366/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 366 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 366/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη Σπυρίδωνα Τέντε κ...
Legislator headnote
Keywords
Placeholder
Full text
Απόφαση 366 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 366/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη Σπυρίδωνα Τέντε και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ1, η οποία δεν εμφανίστηκε και ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρος. Του αναιρεσίβλητου: Ψ1, τον οποίο εκπροσώπησε η πληρεξούσια δικηγόρος του Αργυρώ Γρατσιά-Πλατή, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την υπ' αριθμ. 45034/19.12.2003 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 22701/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 2960/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10 Ιανουαρίου 2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός ανέγνωσε την από 10 Ιανουαρίου 2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από τον αναιρεσίβλητο με αριθμό ...... έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ........, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσείουσα. Η τελευταία, όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, δεν εμφανίστηκε ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. κατά την παραπάνω συνεδρίαση, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά του πινακίου. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της αναιρεσείουσας (άρθρο παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.).
ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 531 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., σε περίπτωση ερημοδικίας του ε κ καλούντος εφαρμόζονται ως προς την έφεση οι διατάξεις για την ερημοδικία του ενάγοντος. Δηλαδή, κατά προσαρμογή προς τα οριζόμενα στο άρθρο 272 παρ. παρ. 1, 2 Κ.Πολ.Δ., η έφεση απορρίπτεται ερήμην του εκκαλούντος, που επιμελήθηκε για τη συζήτηση ή κλητεύθηκε νομίμως κατ' αυτήν. Η απόρριψη της έφεσης, λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος, γίνεται κατ' ουσία και όχι κατά τύπους. Γιατί, παρ' όλο που στην πραγματικότητα οι λόγοι της έφεσης δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα τους, θεωρείται, κατά πλάσμα του νόμου, ότι είναι αβάσιμοι και για την αιτία αυτή πάντοτε απορριπτέοι, αφού δεν δίδεται στο δικαστήριο η δυνατότητα έκδοσης αντίθετης απόφασης περί παραδοχής τους. Επομένως, εάν η ασκηθείσα έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης απορριφθεί, λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος, προσβλητή με το ένδικο μέσο της αναίρεσης είναι μόνον η (μη υποκείμενη πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας) απόφαση του Εφετείου, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη. Έτσι δε τα τυχόν σφάλματα της απόφασης του πρώτου βαθμού, αφού επικυρώνονται από το Εφετείο, μπορούν να προταθούν με την αίτηση αναίρεσης ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας απόφασης, εφ' όσον όμως συνιστούν και αναιρετικούς λόγους, παρσδεκτώς προβαλλόμενους (Ολ. Α.Π. 16/1990). Στην κρινομένη περίπτωση η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε στις 11-1-2007 και παραδεκτά απευθύνεται μόνο κατά της υπ' αριθ. 2960/2006 οριστικής απόφασης του Εφετείου Θεσ/νίκης που απέρριψε κατ1 ουσία την έφεση της εναγομένης λόγω ερημοδικίας της, μετά την πάροδο της προθεσμίας άσκησης ανακοπής ερημοδικίας, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα στις 20-12-2006 (βλ. την υπ' αριθ. ....... έκθεση επίδοσης της Δικ. Επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Θεσ/νίκης .........).
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 6 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν παρά το νόμο και ιδίως παρά τις σχετικές με την επίδοση διατάξεις ο διάδικος δικάσθηκε ερήμην. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται λόγος αναίρεσης για τη δικαστική κήρυξη της ακυρότητας που προκύπτει από το ότι έχει προσβληθεί το δικαίωμα του διαδίκου να του δοθεί η δυνατότητα να ακουσθεί στο Δικαστήριο, που καθιερώνουν τα άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης της Ρώμης του 1950 για τα δικαιώματα του ανθρώπου. Τα γεγονότα που στηρίζουν το παράνομο της ερημοδικίας μπορούν να προταθούν απευθείας στον Άρειο Πάγο, χωρίς να έχει ασκηθεί προηγουμένως ανακοπή ερημοδικίας στο Δικαστήριο της ουσίας. Για τη δημιουργία του προκείμενου λόγου αναίρεσης απαιτείται η επίκληση του γεγονότος ότι ο αναιρεσείων διάδικος δικάσθηκε ερήμην κατά παράβαση των διατάξεων για τις επιδόσεις, δηλαδή όταν δεν κλητεύθηκε ή κλητεύθηκε παράτυπα ή εκπρόθεσμα. Η πραγματική όμως δυνατότητα του διαδίκου που κλητεύθηκε νομότυπα να εμφανισθεί στη δίκη, δεν θεμελιώνει παραδεκτό λόγο αναίρεσης από τη συγκεκριμένη διάταξη. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι: "εκδόθηκε ερήμην της αναιρεσείουσας για λόγους που ήταν πέραν από τη θέληση και δυνατότητα της να παραστεί, και γι' αυτό έγιναν δεκτοί όλοι οι κακόβουλοι και πέρα από κάθε πραγματικότητα και καλή πίστη ισχυρισμοί του αναιρεσίβλητου". Ο λόγος αυτός αναίρεσης, υπό την υπαγωγή του στη διάταξη του αρθ. 559 αριθ. 6 του Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, γιατί τα πιο πάνω περιστατικά πέραν της αοριστίας τους, δεν συνδέονται με οποιαδήποτε παράβαση των διατάξεων για τις επιδόσεις.
IV. Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4Ι2005).
Κατά δε τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή τους, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ. Α.Π. 30/1997 και 28/1997). Από τη διάταξη δε του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφ' όσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφ' όσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφ' όσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, με τον οποίο δεν προβάλλεται παραδεκτά κανένας αναιρετικός λόγος, που να έχει σχέση με σφάλματα της προβαλλόμενης δευτεροβάθμιας απόφασης ή της ενσωματωμένης σ' αυτήν πρωτοβάθμιας απόφασης, πλήττεται μέσω επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας, αποκλειστικά η κατ' ουσίαν ύπαρξη του ένδικου δικαιώματος του αναιρεσίβλητου για διάζευξη και η κατ' ουσίαν άσκηση του που εμφανίζεται ως καταχρηστική, που μπορούσαν όμως ν' αποτελέσουν λόγους έφεσης, αλλά δεν συνιστούν και αναιρετικούς λόγους. Εφ' όσον δε από το περιεχόμενο του λόγου αυτού, δεν προκύπτει ότι συντρέχει εξαιρετική περίπτωση, από εκείνες του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί πλήττεται αποκλειστικά η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
V. Μετά την κατάργηση από 1-1-2002 των διατάξεων των άρθρων 148 παρ. 2, 149 και 344 του Κ.Πολ.Δ., με τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 3 (οι δύο πρώτες) και 14 παρ. 1 (η τρίτη) του Ν. 2915/2001, που ισχύει από 1-1-2002, σύμφωνα με το άρθρο 15 του Ν. 2943/2001, δεν προβλέπεται πλέον για τις υποθέσεις που συζηήθηκαν για πρώτη φορά μετά την 1-1-2002 (όπως η ένδικη) η παράταση της προθεσμίας ή η χορήγηση νέας προθεσμίας για την εξέταση μαρτύρων. Επομένως, ο τρίτος και τελευταίος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι εσφαλμένα έγινε δεκτή η αγωγή του αναιρεσίβλητου, γιατί από λόγους ανωτέρας βίας δεν προσκόμισε η αναιρεσείουσα μάρτυρες, και δεν χορηγήθηκε νέα προθεσμία για την εξέταση μαρτύρων, την οποία (προθεσμία) ζητά με το δικόγραφο της αναίρεσης, κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, όπως και η αναίρεση στο σύνολό της.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-1-2007 αίτηση της Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2960/2006 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Μαρτίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ