366/2012366/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Summary AI generated
Απόφαση 366 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 366/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή και Αντώνι...
Απόφαση 366 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 366/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Μ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λουκά Πιτσιλό.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Θ. Κ. του Κ., 2. Α. συζ. Θ. Κ., το γένος Μ., 3. Κ. Κ. του Θ. και 4. Ε. Κ. του Θ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Γιατράκο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από24 Νοεμβρίου 2006 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4251/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 720/2010 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9. 2.2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 23 Δεκεμβρίου 2012 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος αναιρέσεως και να απορριφθούν οι λοιποί.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική του δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330, 914 και 932 Α.Κ. συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το βαθμό (τη βαρύτητα) του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο ευθύνεται καθένας από τους περρισότερους συνυπαίτιους στην επέλευση του ζημιογόνου αποτελέσματος, προκειμένου να μειωθεί η αποζημίωση (άρθρο 300 ΑΚ) ή να ληφθεί υπόψη για τον καθορισμό του ύψους της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης (άρθρο 932 ΑΚ), διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ` άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (ΑΠ 1253/2007). Περαιτέρω, ο από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της απόφασης, τα περιστατικά που είναι αναγκαία, για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων, για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσας διάταξης, ή της μη συνδρομής των όρων αυτών, που αποκλείουν την εφαρμογή της, όπως, επίσης και όταν η απόφαση έχει ελλειπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, σε ότι αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων (ανάλυση - στάθμιση - αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού) και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος. Ανεπάρκεια και ασάφεια αιτιολογιών υπάρχει όταν από το αιτιολογικό δεν προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία για τη δικαιολόγηση της εφαρμοσθείσας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω, κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα: "Κατόπιν της υπ' αριθ. 37/12-4-2002 αποφάσεως της Δημαρχιακής Επιτροπής του Δήμου Τροιζηνίας και σε εκτέλεση αυτής υπεγράφη μεταξύ του Δημάρχου του οικείου Δήμου και του εναγομένου (ήδη αναιρεσείοντος), ιδιοκτήτη και χειριστή χωματουργικού μηχανήματος τύπου "γκρέϊντερ", η υπ' αριθ. 1434/19-5-2002 σύμβαση έργου, με την οποία ο τελευταίος ανέλαβε την εκτέλεση του δημοτικού έργου "καθαρισμός τάφρων και βελτίωση βατότητας δικτύου Δ.Δ. Δρυόπης". Το όλο έργο περιελάμβανε: α) τη βελτίωση της βατότητας αγροτικής οδοποιϊας των χωμάτινων οδών (εξομάλυνση οδοστρώματος με γκρέϊντερ) και β) τον καθαρισμό με γκρέϊντερ των τάφρων απορροής ομβρίων υδάτων από μπάζα , απορρίματα και άγρια βλάστηση στις ανωτέρω αγροτικές οδούς και τη δημοτική οδό Ευαγγελισμού, με χρόνο παράδοσης του (όλου έργου) δύο μήνες από την υπογραφή της ως άνω σύμβασης, ήτοι μέχρι 19-7-2002, χωρίς ωστόσο να προσδιορισθεί με την τελευταία, ποιο θα αρχίσει πρώτο. Σε εκτέλεση της ανωτέρω σύμβασης εργολαβίας ο εναγόμενος ξεκίνησε με τον καθαρισμό των τάφρων απορροής ομβρίων υδάτων της ασφάλτινης δημοτικής οδού Ευαγγελισμού, απομακρύνοντας με το "γκρέϊντερ" από τις τάφρους απορροής, που βρίσκονταν στα ρείθρα της οδού, μπάζα από τα όμβρια ύδατα του χειμώνα, ενώ απέκοπτε και απομάκρυνε κάθε φύσεως βλάστηση για τη διαμόρφωση των πρανών. Σημειώνεται ότι η ανωτέρω δημοτική οδός, βρίσκεται σε πλαγιά λόφου, είναι διπλής κατεύθυνσης χωρίς σήμανση (διαχωριστικές γραμμές), έχει πλάτος οδοστρώματος 6,30 μ. με συνεχείς ανοικτές και κλειστές στροφές και κλίση οδοστρώματος (κατωφέρεια) 10%, και είναι η μοναδική οδός που συνδέει το χωριό Ευαγγελισμός, γι' αυτό και παρέμεινε ανοικτή καθόλη τη διάρκεια των ανωτέρω εκτελούμενων εργασιών. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι τα υλικά που συγκεντρώνονταν από τον καθαρισμό και τη διαμόρφωση των ρείθρων ο εναγόμενος τα μετέφερε, κατά τις υποδείξεις και οδηγίες του Δήμου, με το μηχάνημα στην απέναντι πλευρά του δρόμου και τα απέθετε στην πλαγιά που υπήρχε κάτωθεν αυτού υπό μορφή αναχώματος. Όμως, κατά την εν λόγω διαδικασία, κάποιες μικροποσότητες των μεταφερομένων υλικών, έπεφταν στο οδόστρωμα, του οποίου η άσφαλτος ήταν παλαιού τύπου (με ανοικτούς πόρους και διαβρώσεις), με συνέπεια αυτού πιεζόμενα από τα διερχόμενα οχήματα, να ενσωματώνονται σ' αυτήν (άσφαλτο), γεγονός που καθιστούσε δυσχερή την απομάκρυνσή τους. Περί τα τέλη Μαΐου 2002 ο εναγόμενος ολοκλήρωσε το καθάρισμα των τάφρων στην ως άνω δημοτική οδό και φρόντισε να απομακρύνει τα παραπάνω υλικά που είχαν διασπαρεί στο οδόστρωμα, χρησιμοποιώντας προς τούτο τη λεπίδα του μηχανήματός του, η οποία, όμως δεν είχε τη δυνατότητα της ολοκλήρωσης απομάκρυνσής τους, δηλαδή να "σκουπίζει" αλλά και ούτε άλλο ειδικό μέσο διέθετε προς τούτο. Έτσι κατόπιν συνεννοήσεως, με τον έχοντα την παρακολούθηση του έργου, δημοτικό σύμβουλο Α. Μ., για τον τρόπο απομάκρυνσης των ανωτέρω υπολειμμάτων στο οδόστρωμα, για τα οποία, σημειωτέον, τίποτε δεν προβλεπόταν στην ανωτέρω σύμβαση, υποδεικνύοντας ως πρόσφορο τρόπο τη μίσθωση από τον οικείο Δήμο βυτιοφόρου για πλύση του οδοστρώματος με νερό. Ο Δήμαρχος του εν λόγω Δήμου ενημερωθείς για τα ανωτέρω, ήλθε σε συνεννόηση με την Πυροσβεστική Υπηρεσία, οπότε η τελευταία, ανέλαβε στα πλαίσια των περιπολιών, που πραγματοποιούσε, να καθαρίζει με την ρίψη νερού υπό πίεση στο οδόστρωμα. Ακολούθως η Πυροσβεστική Υπηρεσία προέβη στη ρίψη τριών βυτιοφόρων νερού 12 τόνων το καθένα και έτσι απομάκρυνε τα ανωτέρω υπολείμματα από ένα μέρος, τριάντα (30) μέτρων περίπου, ενώ απέμεινε υπόλοιπο εβδομήντα (70) μέτρων το οποίο θα καθάριζε σε κάποια από τις επόμενες προληπτικές περιπολίες της. Ο εναγόμενος, μετά τη ρύθμιση του τρόπου απομάκρυνσης των υπολειμμάτων από το οδόστρωμα κατά τα ανωτέρω, απομάκρυνε τα μηχανήματά του, για να πραγματοποιήσει τις συμφωνηθείσες εργασίες και στους αγροτικούς χωμάτινους δρόμους, καθώς και τις προειδοποιητικές σημάνσεις περί των εκτελούμενων εργασιών. Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι ενώ είχε συμπληρωθεί ένας (1) μήνας περίπου από την ολοκλήρωση του ως άνω έργου που είχε ανατεθεί στον εναγόμενο, στις 2-7-2002 συνέβη τροχαίο ατύχημα επί της οδού Ευαγγελισμού και μάλιστα στο τμήμα αυτής όπου είχαν απομείνει υπολείμματα των προεκτεθέντων υλικών (χαλίκια, χώμα κλπ). Ειδικότερα, κατά την παραπάνω ημερομηνία και περί ώρα 21.00 περίπου, ο τρίτος των εναγόντων Κ. Κ. (ήδη τρίτος αναιρεσίβλητος), οδηγώντας επί της δημοτικής οδού Ευαγγελισμού του δημοτικού διαμερίσματος Δρυόπης Γαλατά Τροιζηνίας το υπ' αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής ΤΟΥΟΤΑ STARLET (μοντέλο 1996), ιδιοκτησίας της δεύτερης ενάγουσας μητέρας του (ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης), η οποία του είχε παραχωρήσει τη χρήση του εν γνώσει της ότι αυτός εστερείτο άδειας ικανότητας οδηγήσεως, με συνεπιβάτη στη θέση του συνοδηγού τον αδελφό του Γ. Κ., εκινείτο από τον οικισμό Ευαγγελισμό με κατεύθυνση προς την Ε.Ο. Ναυπλίου-Γαλατά, δηλαδή από το βουνό προς τη θάλασσα. Παρότι, όμως, αυτός εκινείτο νυχτερινή ώρα και σε δρόμο με επικινδυνότητα λόγω στροφών, γκρεμών στα πλάγια της οδού και κατωφέρειας, εντούτοις είχε αναπτύξει ανεπίτρεπτα αυξημένη ταχύτητα για τις συνθήκες της συγκεκριμένης οδού. Έτσι με την ίδια αυξημένη ταχύτητα, που ξεπερνούσε τα 100 χιλιόμετρα την ώρα, εισήλθε σε ανοικτή αριστερή στροφή σε σχέση με την πορεία του καταλαμβάνοντας το αντίθεο ρεύμα κυκλοφορίας, η οποία στροφή αποτελούσε τμήμα του δρόμου στο οποίο είχαν πραγματοποιηθεί οι προαναφερόμενες εγασίες καθαρισμού των ρείθρων και στο οποίο υπήρχαν υπολείματα από τα παραπάνω υλικά (χαλίκι-χώμα) επί του οδοστρώματος, αφού τούτο δεν είχε καθαρισθεί, κατά τον προεκτεθέντα τρόπο με ρίψη νερού υπό πίεση. Έτσι, όταν ο εναγόμενος οδηγός έφθασε στην καμπύλη της εν λόγω στροφής με την ίδια ταχύτητα και προκειμένου να συγκρατήσει το όχημά του από τυχόν εκτροπή, αλλά και διότι είχε εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, επεχείρησε ανεπιτυχή τροχοπέδηση, αφού το όχημά του λόγω της αυξημένης ταχύτητάς του δεν υπάκουσε, αλλά κινούμενο ανεξέλεγκτα κατά την αρχική κατεύθυνση της πορείας του με μέτωπο εμπρός και σε συνδυασμό με την ύπαρξη χαλικιού στο οδόστρωμα (το οποίο κατά την έκθεση αυτοψίας υπήρχε 70 μέτρα από την έναρξη της εκτροπής), που διευκόλυνε την διολίσθηση να εξέλθει της οδού και να καταπέσει στον παρακείμενο γκρεμό, ύψους εξήντα (60) μέτρων, με συνέπεια τον ελαφρύ τραυματισμό του ίδιου (ενάγοντος οδηγού), που φορούσε ζώνη ασφαλείας και το θανάσιμο τραυματισμό του συνεπιβάτη ως άνω αδελφού του, που δεν είχε προσδεθεί με ζώνη ασφαλείας. Η ως άνω υπερβολική ταχύτητα του οχήματος του ενάγοντος οδηγού για τις προεκτεθείσες συνθήκες της συγκεκριμένης οδού, εκτός των άλλων αποδεικτικών μέσων, επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι, ο μοχλός επιλογής ταχυτήτων, σύμφωνα με την έκθεση αυτοψίας του Α/Τ Γαλατά, ευρέθη στη θέση εμπλοκής τέταρτης (4ης) ταχύτητας, η οποία χιλιομετρικά εκφράζεται σε πάνω από 70-80 χιλιόμετρα ανά ώρα, και δεν μπορεί άλλωστε να νοηθεί κίνηση μοχλού ταχυτήτων προς τα πίσω από τυχόν κράτημα των επιβαινόντων κατά την προς τα εμπρός εκτίναξή τους κατά την ανέλεγκτη διαφυγή και πτώση του οχήματος, αντίθετα των όσων καταθέτει ο πρώτος ενάγων ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, καθόσον υπό τις συνθήκες αυτές, του ισχυρισμού αυτού, μόνο η εγκατάσταση της πρώτης ταχύτητας θα μπορούσε να δικαιολογηθεί. Άλλωστε, ο Π. Μ. - μηχανολόγος ηλεκτρολόγος μηχανικός στην από Απριλίου 2006 έκθεση ανάλυσης και διερεύνησης τροχαίου ατυχήματος που συνέταξε κατόπιν εντολής του Δημάρχου του ανωτέρω Δήμου (συγκατηγορουμένου του ενάγοντος στο ποινικό δικαστήριο, αθωωθείς με την υπ' αριθ. 614/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς), με βάση τα στοιχεία που συνέλεξε (έκθεση αυτοψίας, σχεδιάγραμμα και φωτογραφίες), καθώς την επιτόπια θεώρηση, που πραγματοποίησε στον τόπο του ατυχήματος στις 7-2-2006 προσδιόρισε την ταχύτητα του ένδικου ζημιογόνου οχήματος σε 117 χιλιόμετρα την ώρα. Επίσης από την αξιολόγηση των ιδίων εγγράφων κατέληξε στη διαπίστωση ότι η διαφυγή του αυτοκινήτου ξεκίνησε από καθαρό οδόστρωμα, δηλαδή από σημείο όπου δεν υπήρχαν τα ως άνω υπολείμματα (χαλίκι γαρμπίλι-χώμα). Όμως ανεξαρτήτως του αν η διαφυγή του οχήματος ξεκίνησε από καθαρό ή μη οδόστρωμα, σε κάθε περίπτωση η αυξημένη ταχύτητα που οδηγούσε ο τρίτος ενάγων προσδιοριζόμενη σε 100 χιλιόμετρα ανά ώρα, ήταν ανεπίτρεπτα μεγαλύτερη από την ενδεικνυόμενη για τον συγκεκριμένο δρόμο με τις συνθήκες αυτές (νύχτα, γκρεμνά, συνεχείς στροφές και κατωφέρεια 10%), η οποία δεν επέτρεπε να αντιληφθεί οιοδήποτε εμπόδιο στην πορεία του στο οδόστρωμα και μάλιστα των υπαρχόντων σ' αυτή ανωτέρω υπολειμμάτων που επαύξαναν την ολισθηρότητα, για την ύπαρξη των οποίων δεν υπήρχε εκ μέρους του εναγομένου εργολάβου ειδική επισήμανση της οδού. Άλλωστε, όπως προεκτέθηκε, ο τρίτος ενάγων εστερείτο άδειας ικανότητας οδηγήσεως και εκ της ελλείψεως αυτής συνεπάγεται ότι δεν είχε την απαιτούμενη αυξημένη ικανότητα και εμπειρία για οδήγηση σε δρόμους με ιδιαίτερη επικινδυνότητα, όπως η εν λόγω οδός, ενώ αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι αυτός ένα χρόνο μετά το ατύχημα και σε τέσσερις (4) συνολικά προσπάθειες απόκτησης της σχετικής άδειας ικανότητος απορρίφθηκε (βλ. το υπ' αριθ. πρωτ. 368662/8-12-2002 έγγραφο της διευ/νσης μεταφορών και επικοινωνιών του νομαρχιακού διαμερίσματος Πειραιώς). Ακόμη πρέπει να λεχθεί, ότι ο ενάγων οδηγός την ίδια ημέρα του ατυχήματος είχε διέλθει από την ανωτέρω οδό, ερχόμενος από Αθήνα με τη μοτοσυκλέτα του για να μεταβεί στο πατρικό του σπίτι στον Ευαγγελισμό, ενώ από τον ίδιο δρόμο που είναι μοναδικός είχε διέλθει και προγενέστερα αρκετές φορές, η δε ορατότητα σύμφωνα με την έκθεση αυτοψίας δεν περιορίζετο στο συγκεκριμένο σημείο και τα μεσαία φώτα διασταύρωσης του εξασφάλιζαν επαρκή ορατότητα σε ικανή απόσταση τουλάχιστον 30-40 μέτρων. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω ουσιαστικών παραδοχών, το ένδικο τροχαίο ατύχημα οφείλεται σε συγκλίνουσα αμέλεια, αφενός μεν του ενάγοντος οδηγού, κατά ποσοστό 60%, όσον και του εναγομένου εργολάβου του έργου κατά ποσοστό 40%. Και τούτο διότι, ο πρώτος (οδηγός) ενώ εστερείτο αδείας ικανότητας οδηγού (άρθρο 94 Ν. 2696/1999) και ως εκ τούτου δεν είχε την απαιτούμενη αυξημένη ικανότητα και εμπειρία που να του επιτρέπει την ασφαλή οδήγηση με γνώμονα τη γνώση και εφαρμογή των κανόνων οδικής κυκλοφορίας, οδηγούσε αυτοκίνητο χωρίς να έχει τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση, έχοντας αυξημένη ταχύτητα, την οποία δεν ρύθμισε λαμβάνων υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες (νύχτα, με συνεχείς ανοικτές στροφές, γκρεμνά, κατωφέρεια 10%), ώστε να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, και να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία τούτου πριν από οποιοδήποτε εμπόδιο, που μπορούσε να προβλεφθεί και το οποίο βρισκόταν στον ορατό απ' αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού και εν προκειμένω των κατά τα ανωτέρω υπολειμμάτων χαλικιού-γαρμπιλιού και χωμάτων, αλλά ούτε μείωσε την ταχύτητά του κατά την είσοδό του σε στροφή αριστερή (άρθρο 19 παρ. 1, 2, 3 του Ν. 2696/1999) με συνέπεια όταν έφθασε στην καμπύλη της τελευταίας με την ίδια ταχύτητα και προκειμένου να συγκρατήσει αυτό από τυχόν εκτροπή, και λόγω της εισόδου του στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, στην ανεπιτυχή προσπάθειά του να τροχοπεδήσει το όχημά του δεν υπάκουσε αλλά κινούμενο ανεξέλεγκτα κατά την αρχική κατεύθυνση της πορείας του με μέτωπο εμπρός και λόγω της ολισθηρότητας του οδοστρώματος που παρουσίαζε τούτο εξ αιτίας των παραπάνω υλικών, εξετράπη προς τα δεξιά εξελθόν της οδού και κατέπεσε στον παρακείμενο γκρεμό με τα ανωτέρω αποτελέσματα. Εξάλλου, ο εναγόμενος εργολάβος Γ. Μ. από αμέλειά του κατά την εκτέλεση των εργασιών για τον καθαρισμό των τάφρων απορροής ομβρύων υδάτων από μπάζα, απορριμματα και άγρια βλάστηση της ανωτέρω ασφάλτινης δημοτικής οδού Ευαγγελιστρίας, που ήταν μοναδική που συνδέει το οδικό δίκτυο με το χωριό Ευαγγελισμός, προέβη στη ρίψη χαλικιών, χωμάτων και άμμου στο οδόστρωμα, ενώ τούτο απαγορεύεται, τα οποία δεν απομάκρυνε, αφεθείς στην καλή διάθεση της πυροσβεστικής υπηρεσίας, η οποία κατά τις προληπτικές περιπολίες της θα καθάριζε αυτά με την ρίψη νερού υπό πίεση, όπως έπραξε για 30 μέτρα, όχι όμως για τα λοιπά 70 μέτρα (σε τμήμα των οποίων συνέβη το ατύχημα), αφαιρώντας μάλιστα τις σχετικές επισημάνσεις του έργου, αμέσως μετά, την, κατά την άποψή του, ολοκλήρωση του αμέσως ανωτέρω έργου (άρθρο 9 παρ. 1, 2, 3 του Ν. 2696/1999), παραλείψεις που συνετέλεσαν στην επέλευση του ατυχήματος. Εάν οι ανωτέρω πρόξενοι του ατυχήματος επεδείκνυαν την συμπεριφορά του μέσου συνετού και ευσυνείδητου ανθρώπου και δη ο μεν πρώτος ως οδηγός, ο δε δεύτερος (εναγόμενος) λόγω της επαγγελματικής του ως άνω δραστηριότητος, αν βρίσκονταν υπό τις συνθήκες, υπό τις οποίες βρέθηκαν αυτοί κατά το χρόνο του ατυχήματος, τούτο θα αποφεύγετο, αλλά αντιθέτως, παραβίασαν τις ανωτέρω διατάξεις του ΚΟΚ και η συμπεριφορά τους αυτή βρίσκεται σε άμεση και απόλυτη αιτιώδη συνάφεια με το επίδικο ατύχημα και τα παραπάνω αποτελέσμάτά του, τα οποία επήλθαν χάρις στην ανωτέρω συγκλίνουσα αμέλεια και των δύο ...". Δέχεται περαιτέρω το Εφετείο "ότι ο θανών συνεπιβάτης, αδελφός του τρίτου ενάγοντος οδηγού, Γ. Μ., κατά το ατύχημα δεν είχε προσδεθεί με ζώνη ασφαλείας, παράλειψη η οποία συνετέλεσε σε ποσοστό 30% στην έκταση των προκληθεισών συνεπειών του ατυχήματος θανατηφόρων κακώσεων στον θώρακα, κοιλία και κεφαλή, λόγω της εκτίναξής του από το όχημα μετά την εκτροπή και την εν συνεχεία καταπλάκωσή του απ' αυτό, σε αντίθεση με τον ενάγοντα οδηγό, ο οποίος λόγω του ότι είχε προσδεθεί με ζώνη δεν εκτινάχθηκε από το όχημα και υπέστη εκδορές πλάγιας (ΑΡ) κοιλιακής χώρας και άλγος ΑΜΣΣ ωμικής ζώνης άμφω ... Επίσης, πρέπει να καταλογισθεί στην δεύτερη ενάγουσα μητέρα του οδηγού του αυτοκινήτου, ποσοστό συνυπαιτιότητας 30% στην επέλευση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος και των επιζήμιων αποτελεσμάτων, διότι αυτή, όπως προεκτέθηκε, παραχώρησε την χρήση και δη την οδήγηση στον ενάγοντα γυιό της, του ανήκοντος στην ιδιοκτησία της ενδίκου ζημιογόνου αυτοκινήτου, γεγονός, που και στο παρελθόν έπραττε, γνωρίζοντας ότι ο γυιός της εστερείτο άδειας ικανότητας οδηγού ... . Ενόψει των ανωτέρω, και αφού αποδείχθηκε ότι ο θανατωθείς Γ. Κ. ήταν υιός των δύο πρώτων εναγόντων, αδελφός του τρίτου ενάγοντος (οδηγού του ζηνιογόνου αυτοκινήτου), καθώς και του τέταρτου των εναγόντων, και όλοι τους συνδέοντο μαζί του με στενή αγάπη, πρέπει με βάση τα δεδομένα αυτά και ιδίως τις συνθήκες υπό τις οποίες απεβίωσε, το βαθμό του πταίσματος του ενάγοντος αδελφού του (τρίτου ενάγοντος) και του εναγομένου, καθώς και το συντρέχον πταίσμα της δεύτερης ενάγουσας (μητέρας) στην πρόκληση του ατυχήματος, όπως και του συντρέχοντος πταίσματος του θανατωθέντος στην έκταση του προκληθέντος θανάσιμου τραυματισμού του, την ηλικία του θανόντος, 20 ετών, την θλίψη και τον ψυχικό πόνο που δοκίμασαν από τον αδόκητο και πρόωρο θάνατο αυτό και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων, να επιδικασθεί σε καθένα ενάγοντα, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης που δοκίμασε από την ανωτέρω αδικοπραξία το κατωτέρω χρηματικό ποσό. Συγκεκριμένα, στον πρώτο ενάγοντα τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ, από το οποίο αυτός δικαιούται καταψηφιστικώς είκοσι πέντε χιλιάδες (25.000) ευρώ και επί πλέον πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ αναγνωριστικώς, στη δεύτερη ενάγουσα είκοσι χιλιάδες (20.000) ευρώ (καταψηφιστικώς), στον τρίτο ενάγοντα (οδηγό αυτοκινήτου στο οποίο επέβαινε ο θανών) οκτώ χιλιάδες (8.000) ευρώ (καταψηφιστικώς) και στον τέταρτο ενάγοντα δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) ευρώ (καταψηφιστικώς)".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο, αφού, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, εξαφάνισε την προσβληθείσα από τους ενάγοντες απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που είχε απορρίψει την αγωγή, κρίνοντας ότι δεν συνέτρεξε πταίσμα του εναγομένου στην επέλευση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος και του εξ αυτού θανατηφόρου αποτελέσματος, ακολούθως έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και επεδίκασε στους ενάγοντες, νομιμοτόκως, καταψηφιστικά και αναγνωριστικά, τα προαναφερόμενα ποσά. Με το να κρίνει έτσι το δικάσαν Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 914 και 300 ΑΚ και στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, ένεκα αντιφατικών, ανεπαρκών και ασαφών αιτιολογιών, ως προς ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή για την έκβαση της δίκης και ειδικότερα, ως προς το ζήτημα της ύπαρξης συντρέχοντος πταίσματος του εναγομένου εργολάβου το οποίο συνέβαλε αιτιωδώς στην επέλευση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος και του εξ αυτού θανάσιμου τραυματισμού του συγγενούς των εναγόντων. Και τούτο διότι: α) ενώ δέχεται ότι πριν ένα μήνα από το τροχαίο ατύχημα η εκτέλεση του έργου στην οδό Ευαγγελιστρίας είχε ολοκληρωθεί και είχε καθαρισθεί η εν λόγω οδός από χαλίκια και χώμα που είχαν πέσει σ' αυτήν και μόνο υπολείμματα από τα υλικά αυτά είχαν παραμείνει και είχαν ενσωματωθεί στον ασφαλτοτάπητα, που για την απομάκρυνσή τους απαιτείτο πλύσιμο της οδού με νερό υπό πίεση, εργασία την οποία δεν είχε αναλάβει ο εναγόμενος, αλλά μετά την ολοκλήρωση του έργου ανέλαβε να πραγματοποιήσει ο κύριος αυτού Δήμος Τροιζηνίας με την βοήθεια της πυροσβεστικής υπηρεσίας, δέχεται στη συνέχεια αντιφατικά, αφενός μεν την εμφανή ύπαρξη χαλικιών και άμμου στο οδόστρωμα που διευκόλυναν την διολίσθηση των διερχόμενων αυτοκινήτων, αφετέρου δε υποχρέωση του εναγομένου στο πλύσιμο του οδοστρώματος προς απομάκρυνση των ενσωματωθέντων στον ασφαλτοτάπητα υπολειμμάτων, β) ενώ δέχεται ότι το έργο είχε ολοκληρωθεί και παραληφθεί από τον Δήμο και δεν εκτελούνταν πλέον εργασίες, η δε επίδικη οδός είχε παραδοθεί στην κυκλοφορία, δέχεται ακολούθως, επίσης αντιφατικά, παράλειψη του εναγομένου να μη διατηρεί στο σημείο της οδού που είχαν εκτελεσθεί οι άνω εργασίες την απαιτούμενη σήμανση, αποδίδοντας σ' αυτόν παράβαση της διατάξεως του άρθρου 9 παρ. 1, 2, 3 του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), η οποία, κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, συνέβαλε αιτιωδώς στην επέλευση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος και των εξ αυτού αποτελεσμάτων, γ) ενώ κάνει σαφή αναφορά στην έκθεση αυτοψίας που συνέταξαν τα επιληφθέντα του τροχαίου ατυχήματος αστυνομικά όργανα, κατά την οποία, σύμφωνα με τις παραδοχές του, η εκτροπή του ζημιογόνου αυτοκινήτου και η είσοδος αυτού στο αντίθετο ρεύμα της οδού που εκινείτο έγινε 70 μέτρα πριν από το τμήμα της οδού που εκτελέσθηκαν τα έργα, σε καθαρό και χωρίς υπολείμματα οδόστρωμα, καθώς και στην έκθεση του, κατ' εντολή του Δημάρχου Τροιζηνίας, διενεργήσαντος έρευνα των συνθηκών του ατυχήματος, μηχανικού, στην οποία αποφαίνεται τα ίδια με την έκθεση αυτοψίας, ακολούθως δέχεται τελείως ενδοιαστικά, και χωρίς καμιά αιτιολογία, ότι το ατύχημα έλαβε χώρα στο τμήμα της εν λόγω οδού όπου εξακολουθούσαν να υπάρχουν ενσωματωμένα στον ασφαλτοτάπητα υπολείμματα από τα πιο πάνω υλικά, που συνέβαλαν, λόγω ολισθηρότητος της οδού, στην επέλευση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος και δ) δεν διευκρινίζεται, εφόσον η εκτροπή στο αντίθετο προς την πορεία του ζημιογόνου αυτοκινήτου ρεύμα κυκλοφορίας, έγινε σε καθαρό από υπολείμματα τμήμα της επίδικης οδού, αν η πέδηση που επιχείρησε ο οδηγός του, προκειμένου να μην εκτραπεί προς τον γκρεμό αλλά και για να επανέλθει στο ρεύμα πορείας του, έγινε πριν ακόμη εισέλθει στο τμήμα της οδού όπου υπήρχαν τα ενσωματωμένα στον ασφαλτοτάπητα υλικά, ή ενώ ακόμη εκινείτο σε καθαρό από υπολείματα τμήμα, γεγονός καθοριστικό για το κρίσιμο ζήτημα της συμβολής του ασφαλτοτάπητα στην εκτροπή του αυτοκινήτου στο γκρεμό, αφού στην τελευταία περίπτωση μόνο η υπερβολική ταχύτητα που είχε αναπτύξει ο οδηγός του και η απειρία και ανεπιτηδειότητα αυτού στην οδήγηση, ενόψει του ότι δεν είχε άδεια ικανότητος οδηγού, θα μπορούσαν να έχουν συντελέσει σε τούτο. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, είναι βάσιμος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Κατόπιν αυτών, μετά την παραδοχή του ανωτέρω λόγου αναιρέσεως, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ.720/2010 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 680 παρ. 3 ΚΠολΔ), να καταδικασθούν δε οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 720/2010 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Φεβρουαρίου 2012.Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Φεβρουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ