Τέλος, εφόσον η αναγνώριση της υποχρέωσης του Δημοσίου αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε, προϋπόθεση της δικαστικής επιδίωξης της αποζημίωσης στα πολιτικά δικαστήρια και επομένως νόμιμη προϋπόθεση της έναρξης της ως άνω παραγραφής, δεν τίθεται θέμα εφαρμογής της διάταξης του άρθ. 262 ΑΚ. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών κρίνοντας επί αγωγής του ήδη αναιρεσιβλήτου κατά του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου με αντικείμενο αξιώσεις προς αποζημίωση από άδικη προσωρινή κράτησή του, με την προσβαλλομένη 7243/2009 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι ο αναιρεσίβλητος ενάγων προσελήφθη το έτος 1987 στο αναιρεσείον εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο ως εφοριακός υπάλληλος και τοποθετήθηκε αρχικά στην Υπηρεσία Δημοσίων Kτημάτων Ρόδου και στη συνέχεια στην ΥΠΕΔΑ (μετέπειτα ΣΔΟΕ) Ρόδου, ότι σε βάρος του ασκήθηκε ποινική δίωξη για τις αξιόποινες πράξεις (α) της δωροδοκίας σε βαθμό κακουργήματος από κοινού και κατ' εξακολούθηση (άρθ. 45, 235 ΠΚ, 1§1 α.ν. 1608/1950) και (β) της σύστασης (άρθ. 187§1 ΠΚ), ότι για τις πράξεις αυτές συνελήφθη την 31-5-1989 με το 12/1989 ένταλμα του Ανακριτή του 1ου Τμήματος Ρόδου και μετά την απολογία του την 7-6-1989 διατάχθηκε με το 14/1989 ένταλμα του ίδιου ανακριτή η προσωρινή κράτησή του, και οδηγήθηκε στις Δικαστικές Φυλακές Κω, όπου παρέμεινε προσωρινά κρατούμενος μέχρι την 26-7-1989, όταν η προσωρινή κράτησή του αντικαταστάθηκε με χρηματική εγγύηση, ότι μετά το πέρας της ανάκρισης με το 14/1994 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου ο ενάγων απηλλάγη της κατηγορίας για δωροδοκία, ενώ για την πράξη της σύστασης έπαυσε οριστικά η κατ' αυτού ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, χωρίς το ως άνω Συμβούλιο ν' αποφανθεί για την ύπαρξη ή μη υποχρέωσης του Δημοσίου προς αποζημίωση του ενάγοντος, ότι ο ενάγων πριν την κοινοποίηση σ' αυτόν του ως άνω βουλεύματος υπέβαλε την 30-3-1994 την υπό την αυτή ημερομηνία αίτησή του στον Εισαγγελέα Εφετών Δωδεκανήσου, με την οποία ζήτησε ν' αναγνωρισθεί η υποχρέωση του Δημοσίου προς αποζημίωσή του λόγω της άδικης προσωρινής κράτησής του, για την αίτηση δε αυτήν εκδόθηκε το 47/1994 βούλευμα του ως άνω Συμβουλίου, με το οποίο αυτό απέσχε από την εξέταση της αίτησης μέχρι την έκδοση απόφασης επί της ποινικής υπόθεσης, για την οποία εκδόθηκε το ως άνω 14/1994 βούλευμα, προκειμένου να προσκομισθούν στο Συμβούλιο τα πρακτικά και η απόφαση που επρόκειτο να εκδοθεί σχετικά με τους συγκατηγορουμένους του ενάγοντος που είχαν παραπεμφθεί με το ως άνω, απαλλακτικό γι' αυτόν, βούλευμα, ότι μετά την εκδίκαση της υπόθεσης ως προς τους λοιπούς κατηγορουμένους σε δεύτερο βαθμό και την προσκομιδή των εγγράφων που ζητήθηκαν, το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου με το 42/1997 βούλευμά του, που εκδόθηκε την 31-10-1997 και επιδόθηκε στον ενάγοντα την 21-11-1997, αποφάνθηκε ότι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο υπέχει υποχρέωση αποζημίωσης του ενάγοντος για την επιβληθείσα ως άνω σ' αυτόν προσωρινή κράτηση, ότι σύμφωνα με τα παραπάνω η ένδικη αγωγή που επιδόθηκε στο εναγόμενο την 5-11-1999, δηλ. μέσα σε προθεσμία δύο ετών από την επίδοση του ως άνω 42/1997 βουλεύματος, με τo οποίo αναγνωρίσθηκε η προς αποζημίωση υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου που είναι αναγκαία προϋπόθεση της άσκησης της αγωγής, ασκήθηκε εμπρόθεσμα, με βάση δε τα γενόμενα ως άνω δεκτά και κατά παραδοχή της έφεσης του ενάγοντος εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία είχε κριθεί ότι οι αξιώσεις του ενάγοντος είχαν υποπέσει στην διετή παραγραφή από την έκδοση του απαλλακτικού 14/1994 βουλεύματος μέχρι την επίδοση της αγωγής, και δίκασε κατ' ουσίαν την για τον λόγο αυτόν απορριφθείσα αγωγή. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, μη δεχθέν δηλ. ότι η παραγραφή άρχισε από την επομένη της έκδοσης του απαλλακτικού 14/1994 βουλεύματος όταν και κατέστη αμετάκλητο (σύμφωνα με το άρθ. 308§1 ΚΠΔ, όπως ίσχυε τότε, καθόσον η κατηγορία αφορούσε εγκλήματα προβλεπόμενα από το άρθ. 1 ν. 1608/1950 και συναφή με αυτά πλημμελήματα), και σύμφωνα με τα προεκτεθέντα ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και δη του άρθ. 539§2 ΚΠΔ, εφόσον μάλιστα δεν έγινε δεκτό, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασής του, ότι η αναγνώριση της υποχρέωσης του εναγομένου με το 42/1997 βούλευμα του Συμβουλίου είχε αποκτήσει αμετάκλητο χαρακτήρα (πρβλ. άρθ. 483§3 ΚΠΔ) και η επίδοση της αγωγής έγινε μετά πάροδο διετίας από το χρονικό αυτό σημείο. Επομένως, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το συναφές περί του αντιθέτου σκέλος του από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, κατά δε το σκέλος του από τον αριθ. 19 του αυτού άρθρου ως απαράδεκτος και λόγω της πλήρους αοριστίας του.

ΙΙ. Από τις προεκτεθείσες διατάξεις των άρθ. 7§4 του Συντάγματος και 533 επ. ΚΠΔ συνάγεται ότι η αξίωση αποζημίωσης των αδίκως προσωρινά κρατηθέντων κ.λπ., συνδεομένη αρρήκτως με την διαδικασία απονομής της ποινικής δικαιοσύνης, ρυθμίζεται ειδικά από τις διατάξεις των άρθ. 533 - 545 ΚΠΔ (ΑΠ 1123/2010), ως εκ τούτου δε η αξίωση αυτή δεν μπορεί να ικανοποιηθεί κατά τις περί αστικής ευθύνης του Δημοσίου από παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του διατάξεις του άρθ. 105 ΕισΝΑΚ και οι σχετικές διαφορές δεν αποτελούν διοικητικές διαφορές ουσίας κατά το άρθ. 1§2 ν. 1406/1983 και δεν ανήκουν στην δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων (ΣτΕ 2852/2012, 2574/2006). Εξάλλου, κατά τις σαφείς διατάξεις του άρθ. 540§§1 εδ. α' και 3 ΚΠΔ αντικείμενο της αξίωσης για αποζημίωση είναι κάθε ζημία που προκλήθηκε από την ολική ή μερική εκτέλεση της (ποινής ή) προσωρινής κράτησης στην περιουσιακή κατάσταση εκείνου που κρατήθηκε προσωρινά (ή καταδικάσθηκε), στην προσωρινή δε κράτηση υπολογίζεται και η κράτηση που έγινε πριν απ' αυτήν με ένταλμα της ανακριτικής αρχής για την πράξη για την οποία διατάχθηκε. Ως περιουσιακή ζημία, η οποία πρέπει να είναι απότοκος της εκτέλεσης της ποινής ή της προσωρινής κράτησης, νοείται κάθε χειροτέρευση της οικονομικής κατάστασης του δικαιούχου που προκλήθηκε από την άδικη (καταδίκη ή) προσωρινή κράτηση και περιλαμβάνει τόσο την μείωση της υπάρχουσας περιουσίας (θετική ζημία) όσο και το διαφυγόν κέρδος (αποθετική ζημία), δηλ. εκείνο που προσδοκάται με πιθανότητα σύμφωνα με την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί (άρθ. 298 ΑΚ). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε περαιτέρω, κατά την ουσιαστική έρευνα της αγωγής, μεταξύ άλλων που δεν ενδιαφέρουν εδώ, ότι ο αναιρεσίβλητος ενάγων, που υπηρετούσε ως εφοριακός υπάλληλος στην ΥΠΕΔΑ Ρόδου, από την σύλληψη και ειδικότερα την προσωρινή κράτησή του (7-6-1989) τέθηκε αυτοδίκαια σε προσωρινή αργία μέχρι την 15-2-1994, όταν επίσης αυτοδίκαια επανήλθε στην υπηρεσία του, αφού είχε ήδη καταστεί αμετάκλητο το ως άνω (απαλλακτικό) 14/1994 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου, ότι το Β' Υπηρεσιακό Συμβούλιο του Υπουργείου Οικονομικών κατά την συνεδρίαση της 9-5-1995 έκανε δεκτό το αίτημα του ενάγοντος για την απόδοση του 1/4 των αποδοχών του που παρακρατήθηκαν κατά το χρονικό διάστημα από 7-6-1989 μέχρι 25-4-1994 που τελούσε σε αργία, ότι κατά το διάστημα αυτό ο ενάγων δεν εισέπραξε το επίδομα παραγωγικότητας (ΔΙΒΕΤ) που ανέρχεται για τα έτη 1990 - 1994 στα αναφερόμενα εκεί αναλυτικά κατ' έτος ποσά και συνολικά στο ποσό των 1.735.232 δρχ. και ήδη 5.092 €, κατά το οποίο ζημιώθηκε εξ αιτίας της άδικης προσωρινής κράτησής του και της συνακόλουθης με αυτήν θέσης του σε αργία που είχε, ως συνέπεια, εκτός άλλων, και την μη καταβολή του επιδόματος αυτού κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, με βάση δε τα γενόμενα ως άνω δεκτά πραγματικά περιστατικά επεδίκασε στον ενάγοντα και το ποσό αυτό ως μέρος της οφειλομένης αποζημίωσης για άδικη προσωρινή κράτηση. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού αντικείμενο της αξίωσης του ενάγοντος προς αποζημίωση είναι και η αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη από την απώλεια του ως άνω επιδόματος, καθόσον, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, στερήθηκε αυτό εξαιτίας της αυτοδίκαιης θέσης του σε προσωρινή αργία λόγω της άδικης προσωρινής του κράτησης, η αξίωση δε αυτή του ενάγοντος, όπως προαναφέρθηκε, αποτελεί αντικείμενο της αγωγής του άρθ. 540 ΚΠΔ, υπαγομένης στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, και όχι της αγωγής του άρθ. 105 ΕισΝΑΚ που υπάγεται στην δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων. Επομένως, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο τα αντίθετα υποστηρίζων δεύτερος (και τελευταίος) λόγος αναίρεσης και κατά τα δύο σκέλη του από το άρθ. 559 αριθ. 1 και 4 ΚΠολΔ καθώς και η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, όπως αυτά προσδιορίζονται σύμφωνα με το άρθ. 22 ν. 3693/1957 και την ΥΑ 134423/1993, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-4-2010 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 7243/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιανουαρίου 2013. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαρτίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ