Legislator Case Law & Legislation
365/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding contradictory reasoning and vague legal basis.

Case Number 365/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the First Instance Court's final decision. The appellant argued the lower court contradicted itself by accepting conflicting property titles while ruling the disputed land was not public, and claimed the court lacked a legal basis for its reasoning. The court rejected these arguments, stating the alleged contradictions were non-existent and the appeal failed to cite the specific substantive law violated.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 para. 1, 577 para. 1 and 3 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the alleged contradiction is non-existent or the substantive law violated is not specified in the appeal grounds.

Keywords

AI generated
cassation appeal contradictory reasoning procedural admissibility substantive law citation legal basis requirement property dispute court costs

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183, 189 para. 1 and 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 365 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 365/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 9 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ. Σ. του Γ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φραγκίσκο Κοτσώνη και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Π. Φ. του Ν., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Τομαρά και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/3/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 121/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 404/2013 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ήδη αναιρεσείων με την από 6/2/2014 αίτησή του επί της οποίας εκδόθηκε η 398/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 404/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 1/2021 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19/7/2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 19-7-2021 αίτηση αναίρεσης (Αριθ. Καταθ. 8/2021, Αριθ. Δικ. 1860/2021) προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμό 1/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, όπως διορθώθηκε με την 11/2021 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, που εκδόθηκε επί της από 4-6-2012 έφεσης του ήδη αναιρεσίβλητου κατά της 121/2012 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Χανίων. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων) με την ενώπιον του Ειρηνοδικείου Χανίων, από 8-3-2011 αγωγή του, επικαλούμενος παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς του από τον εναγόμενο (ήδη αναιρεσίβλητο), (καθώς και από άλλα δύο φυσικά πρόσωπα που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη), από την εκ μέρους τους, κατά τους ισχυρισμούς του, παράνομη κατάληψη του περιγραφόμενου κοινόχρηστου δρόμου, που διέρχεται βορείως των ιδιοκτησιών τους, οι οποίες βρίσκονται στην κτηματική περιφέρεια του χωριού ...

νυν ... τον οποίο ενσωμάτωσε στην παρακείμενη ιδιοκτησία του, ζήτησε, αναγνωριζομένου του απορρέοντος από την προσωπικότητά του δικαιώματος για ελεύθερη χρήση του επίδικου κοινόχρηστου δρόμου, την άρση της προσβολής και την παράλειψή της στο μέλλον. Η αγωγή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν με την 121/2012 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Χανίων και κατ' αυτής ο πρώτος εναγόμενος (ήδη αναιρεσίβλητος) άσκησε την από 4-6-2012 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η 404/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν, εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση, δικάστηκε η αγωγή, η οποία απορρίφθηκε ως μη νόμιμη.

Κατά της 404/2013 απόφασης ο ενάγων άσκησε την από 6-2-2014 αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η 398/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου. Με αυτήν αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ και ειδικότερα για εσφαλμένη απόρριψη ως μη νόμιμης της ένδικης αγωγής. Στη συνέχεια, ο ενάγων με την από 17-9-2019 κλήση επανέφερε προς συζήτηση την ανωτέρω, από 4-6-2012, έφεση και επ' αυτής εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη, με αριθμό 1/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων.

Από τις διατάξεις των άρθρων 966 και 967 ΑΚ προκύπτει ότι πράγματα κοινής χρήσεως είναι όσα, ύστερα από την τήρηση των νομίμων διατυπώσεων, έλαβαν τον προορισμό αυτό. Οι οδοί, σύμφωνα με την ενδεικτική απαρίθμηση του άρθρου 967 ΑΚ περιλαμβάνονται μεταξύ των κοινόχρηστων πραγμάτων. Στην παλαιότερη νομοθεσία, όπως στο ΠΔ 25/28 Νοεμβρίου 1929 "περί κωδικοποιήσεως των περί κατασκευής και συντηρήσεως οδών κειμένων διατάξεων" οι οδοί διακρίνονται σε εθνικές, επαρχιακές, δημοτικές ή κοινοτικές και αγροτικές (άρθρο 1), που είναι "αι άγουσαι από χωρίων προς κτηματικάς αυτών περιφερείας", στον δε νεώτερο ν. 3155/1955 "περί κατασκευής και συντηρήσεως οδών" οι δρόμοι διακρίνονται σε εθνικούς, επαρχιακούς και δημοτικούς ή κοινοτικούς, χωρίς να αναφέρονται οι αγροτικοί δρόμοι.

Περαιτέρω στο άρθρο 6 παρ. 2 εδ. γ` του Ν. 720/1977 (ήδη καταργηθέν με το άρθρο 43 παρ. 7 του Ν. 1337/1983, με έναρξη ισχύος, σύμφωνα με το άρθρο 44 αυτού, από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως"), οριζόταν ότι "ιδιωτικοί οδοί σχηματισθείσαι μέχρι της ισχύος του Ν. 651/1977 και εμφαινόμεναι εις τοπογραφικά διαγράμματα κατατεθειμένα ως συμβόλαια, ομοίως προ της ισχύος του Ν. 651/1977 καταρτισθέντα, θεωρούνται ως αγροτικοί προς εξυπηρέτησιν των παρ' αυτούς αγροτεμαχίων" (ΑΠ 1032/2019, ΑΠ 652/2016).

Εξάλλου με την καθιέρωση του πράγματος ως κοινοχρήστου αποκτάται η εξουσία του κοινού να το χρησιμοποιεί. Με τη χρήση αυτή αποκτάται ένα ιδιόρρυθμο δικαίωμα που απορρέει από την προσωπικότητα του χρήστη, το οποίο προσβάλλεται σε περίπτωση παρεμπόδισης της εν λόγω χρήσης και είναι προστατευτέο από τη διάταξη του άρθρου 57 εδ.

α ΑΚ (ΑΠ 1124/2018, ΑΠ 1980/2014, ΑΠ 334/2003, ΑΠ 1637/2000). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 εδαφ. α ΚΠολΔ (που είναι ταυτόσημη εκείνης του άρθρου 559 αριθ. 1 α του ίδιου κώδικα), αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, ευθεία παράβαση του οποίου υπάρχει αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005, ΑΠ 994/2019).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 1/2013, ΑΠ 887/2021).

Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν θεμελιώνεται όταν το δικαστήριο που εξέτασε την ουσία της υπόθεσης δεν εφαρμόζει κανόνα δικαίου, του οποίου, υπό τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του (ΑΠ 1124/2018). Επίσης, κατά το εδ. β του αριθμού 1 του ίδιου ως άρθρου (ταυτόσημου με του άρθρου 559 αριθ. 1 β του ίδιου Κώδικα), ως παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται η παράβαση των διδαγμάτων κοινής πείρας, δηλαδή γενικών αρχών, που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές αρχές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμεύουν στο δικαστήριο είτε για την ερμηνεία των κανόνων δικαίου, μέσω της εξειδίκευσης των αόριστων νομικών εννοιών, οπότε και η παράβασή τους ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο, είτε για την έμμεση απόδειξη και την εξακρίβωση της βασιμότητας των κρίσιμων και αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), ήτοι για την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, οπότε και η τοιαύτη χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (Ολ ΑΠ 8/2005).

Ειδικότερα, ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποίησε εσφαλμένα, δηλαδή με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής (ΑΠ 110/2019) ή εσφαλμένα παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, έστω και αυτεπάγγελτα, προκειμένου να προσδιορίσει, με βάση αυτά, την αληθή έννοια εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου και ιδίως για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες που αυτός τυχόν περιέχει ή να υπαγάγει (ή όχι) σ` αυτόν τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά της εκάστοτε διαφοράς (ΟλΑΠ 9-13/2005, ΑΠ 110/2019, 45/2019, ΑΠ 24/2019, ΑΠ 336/2019, ΑΠ 74/2019), όχι, όμως, και όταν χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για τη στήριξη της έμμεσης απόδειξης ή για την εξακρίβωση της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή για την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, γιατί στις περιπτώσεις αυτές πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ 1 ΚΠολΔ, είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (ΑΠ 909/2022, ΑΠ 122/2022, ΑΠ 74/2019, ΑΠ 69/2019).

Ακόμα, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ (που είναι ταυτόσημη εκείνης του άρθρου 559 αριθ. 19 του ίδιου Κώδικα), ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου και αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, ενώ δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 4/2022, ΑΠ 41/2022).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το δικάζον ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων, μετ' εκτίμηση των εκατέρωθεν προσκομισθεισών αποδείξεων, δέχθηκε, κατ' ανέλεγκτη κρίση, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος είναι αποκλειστικός κύριος, νομέας και κάτοχος ενός οικοπέδου, εμβαδού 85 τμ, με την εντός αυτού παλαιά οικία, που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια του οικισμού ...

νυν ... στη θέση "..." και το οποίο συνορεύει, σύμφωνα με τον τίτλο κτήσης, ανατολικά με ιδιοκτησία πρώην Ν. Φ. και νυν Ν. Φ. και Μ. - Έ. Φ. (2ου και 3ης των εναγομένων) ως ψιλών κυρίων και πρώτου εναγομένου και ήδη εκκαλούντος, ως επικαρπωτή, δυτικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Φ. Φ., νότια και βόρεια με δρόμο... Από την άλλη, ο δεύτερος και η τρίτη των εναγομένων και πλέον μη διάδικοι, είναι ψιλοί κύριοι κατά ποσοστό 50% έκαστος, ο δε πρώτος εναγόμενος και ήδη εκκαλών - επικαρπωτής, ενός οικοπέδου εμβαδού 1.000 τμ, σύμφωνα με τον τίτλο κτήσης και 1.348,18 τ.μ.

κατά νεότερη εμβαδομέτρηση, με την εντός αυτού διώροφη οικία και τα δευτερεύοντα κτίσματα, που βρίσκεται στην ίδια ως άνω θέση με το προπεριγραφέν ακίνητο του ενάγοντος και συνορεύει βορειοδυτικά με δημοτική οδό, νοτιοανατολικά με ιδιοκτησία Γ. Χ., Γ. Χ., Γ. Μ., με ιδιοκτησία Σ. Τ. και με δημοτική οδό, νοτιοδυτικά με ιδιοκτησία ενάγοντος και Α.

Φ., βορειοδυτικά με ιδιοκτησία Ενορίας ... και με ιδιοκτησία Ι. Τ.... Περαιτέρω, ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος ισχυρίζεται ότι η βόρεια πλευρά του ακινήτου του, όπως αυτό ανωτέρω περιγράφηκε, εφάπτεται με κοινόχρηστο δρόμο μέσου πλάτους 3,5 μέτρων και μήκους 70 μέτρων περίπου, ο οποίος ξεκινά από την κεντρική δημοτική οδό με κατεύθυνση από ανατολικά προς δυτικά και καταλήγει σε αδιέξοδο.

Ότι το δρόμο αυτό χρησιμοποιούσε η δικαιοπάροχός του, ο ίδιος αλλά και αόριστος αριθμός κατοίκων, προκειμένου να μεταβούν στην εκκλησία του Αγίου Αντωνίου, η οποία κτίστηκε προ του έτους 1900, καθώς δεν υπάρχει πρόσβαση από αλλού. Όπως αποτυπώνεται δε στους τίτλους κτήσης των διαδίκων, ήτοι: α) στο υπ' αριθ. ...

συμβόλαιο δωρεάς του άλλοτε συμβολαιογράφου Αλικιανού Κυδωνίας Χανίων Νικολάου Κατζουρού, στο υπ' αριθ.... συμβόλαιο αγοραπωλησίας του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου και στο υπ' αριθ. ... συμβόλαιο του άλλοτε συμβολαιογράφου Χανίων Γεωργίου Ζαχαριουδάκη και β) στα υπ' αριθ. ... συμβόλαια γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Χανίων Αντωνίου Νικηφοράκη (πριν τη διόρθωσή τους), τα ακίνητα των διαδίκων φέρεται να συνορεύουν κατά τη βόρεια πλευρά τους με δρόμο, χωρίς να χαρακτηρίζεται ως δημοτικός ή κοινοτικός ή κοινόχρηστος.

Η αναφορά, όμως, αυτή στους τίτλους κτήσης των ετών 1953 έως και 2000, δεν επαρκεί προς απόδειξη της ύπαρξης κοινόχρηστης οδού, η οποία κατά το χρόνο πριν την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (23-2-1946) και μάλιστα υπό την κυριαρχία του οθωμανικού κράτους (προ του έτους 1913) είχε αφεθεί στην αποκλειστική κοινή χρήση της ολότητας των κατοίκων, σύμφωνα με την παραπλήσια με εκείνη της αμνημονεύτου αρχαιότητας του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, έννοια, του προϊσχύσαντος του Κρητικού Αστικού Κώδικα, Οθωμανικού Νόμου.

Περαιτέρω, ο ενάγων προκειμένου να αποδείξει τους αγωγικούς ισχυρισμούς του, προσκόμισε την υπ' αριθ. 11.755/29-12-2011 ένορκη βεβαίωση των Γ. Τ., Μ. Μ. και Φ. Τ., ενώ εξέτασε ως μάρτυρά του ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου τον υιό του Ν. Σ.. Ουδείς, όμως, από τους μάρτυρες αυτούς κατέθεσε ότι υπήρχε έκταση που χρησιμοποιείτο προ της Εισαγωγής του Αστικού Κώδικα και υπό την ισχύ του οθωμανικού δικαίου στην Κρήτη, ως δρόμος από τους ανθρώπους που ζούσαν εκεί.

Όλοι οι ως άνω μάρτυρες περιορίστηκαν στο πως γνώρισαν οι ίδιοι την κατάσταση στο επίδικο, δηλαδή μετά την εισαγωγή του ΑΚ, χωρίς να γίνεται καμία αναφορά στην κατάσταση του επιδίκου προ του έτους 1946. Ακόμη δε και στην με αριθμό 2/30-3-2011 απόφαση του εκκλησιαστικού συμβουλίου της ενορίας ... γίνεται αναφορά περί χρήσης της επίδικης οδού "από παλαιοτάτων χρόνων", χωρίς να προσδιορίζεται ειδικότερα η χρονική περίοδος έναρξης της χρήσης της οδού από τους κατοίκους του χωριού.

Επίσης, από την ανωμοτί εξέταση του πρώτου εναγομένου - εκκαλούντος προέκυψε ότι τα παλαιότερα χρόνια, όταν οι αυλές των σπιτιών ήταν ακόμη απερίφρακτες, κάποιοι εκ των ιδιοκτητών των κατά μήκος της επίδικης παρόδου ακινήτων, διέρχονταν χάριν συντομίας μέσα από την αυλή του δικαιοπαρόχου του εκκαλούντος, ήτοι και μέσα από το επίδικο, προκειμένου να μεταβούν στην εκκλησία του Αγίου Αντωνίου, καθώς δεν είχε διανοιχθεί ακόμη ο δρόμος του Ο.Α.Δ.Υ.Κ.

Η διέλευση αυτή γινόταν περιορισμένα από κάποιους παρόδιους ιδιοκτήτες με την ανοχή του εκκαλούντος και του δικαιοπαρόχου του για λόγους καλής γειτονίας, όπως συνέβαινε τότε στις κοινότητες. Από το γεγονός, όμως, αυτό δεν συνάγεται σε καμία περίπτωση θέληση του εκκαλούντος ή των δικαιοπαρόχων αυτού να αφεθεί το επίδικο στην κοινή χρήση με την εγκατάλειψη της νομής του.

Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται από την από 8-3-2013 τεχνική έκθεση φωτοερμηνείας του τοπογράφου μηχανικού Σ. Π., που ο πρώτος εναγόμενος ανταποδεικτικά προσκόμισε παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Για τη σύνταξη της έκθεσης αυτής έχει ληφθεί υπόψη το από Μαΐου του 2010 τοπογραφικό διάγραμμα του ιδίου και έχει γίνει φωτοερμηνεία αεροφωτογραφιών των ετών 1945, 1960 και 1989.

Σύμφωνα με την φωτοερμηνεία των αεροφωτογραφιών του έτους 1945, κατά μήκος της τεθλασμένης γραμμής Α-Ε, αλλά και νοτιότερα, ήτοι στο σημείο που φέρεται κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος να υπήρχε δρόμος, δεν παρατηρείται κανένα στοιχείο που να υποδηλώνει την ύπαρξη δρόμου ή έστω διόδου. Περαιτέρω, στην ερμηνεία των αεροφωτογραφιών του έτους 1960 παρατηρείται ότι έχει διανοιχθεί δρόμος ανατολικά, στη θέση που μελλοντικά έγινε η διαπλάτυνσή του από τον Ο.Α.Δ.Υ.Κ, πλάτους 2,30 - 3,50 μέτρων, μπροστά στην ιδιοκτησία του εκκαλούντος, ενώ στο επίδικο σημείο δεν παρατηρείται κανένα στοιχείο που να υποδηλώνει την ύπαρξη δρόμου ή χώρου που χρησιμοποιείται για διέλευση πεζών.

Στην αεροφωτογραφία, όμως, του έτους 1989 φαίνεται να έχει ανοιχθεί δρόμος εντός της ιδιοκτησίας του πρώτου εναγομένου - εκκαλούντος. Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι κατά το χρόνο εισαγωγής του ΑΚ δεν υφίστατο ο επίδικος δρόμος, αλλά ούτε και ο δρόμος του Ο.Α.Δ.Υ.Κ από τον οποίο αφετηριάζεται. Εξάλλου, όπως αποδείχθηκε, η πρόσβαση στην εκκλησία του Αγίου Αντωνίου γίνεται από έτερη οδό, βορειότερα του επιδίκου, που ξεκινά από το δρόμο του ΟΑΔΥΚ και εφάπτεται στη βορειοδυτική πλευρά του ακινήτου της Ενορίας ..., εντός του οποίου βρίσκεται η εκκλησία (βλ.

το υπ' αριθ. 36/19-9-2012 έγγραφο του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου του Ι.Ν. Κοιμήσεως Θεοτόκου ...). Το περιεχόμενο δε της υπ' αριθ. 29921/16-12-2011 βεβαίωσης του Αντιδημάρχου Πλατανιά Ε. Σ., σύμφωνα με την οποία η επίδικη έκταση αποτελεί δημοτικό δρόμο, δε δύναται να ληφθεί υπόψη, διότι, όπως εκτέθηκε, στην οικεία θέση της νομικής σκέψης της παρούσας, δεν υφίσταται αρμοδιότητα των οργάνων των Δήμων για το χαρακτηρισμό οδών ως δημοτικών ή κοινοτικών.

Με βάση τα προεκτεθέντα δεν αποδείχθηκε ότι υφίσταται δίοδος παρά της οποίας να διερχόταν ο εφεσίβλητος και δη φέρουσα το χαρακτήρα των καθιερωμένων σε κοινή χρήση γαιών (έκπαλαι ή ανέκαθεν), η οποία είχε αφεθεί στην αποκλειστική χρήση της ολότητας των κατοίκων του χωριού ... υπό την κυριαρχία του Οθωμανικού Κράτους, η δε επίδικη λωρίδα αποτελεί τμήμα της ιδιοκτησίας του εκκαλούντος, ώστε η ενέργεια του τελευταίου να τοποθετήσει σιδερένια πόρτα στην αρχή της διόδου, αποτέλεσε άσκηση πράξεως προστατευτικής της προρρηθείσας ιδιοκτησίας του και δεν προσέβαλε την προσωπικότητα του εφεσιβλήτου".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, η προσβαλλόμενη, αφού δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση του πρώτου εναγομένου, ήδη αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και, στη συνέχεια, κράτησε, δίκασε και απέρριψε την ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος ως ουσιαστικά αβάσιμη. Στην προκείμενη περίπτωση, με το πρώτο σκέλος του μοναδικού λόγου της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (που είναι ταυτόσημος με τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) και ειδικότερα ότι παραβίασε ευθέως την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 εδαφ.

γ του Ν. 720/1977, με την αιτίαση ότι, αφού δέχθηκε ότι όπως αποτυπώνεται στους τίτλους κτήσης των διαδίκων τα ακίνητά τους φέρεται να συνορεύουν κατά τη βόρεια πλευρά τους με δρόμο, χωρίς να χαρακτηρίζεται ως δημοτικός ή κοινοτικός ή κοινόχρηστος, αρκούσε αυτή η αναφορά για την απόδειξη της ύπαρξης κοινόχρηστης οδού.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι η ανωτέρω διάταξη εφαρμόζεται επί αγροτικών οδών, δηλαδή οδών που έχουν διαμορφωθεί προς εξυπηρέτηση των παρ' αυτούς ευρισκομένων αγροτεμαχίων και οδηγούν από τα χωριά προς τις κτηματικές τους περιφέρειες, ενώ στην κρινόμενη υπόθεση το Εφετείο δέχθηκε ότι το ακίνητο του αναιρεσείοντος, καθώς και το ακίνητο του αναιρεσίβλητου, τμήμα του οποίου αποτελεί η επίδικη εδαφική λωρίδα, αποτελούν οικόπεδα, ευρισκόμενα στην κτηματική περιφέρεια του οικισμού ...

νυν ..., εξυπηρετούμενα, συνεπώς, από δημοτικές οδούς και, ως εκ τούτου, ορθά το Εφετείο δεν υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά στην ανωτέρω διάταξη ουσιαστικού δικαίου, η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα. Περαιτέρω, με το δεύτερο σκέλος του μοναδικού λόγου της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 περ.

β του άρθρου 560 ΚΠολΔ (που είναι ταυτόσημος με τον αριθμό 1 περ. β του άρθρου 559 ΚΠολΔ), με την αιτίαση ότι το Εφετείο, δεχόμενο ότι δεν υφίσταται κοινόχρηστη δίοδος, από την οποία διερχόταν ο αναιρεσείων, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία δεν τα έλαβε υπόψη του, αν και ρητά τα επικαλείται στην ελάσσονα πρόταση, τα οποία παρέχει η καταγεγραμμένη ιστορική πραγματικότητα του χωριού ...

για την εξειδίκευση της έννοιας "παλαιοτάτων χρόνων χρησιμοποιούμενη οδός", περί της οποίας γίνεται αναφορά στην με αριθμό 2/30-3-2011 απόφαση του εκκλησιαστικού συμβουλίου της Ενορίας ..., την οποία μνημονεύει και η προσβαλλομένη, στην οποία το επίδικο αναφέρεται ως κοινόχρηστη οδός πρόσβασης στον ιερό ναό του Αγίου Αντωνίου, ο οποίος είχε οικοδομηθεί κατά την ενετική περίοδο και, συνεπώς, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, αφού υπήρχε ο Ναός υπήρχε και ο δρόμος που χρησιμοποιούσαν οι πιστοί για να πηγαίνουν σ' αυτόν.

Ο λόγος είναι απαράδεκτος διότι τα αναφερόμενα ανωτέρω ως διδάγματα της κοινής πείρας δεν συγκροτούν την έννοια τέτοιων διδαγμάτων, ώστε να μπορεί αυτά να χρησιμοποιηθούν στην εφαρμογή κανόνων ουσιαστικού δικαίου, που, πάντως, δεν προσδιορίζονται στον παραπάνω αναιρετικό λόγο, ή στην υπαγωγή πραγματικών περιστατικών σ' αυτούς.

Επίσης, με το τρίτο σκέλος του μοναδικού λόγου αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (που είναι ταυτόσημος με τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) και ειδικότερα ότι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση λόγω αντιφατικών αιτιολογιών, με την αιτίαση ότι, ενώ αρχικά δέχεται ότι, όπως αποτυπώνεται στους τίτλους κτήσης των διαδίκων τα ακίνητά τους φέρεται να συνορεύουν κατά τη βόρεια πλευρά τους με δρόμο χωρίς να χαρακτηρίζεται δημοτικός ή κοινοτικός ή κοινόχρηστος, στη συνέχει αντιφατικά δέχεται ότι η επίδικη εδαφική λωρίδα δεν αποτελεί οδό αλλά τμήμα της ιδιοκτησίας του αναιρεσίβλητου και ότι η ενέργεια του τελευταίου να τοποθετήσει σιδερένια πόρτα στην αρχή της διόδου, αποτέλεσε άσκηση πράξης προστατευτικής της ιδιοκτησίας του και δεν προσέβαλε την προσωπικότητα του αναιρεσείοντος.

Ο λόγος αυτός, είναι προεχόντως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε με τις φερόμενες ως αντιφατικές αιτιολογίες και σε κάθε περίπτωση αβάσιμος, διότι ουδεμία αντίφαση υπάρχει μεταξύ της παραδοχής της προσβαλλομένης ότι η επίδικη εδαφική λωρίδα δεν αποτελεί κοινόχρηστη οδό, αλλά τμήμα της ιδιοκτησίας του αναιρεσίβλητου και της αναφοράς σ' αυτήν, διηγηματικά, του περιεχομένου των τίτλων κτήσης των διαδίκων.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, ως διάδικος που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, κατά το σχετικό αίτημά του, που υποβλήθηκε με τις προτάσεις που κατέθεσε (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 19-7-2021 (Αριθ. Έκθ. Καταθ. 8/2021, Αριθ. Δικ. 1860/2021) αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 1/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, όπως διορθώθηκε με την 11/2021 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Μαρτίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 10 Μαρτίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ