Legislator Case Law & Legislation
366/2010 AI generated

366/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 366/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece · Case Law (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 366 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 366/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώ...

Legislator headnote

Placeholder

Keywords

Placeholder

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 366 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 366/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. ... και 2. ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αΐντα Κολοβού - Τζαβέλλα, η οποία κατέθεσε εκπρόθεσμες προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου:..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Κονταξή. Στο σημείο αυτό ο πληρεξούσιος δικηγόρος δήλωσε ότι ο ως άνω αναιρεσίβλητος απεβίωσε την 29-1-2009 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τους πλησιέστερους συγγενείς τους α) ... β) ... και γ) ..., οι οποίοι δηλώνουν ότι συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από αυτόν.

Ακολούθως η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε ν' αναβληθεί η συζήτηση της υπόθεσης αυτής σε μεταγενέστερη δικάσιμο για τους λόγους που ανέπτυξε. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων δήλωσε ότι δεν συναινεί στο αίτημα της αναβολής.

Το Δικαστήριο διασκέφτηκε και δια του Προέδρου του απέρριψε το αίτημα αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υποθέσεως.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Ιανουαρίου 1998 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3754/2002 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 270/2003 του Εφετείου Πειραιώς. Κατά της εφετειακής απόφασης ασκήθηκε αναίρεση, επί της οποίας εκδόθηκε η 1845/2006 απόφαση του Α1' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, το οποίο αναίρεσε την 270/2003 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς και παρέπεμψε την υπόθεση στο παρόν Δικαστήριο για νέα εκδίκαση, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές.

Το Εφετείο Πειραιώς εξέδωσε την υπ' αριθμ. 889/2007 απόφασή του την αναίρεση της οποίας ζητούν εκ νέου οι αναιρεσείοντες με την από 26 Ιουνίου 2008 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 28 Δεκεμβρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 26-6-2008 αίτησης αναίρεσης.

Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της αιτήσεως καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 152 έως 158 του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται και στην περίπτωση απώλειας της προθεσμίας για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, προκύπτουν τα εξής : 1) ο θεσμός της επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση από την αδυναμία τήρησης κάποιας δικονομικής προθεσμίας, που στηρίζεται στην αρχή της επιείκειας και αποτελεί ένδικο βοήθημα, χωρίς να υποκαθιστά οποιοδήποτε ένδικο μέσο, παρέχει τη δυνατότητά της, με δικαστική παρέμβαση, άρσης νομικής και επιβλαβούς για το διάδικο κατάστασης, που δημιουργήθηκε από τη μη τήρηση της ορισμένης ως άνω προθεσμίας για δύο λόγους, δηλαδή την ανωτέρα βία ή το δόλο του αντιδίκου του, 2) Η αίτηση επαναφοράς που απευθύνεται στο κατά νόμο αρμόδιο δικαστήριο, και έχει ως περιεχόμενο τη διενέργεια ήδη της παραληφθείσας πράξης, ασκείται με τα διαμειβόμενα στη δίκη δικόγραφα, είτε με τις προτάσεις είτε με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται κατά τις διατάξεις για την αγωγή και κοινοποιείται στον αντίδικο μέσα στην κατ' αρθρ. 153 του ΚΠολΔ οριζόμενη 30νθήμερη προθεσμία από την άρση του κωλύματος που συνιστά την ανωτέρα βία ή τη γνώση του δόλου του αντιδίκου. 3) Με τη διάταξη του αρθ. 158 του ΚΠολΔ, με την οποία επιδιώκεται η εξασφάλιση σταθερότητας στη διαδικασία και η αποτροπή διατήρησης της εκκρεμότητας για μακρό χρόνο, τίθεται περιορισμός σχετικά με την αίτηση δικαστικής επαναφοράς, ο οποίος συνιστάται στον αποκλεισμό της υποβολής της αίτησης αποκατάστασης των πραγμάτων, αν για οποιοδήποτε λόγο ακόμη και από δόλο του αντιδίκου του αιτούντος, αφού δεν κάνει διάκριση η διάταξη, χάθηκε η οριζόμενη στο άρθρο 153 τριακονθήμερη προθεσμία άσκησής της. 4) Ως ανωτέρα βία νοείται στην προαναφερόμενη διάταξη, το παρακωλυτικό γεγονός της τήρησης της προθεσμίας, που ήταν απρόβλεπτο και δεν μπορούσε στη συγκεκριμένη περίπτωση, να αποτραπεί ούτε με ενέργεια άκρας επιμέλειας και σύνεσης. 5) Στην παράγραφο 2 του άρθρου 152 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι πταίσμα του δικαστικού πληρεξουσίου του αιτούντος διαδίκου δεν αποτελεί λόγο για επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση. 6) Κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του νομιμοποιουμένου να προσβάλλει την απόφαση με αίτηση αναίρεσης (όπως και οι με κάθε άλλο ένδικο μέσο), οφείλει να προβαίνει έγκαιρα σε κάθε ενδεικνυόμενη λογικώς και υπό τις συντρέχουσες περιστάσεις, συνετή και άκρως ακόμη επιμελή ενέργεια, ώστε να καταλείπεται σ' αυτόν, μέχρι τη λήξη της προθεσμίας, που η επίδοση της προσβλητέας απόφασης κίνησε, χρόνος επαρκής, αξιοποιήσιμος και σύμφωνα με την ενδεικνυόμενη δικονομική επιμέλεια και σύνεση, αλλά και τις αρχές της διαδικαστικής καλής πίστης και της μη παρέλευσης των δικών (ΚΠολΔ 116), αξιοποιητέος για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (Ολ. Α.Π. 29/1992). Εν όψει αυτών, για το παραδεκτό της άσκησης της αίτησης επαναφοράς που σωρεύεται παραδεκτά στο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης που ασκήθηκε εκπρόθεσμα, πρέπει να συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις : 1) Να εκτίθενται συγκεκριμένα και κατά ορισμένο τρόπο οι λόγοι για τους οποίους δεν ήταν δυνατό να τηρηθεί η προθεσμία, για να κριθεί εάν αφορούν ενδεχόμενα και έχουν σχέση με πταίσμα του πληρεξούσιου δικηγόρου του αιτούντος κατά την προαναφερθείσα έννοια. 2) Να αναφέρονται στην αίτηση τα αποδεικτικά μέσα για την εξακρίβωση της αλήθειας των λόγων της μη τήρησης της προθεσμίας, για να αποφεύγεται η εκ των υστέρων κατασκευή κατά περίπτωση οψιγενών αποδεικτικών μέσων, εν όψει και της δυνατότητας που παρέχεται σ' εκείνον που απώλεσε την προθεσμία από ανωτέρα βία, ν' ασκήσει την αίτηση επαναφοράς σε προθεσμία 30 ημερών από την άρση του κωλύματος που συνιστά την ανωτέρα βία. 3) Πρέπει να αποδεικνύεται εκ μέρους του αιτούντος την επαναφορά των πραγμάτων, η αναγκαία επίδοση του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης με τη σωρευόμενη αίτηση επαναφοράς στην αποκλειστική προθεσμία των 30 ημερών (εάν δεν ασκήθηκε αυτοτελώς), καίτοι τέτοια επίδοση δεν απαιτείται αυτοτελώς για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, ώστε να εξακριβωθεί η εμπρόθεσμη άσκηση της αίτησης επαναφοράς στην προαναφερθείσα προθεσμία, που δεν ολοκληρώνεται (η άσκηση), πριν από την επίδοσή της στον καθ' ου αυτή απευθύνεται (Α.Π. 908/2006, 61/2005, 953/2004, 815/1998). Στην προκειμένη περίπτωση, η ένδικη αίτηση αναίρεσης, με βάση όσα οι αναιρεσείοντες συνομολογούν, αλλά και από τα έγγραφα που ο αναιρεσίβλητος προσκομίζει, προκύπτει, ασκήθηκε εκπρόθεσμα στις 27 Ιουνίου 2008, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στους αναιρεσείοντες στις 27 Μαΐου 2008 και η 30νθήμερη προθεσμία για την άσκησή της (άρθ. 564 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) συμπληρώθηκε την προηγούμενη της άσκησης, δηλαδή στις 26 Ιουνίου 2008 ημέρα Πέμπτη (άρθ. 144 παρ. 1, 151 του Κ.Πολ.Δ.). Στο τέλος του αιτιολογικού της ένδικης αίτησης αναίρεσης, περιλαμβάνονται σε χειρόγραφο κείμενο, χωρίς τη διατύπωση οποιουδήποτε αιτήματος εκτιμωμένου όμως με την έννοια του αιτήματος επαναφοράς τα ακόλουθα : "Επειδή η παρούσα κατατίθεται με καθυστέρηση 24 ωρών λόγω ανωτέρας βίας, που αφορά βλάβη του computer του Δ.Σ.Α., όπου είχε αποθηκευθεί". Η αίτηση αυτή επαναφοράς, που δεν επαναλήφθηκε με άλλο νόμιμο τρόπο και μέσα στην 30νθήμερη προθεσμία που ακολούθησε την κατάθεση της αίτησης αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί λόγω του ολοκληρωτικά αόριστου περιεχομένου της, γιατί : 1) Δεν αναφέρεται σ' αυτήν κατά συγκεκριμένο και ορισμένο τρόπο : α) σε τι συνίσταται η επικαλούμενη "αποθήκευση" της αίτησης αναίρεσης στο computer του Δ.Σ.Α., β) με ποιές συνθήκες και γ) πότε έγινε η αποθήκευση αυτή, δ) για ποιό λόγο έγινε, ε) εάν ήταν αναγκαία η αποθήκευση αυτή για τη νομότυπη άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στ) σε τι συνίσταται η βλάβη του computer και πότε διαπιστώθηκε η πιο πάνω βλάβη, ζ) γιατί η βλάβη αυτή δεν ήταν αντιμετωπίσιμη μέσα από άλλο computer. 2) Δεν προσδιορίζεται σ' αυτήν πότε οι αναιρεσείοντες παρέδωσαν στην πληρεξούσια Δικηγόρο τους το επιδοθέν σ' αυτούς αντίγραφο της προσβαλλόμενης, ώστε να κριθεί εάν η τελευταία προέβη έγκαιρα σε κάθε ενδεικνυόμενη ενέργεια, ώστε να καταλείπεται σ' αυτήν επαρκής χρόνος για την κατάθεση της αίτησης αναίρεσης στο Εφετείο Πειραιώς που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. 3) Δεν παρατίθενται στην ίδια αίτηση τα αποδεικτικά μέσα για τη διακρίβωση της ουσιαστικής βασιμότητάς της (αίτησης). 4) Δεν προσκομίζεται από τις πλευράς των αναιρεσειόντων οποιαδήποτε απόδειξη για την εμπρόθεσμη επίδοση της ένδικης αίτησης αναίρεσης και της σωρευόμενης σ' αυτήν αίτησης επαναφοράς στην ανατρεπτική προθεσμία των 30 ημερών από την κατάθεση της αίτησης αναίρεσης στους αναιρεσίβλητους. Εξ άλλου, η πιο πάνω επισημανθείσα ολοκληρωτική αοριστία της ένδικης αίτησης, ως προς τα στοιχεία της 1α έως ζ, δεν ήταν δεκτική συμπλήρωσης με τις έγγραφες προτάσεις των αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν μετά τη συζήτηση στο ακροατήριο της αίτησης επαναφοράς και της αίτησης αναίρεσης, πέρα από το γεγονός ότι με τις ίδιες προτάσεις για πρώτη φορά προβάλλονται περιστατικά τελείως διαφορετικά από τα περιλαμβανόμενα στο αίτημα επαναφοράς και έχουν σχέση με βλάβη στη συσκευής εκτύπωσης του γραφείου της πληρεξούσιας δικηγόρου των αναιρεσειόντων και αδυναμία του εκτυπωτή του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, μέσω συσκευής U.S.B. να προβεί σε εκτύπωση του κειμένου της αίτησης αναίρεσης. Τέλος, οι έγγραφες προτάσεις των αναιρεσειόντων, δεν είναι δεκτικές εκτίμησης ως αυτοτελές αίτημα επαναφοράς για την ίδια αιτία, γιατί ως εκ του χρόνου κατάθεσής τους στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου (18-1-2010) καθιστούν απαράδεκτο ως εκπρόθεσμο το ίδιο αίτημα, γιατί από της 27ης Ιουνίου 2009, που ασκήθηκε τελικά η ένδικη αίτηση αναίρεσης και έκτοτε, συμπληρώθηκε η 30νθήμερη προθεσμία για την άσκηση παραδεκτής ορισμένης και νόμιμης αίτησης επαναφοράς. Κατ' ακολουθίαν τούτων, εφόσον απορρίπτεται η αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, πρέπει να απορριφθεί και η ένδικη αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη (εκπροθέσμως ασκηθείσα) κατ' άρθρο 577 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.. Οι αναιρεσείοντες ως ηττώμενοι πρέπει να καταδικασθούν στην εις το διατακτικό δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων που υπεισήλθαν, ως καθολικοί διάδοχοι (κληρονόμοι) του αρχικού αναιρεσιβλήτου που απεβίωσε στις 29-1-2009 (άρθ. 176 και 183 του Κ.Πολ.Δ.)..

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26 Ιουνίου 2008 αίτηση των 1) ... και 2) ... για αναίρεση της υπ' αριθ. 889/2007 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Ιανουαρίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Μαρτίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ