Supreme Court allows appeal against labor court judgment for failure to consider sworn affidavit evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appellant's request to annul the Third Chamber of the Athens Court of Appeal's decision. The appellant argued that the lower court failed to consider a sworn affidavit submitted as evidence. The court found that the appellate judgment did not mention or reference the affidavit, constituting a procedural error in ignoring a submitted proof. Consequently, the judgment was annulled regarding the unpaid wages claim, and the case was remanded for a new substantive hearing.
Legislator headnote
AI generatedArticles 495, 564, 580, 581, 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure; The court must consider all evidence submitted by parties; failure to address a submitted sworn affidavit constitutes a ground for annulment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 365 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 365/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 9 Απριλίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Λ. Δ. του Α., κατοίκου …, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Αναγνωστόπουλο, o oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΓΕΚΕ Α.Ε. ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ (ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ PRESIDENT) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Πολυξένη Μπαλτά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/8/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 877/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 4282/2007 του Εφετείου Αθηνών. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 76/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία την αναίρεσε και παρέπεμψε, κατά το μέρος αυτό, την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Κατόπιν της ως άνω απόφασης εκδόθηκε η 1678/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18/4/2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 18.4.2018 αίτηση αναιρέσεως (γενικός αριθμός κατάθεσης 4201 και ειδικός αριθμός κατάθεσης 361/27.4.2018) προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, με αριθ. 1678/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία, μετά από αναίρεση με την υπ` αριθ. 76/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου της 4282/2007 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, δέχθηκε τυπικά και εν μέρει κατ` ουσία την από 14-6-2006 (αριθ.
κατ. 5185/2006) έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την 877/2006 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς το αγωγικό κονδύλιο των μισθών υπερημερίας και αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση απέρριψε κατ` ουσία την από 10.8.2004 με αριθμό καταθέσεως 3616/17.8.2004 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, ως προς το αγωγικό κονδύλιο των μισθών υπερημερίας από 60.181,78 ευρώ.
Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα (άρθρ. 495 παρ. 1 και 2 Κ.Πολ.Δ.) και εμπρόθεσμα στις 27-4-2018, εντός της καταχρηστικής προθεσμίας των τριών (3) ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης στις 28.4.2015, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 564 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με τον αριθμό 1, άρθρο τρίτο του Ν. 4335/201 15 και εφαρμόζεται στις αποφάσεις που έχουν εκδοθεί, αλλά δεν επιδόθηκαν μέχρι την 1.1.2016, όπως στην προκειμένη περίπτωση, οπότε άρχισε η ισχύς του παραπάνω νόμου (Ολ.
ΑΠ 10/2018), απορριπτομένων ως αβασίμων των αντιθέτων ισχυρισμών της αναιρεσίβλητης, που αυτή πρότεινε παραδεκτά με τις κατατεθείσες προτάσεις της στις 19-3-2019 είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από την παρούσα δικάσιμο κατ ` άρθρο 570 παρ.1 ΚΠολΔ.
Συνεπώς η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠΟΛΔ προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 10-8-2004 αγωγή, στην οποία εκθέτει ότι εργάσθηκε στην εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την 13- 3-1978 μέχρι την 9-6-2004, οπότε η εναγομένη κατήγγειλε άκυρα τη σύμβαση εργασίας του κατά παράβαση του άρθρου 281 ΑΚ καθώς και της αρχής της αναλογικότητας.
Ζήτησε δε μετά από παραδεκτό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό α) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 9-6-2004 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του και η υποχρέωση της εναγομένης να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του με απειλή κατά της εναγομένης χρηματικής ποινής εκατό (100) ευρώ για κάθε ημέρα άρνησης συμμόρφωσής της προς την εκδοθησόμενη απόφαση β)να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να του καταβάλει 60.181,78 ευρώ για μισθούς υπερημερίας και 3.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Επί της αγωγής εκδόθηκε η 877/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία την έκανε εν μέρει δεκτή. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε η από 14-6-2006 (αριθ. κατ. 5185/2006) έφεση καθώς και οι από 20-6-2006 (αρ. κατάθ. 959/2006) πρόσθετοι λόγοι έφεσης της εναγομένης. Επί της εφέσεως και των πρόσθετων λόγων έφεσης εκδόθηκε η 4282/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τυπικά και εν μέρει κατ` ουσία την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη 877/2006 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και αφού κράτησε και δίκασε κατ` ουσία την αγωγή, αναγνώρισε ότι είναι άκυρη η από 9-6-2004 καταγγελία της σύμβασης εργασίας του και ότι η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα 30.454,06 ευρώ για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 10-6-2004 έως 7-3-2006 και 3000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Ακολούθως, ασκήθηκε από την εναγομένη η από 15-11-2007 πρώτη αίτηση αναιρέσεως. Επ' αυτής εκδόθηκε η 76/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία κατ' ευδοκίμηση του αναιρετικού λόγου του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ (αντιφατικότητα αιτιολογιών) ακυρώθηκε μερικώς η τότε προσβαλλόμενη απόφαση κατά το κεφάλαιό της που δέχθηκε υπερημερία της εναγομένης ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του ενάγοντος, καθώς και αναγνώρισης της υποχρέωσης της εναγομένης να κατάβάλει στον ενάγοντα μισθούς υπερημερίας και η υπόθεση παραπέμφθηκε προς νέα εξέταση στο Εφετείο Αθηνών, προκειμένου κατά την εκφορά νέας ουσιαστικής κρίσης επί του συναφούς λόγου της εφέσεως να διαληφθούν σαφείς και πλήρεις παραδοχές, δυνάμενες να οδηγήσουν σε ασφαλή δικανική πεποίθηση περί του αν κατά το επίδικο χρονικό διάστημα είχε αρθεί η υπερημερία της εναγομένης ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του ενάγοντος λόγω πραγματικής αδυναμίας του ενάγοντος να προσφέρει τις υπηρεσίες του, οφειλομένης σε προβλήματα υγείας του να προσφέρει τις υπηρεσίες του προσηκόντως στη εναγομένη.
Μετά την αναίρεση, η υπόθεση εισήχθη εκ νέου στο Εφετείο Αθηνών με την από 28-9-2011 κλήση της εναγομένης, προκειμένου αυτό να δικάσει ως δικαστήριο της παραπομπής την από 14-6-2006 έφεση και τους από 20-6-2006 πρόσθετους λόγους έφεσης της εναγομένης κατά της 877/2006 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως προς το αναιρεθέν μέρος.
Το εφετείο εξέδωσε την ήδη προσβαλλομένη 1678/2015 απόφασή του, με την οποία δέχθηκε τυπικά και εν μέρει κατ` ουσία την έφεση, εξαφάνισε την 877/2006 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση, απέρριψε την αγωγή ως προς το εν λόγω αίτημα (αγωγικό κονδύλιο των μισθών υπερημερίας).
Με τη διάταξη του άρθρου 529 παρ.1 εδ. α` ΚΠολΔ ορίζεται ότι, στην κατ` έφεση δίκη, επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων, ενώ κατά την παρ.2 του ίδιου άρθρου, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να αποκρούσει τα αποδεικτικά μέσα, που προσάγονται για πρώτη φορά σε αυτό ως απαράδεκτα, αν κατά τη κρίση του ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαρεία αμέλεια.
Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται και στην ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, σύμφωνα με το άρθρο 591 παρ.1 του ιδίου Κώδικα. Επομένως, στην εργατική διαδικασία ο διάδικος μπορεί να επικαλεσθεί και προσκομίσει για πρώτη φορά ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και νέα αποδεικτικά μέσα, όπως ένορκες βεβαιώσεις που λήφθηκαν νομοτύπως, ακόμη και μετά την έκδοση της εκκαλουμένης οριστικής απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κατά μείζονα δε λόγο εάν αυτές λήφθηκαν κατά τη διάρκεια της προθεσμίας προς προσθήκη και αντίκρουση ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου μετά τη συζήτηση και πριν την έκδοση της οριστικής απόφασης, έστω και αν ήταν απαράδεκτη η λήψη υπόψη αυτών από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, επειδή δόθηκαν μετά το πέρας της επ` ακροατηρίου συζήτησης και δεν αφορούσαν αντίκρουση ισχυρισμών, που προτάθηκαν παραδεκτά το πρώτον κατά τη συζήτηση ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (ΑΠ 1114/2011, ΑΠ 1553/2008).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 671 παρ.1 εδ. τελευταίο ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την έναρξη εφαρμογής του ν. 4335/2015 (καθόσον στην ένδικη υπόθεση πρόκειται για ένορκη βεβαίωση ληφθείσα πριν την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού), στην ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, μόνο αν έγιναν ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου, πριν από είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, μοναδική προϋπόθεση για το παραδεκτό της λήψης υπόψη ως αποδεικτικών μέσων τέτοιων ενόρκων βεβαιώσεων κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών, αποτελεί η προηγούμενη, πριν από 24 τουλάχιστον ώρες, κλήτευση του αντιδίκου του προκαλέσαντος την εξέταση διαδίκου, η οποία μπορεί να λάβει χώρα και με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του καλούντος διαδίκου κατά την προφορική συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.
Για το παραδεκτό δε αυτών δεν απαιτείται επιπλέον η γνωστοποίηση των ονομάτων των προς εξέταση μαρτύρων, ούτε η αναφορά της διεύθυνσης κατοικίας αυτών ή του επαγγέλματός των, αφού με την εμπρόθεσμη κλήτευση πληρώνεται ο σκοπός του νόμου, που αποβλέπει ο καλούμενος διάδικος, λαμβάνοντας γνώση του τόπου και χρόνου εξέτασης των μαρτύρων, να παραστεί κατ` αυτήν (ΑΠ 927/2017, ΑΠ 197/2000).
Οι κατά τα ανωτέρω ληφθείσες ένορκες βεβαιώσεις αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, διαφορετικό από τους μάρτυρες και τα έγγραφα, γι` αυτό, όταν προσκομίζεται ένορκη βεβαίωση στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, πρέπει να αναφέρεται ειδικά στην απόφαση ότι αυτή, αφενός έχει δοθεί ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου και αφετέρου έχει ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 176/2016).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη απόδειξης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ` είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη, ενώ ως αποτελούντα ξεχωριστά από τα έγγραφα αποδεικτικά μέσα πρέπει να μνημονεύονται και οι ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες μετά την αντικατάσταση του άρθρου 339 ΚΠΟΛΔ με το άρθρο 36 του ν. 3994/2011 αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο σε σχέση με τους μάρτυρες και τα έγγραφα, και επομένως πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, η δε έλλειψη της μνείας αυτών δεικνύει ότι αυτές δεν λήφθηκαν υπόψη (ΑΠ 1105/2015,ΑΠ 767/2011).
Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ.11 περ. γ` ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 1585/2018, ΑΠ 802/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης, ο αναιρεσείων, κατ` επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ.11 γ ΚΠολΔ μέμφεται το Εφετείο, ότι δεν έλαβε υπόψη την …/…-1-2013 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρος του Α. Σ., συναδέλφου του στην εναγομένη, κρίσιμη για την απόδειξη του ισχυρισμού του περί της υπερημερίας της εναγομένης και αντίκρουση της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου έφεσής της εναγομένης ως προς τον ουσιώδη ισχυρισμό της περί άρσης της υπερημερίας της εναγομένης λόγω πραγματικής αδυναμίας του ενάγοντος να προσφέρει τις υπηρεσίες του στην εναγομένη εξ αιτίας προβλημάτων υγείας του, την οποία (ένορκη βεβαίωση) είχε παραδεκτά επικαλεστεί και προσκομίσει ενώπιον του.
Όπως δε προκύπτει από την επισκόπηση (αρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) των ενώπιον του Εφετείου από 8-1-2013 προτάσεών του (σελιδα 5), που κατατέθηκαν στο Εφετείο κατά τη δικάσιμο της 2-12-2014, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι, πράγματι, ο αναιρεσείων ρητά και με σαφήνεια, επικαλέστηκε και προσκόμισε νομότυπα ως σχετικό με αριθμό 22, πρώτη φορά, στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο την προαναφερθείσα ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών που λήφθηκε μετά την πρωτοβάθμια δίκη, ύστερα από τη μνημονευόμενη νόμιμη κλήτευση της αναιρεσιβλήτης, με την παράθεση της οικείας έκθεσης επίδοσης με αριθμό 903Γ/7-1-2013 του δικαστικού επιμελητή Α.
Κ.. Η προσβαλλόμενη απόφαση όμως δεν αναφέρει ότι έλαβε υπόψη την προεκτεθείσα ένορκη βεβαίωση, αλλά εκθέτει ότι "από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του, οι οποίες λήφθηκαν νομότυπα κατ` άρθρο 671 παρ.1 ΚΠΟΛΔ Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά συνεδριάσεως αυτού, τις υπ` αριθ.
…,… και …/…-5-2005 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, μετά από νόμιμη κλήτευση της εναγομένης (βλ., καθώς και από την υπ` αριθ.11441Γ/13-5-2005 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Δ. Π.) καθώς και τα έγγραφα που οι διάδικοι με επίκληση προσκομίζουν, αποδείχθησαν.....", επαναλαμβάνοντας την σχετική παραδοχή του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου,.
Ούτε, όμως, από τη γενική διαβεβαίωση, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα , ούτε από το υπόλοιπο σκεπτικό της απόφασης αυτής, προκύπτει, λαμβάνοντας υπόψη και την προαναφερόμενη δικονομική φύση των ένορκων βεβαιώσεων ως ιδιαίτερου αποδεικτικού μέσου, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και την εν λόγω ένορκη βεβαίωση αφού δεν μνημονεύεται, ειδικά, στην απόφαση, ούτε και γίνεται άλλη, άμεση ή έμμεση, αναφορά στο περιεχόμενο της, ούτε εκτίθεται ότι αποκρούστηκε η προσκόμιση της κατ` άρθρ. 529 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Κατά συνέπεια, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην αρχή της παρούσας, το Εφετείο, αφού δεν προκύπτει ότι, για το σχηματισμό της κρίσης του για την ουσία της υπόθεσης, έλαβε υπόψη την παραπάνω ένορκη βεβαίωση, που θεωρείται ότι προσκομίστηκε, καθόσον η απόφαση δεν βεβαιώνει το αντίθετο, υπέπεσε στην πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη αποδεικτικού μέσου, το οποίο ο αναιρεσείων επικαλέστηκε και προσκόμισε και ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος είναι βάσιμος.
Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, πρέπει να αναιρεθεί κατά το μέρος που αφορά μισθούς υπερημερίας, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών αναιρετικών λόγων, λόγω της πλήρους αναιρετικής εμβέλειας του γενόμενου δεκτού, που πλήττει το κύρος της απόφασης κατά το μέρος αυτό.
Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς το μέρος κατά το οποίο είχε αναιρεθεί και από την 76/2010 απόφαση του παρόντος τμήματος. Περαιτέρω, λόγω του ότι η επί της ουσίας απόφαση του Εφετείου Αθηνών επί της εφέσεως αναιρείται για δεύτερη φορά, πρέπει η υπόθεση να κρατηθεί από τον Άρειο Πάγο και να δικασθεί στην ουσία ως προς το αναιρούμενο μέρος (ΚΠολΔ 580 παρ.3), σε νέα, όμως, προς το σκοπό αυτό συζήτηση, που θα οριστεί με φροντίδα του επιμελέστερου των διαδίκων. Κατ' αυτήν οι διάδικοι, σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 581 ΚΠολΔ και γνωρίζοντας επακριβώς το εύρος της αναιρετικής απόφασης, θα πρέπει να διαμορφώσουν ανάλογα τους ισχυρισμούς και τις προτάσεις τους. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, που ηττάται, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ. 2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1678/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς το μέρος που αναφέρεται στο αιτιολογικό.
Κρατεί την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση ως προς το μέρος αυτό, σε νέα συζήτηση ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, κατά την οποία θα επαναφερθεί με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος που ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Νοεμβρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Μαρτίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ