365/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Λουκά Μόρφη, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και Πελαγία Ακάσογλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated365/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εκκαλούμενη ήταν η 7001/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...ς, η οποία εκδόθηκε, την 11.4.2014, αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 13.1.2012 [Α.Κ. 4784 / 14.2.2012] αγωγής της εναγούσης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης. Με την 7001/2014 πρωτόδικη απόφαση, η αγωγή, η οποία αφορά απαιτήσεις της εναγούσης από παροχή εργασίας, κρίθηκε νόμιμη και, στη συνέχεια, έγινε μερικώς δεκτή, ως βάσιμη στην ουσία.
Full text
Απόφαση 365 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 365 / 2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Λουκά Μόρφη, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και Πελαγία Ακάσογλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 10 Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Τ. του Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γρηγόριο Τσάτσο, που κατέθεσε προτάσεις. Ο ως άνω δικηγόρος διορίσθηκε με την 65/2017 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το ν. 3226/2004 .
Της αναιρεσίβλητης: Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και διακριτικό τίτλο "GUARDAROBA", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13/1/2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο ...ς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7001/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 1930/2015 του Μονομελούς Εφετείου ...ς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30/8/2016 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
(I).- Από τα άρθρα 106, 108, 110 παρ.2, 74, 75, 98, 96 παράγραφοι 1 και 3, 104, 495, 498 παρ.1, 568 παράγραφοι 1, 2 και 4, 576 παράγραφοι 1, 2 και 3 ΚΠολΔ -και όπως το άρθρο 96 ΚΠολΔ, πλέον, ισχύει από 22.12.2017, κατά τα άρθρα 63 και 80 ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α. 201 / 22.12.2017) - προκύπτουν (και) τα εξής: Αν, κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως, δεν εμφανισθεί διάδικος ή δεν μετάσχει, σε αυτή, κανονικά, δηλ. με δικηγόρο, που να έχει πληρεξουσιότητα και να έχει χορηγηθεί η πληρεξουσιότητα, με τον τύπο, που ο νόμος ορίζει, το δικαστήριο ερευνά, αυτεπαγγέλτως, ποιος από τους διαδίκους έχει επισπεύσει τη συζήτηση (ΑΠ 1312/2017, ΑΠ 1395/2017 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Ειδικότερα, επί δίκης αναιρέσεως, στην οποία δεν μετέχουν περισσότεροι, αν ο αντίδικος του διαδίκου, που επέσπευσε τη συζήτηση, δεν εμφανισθεί ή δεν εκπροσωπηθεί, κατά νόμο, από δικηγόρο, ο Άρειος Πάγος εξετάζει, αυτεπαγγέλτως, αν νομίμως κλητεύθηκε. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νομίμως, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση, με νέα κλήτευση [κλήση]. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου, που νομίμως έχει κλητευθεί. Την κλήτευση επικαλείται και αποδεικνύει ο διάδικος, που παρίσταται (ΑΠ 11/2017, ΑΠ 1374/2017 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το πινάκιο, στη σειρά της, η αναιρεσίβλητη ομόρρυθμη εμπορική εταιρία υπό την επωνυμία "...", που εδρεύει στη ... και νομίμως εκπροσωπείται, δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο. Από την 10111/9.10.2019 έκθεση επιδόσεως του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή περιφερείας του Εφετείου ...ς, με έδρα το Πρωτοδικείο ...ς, Ηλία Χ. Γκουντρουμπή, που η αναιρεσείουοα Α. Α. Τ.Ε.Λ.Λ.Ο.Υ., κάτοικος ..., επισπεύδουσα τη συζήτηση, προσκομίζει και επικαλείται, με τις έγγραφες προτάσεις της στο παρόν Δικαστήριο, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, με πράξεις καταθέσεως και ορισμού της ως άνω νόμιμης δικασίμου [10.12.2019] καθώς και με κλήση προς συζήτησή της, κατ' αυτή τη νόμιμη δικάσιμο, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, επιδόθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, με θυροκόλληση, στην αναιρεσίβλητη [άρθρα 122, 124 παρ.2, 129, 128 παρ.4, 136 παρ.2, 568 παρ.4 ΚΠολΔ]. Επομένως, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στην υπό στοιχείο (I) μείζονα σκέψη, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, ως να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες, ήτοι παρά την απουσία της αναιρεσίβλητης, που, ως άνω, νομίμως κλητεύθηκε.
Υπόκειται προς κρίση, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, η από 30.8.2016 [Ε.Κ.Δ. 203 / 31.8.2016 - Εφετείο ...ς και Α.Δ. 755 / 28.6.2019 - Άρειος Πάγος] αίτηση αναιρέσεως της αναιρεσείουσας Α. Α. Τ.Ε.Λ.Λ.Ο.Υ. κατά της αναιρεσίβλητης "...", νομίμως εκπροσωπούμενης. Προσβάλλεται δε, η 1930/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ...ς, η οποία εκδόθηκε, την 19.10.2015, αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 10.6.2014 [Ε.Κ.Δ. 2317 / 11.6.2014 - Πρωτοδικείο ...ς και Α.Β.Ε. 1985 / 11.6.2014 - Εφετείο ...ς] εφέσεως της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας.
Εκκαλούμενη ήταν η 7001/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...ς, η οποία εκδόθηκε, την 11.4.2014, αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 13.1.2012 [Α.Κ. 4784 / 14.2.2012] αγωγής της εναγούσης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης. Με την 7001/2014 πρωτόδικη απόφαση, η αγωγή, η οποία αφορά απαιτήσεις της εναγούσης από παροχή εργασίας, κρίθηκε νόμιμη και, στη συνέχεια, έγινε μερικώς δεκτή, ως βάσιμη στην ουσία.
Με την 1930/2015 απόφαση, που προσβάλλεται, η έφεση έγινε δεκτή τυπικά και στην ουσία, εξαφανίσθηκε η 7001/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...ς, ακολούθως, διακρατήθηκε η υπόθεση και η αγωγή, κριθείσα νόμιμη, απορρίφθηκε, στο σύνολο της, ως αβάσιμη, κατ' ουσία. Στους πρώτο και δεύτερο βαθμούς δικαιοδοσίας, η υπόθεση εκδικάσθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών [άρθρα 663 επ.
ΚΠολΔ, όπως ίσχυσαν πριν από το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α. 87 / 23.7.2015), ισχύον για την ειδική αυτή διαδικασία, από 1.1.2016, κατά το άρθρο 1 - άρθρο ένατο ν. 4335/2015]. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε, ως άνω, την 31.8.2016, νομίμως και εμπροθέσμως, ήτοι στη νόμιμη προθεσμία των τριών (3) ετών, από την 19.10.2015 [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ, 13 παρ.2, 18, 24, 25 ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδυασμό προς το άρθρο 1 - άρθρο ένατο ν. 4335/2015], δεδομένου ότι από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλομένης εφετειακής αποφάσεως ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοσή της είναι δε, στην περίπτωση αυτή, η προθεσμία για την άσκηση της αναιρέσεως τριών (3) ετών διότι η 1930/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ...ς, που προσβάλλεται, δημοσιεύθηκε πριν από την 1.1.2016, χωρίς να επιδοθεί (ΑΠ ολ.
πλ. 10/2018 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Μετά ταύτα, η αίτηση αναιρέσεως είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της [άρθρο 577 παράγραφοι 1 και 3 ΚΠολΔ].
(II).- Στο έγγραφο (δικόγραφο) της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται, κατά τρόπο ορισμένο, σαφή και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας [άρθρα 118 παρ.4, 119, 566 παρ.1, 577 παρ.3, 495 παρ.1 ΚΠολΔ] ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος και να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο, από όσους αναφέρονται, περιοριστικώς, στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η αιτίαση, που προβάλλεται.
Διαφορετικά, ο λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος και απορρίπτεται, ως απαράδεκτος ενώ, η αοριστία του δεν δύναται να θεραπευθεί, με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΑΠ ολ. 27/1998, ΑΠ 1185/2010, ΑΠ 804/2005 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Επίσης, αν ο λόγος αναιρέσεως στηρίζεται σε ισχυρισμό, που πρέπει, για το παραδεκτό του λόγου, να έχει προταθεί νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ), τότε, για να είναι ορισμένος και, συνεπώς, παραδεκτός, ο λόγος αναιρέσεως, όσον αφορά τον συγκεκριμένο ισχυρισμό, πρέπει να αναφέρεται ότι νομίμως προτάθηκε ο ισχυρισμός αυτός στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 194/1998 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).
Η εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων της ίδιας ή άλλης δίκης, ιδίως, αγωγών, παρεμβάσεων, ένδικων μέσων, προτάσεων ή δικαστικών αποφάσεων, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, όταν η πλημμέλεια, που αποδίδεται στα έγγραφα αυτά, δημιουργεί λόγο αναιρέσεως από τους λόγους, που αναφέρονται στο άρθρο 559 ΚΠολΔ.
Για τη διαπίστωση της πλημμέλειας, πρέπει να προσκομίζονται τα επίμαχα διαδικαστικά έγγραφα προς έλεγχο. Το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ και δεν εισάγει άλλο ειδικό λόγο αναιρέσεως. Λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος, όταν τα περιστατικά, που αναφέρονται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, πληρούν το πραγματικό λόγου του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 345/2015, ΑΠ 756/1996 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).
Η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου προβλέπεται, ως λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ και η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας προβλέπεται, ως λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (β) ΚΠολΔ. Ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, αν εφαρμόσθηκε εσφαλμένα καθώς και αν δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του? ήτοι, αν το δικαστήριο της ουσίας απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αν αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία, από εκείνα, που ο ουσιαστικός νόμος απαιτεί.
Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία, δηλ. όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε έννοια διαφορετική από την αληθινή είτε ως κακή εφαρμογή, δηλ. όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ένδικης υποθέσεως σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού.
Δια του λόγου αυτού αναιρέσεως, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων ή αντενστάσεων) των διαδίκων καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την έρευνα της υποθέσεως στην ουσία. Κατά ταύτα, η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται, ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ, είναι δυνατό να έχει, ως περιεχόμενο (και) την αιτίαση ότι παραβιάσθηκε συγκεκριμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, με αποτέλεσμα η αγωγή να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη ή να απορριφθεί, ως αβάσιμη, κατ' ουσία.
Για να είναι ορισμένος (παραδεκτός) ο λόγος αυτός αναιρέσεως και, συνεπώς, να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, πρέπει στο έγγραφο (δικόγραφο) της αναιρέσεως να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το νομικό σφάλμα, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας περί την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού δικαίου, επίσης, να εκτίθενται, πλήρως και σαφώς, οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας ώστε η αγωγή να γίνει δεκτή, ως βάσιμη ή να απορριφθεί, ως αβάσιμη, κατ' ουσία και όχι μόνο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα.
Ειδικότερα, ως προς τις ουσιαστικές παραδοχές, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών ουσιαστικών παραδοχών, κατά την επιλογή του αναιρεσείοντος? αντίθετα, πρέπει να αναφέρεται, έστω και συνοπτικώς, το σύνολο των πραγματικών περιστατικών, που η απόφαση δέχθηκε και κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα.
Τούτο διότι μόνο από τις ουσιαστικές παραδοχές μπορεί να ελεγχθεί, αν η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στην απόφαση, οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται, τελικώς, η ευδοκίμηση της αναιρέσεως [άρθρο 578 ΚΠολΔ]? δηλ. η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται από την ορθότητα του διατακτικού, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ ολ. 25/2008, ΑΠ ολ. 18/2005, ΑΠ ολ. 28/1998, ΑΠ ολ. 27/1998, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 261/2016 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).
Η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως, μόνο, αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτούς των πραγματικών γεγονότων? ενώ, δεν στοιχειοθετείται ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (β) ΚΠολΔ για εσφαλμένη εφαρμογή των διδαγμάτων κοινής πείρας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων.
Για να είναι ορισμένος (παραδεκτός) αυτός ο λόγος αναιρέσεως πρέπει στο δικόγραφο της αναιρέσεως να καθορίζονται ποια συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας, το δικαστήριο της ουσίας, εσφαλμένως, χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου ή για την υπαγωγή στον κανόνα δικαίου των πραγματικών γεγονότων (ΑΠ 1003/2017, ΑΠ 120/2004 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).
Αναίρεση επιτρέπεται, ακόμη, κατά το άρθρο 559 αριθμός 10 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα, τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Ειδικότερα, ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος, όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε δέχθηκε πράγματα χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη είτε δέχθηκε πράγματα, χωρίς να εκθέτει, έστω και γενικά, από ποια υποστατά και έγκυρα αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη, ενώ δεν απαιτείται να αξιολογεί τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα.
Ως 'πράγματα' νοούνται οι νόμιμοι, λυσιτελείς, αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, εάν τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση? ήτοι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που συγκροτούν την ιστορική βάση και θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και, κατά νόμο, διαμόρφωσαν ή, ανάλογα, ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Αποτελούν 'πράγματα' και η άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών και οι λόγοι εφέσεως, οι οποίοι αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμοί και διατυπώνουν παράπονο κατά της κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας. Δεν αποτελούν 'πράγματα' η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, της ανταγωγής ή της ενστάσεως, τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται, ως λόγοι εφέσεως, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, περιστατικά επουσιώδη, που δεν αποτελούν αυτοτελή ισχυρισμό, οι αποδείξεις ή τα περιστατικά, που προκύπτουν από τις αποδείξεις, τα επικληθέντα αποδεικτικά μέσα και το περιεχόμενό τους καθώς και τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων.
Με τον συγκεκριμένο αναιρετικό λόγο, δεν ελέγχεται η ορθότητα του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε και, κατά τούτο, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας είναι, γενικώς, ανέλεγκτη αναιρετικώς (ΑΠ 1557/2018 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Για το ορισμένο [παραδεκτό] αυτού του λόγου πρέπει να προσδιορίζονται, ποια είναι τα πράγματα, που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη ή για ποια πράγματα, το δικαστήριο της ουσίας δεν διέταξε απόδειξη καθώς και ποια πράγματα ασκούν ουσιώδη επίδραση στη δίκη (ΑΠ 194/1998 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).
Το δικαστήριο της ουσίας για να διαγνώσει την αλήθεια, όσων πραγματικών ισχυρισμών ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπ' όψη του όλα τα υποστατά και έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν [άρθρα 106, 335, 338, 339, 340, 346, 240 ΚΠολΔ]. Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής, ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 11 περίπτωση (γ) ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται και, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπ' όψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι νομίμως επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.
Αβάσιμος είναι ο λόγος αυτός αναιρέσεως, εφ' όσον από την απόφαση αποδεικνύεται ότι έχουν ληφθεί υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νομίμως προσκομίσθηκαν, με επίκληση, από τους διαδίκους. Αρκεί η γενική αναφορά στην απόφαση του είδους των αποδεικτικών μέσων. Ειδική μνεία ή ξεχωριστή αξιολόγησή τους ή / και διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση ή έμμεση [δια τεκμηρίων] απόδειξη δεν είναι αναγκαία, εφ' όσον από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως δεν καταλείπεται αμφιβολία περί του ότι λήφθηκε υπ' όψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο και, ιδίως, έγγραφο•δηλ.
για τον αναιρετικό έλεγχο αρκεί να προκύπτει, με βεβαιότητα ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, όσα υποβλήθηκαν στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Δεν αποκλείεται, όμως, το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, που, κατά την ελεύθερη κρίση του, έχουν μεγαλύτερη σημασία.
Η βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας περί προσκομίσεως [ή μη] αποδεικτικού μέσου ανάγεται σε πράγματα, συνεπώς, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου [άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ]. Για να είναι ορισμένος [παραδεκτός] ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 11 περίπτωση (γ) ΚΠολΔ και, συνεπώς, εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, πρέπει, στο δικόγραφο της αναιρέσεως να εξειδικεύονται τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπ' όψη, να προσδιορίζεται το περιεχόμενο τους και το παραδεκτό της προσκομίσεώς τους, να αναφέρονται ότι έγινε επίκληση και νόμιμη προσκόμισή τους, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθούν υπ' όψη αυτεπαγγέλτως [άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ], να καθορίζεται ο ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνύονταν, με το αποδεικτό μέσο και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλ.
ότι ο ισχυρισμός είναι λυσιτελής, που επιδρά στο διατακτικό (ΑΠ ολ. 2/2008, ΑΠ 112/2008 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).
(III).- Εξ άλλου, από τα άρθρα 150 και 152 ΑΚ προκύπτει ότι όποιος εξαναγκάσθηκε σε δήλωση βουλήσεως, με απειλή, που ασκήθηκε, παράνομα ή αντίθετα προς τα χρηστά ήθη, έχει δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση της σχετικής δικαιοπραξίας και την ανόρθωση κάθε άλλης ζημίας κατά τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες [άρθρα 914 επ. ΑΚ] ή να αποδεχθεί τη δικαιοπραξία και να ζητήσει μόνο την ανόρθωση της ζημίας. Η απειλή δε, πρέπει, στις συγκεκριμένες συνθήκες, να προκαλεί φόβο σε γνωστικό άνθρωπο και να εκθέτει σε σπουδαίο και άμεσο κίνδυνο, μεταξύ άλλων, τη ζωή, την υγεία ή την περιουσία του απειληθέντος και η κρίση αυτή πρέπει να συνάγεται, με βάση τους κανόνες, που απορρέουν από την κοινή πείρα και γνώση (ΑΠ 656/2019 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).
-Οι τέταρτος και πρώτος λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδάφια (β) και (α) ΚΠολΔ, αντιστοίχως, περιέχουν την αιτίαση ότι η 1930/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ...ς, απορρίπτοντας την αγωγή στο σύνολο της, ως αβάσιμη κατ' ουσία, παραβίασε διδάγματα από την κοινή πείρα και ευθέως παραβίασε το άρθρο 150 ΑΚ. Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως [τέταρτος και πρώτος] είναι απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι, λόγω αοριστίας διότι όπως εκτέθηκε στις υπό στοιχεία (II) και (III) νομικές σκέψεις, δεν καθορίζονται τα διδάγματα από την κοινή πείρα, τα οποία το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένως χρησιμοποίησε ή παράλειψε να χρησιμοποιήσει για την ανεύρεση της αληθινής εννοίας του άρθρου 150 ΑΚ και την υπαγωγή, σε αυτό, των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς ούτε διαλαμβάνονται οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του Μονομελούς Εφετείου ...ς, δηλ. το σύνολο των πραγματικών περιστατικών, έστω και συνοπτικώς, που έγιναν δεκτά και ήταν θεμελιωτικά της κρίσεώς του, με την 1930/2015 απόφασή του, για το αβάσιμο κατ' ουσία της αγωγής ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αναιρετικώς, η ευθεία παραβίαση του πιο πάνω άρθρου 150 ΑΚ, όπως η αναιρεσείουσα επικαλείται.
-Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 10 ΚΠολΔ περιέχει την αιτίαση ότι το Μονομελές Εφετείο ...ς, με την 1930/2015 απόφασή του, 'δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη και, ειδικότερα, δέχθηκε, εμμέσως πλην σαφώς ότι υπήρξε και αποδείχθηκε κλοπή, όμως, ουδέποτε αποδείχθηκε η κλοπή από κανένα αποδεικτικό στοιχείο'. Ο συγκεκριμένος λόγος, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στην υπό στοιχείο (II) νομική σκέψη, δεν ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από το άρθρο 559 αριθμός 10 ΚΠολΔ, αφού 'πράγματα' δεν αποτελούν τα περιστατικά, που προκύπτουν από τις αποδείξεις ενώ, δεν ελέγχεται, με τον αναιρετικό λόγο από το άρθρο 559 αριθμός 10 ΚΠολΔ, η ορθότητα του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο το Μονομελές Εφετείο ...ς κατέληξε και, κατά τούτο, η κρίση του είναι, γενικώς, ανέλεγκτη αναιρετικώς. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος.
-Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην 1930/2015 απόφαση, την πλημμέλεια από το άρθρο 11 περίπτωση (γ) ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Μονομελές Εφετείο ...ς δεν έλαβε υπ' όφη τα παρακάτω έγγραφα, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αν και νομίμως προσκομίσθηκαν και έγινε επίκλησή τους? συγκεκριμένα, δεν έλαβε υπ' όψη "[i].- αντίγραφο της αγωγής της Χ.
Σ., τέως συναδέλφου της (αναιρεσείουσας), αλλά και [ii].- αντίγραφο της σχετικής απόφασης του Ειρηνοδικείου ...ς, αριθμός 5673/2013, που δικαιώνει τη Χ. Σ., σε υπόθεση ad hoc με τη δική της (αναιρεσείουσας), αλλά η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ουδέν διαλαμβάνει περί αυτών των αποδεικτικών μέσων". Από την 1930/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ...ς, την οποία ο Άρειος Πάγος παραδεκτώς επισκοπεί, χάριν της εξετάσεως της βασιμότητας του παραδεκτού αυτού λόγου αναιρέσεως [άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ], αποδεικνύονται τα εξής:
Στην 1930/2015 απόφαση περιέχεται βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπ' όψη "όλα τα νομίμως προσκομιζόμενα μετ' επικλήσεως έγγραφα, που μπορούν να χρησιμεύσουν είτε προς άμεση απόδειξη είτε ως βάση συναγωγής δικαστικών τεκμηρίων", επίσης, από το όλο περιεχόμενό της ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία ότι το Μονομελές Εφετείο ...ς προς σχηματισμό της κρίσεώς του επί της ουσίας, έλαβε υπ' όψη και τα παραπάνω υπό στοιχεία [ί] και [ii] έγγραφα, έστω και χωρίς μνεία και ξεχωριστή αξιολόγησή τους.
Επομένως και κατά τα εκτεθέντα στην υπό στοιχείο (II) νομική σκέψη, ο παραδεκτός τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατ' ακολουθία τούτων, εφ' όσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως κατά της 1930/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου ...ς, στο σύνολό της.
Λόγος για δικαστική δαπάνη, σε βάρος της αναιρεσείουσας, που ηττήθηκε, δεν γίνεται, διότι η αναιρεσίβλητη απουσιάζει και δεν υπάρχει από μέρους της σχετικό αίτημα [άρθρο 106 ΚΠολΔ].
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 30.8.2016 αίτηση αναιρέσεως κατά της 1930/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου ...ς.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Φεβρουαρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Απριλίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ