366/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 366 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 366/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και ΠανÎ...
Legislator headnote
Keywords
Placeholder
Full text
Απόφαση 366 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 366/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...... ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΛΟΓΙΣΤΙΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ", που εδρεύει στην ...... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Αυγερινό με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ..
Της αναιρεσίβλητης: Ψ, κατοίκου ......, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Περράκη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-1-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 250/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 3777/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25-9-2006 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Θεμέλης διάβασε την από 23-12-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 25-9-2006 αίτησης για αναίρεση της 3777/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, 566 παρ. 1 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ συνάγεται ότι όταν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσία βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρ. 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ), δεν αρκεί να εκτίθενται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υποθέσεως, οι διατάξεις που φέρονται ότι παραβιάστηκαν, η έννοια που αποδίδει σ' αυτές ο αναιρεσείων και το συμπέρασμα του δικαστηρίου που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει επιπλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο ή το αβάσιμο της αγωγής (ή άλλης αυτοτελούς αιτήσεως ή ανταιτήσεως), αφού διαφορετικά δεν είναι δυνατή, με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, η στοιχειοθέτηση των σχετικών λόγων αναιρέσεως, διότι η ευδοκίμηση της αναίρεσης εξαρτάται, σύμφωνα με το άρθρο 578 ΚΠολΔ, από την ορθότητα όχι των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου. Επομένως, η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία για να μπορεί να ελεγχθεί από το περιεχόμενό του αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό ή αν τα δεκτά γενόμενα πραγματικά γεγονότα που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού εκτίθενται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις στην απόφαση, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και συνακόλουθα της ορθότητας του διατακτικού. Εξάλλου δεν επιτρέπεται συμπλήρωση του αναιρετηρίου με την προσβαλλόμενη απόφαση ή άλλα διαδικαστικά έγγραφα. Στην προκειμένη περίπτωση με τον από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης κατά το ένα σκέλος του, πλήσσεται η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία έγινε κατά ένα μέρος δεκτή η ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης, με την οποία αναγνωρίστηκε ότι είναι άκυρη η καταγγελία της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που έλαβε χώρα στις 30-10-2003 και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα εταιρία να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το αναφερόμενο χρηματικό ποσό ως μισθούς υπερημερίας για το ένδικο διάστημα, διότι το Εφετείο δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιολογίες στο κρίσιμο ζήτημα του λόγου της απόλυσης της αναιρεσίβλητης. Στο αναιρετήριο, όμως, ενώ εκτίθενται το ιστορικό της υπόθεσης και η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, δεν παρατίθενται με πληρότητα, αλλά αποσπασματικά οι ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, δηλαδή τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, για να στηρίξει την φερόμενη ως ανεπαρκώς αιτιολογημένη κρίση του. Επομένως, με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου δεν είναι δυνατόν να ελεγχθεί και να στοιχειοθετηθεί ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος, ο οποίος πρέπει ως προς το μέρος αυτό να απορριφθεί ως αόριστος.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τις παρατιθέμενες στην αμέσως προηγούμενη σκέψεις (άρθρα 118 παρ. 4 και 566 του ίδιου Κώδικα) για το ορισμένο του λόγο αναίρεσης από τον αριθμό αυτόν (8), στην περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεν αρκεί να αναγράφεται στο αναιρετήριο ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τον τάδε ισχυρισμό, αλλά θα πρέπει να παρατίθενται και όλα τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι ο ισχυρισμός προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι ήταν νόμω βάσιμος και ότι αν γινόταν δεκτός θα επηρέαζε ευνοϊκά για τον αναιρεσείοντα το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. Στην προκείμενη περίπτωση, με το από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ μέρος του λόγου αναίρεσης, η αναιρεσείουσα εταιρία αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια, ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη του ισχυρισμό της ότι δεν δικαιούται μισθούς υπερημερίας, αφού η αναιρεσίβλητη την επομένη ημέρα της απολύσεώς της εργαζόταν. Με αυτό το περιεχόμενο ο λόγος αναίρεσης κατά το μέρος αυτό είναι απορριπτέος, προεχόντως ως αόριστος, γιατί δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο πιο πάνω ισχυρισμός, που δεν εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, προτάθηκε στο πρωτόδικο δικαστήριο, ούτε γίνεται επίκληση της συνδρομής των προϋποθέσεων των άρθρων 527 και 269 ΚΠολΔ, που να δικαιολογεί την προβολή του ισχυρισμού αυτού, με τον οποίο δεν ασχολήθηκε η πρωτόδικη απόφαση, για πρώτη φορά στο Εφετείο. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 10 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά. Με τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης κατά το μέρος του από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ως πλημμέλεια η παραδοχή ως αληθινού του αγωγικού ισχυρισμού περί ακυρότητας της καταγγελίας της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας της αναιρεσίβλητης και του αιτήματος περί επιδικάσεως μισθών υπερημερίας, χωρίς αποδείξεις. Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο στην παραδοχή του για την ουσιαστική βασικότητά της, για ακυρότητα της ένδικης καταγγελίας και για βασιμότητα του αγωγικού αιτήματος περί επιδικάσεως μισθών υπερημερίας της αναιρεσίβλητης κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων κλπ, καθώς επίσης και των εγγράφων, τα οποία με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εκτός από την υπεύθυνη δήλωση του Ν. 1599/1986 της Α, τρίτου προσώπου, μη διαδίκου, που δεν είχε ληφθεί υπόψη από το Εφετείο, τις εκεί αναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων. Έτσι στην εν λόγω παραδοχή του το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη και γι' αυτό πρέπει ο αμέσως πιο πάνω λόγος αναίρεσης κατά το μέρος αυτό από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβιάζει την υποχρέωσή του να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για την απόδειξη νόμιμα προταθέντος ισχυρισμού, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Για να είναι, όμως, ορισμένος ο σχετικός αναιρετικός λόγος πρέπει να καθορίζονται τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα που δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και ότι έγινε επίκληση και προσαγωγή των αποδεικτικών μέσων κατά τη συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Με τον ίδιο ως άνω λόγο αναίρεσης κατά το σκέλος του από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η μομφή ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδείξεις που προσκόμισε και επικαλέσθηκε η αναιρεσείουσα εταιρία. Ο λόγος αυτός κατά το μέρος αυτό, όπως διατυπώνεται, πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος, εφόσον δεν καθορίζονται οι αποδείξεις που δεν έλαβε υπόψη του το Εφετείο.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα, προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση, κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, συντρέχει όταν υπάρχει διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή λάθος στην ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο το συγκεκριμένο έγγραφο, το οποίο φέρεται ότι παραμορφώθηκε κατά το περιεχόμενό του, το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου αυτού, ώστε από τη σύγκριση με εκείνο που δέχθηκε η απόφαση να υπάρχει δυνατότητα να κριθεί από τον Άρειο Πάγο αν υφίσταται διαγνωστικό σφάλμα, καθώς και το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας εξαιτίας της παραμορφώσεως του εγγράφου. Επίσης, πρέπει να εκτίθεται ότι πρόκειται για έγγραφο από τα προβλεπόμενα στα άρθρα 339 ή 432 επ. ΚΠολΔ. Με τον ίδιο ως άνω λόγο αναίρεσης κατά το σκέλος του από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έλαβε υπόψη του έγγραφα που δεν εκτιμήθηκαν ορθά, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός, κατά το σκέλος του αυτό, όπως διατυπώνεται, πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος, εφόσον δεν προσδιορίζονται τα συγκεκριμένα έγγραφα, τα οποία φέρονται ότι παραμορφώθηκαν κατά το περιεχόμενό τους, και το αληθινό περιεχόμενο των εγγράφων αυτών. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση για αναίρεση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-9-2006 αίτησης για αναίρεση της 3777/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε επτακόσια (700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Φεβρουαρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ