Supreme Court dismisses appeal on unjust enrichment, upholding lower court's finding of unjust enrichment without legal cause.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the municipality against the First Instance Court's decision in a rent adjustment dispute. The appellant argued that the lower court erred in applying unjust enrichment principles to the rent difference, claiming the contract modification was not a judicial act. The court rejected these arguments, finding the First Instance Court correctly applied the law regarding unjust enrichment and the lack of legal cause for the payment. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the municipality was ordered to pay the appellant's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 4, 559 no. 4, 904ep. of the Civil Code; The court established that a claim for unjust enrichment requires the recipient's enrichment without legal cause and the existence of a causal link between the enrichment and the plaintiff's detriment, and that a lower court's application of these principles is not subject to appeal if no legal error is found.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 365 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 365/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δήμου Βέροιας, που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Γεώργιο Παπαστεργίου και Αριστούλα Παπαστάμκου και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ε. Π. Ε. με την επωνυμία ... που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φίλιππο Γιαννούλη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/1/2013 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βέροιας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 40/ΜΙ-ΜΙ/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 587/2020 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12/6/2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Υπόκειται προς κρίση η από 12-6-2019 αίτηση για αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (μισθωτικών) διαφορών υπ' αριθμ. 587/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσ/κης. Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτή η έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθμ. 40/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βεροίας, η οποία είχε απορρίψει την αγωγή της κατά του εναγομένου, ήδη αναιρεσείοντος, και αφού εξαφάνισε την τελευταία και κράτησε και δίκασε κατ' ουσίαν την υπόθεση, υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλλει στην ενάγουσα το ποσό των 71.141,75 ευρώ κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 4 και 559 αρ. 4 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, ο λόγος αναίρεσης για υπέρβαση δικαιοδοσίας ιδρύεται όταν το δικαστήριο αποφάνθηκε για υπόθεση, η οποία δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (Ολ ΑΠ 5/1995, ΑΠ 21/1999). Περαιτέρω, το άρθρο 24 του Συντάγματος ορίζει στην παράγραφο 1, ότι η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα τακτικά διοικητικά δικαστήρια και στην παράγραφο 3, ότι, στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται όλες οι ιδιωτικές διαφορές.
Σε εφαρμογή των παραπάνω συνταγματικών ορισμών, σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 9 του ν. 1406/1983, όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας, υπάγονται, από 11-6-1985, στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του ΚΠολΔ., οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, ανήκουν στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων.
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, προκειμένου για έννομη σχέση δημοσίου δικαίου, ως προς την οποία έχει καθιερωθεί, από το νόμο, δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων αποκλείουσα την ανάμειξη των πολιτικών δικαστηρίων, δεν είναι δυνατή η έγερση ενώπιον των τελευταίων αγωγής. Αυτό ισχύει για όλες τις αξιώσεις που πηγάζουν από την έννομη σχέση, ακόμη και για την αξίωση αδικαιολογήτου πλουτισμού, όταν η υποκειμένη σχέση, η οποία προκάλεσε τον πλουτισμό είναι δημοσίου δικαίου (ΑΕΔ 2/1993, Ολ ΑΠ 138/1966).
Αντίθετα, υπάρχει δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, όταν υπάρχει σχέση ιδιωτικού δικαίου (ΑΕΔ 10/1993), έστω και ως βάση αδικαιολογήτου πλουτισμού (ΑΕΔ 2/1993, ΟλΑΠ 5/1995). Με το άρθρο 1 παρ. 2 του ιδίου νόμου (1406/1983) υπήχθησαν στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, πλην άλλων, και οι διαφορές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας των διοικητικών συμβάσεων (εδ. 1), δηλαδή εκείνες οι διαφορές που προέρχονται από διοικητική σύμβαση και ανάγονται στο κύρος, την ερμηνεία και την εκτέλεση αυτής ή σε οποιαδήποτε παρεπομένη από τη σύμβαση αυτή αξίωση.
Είναι δε η σύμβαση διοικητική, αν, αθροιστικώς, α) ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή Ν.Π.Δ.Δ., β) με τη σύναψη της σύμβασης επιδιώκεται η ικανοποίηση σκοπού, τον οποίο ο νόμος ανάγει σε δημόσιο σκοπό και γ) το Ελληνικό Δημόσιο ή Ν.Π.Δ.Δ., είτε με βάση το κανονιστικό καθεστώς που διέπει τη σύμβαση, είτε με βάση ρήτρες που προβλέπονται κανονιστικά και έχουν περιληφθεί στη σύμβαση και αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο, βρίσκεται, χάριν του εν λόγω σκοπού, σε υπερέχουσα θέση απέναντι στο αντισυμβαλλόμενο μέρος, δηλαδή σε θέση μη προσιδιάζουσα στον, με βάση τις διατάξεις του ιδιωτικού δικαίου, συναπτόμενο συμβατικό δεσμό (ΑΕΔ 10/2003, ΑΕΔ 3/1999 408/2010).
Συμβάσεις, οι οποίες δεν συγκεντρώνουν τα γνωρίσματα αυτά, είναι ιδιωτικές και οι διαφορές από αυτές υπάγονται στα πολιτικά δικαστήρια (ΑΕΔ 19/2010, ΑΕΔ 28/2011, ΑΕΔ 3/1999, ΟλΑΠ 7/2001, 8/2000, ΑΠ 1378/11). Tέλος, ο ισχύων Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων (ν. 3463/2006, Α' 114) ορίζει στο άρθρο 192 ("Εκμίσθωση ακινήτων των Δήμων και των Κοινοτήτων") τα εξής: "1.
Η εκμίσθωση ακινήτων των Δήμων και των Κοινοτήτων γίνεται με δημοπρασία. Αν η δημοπρασία δεν φέρει αποτέλεσμα, επαναλαμβάνεται. ... 8. Με απόφαση του Δημοτικού η Κοινοτικού Συμβουλίου... επιτρέπεται η εκμίσθωση με δημοπρασία δημοτικών ή κοινοτικών ακινήτων με μειωμένο μίσθωμα για χρονικό διάστημα μέχρι είκοσι πέντε (25) έτη, υπό τον όρο ότι ο μισθωτής θα αναλάβει το σύνολο ή μέρος της δαπάνης ανακαίνισης ή ανακατασκευής του ακινήτου και θα προβεί σε τυχόν πρόσθετες παροχές, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα ειδικότερα στους όρους διακήρυξης της δημοπρασίας. ...".
Η διαδικασία διεξαγωγής των ανωτέρω δημοπρασιών εξακολουθεί να διέπεται από το π.δ. 270/1981 "περί καθορισμού των οργάνων, της διαδικασίας και των όρων διενέργειας δημοπρασιών δι' εκποίησιν ή εκμίσθωσιν πραγμάτων των Δήμων και Κοινοτήτων" (Α' 77), το οποίο είχε εκδοθεί κατ' επίκληση της εξουσιοδοτικής διατάξεως του άρθρου 194 του προϊσχύσαντος Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα, που είχε κυρωθεί με τον ν. 1065/1980 (Α' 168), και δεν έχει αντικατασταθεί από νεότερο προεδρικό διάταγμα, εκδοθέν κατ' εφαρμογήν της αντιστοίχου εξουσιοδοτικής διατάξεως του άρθρου 201 του ισχύοντος Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων.
Η εκμίσθωση ακινήτων των Δήμων και Κοινοτήτων σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις του π.δ./τος 270/1981 αποβλέπει, όπως έχει παγίως κριθεί, στην επίτευξη του καλύτερου δυνατού οικονομικού αποτελέσματος και στην εξυπηρέτηση ταμιευτικών σκοπών των Ο.Τ.Α., οι δε συναπτόμενες συμβάσεις είναι συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου.
Επομένως, οι διαφορές, που γεννώνται από πράξεις που προηγούνται της σύναψης των συμβάσεων αυτών είναι, κατ' αρχήν, ιδιωτικές και εκδικάζονται από τα πολιτικά δικαστήρια (βλ. ΣτΕ 1000/2013, 257/2011, 1021, 2011, 832/2007, 2660/2005, 3525/2000 κ.ά., βλ. επίσης ΣτΕ 1/2013 σε συμβούλιο). Τα ανωτέρω δεν μεταβάλλονται, άνευ ετέρου, όταν το υπό εκμίσθωση ακίνητο βρίσκεται εντός ή αποτελεί τμήμα κοινοχρήστου χώρου.
Στην περίπτωση αυτή η διαφορά εξακολουθεί να είναι ιδιωτική αν δεν αμφισβητείται η δυνατότητα παραχωρήσεως ιδιαιτέρου δικαιώματος, κατά το άρθρο 970 του Αστικού Κώδικα, επί του κοινοχρήστου πράγματος, το οποίο αφορά η εκμίσθωση, αλλά το πρόσωπο, στο οποίο θα παραχωρηθεί το δικαίωμα αυτό ή η διαδικασία με την οποία αυτό θα παραχωρηθεί (πρβλ.
ΣτΕ 257/2011, 891/2008 Ολομ.). Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε ότι η επίδικη αγωγή της ενάγουσας που αφορά σε αξίωση αδικαιολογήτου πλουτισμού λόγω αχρεώστητης καταβολής μισθωμάτων ποσού 71.141,75 ευρώ της εκεί αναφερόμενης μίσθωσης του μίσθιου του εναγομένου υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, καθότι η έννομη σχέση από την οποία απορρέει αποτελεί ιδιωτικού δικαίου διαφορά, με βάση τις προαναφερθείσες διατάξεις.
Επομένως, ο πρώτος λόγος από τον αριθμό 4 άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον οποίον ο αναιρεσείων ισχυρίζεται τα αντίθετα είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 538/2012).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014).
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 114/2016).
Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 472/2017, ΑΠ 905/2017). Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, οι προϋποθέσεις δε για τη θεμελίωση σχετικής αξίωσης είναι η ύπαρξη του πλουτισμού του λήπτη δίχως νόμιμη αιτία και η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία άλλου, δηλ.
η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ πλουτισμού και περιουσιακής επιβάρυνσης. Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι με την επίδικη αγωγή η ενάγουσα, επικαλούμενη την υπ' αριθμ. 829/2009 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του εναγομένου, με την οποίαν αναπροσαρμόστηκε το αρχικώς μηνιαίο μίσθωμα των 11.005,14 ευρώ, όπως μετέπειτα αναπροσαρμόστηκε διαδοχικά και κατά το χρόνο της ως άνω απόφασής του ανερχόταν σε 16.844,95 ευρώ (για το χρονικό διάστημα από 16-6-2009 έως 16-6-2010) και σε 17687,19 ευρώ (για το χρονικό διάστημα από 16-6-2010 έως 15-10-2010), της μίσθωσης του εκεί αναφερόμενου μισθίου που είχε συναφθεί μεταξύ των διαδίκων ύστερα από ανοικτό πλειοδοτικό διαγωνισμό, διάρκειας 9 ετών, σε μηνιαίο μίσθωμα 12.834,25 ευρώ, ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει το ποσό των 71.141,75 ευρώ που αντιστοιχούσε στη διαφορά που είχε καταβάλει στον εναγόμενο δίχως νόμιμη αιτία, για το προαναφερθέν χρονικό διάστημα, καθότι με την υπ' αριθμ. 2564/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσ/κης εκδοθείσα μεταξύ των ίδιων διαδίκων κρίθηκε η νομιμότητα της ως άνω απόφασης του Δημοτικού Συμβουλίου αναπροσαρμογής του μισθώματος.
Το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την υπ' αριθμ. 40/2018 πρωτόβαθμη απόφαση, που είχε απορρίψει την αγωγή ως αόριστη, και κράτησε και δίκασε την υπόθεση ως πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε τη νομική βασιμότητά της εφαρμόζοντας τις διατάξεις των άρθρων 904επ. ΑΚ. Με αυτά που έκρινε και δέχθηκε το Εφετείο ουδόλως έσφαλε ως προς την εφαρμογή των διατάξεων του αδικαιολογήτου πλουτισμού, τα αντίθετα δε υποστηριζόμενα με τον τρίτο λόγο της ένδικης αναίρεσης είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
Επίσης, πρέπει να απορριφθεί και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης ως αλυσιτελής, με τον οποίον ο αναιρεσείων ισχυρίζεται πλημμέλεια εκ του αρ. 1 του άρθρου 599 ΚΠολΔ συνιστάμενη στο ότι παραβιάστηκε ο κανόνας του άρθρου 388 ΑΚ, επειδή η τροποποίηση της ως άνω σύμβασης δεν έγινε με δικαστική απόφαση, διότι εδώ αντικείμενο της δίκης είναι η αξίωση αδικαιολογήτου πλουτισμού για την προαναφερθεία αιτία και όχι η συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων που απαιτούνται κατά το άρθρο 338 ΑΚ, το οποίο δεν εφάρμοσε το Εφετείο.
Επομένως πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση στο σύνολό της. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως κατά το άρθρο 281 §2 ν. 3463/2006 σε συνδ. με άρθρο 285 ν. 3852/2010 (ΑΠ 189/2021) όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-6-2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 587/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσ/κης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Φεβρουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Μαρτίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ