Legislator Case Law & Legislation
365/2017 AI generated

365/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 365/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

365/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΤΡΙΤΟΝ: Το τρίτο νομικό βήμα στο δικανικό συλλογισμό της έπρεπε να είναι εάν υπάρχει κάποια ομοιότητα μεταξύ των διατάξεων των άρθρων 80, 495 § 1 και 520 § 2 του ΚΠολΔ. Καταρχήν, τόσο η πρόσθετη παρέμβαση όσο και η έφεση για την άσκησή τους επιστηρίζονται στις ίδιες κοινές διατάξεις των άρθρων 118 και 119 του ΚΠολΔ σύμφωνα με τα οριζόμενα της παρ. 1 της διάταξης του άρθρου 520 ΚΠολΔ.

Keywords

AI generated
right to know one's parentage allocation of parental custody parents' pension action to contest paternity property brought into marriage paternity allowance
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 365 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 365/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας - καλούσας: Ε. Κ. του Σ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Μπέη και κατέθεσε προτάσεις.

Tης αναιρεσίβλητης-καθής η κλήση: Β. συζ. Ι. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Γούλα, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/1/2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 220/2003 του ιδίου Δικαστηρίου και 259/2005 του Εφετείου Λάρισας.

Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1911/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, που διορθώθηκε με την 594/2007 απόφαση, η οποία την αναίρεσε και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Στη συνέχεια εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 286/2008 μη οριστική και 115/2010 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.

Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 871/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία την αναίρεσε και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η 216/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, την αναίρεση της οποίας ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 24/10/2013 αίτησή της και τους από 18/7/2014 προσθέτους λόγους.

Εκδόθηκε η 1195/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία ανέβαλε τη συζήτηση της υπόθεσης σε μεταγενέστερη δικάσιμο προκειμένου να συνταχθεί συμπληρωματική εισηγητική έκθεση.

Με την από 15-10-2015 κλήση της η αναιρεσείουσα επανέφερε προς συζήτηση την από 24-10-2013 αίτησή της και τους από 18/7/2014 προσθέτους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου ανέγνωσε τις από 27-10-2014 και από 26-1-2016 εκθέσεις της κωλυομένης Εισηγήτριας Αρεοπαγίτη Ελένης Διονυσοπούλου, με τις οποίες εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων, την καταδίκη της αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη της και υπέβαλε αίτημα να καταχωρηθεί στα πρακτικά η από 16-11-2016 δήλωσή της, την οποία κατέθεσε στο ακροατήριο και έχει ως εξής: ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ Γ’ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΔΗΛΩΣΗ ΓΙΑ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΗ ΣΤΑ ΠΡΑΚΤΙΚΑ Της Ε. Κ. του Σ. και της Δ., κατοίκου ..., ... ΚΑΤΑ Της υπ’ αριθμ.216/2013 οριστικής απόφασης του Εφετείου Λάρισας και

Της Β. συζ. Ι. Π., κατοίκου ..., Το οικόπεδο στην ... -επίδικο (αγροτεμάχιο τότε το 1959, το οποίο αγόρασα εγώ από τις δύο πωλήτριες) αποτελεί τμήμα ενός μεγαλύτερου αγροτεμαχίου 26 στρεμμάτων τη δε κυριότητα του είχε ο Θ. Κ., τον ΟΠΟΙΟ κληρονόμησαν η κόρη του-το μοναδικό του τέκνο, κ. Ε. Κ. -Π. κατά τα ιδανικά μερίδια 3/4 εξ αδιαιρέτου και η χήρα του Ε. κατά το ιδανικό μερίδιο 1/4 εξ αδιαιρέτου. Οι δύο γυναίκες (μητέρα και κόρη) ως συγκληρονόμοι είχαν τη συγκυριότητα και τη σύννομη η κάθε μία του δικού της μεριδίου, η μεν κ. Ε. Κ. -Π. των δικών της 3/4. η δε Ε. του δικού της 1/4. Πάντοτε μητέρα και κόρη πουλούσαν μαζί τα αγροτεμάχια.

ΕΙΝΑΙ ΠΑΓΙΩΜΕΝΟ ΣΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ ΝΑ ΠΡΟΣΦΕΥΓΟΥΝ ΠΑΝΤΟΤΕ ΣΤΟΝ ΠΩΛΗΤΗ, τον οποίο πάντοτε καλεί στο δικαστήριο ο αγοραστής και πάντοτε δικαιώνεται. ΜΟΝΟ Η ΔΙΚΗ ΜΟΥ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΕΞΑΙΡΕΣΗ: ήρθε η ίδια η πωλήτρια κ. Ε. Κ. -Π. και κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας ότι η ίδια τα δικά της ιδανικά μερίδια 3/4 τα πούλησε αποκλειστικά σε εμένα, όπως άλλωστε έπραξε και η μητέρα της για το δικό της μερίδιο 1/4. Μόνο η κ. Ε. Κ. -Π. μπορούσε να μεταβιβάσει με παράγωγο τρόπο τη νομή που είχε η ίδια και μόνο εκείνη τη μεταβίβασε σε εμένα. Σημειώνω ότι το 1979 κατέστη κυρία του οικοπέδου μου με χρησικτησία. Το δε 1962 με προσμέτρηση και των 17 χρόνων νομής της πωλήτριας κ.Ε. Κ.-Π., καθώς και της μητέρας της Ε.ς.

Η μητέρα μας, Δ. αγόρασε (με τα χρήματα της εργασίας του πατέρα μας) άτυπα το 1957 μόνο ένα οικόπεδο στον ... στην οδό ..., που βρίσκεται σε άλλη -διαφορετική τοποθεσία από το δικό μου οικόπεδο το ευρισκόμενο επί της ..., που το αγόρασα εγώ από την κ. Ε. Κ. -Π. (κατά τα 3/4) και από τη μητέρα της, Ε. (κατά το 1/4).

Μισό από το οικόπεδο στην οδό ... η μητέρα μας το έδωσε προίκα στην αναιρεσίβλητη -εναγόμενη και μισό το έδωσε στον υιό της, Μ. Κ.. Το 1972, επειδή ο Μ. Κ. ήθελε να χτίσει σπίτι παρακάλεσε την πωλήτρια κ. Ε. Κ. -Π. να συμβληθούν σε συμβόλαιο αγοραπωλησίας του οικοπέδου επί της οδού ... με εκείνον εμφανιζόμενο εικονικά δήθεν σαν αγοραστή για το οικόπεδο αυτό (στη ...), το οποίο στην πραγματικότητα αγόρασε η μητέρα μας. Έτσι, συντάχθηκε το υπ’ αριθμ. ...1972 συμβόλαιο αγοραπωλησίας.

Για το πραγματικό γεγονός ότι η μητέρα μας ένα μόνο οικόπεδο αγόρασε στον ..., το οικόπεδο που βρίσκεται στην οδό ... κατέθεσε ο ίδιος ο μάρτυρας της αναιρεσίβλητης Μ. Κ., ο οποίος, μόλις ο πληρεξούσιος δικηγόρος μου υπέβαλε το αίτημα για κατ’ αντιπαράσταση εξέταση της πωλήτριας κ. Ε. Κ. - Π. με τον μάρτυρα Μ. Κ., τότε αυτός αναδιπλώθηκε και παραδέχτηκε κατά την κατάθεση του ενώπιον του Πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι: "... Γνώριζε η ενάγουσα, ότι η μάνα το οικόπεδο επί της Στρατηγούλη (εννοεί την οδό ...), είχε μεταβιβάσει το μισό, στην εναγομένη", βλ. 4η σελίδα των ταυτάριθμων με την υπ’ αριθμ.220/2003 πρωτόδικη οριστική απόφαση του ΜονΠρΛαρ).

ΠΡΩΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΣΦΑΛΜΑ ΤΗΣ ΕΙΣΗΓΗΣΗΣ:

ΣΤΟΝ ΕΝΔΕΚΑΤΟ ΠΡΟΣΘΕΤΟ ΛΟΓΟ ΑΝΑΙΡΕΣΗΣ (στο δεύτερο και στον τρίτο Λόγο της Αίτησης Αναίρεσης) πλημμέλεια του αριθμού 1 εδαφίου α’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ Η παράγωγη κτήση της νομής επέρχεται με παράδοση της νομής ftraditio possesions, άρθρο 976 εδ. β’ ΑΚ), που γίνεται με τη βούληση και τη μεταβίβαση του μέχρι τώρα νομέα, (ΕφΑθ 170/2012, Δνη 2012.834). Για να επέλθει κατά το άρθρο 976 ΑΚ υλική παράδοση του αντικειμένου της νομής ακινήτου και κτήση της νομής παραγώγως πρέπει να συντρέξουν αθροιστικώς οι εξής προϋποθέσεις:

ί) Ο μεταβιβάζων και παραδίδων να είναι νομέας κατά το χρόνο της παράδοσης και να αποξενωθεί από κάθε μορφή φυσικής εξουσίας πάνω στο πράγμα, ίί) Ο μεταβιβάζων νομέας πρέπει να δηλώσει τη βούλησή του ότι παύει να έχει τη διάνοια κυρίου και ότι μεταβιβάζει τη νομή στον αποκτώντα.

Το στοιχείο αυτό της θέλησης του μεταβιβάζοντος νομέα υπάρχει, όχι μόνο όταν αυτός παραδίδει στον αποκτώντα το πράγμα, αλλά και όταν επιτρέπει ή εγκρίνει την κατάληψη του πράγματος από αυτόν. Στην παράγωγη κτήση της νομής είναι απαραίτητη η συμμετοχή τόσο του προηγούμενου νομέα όσο και του νέου νομέα. Η σύμπραξη του παλιού νομέα είναι αναγκαία, επειδή στη δική του νομή στηρίζεται η διαδοχή στη νομή.

Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχεται για τη (δήθεν) δικαιοπάροχο της αντιδίκου ότι αυτή απέκτησε κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία μετά την παράδοση της νομής του επιδίκου από την Ε. στη Δ. και έτσι παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 976 εδ. α’ ΑΚ διότι δέχτηκε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτεί το πραγματικό της συγκεκριμένης διάταξης για να παράγει τις έννομες συνέπειες του. Ειδικότερα, δεν συμπεριέλαβε στην παραδοχή της με ποιό τρόπο η Ε., η οποία ως συγκληρονόμος είχε τη συννομή μόνο του δικού της ιδανικού μεριδίου 1/4, εάν παράλαβε και με ποιο τρόπο τη συννομή των 3/4 των ιδανικών μεριδίων της κ. Ε. Κ. -Π., ώστε μετά την εκφρασθείσα βούληση της κ. Ε.ς, αφίσταται της νομής της, ώστε α είναι σε θέση η μητέρα της να παραδώσει και τη δική της νομή και να την παραλάβει η Δ., μετά όμως από τη μεταξύ τους γενόμενη συμφωνία, όπως δέχτηκε η προσβαλλομένη.

ΔΕΥΤΕΡΟ ΝΟΜΙΚΟ ΣΦΑΛΜΑ ΤΗΣ ΕΙΣΗΓΗΣΗΣ:

ΣΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΛΟΓΟ της ΑΙΤΗΣΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΗΣ πλημμέλεια του αριθμού 8 περ. α’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσίβλητη τόσο με τις πρωτόδικες προτάσεις της (1η σελίδα) όσο και με τις προτάσεις της (5η σελίδα) στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά την εκδίκαση της υπόθεσης του οικοπέδου μου, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση πρότεινε τον αυτοτελή ισχυρισμό ότι: "...Στις 18-11- 1957 η μητέρα μας Δ. χήρα Σ. Κ. αγόρασε άτυπα από την Ε. θ. Κ., ένα οικόπεδο εκτάσεως 387 τ.μ. το οποίο βρίσκεται στον ... επί της ...... (βλ. 18επ. σελίδες της Αίτησης Αναίρεσης).

Αναφορικά με το δικονομικό ανυπόστατο της προβολής της όσο και την αβασιμότητα της ένστασης αυτής εγώ πρόβαλα νομίμως με τη με ημεροχρονολογία κατάθεσης: 17-12-2012 εμπρόθεσμη προσθήκη επί των νομίμως κατατεθέντων με ημεροχρονολογία 13-12-2012 προτάσεων μου, όπου αφού ανέφερα το νομικό πλαίσιο των άρθρων 211 επ. ΑΚ, που διέπει την άμεση αντιπροσώπευση εξειδικεύοντας το στην υπό κρίση περίπτωση επεσήμανα κατά αυτολεξεί αντιγραφή ότι: "...Στην προκειμένη περίπτωση, στις από 13/12/2012 προτάσεις της η αντίδικος δεν πρότεινε την ένσταση της διάταξης του άρθρου 211 ΑΚ, δηλαδή ότι επί άμεσης αντιπροσωπεύσεως, για να ενεργήσει η δήλωση βούλησης αμέσως υπέρ και κατά του αντιπροσωπευομένου, πρέπει ο αντιπρόσωπος να επιχειρήσει τη δικαιοπραξία, στο όνομα του αντιπροσωπευομένου και να καταστήσει γνωστό και με ρητή δήλωσή του προς εκείνο με τον οποίο συναλλάσσεται ότι η ενέργεια από τη δικαιοπραξία θα παραχθεί για τον αντιπροσωπευόμενο, ενώ το αποτέλεσμα αυτό επέρχεται και όταν συνάγεται από τις περιστάσεις ότι η δήλωση έγινε στο όνομα του αντιπροσωπευομένου, τις οποίες όμως υποχρεούται ο ενιστάμενος να προσδιορίσει την ταυτότητα τους και το ακριβές τους περιεχόμενο. Ειδάλλως, η απλή αναφορά ότι δήθεν η Δ. Κ. αγόρασε από την Ε. συνιστά αόριστη ένσταση της διάταξης του άρθρου 211 ΑΚ.

Ο ουσιώδης αυτός ισχυρισμός, που συνιστά την ιστορική βάση της ένστασης του 211 ΑΚ, ότι δηλαδή λόγω γάμου το 1957 η κ. Ε. Κ. - Π. είχε αναχωρήσει από τον ... και εγκατασταθεί στην Αθήνα, γι’ αυτό και κάποιες συναλλαγές γίνονταν μόνο από την ετέρα κληρονόμο, μητέρα της, Ε., δεν προβλήθηκε από την αντίδικο με τις προτάσεις της, στις οποίες επίσης δεν αναφέρει ότι για την κατάρτιση της παραπάνω σύμβασης n Ε. ενήργησε (δήθεν) ως αντιπρόσωπος, ότι με βάση την αονή του εμφανούς κατέστησε γνωστό στην αντισυμβαλλόμενη Δ. Κ. ότι η δικαιοπραξία θα παραχθεί όχι για τον εαυτό της, αλλά για την αντιπροσωπευόμενη (κ. Ε. Κ. -Π.), η οποία είχε τη συννομή των ιδανικών μεριδίων 3/4, ούτε αναφέρεται ότι η Ε. δεν προέβη μεν στη παραπάνω δήλωση, αλλά η ιδιότητά της ως αντιπροσώπου της Ε. συνήγετο από συγκεκριμένες περιστάσεις, τις οποίες η αντίδικος όφειλε να αναφέρει στις προτάσεις της.

Οι ως άνω παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού πάνω σ’ αυτές στήριξε το ουσιώδες ζήτημα της άτυπης πώλησης του επίκοινου ακινήτου (επιδίκου) και την παράδοση της νομής εφ’ όλου του κοινού ακινήτου αποκλειστικά από την Ε. Κ. ως πωλήτρια στη Δ. Κ. ως αγοράστρια και εν τέλει στην απόκτηση από την τελευταία επ’ αυτού κυριότητα με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας απορρίπτοντας ούτως έκνομα το κατ’ ουσία βάσιμο υποβαλλόμενο με την αγωγή μου αίτημα για αναγνώριση της κυριότητάς μου με έκτακτη χρησικτησία στο οικόπεδο μου της ..., δεδομένου ότι εγώ στην πραγματικότητα αγόρασα το συγκεκριμένο οικόπεδο από τις δύο πωλήτριες, όπως άλλωστε ξεκάθαρα το κατέθεσε η ίδια η πωλήτρια κ. Ε. Κ. -Π.. ΤΡΙΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΣΦΑΛΜΑ ΤΗΣ ΕΙΣΗΓΗΣΗΣ Στον ΤΡΙΤΟ ΛΟΓΟ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΗΣ αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 1 εδ. α’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Η αναιρεσιβαλλόμενη παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 211 ΑΚ την οποία εφάρμοσε δεχόμενη λιγότερα πραγματικά περιστατικά από τα αναγκαία που απαιτεί το πραγματικό της διάταξης αυτής (211 ΑΚ) για την εφαρμογή της.

Οι ως άνω αναφερόμενες παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν πληρούν, συνεκτιμώμενες στο σύνολο τους, το πραγματικό της νομικής έννοιας της άμεσης αντιπροσώπευσης της διατάξεως του άρθρου 211 του ΑΚ και δεν δικαιολογούσαν την απόρριψη της αγωγής μου στην ουσία της, δεδομένου ότι δεν αρκεί μόνο η παραδοχή (της αναιρεσιβαλλόμενης) ότι:"Κατά το χρόνο αυτό, τινές συναλλαγές σε σχέση με την κληρονομιαία περιουσία του Θ. Κ., όπως και η ανωτέρω πώληση του επιδίκου, ενόψει του ότι η εκ των κληρονόμων Ε. Π. -Κ. είχε, λόγω γάμου το 1957 (αναχωρήσει από τον ... και εγκατασταθεί στην Αθήνα, γίνονταν μόνο από την, ετέρα κληρονόμο, μητέρα της, Ε. Κ..".

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 211, 212 ΑΚ, για να μπορεί η δήλωση βουλήσεως, γενομένη από κάποιον (αντιπρόσωπο) στο όνομα άλλου (αντιπροσωπευόμενου) μέσα στα όρια της προς αντιπροσώπευση εξουσίας, να ενεργήσει αμέσως υπέρ και κατά του αντιπροσωπευόμενου. θα έπρεπε να αναφέρει τις ακόλουθες αναγκαίες παραδοχές -για τις οποίες δεν υπάρχει απολύτως καμία παραδοχή στην αναιρεσιβαλλόμενη- και ειδικότερα δεν εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση τα πραγματικά εκείνα περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι:

α) με ποια ιδιότητα η Ε. Κ. πώλησε το συγκεκριμένο ακίνητο στη Δ. Κ., β) δεν αναφέρεται, αν και το απαιτεί η άμεση αντιπροσώπευση που διέπεται από την αρχή του εμφανούς ότι, για να επιφέρει η δικαιοπραξία τα αποτελέσματα αυτής στο πρόσωπο του αντιπροσωπευόμενου, ο οποίος είναι το υποκείμενο της με αυτή ιδρυόμενης έννομης σχέσης, δηλαδή στην προκειμένη περίπτωση η κ. Ε. Κ. -Π. ότι η Ε. (δήθεν) ως αντιπρόσωπος της επιχείρησε τη δικαιοπραξία τnς (υποτιθέμενης) άτυπης πώλησης των 3/4 της κ. Ε.ς στο όνομα της κ. Ε. Κ. - Π. και κατέστησε στην Δ. Κ. με την οποία συναλλάσσεται ρητά φανερό ότι η ενέργεια από τη δικαιοπραξία θα παραχθεί όχι για τον εαυτό της, αλλά για την αντιπροσωπευόμενη κ. Ε. Κ. -Π., στην οποία αυτή αφορά και στο όνομα της οποίας ως αντιπροσωπευόμενης ενεργεί, γ) άλλως, έπρεπε να αναφέρει ότι σε περίπτωση έλλειψης ρητής δήλωσης της Ε. ως αντιπροσώπου πως ενεργεί στο όνομα της αντιπροσωπευόμενης κ. Ε., τούτο δε μπορούσε να συναχθεί σιωπηρά και από τις περιστάσεις, οι οποίες με αντικειμενικά κριτήρια είτε ήταν γνωστές στην αντισυμβαλλόμενη Δ. Κ. από πριν είτε τις είχε γνωστοποιήσει σ’ αυτή η αντιπρόσωπος.

ΤΕΤΑΡΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΣΦΑΛΜΑ ΤΗΣ ΕΙΣΗΓΗΣΗΣ:

ΕΒΔΟΜΟΣ ΛΟΓΟΣ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΗΣ, καθώς και ΔΕΚΑΤΟΣ ΕΒΔΟΜΟΣ ΠΡΟΣΘΕΤΟΣ ΛΟΓΟΣ ΑΝΑΙΡΕΣΗΣ (στον Έβδομο Λόγο Αναίρεσης) Για την ΑΡΝΗΣΙΔΙΚΙΑ, Ν. 593/1977 θέμα με ευρύτερο επιστημονικό ενδιαφέρον αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 1 & 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ Η Αναλογία του νόμου ως μορφή ερμηνείας υπάρχει, όταν η εφαρμογή ορισμένης διάταξης, η οποία δεν περιλαμβάνει την υπό κρίση περίπτωση επεκτείνεται και επ’ αυτής ως προς την οποία υφίσταται κενό (γνήσιο νομοθετικό) δικαίου λόγω ταυτότητας του νομικού λόγου. Να σημειωθεί ότι η ανάλογη εφαρμογή δεν επαφίεται κατά νόμο στη διακριτική ευχέρεια του δικαστή, ο δικαστής δεν μπορεί να αρνηθεί την απόδοση δικαίου υπό το πρόσχημα της σιωπής, της ασάφειας ή της ανεπάρκειας του νόμου σε σχέση με την κρινόμενη περίπτωση, δηλαδή ότι ελλείπει διάταξη η οποία ρυθμίζει την περίπτωση, αλλ’ έχει υπηρεσιακό καθήκον να διερευνήσει την υπό κρίση περίπτωση, να ελέγξει εάν δύναται να καλύψει το κενό με ανάλογη εφαρμογή και να απαντήσει αιτιολογημένα επ’ αυτού.

Στην προκειμένη περίπτωση συνιστά ΑΡΝΗΣΙΔΙΚΙΑ η απόφανση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ότι: "...το δικόγραφο (εννοεί των Προσθέτων Λόγων επί της Πρόσθετης Παρέμβασης) όμως αυτό είναι απαράδεκτο, ενόψει του ότι από καμία διάταξη της κείμενης νομοθεσίας δεν προβλέπεται η δυνατότητα του προσθέτως παρεμβαίνοντος να ασκήσει πρόσθετους λόγους πρόσθετης παρέμβασης", (βλ. 15η σελίδα της προσβαλλόμενης. Η απάντηση αυτή συνιστά ΑΡΝΗΣΙΔΙΚΙΑ, διότι ο δικαστής δεν μπορεί να αρνηθεί την απόδοση δικαίου με το λόγο, ότι σε σχέση με την κρινόμενη περίπτωση υφίσταται κενό δικαίου, δηλαδή ελλείπει διάταξη, η οποία ρυθμίζει την υπό κρίση περίπτωση, αλλά υποχρεούται να καλύψει το κενό με ανάλογη εφαρμογή.

Η απαγορευμένη ρητώς από τον Νομοθέτη αρνησιδικία επαναλήφθηκε Kαι από την κ. εισηγήτρια, η οποία για το ζήτημα αυτό απαντώντας στον Έβδομο Λόγο της Αναίρεσης και το Δέκατο Έβδομο των Πρόσθετων Λόγων Αναίρεσης αυτολεξεί έγραψε στην εισήγησή της ότι: "...ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος καθ’ όσον από καμία διάταξη νόμου προβλέπεται η δυνατότητα άσκησης πρόσθετων λόγων από τον προσθέτως παρεμβάντα στην εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη, το έννομο συμφέρον του οποίου αναλώθηκε με την άσκηση αυτής", (βλ. 18η σελίδα της εισήγησης της).

Δηλαδή, εκ νέου η ίδια n κ. εισηγήτρια προβαίνει σε άρνηση απόδοσης δικαίου επικαλούμενη την ύπαρξη κενού δικαίου στην κρινόμενη περίπτωση, αντί να διερευνήσει ως έχει ατόφια νομική υποχρέωση εάν στην υπό κρίση περίπτωση δύναται να καλύψει το κενό με ανάλογη εφαρμογή. Η απάντηση αυτή της κ. εισηγήτριας συνιστά νομική περίπτωση αδικαιολόγητης άρνησης να αποφανθεί νομίμως επί του συγκεκριμένου υποβαλλόμενου αιτήματος μου και στοιχειοθετεί εναντίον της την αγωγή Κακοδικίας των §§ 1 & 2 του άρθρου 6 του Ν 693/1977, (βλ. §§ 1 & 2 του άρθρου 6 του Ν 693/1977 "Περί εκδικάσεως αγωγών κακοδικίας " Άρθρον 6. 1. Οι δικαστικοί λειτουργοί ευθύνονται κατά την άσκησιν των αναγομένων εις την δικαστικήν λειτουργίαν καθηκόντων των μόνον ένεκα δόλου, βαρείας αμελείας ή αρνησιδικίας, εφ’ όσον εκ τούτων προέκυψε ζημία εις τον ενάγοντα... 2. Αρνησιδικία εκ μέρους των δικαστικών λειτουργών υπάρχει τότε μόνον, όταν ούτοι αρνούνται αδικαιολογήτως να αποφανθούν επί νομίμως υποβαλλομένων αιτήσεων των διαδίκων..., υφ’ οιανδήποτε πρόφασιν και ιδίως την της σιωπής ή ασαφείας του νόμου). Στην προκειμένη περίπτωση η κ. Εισηγήτρια έπρεπε:

ΠΡΩΤΟΝ να διερευνήσει εάν ο νομοθέτης απαγορεύει τους Πρόσθετους Λόγους στην Πρόσθετη Παρέμβαση. Το αποτέλεσμα της έρευνας θα ήταν αρνητικό, αφού ο νομοθέτης δεν απαγορεύει την άσκηση Πρόσθετων Λόγων επί Πρόσθετης Παρέμβασης, ούτε έχει οποιαδήποτε περιοριστική αρίθμηση (όπως λόγου χάρη στους συγκεκριμένους λόγους αναίρεσης του άρθρου 559 ΚΠολΔ), ούτε εξ αντιδιαστολής μπορεί να συναχθεί από τη σιωπή του.

ΔΕΥΤΕΡΟΝ να εξετάσει το νομικό πλαίσιο που διέπει την Πρόσθετη Παρέμβαση, αλλά και εκείνο που διέπει την έφεση. Συγκεκριμένα, από το συνδυασμό των άρθρων 80, 81 και 82 συνάγονται τα εξής: ο τρίτος, που έχει έννομο συμφέρον σε εκκρεμή δίκη να νικήσει κάποιος διάδικος μπορεί προς υποστήριξη του να ασκήσει Πρόσθετη Παρέμβαση έως όμως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης. Η Πρόσθετη Παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις για την αγωγή, δηλαδή ως προς το διαδικαστικό μέρος με κατάθεση αυτοτελούς δικογράφου και επίδοση εντός ορισμένης προθεσμίας. Τούτο όμως δεν προσδίδει στην Πρόσθετη Παρέμβαση χαρακτήρα αγωγής, αφενός μεν διότι με την πρώτη δεν υποβάλλεται αυτοτελής αίτηση παροχής έννομης προστασίας, αλλά αποσκοπεί στην υποστήριξη ή απόκρουση της εκκρεμούς αρχικής αίτησης παροχής προστασίας και την ωφέλεια του διαδίκου υπέρ του οποίου παρεμβαίνει- αφετέρου γιατί η πρώτη μπορεί να ασκηθεί έως και στο εφετείο, ούτε δε παρεμπίπτουσας το νομικό πλαίσιο της οποίας είναι διαφορετικό. Ο Προσθέτως παρεμβαίνων έχει να ενεργήσει όλες τις διαδικαστικές πράξεις που επιτρέπονται στη δίκη. Η δε έφεση ασκείται με δικόγραφο, όπως ασκείται και η Πρόσθετη Παρέμβαση.

ΤΡΙΤΟΝ: Το τρίτο νομικό βήμα στο δικανικό συλλογισμό της έπρεπε να είναι εάν υπάρχει κάποια ομοιότητα μεταξύ των διατάξεων των άρθρων 80, 495 § 1 και 520 § 2 του ΚΠολΔ. Καταρχήν, τόσο η πρόσθετη παρέμβαση όσο και η έφεση για την άσκησή τους επιστηρίζονται στις ίδιες κοινές διατάξεις των άρθρων 118 και 119 του ΚΠολΔ σύμφωνα με τα οριζόμενα της παρ. 1 της διάταξης του άρθρου 520 ΚΠολΔ.

Η δε έφεση επιδέχεται πρόσθετους λόγους δυνάμει της παρ. 2 της διάταξης του άρθρου 520 ΚΠολΔ. Θα μπορούσε λοιπόν να ασκηθούν πρόσθετοι λόγοι και στην Πρόσθετη Παρέμβαση, όπως ακριβώς ασκούνται και στην Έφεση; Η απάντηση είναι θετική θεωρούμενη και στο νομικό πλαίσιο της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 20 του Συντάγματος για το δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας για ακρόαση και του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ για δίκαιη δίκη και ίση δικονομική μεταχείριση και οδηγεί στη διαπίστωση νομικού κενού στο άρθρο 80 ΚΠολΔ και στην ανάγκη κάλυψης του με αναλογική υπαγωγή, δηλαδή με τη δημιουργία ερμηνευτικώς ad hoc κανόνα δικαίου για την κάλυψή του από την ΚΠολΔ 520 § 2.

Εν κατακλείδι, η διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ επιδέχεται αναλογικής εφαρμογής από τη διάταξη του άρθρου 520 παρ. 2 του ΚΠολΔ, διότι η ύπαρξη νομοθετικού κενού στη διάταξη του άρθρου 80 του ΚΠολΔ επιτρέπει την πλήρωσή της με την ανάλογη εφαρμογή της 520 § 2 του ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται στην καθοδηγούμενη από την ανάγκη μιας πάγιας και εξ αντικειμένου ρυθμίσεως και για τη διάταξη αυτή, (πρβλ.

την ΑΠ Τακτική Ολομέλεια 23/2008, www.areiospagos.gr για την κατ’ ανάλογη εφαρμογή της ΚΠολΔ 240 και στην επίκληση αποδεικτικών μέσων συνάμα με τον τρόπο επαναφοράς των ισχυρισμών λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου). Οι Πρόσθετοι Λόγοι της Πρόσθετης Παρέμβασης της κ. Ε. Κ. - Π. υπέρ εμού και των δικών μoυ δικογράφων (έφεσης, προσθέτων λόγων) είναι ουσιώδεις και εάν λαμβάνονταν υπόψη τότε ως λυσιτελείς θα οδηγούσαν σε αποδοχή της έφεσης μου, σε εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης και στην έκδοση θετικής δικαστικής απόφασης σχετικά με τη διεκδικητική μου αγωγή.

Ειδικότερα, οι με αριθμό έκθ εσης κατάθεσης: 868/2012 Πρόσθετοι ως άνω Λόγοι επί της με αριθμό έκθεσης κατάθεσης: 1512/2007 Πρόσθετης Παρέμβασης αφορούσαν:

α) Την προβαλλόμενη ένσταση εικονικότητας του υπ’ αριθμ. .../1984 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου ..., νομίμως μεταγεγραμμένο, αναφορικά με τις εμπεριεχόμενες σ’ αυτό δηλώσεις της Δ. Κ. δήθεν περί άτυπης αγοράς του (δικού μου) οικοπέδου και δήθεν απόκτησης κυριότητας με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας επί του οικοπέδου της ..., β) Ένσταση εικονικότητας του υπ’ αριθμ. ...1972 συμβολαίου αγοραπωλησίας του τότε συμβολαιογράφου ..., κ. Σ. Τ., ως προς τον εμφανιζόμενο εικονικό αγοραστή, ενώ στην πραγματικότητα η πραγματική αγοράστρια του οικοπέδου ήταν η Δ. Κ., γ) για τον ουσιώδη αυτοτελή ισχυρισμό ότι τα οικόπεδα τα πουλούσαν πάντοτε μαζί με τη μητέρα της, πούλησαν πλέον των 26 στρεμμάτων. Για το λόγο αυτό και ήταν αδύνατο στην κ. Ε. Κ. -Π. να θυμάται για κάθε αγοραστή το τίμημα του οικοπέδου, που εκείνος αγόρασε.

Το δικαίωμα της Προσθέτως Παρεμβαίνουσας να προβάλλει με το δικόγραφο των Πρόσθετων Λόγων της Πρόσθετης Παρέμβασης αξιώνεται από την έννομη τάξη και μπορεί να έχει ανάλογη εφαρμογή, διότι συμβιβάζεται προς τη φύση και το σκοπό που επιδιώκεται με αυτήν.

Το έννομο συμφέρον μου για την πρόταση του παρόντος λόγου αναίρεσης συνίσταται στο ότι οι Πρόσθετοι Λόγοι της Πρόσθετης Παρέμβασης κατετέθησαν υπέρ εμού και οι προβαλλόμενοι σ’ αυτοί λόγοι αφορούσαν το δίκιο μου και τα πραγματικά γεγονότα, που συνεπάγονταν την απόκτηση κυριότητας από εμένα στο οικόπεδο μου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Κατά, συνέπεια, έτσι, που έκρινε η αναιρεσιβαλλόμενη υπέπεσε στην πλημμέλεια της παρά το νόμο κήρυξης απαραδέκτου και συνεπώς ο από το άρθρο 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

Κατόπιν των ανωτέρω, Ζητώ από τον κ. εισηγητή ή κ. εισηγήτρια, που θα οριστεί εκ νέου από τον κ. Αντιπρόεδρο του παρόντος Δικαστηρίου, να προχωρήσει δυνάμει της νομικής της υποχρέωσης ΣΕ ΑΥΤΕΠΑΓΓΕΛΤΗ ΑΡΣΗ ΤΗΣ ΑΡΝΗΣΙΔΙΚΙΑΣ ΤΗΣ και να ΑΝΑΙΡΕΣΕΙ την προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση σύμφωνα με το περιεχόμενο των: έβδομου Λόγου Αναίρεσης και Δέκατου Έβδομου Πρόσθετου Λόγου Αναίρεσης, οι οποίοι είναι παραδεκτοί, ουσία βάσιμοι και οδηγούν με μαθηματική μάλιστα ακρίβεια στην πλήρη εξαφάνιση της αναιρεσιβαλλόμενης.

ΠΕΜΠΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΣΦΑΛΜΑ ΤΗΣ ΕΙΣΗΓΗΣΗΣ:

ο ένατος Πρόσθετος Λόγος Αναίρεσης αναιρετική πλημμέλεια της προσβαλλόμενης, όπως ορίζεται από τον αριθμό 11 περ. β’ του ΚΠολΔ Τα νομικά σφάλματα της κ. Εισηγήτριας ως προς τις ανωτέρω τρεις παραδοχές της έχουν ως ακολούθως:

i) Ο ένατος Πρόσθετος Λόγος της Αίτησης Αναίρεσης είναι βάσιμος, διότι από την επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης και των προσθέτων λόγων προκύπτει η σαφής και συγκεκριμένη δήλωση μου περί ανακλήσεως της ομολογίας μου, (βλ. 6η σελ, του δικογράφου των Πρόσθετων Λόγων Αίτησης Αναίρεσης). Ο δε Νομοθέτης αφενός μεν δεν απαιτεί από τον προβαίνοντα σε ανάκληση της δικαστικής ομολογίας συγκεκριμένο δικονομικό τύπο δήλωσης για ανάκληση- αφετέρου ορίζει ότι το δικαστήριο- jura novit curia- είναι υποχρεωμένο να χαρακτηρίσει έναν προβαλλόμενο ισχυρισμό ως ανάκληση, δηλαδή εάν συνιστά απόδειξη της αναλήθειας της δικαστικής ομολογίας.

ii) είναι Βάσιμος, καθ’ όσον όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση η σχετική κρίση του Εφετείου περί της ταυτότητας του επιδίκου ακινήτου στηρίχθηκε αποκλειστικά στην εκ παραδρομής αναγραφόμενη και ήδη νομίμως ανακληθείσα ομολογία μου και τούτο αποδεικνύεται παραχρήμα από την ακόλουθη παραδοχή της προσβαλλόμενης:

"Το επίδικο ακίνητο (οικόπεδο) βρίσκεται στον ..., και στη συνοικία του ..., έχει εμβαδόν 387 -τ.μ. και συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία Κ. και Γ. Ζ., νότια με τη δημοτική ..., ανατολικά με ιδιοκτησία Α. Γ. και δυτικά με ιδιοκτησία Γ. Σ.. Ταυτίζεται με το περιγραφόμενο στο υπ’ αριθμόν .../06-09-1984 συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου ... Αλεξάνδρας Τ. -Λύτρα, με το οποίο φέρεται ότι η μητέρα των διαδίκων, Δ. χήρα Σ. Κ. -Β., μεταβίβασε αυτό στην εναγομένη. Αν και η περιγραφή του επιδίκου στο συμβόλαιο αυτό είναι εν μέρει διαφορετική, εν τούτοις, δεν πρόκειται για άλλο ακίνητο, αλλά για το επίδικο, όπως ορθά περιγράφηκε ανωτέρω, δεδομένου ότι και η ίδια η ενάγουσα αποδέχεται στην αγωγή της ότι το οικόπεδο που διεκδικεί ως καταληφθέν από την εναγομένη είναι αυτό, για το οποίο έγινε η γονική παροχή, και τα αντίθετα υποστηριζόμενα, τον πρώτον, με τον ένατο (9ο) λόγο εφέσεως και τον έβδομο (7ο) πρόσθετο λόγο του από 10.12.2007 (αριθμ. εκθ. κατ. .../2007) δικογράφου προσθέτων λόγων είναι ουσιαστικά αβάσιμα", (βλ. 24η και 25η σελίδα της αναιρεσιβαλλομένης).

Άλλωστε, ο Μ. Κ., μάρτυρας της αναιρεσίβλητης, κατέθεσε εντελώς διαφορετικά σύνορα από τα αναγραφόμενα στην ως άνω γονική παροχή, (βλ. την κατάθεσή του ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στα ταυτάριθμα με την πρωτόδικη απόφαση υπ’ αριθμ. 220/ 2003 πρακτικά).

iii) περί της αναιρετικής πλημμέλειας της προσβαλλόμενης, όπως ορίζεται από τον αριθμό 11 περ. β’ του ΚΠολΔ, ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη της το αποδεικτικό μέσο της δικαστικής ομολογίας δίχως νομότυπη επίκλησή της από την αντίδικο στο Εφετείο, ισχύουν τα ακόλουθα: η ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ομολογία (261 & 352 ΚΠολΔ) ισχύει ως δικαστική και στο Εφετείο, για να ληφθεί όμως υπόψη πρέπει να την επικαλεσθεί ο αντίδικος νομότυπα, (βλ. I. Τέντες σε Κ. Κεραμεύς /Δ. Κονδύλης /Ν. Νίκας, Ερμηνεία του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, τόμος I, εκδ. Π. Σ., Αθήνα 2000, άρθρο 352, σελ. 710). Και τούτο διότι κατά τη σαφή έννοια των διατάξεων των άρθρων 520, 522, 532, 533, 535 § 1 και 536 §§ 1 & 2 του ΚΠολΔ με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, το δε Εφετείο δικάζει την έφεση (και τους προσθέτους επ’ αυτής λόγους έφεσης) και ΟΧΙ την αγωγή. Μόνο, όταν το Εφετείο εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση κατ’ αποδοχή βάσιμου λόγου έφεσης, τότε διακρατεί την υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση, γίνεται κύριο αυτής και δικάζει από την αρχή την αγωγή, υποκαθιστώντας το Πρωτοδικείο σε όλα τα δικαιώματά του και αποφασίζει για όλα τα ζητήματα, που υποβλήθηκαν παραδεκτά, ΤΟΤΕ μπορεί να λάβει αυτεπαγγέλτως υπόψη την ομολογία, που κατά την κρίση του βρίσκεται στην αγωγή, (ΑΠ1418/1984 ΔΕΝ 1985.769-770).

Αυτός (ο λόγος) είναι λυσιτελής και τούτο διότι, για να καταλήξει η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση στις καθολοκληρίαν εσφαλμένες παραδοχές της ότι δήθεν εγώ δεν αγόρασα ατύπως το έτος 1959 το οικόπεδο μου κ.λ.π., καταρχήν προσδιόρισε την ταυτότητα του επίδικου ακινήτου ως προς την οποία και στηρίχθηκε εξ ολοκλήρου --όπως τούτο αποδεικνύεται καθαρά από την ως άνω αναφερόμενη παραδοχή της --- προσβαλλόμενης στην ανακληθείσα ήδη ομολογία μου, την οποία σε κάθε περίπτωση έπρεπε να επικαλεσθεί η αναιρεσίβλητη.

ΕΚΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΣΦΑΛΜΑ ΤΗΣ ΕΙΣΗΓΗΣΗΣ:

ΕΝΔΕΚΑΤΟΣ ΠΡΟΣΘΕΤΟΙ ΛΟΓΟΣ ΑΝΑΙΡΕΣΗΣ ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ Η παράδοση στην παράγωγη νομή είναι άτυπη σύμβαση, η οποία δύναται να καταρτισθεί αυτοπροσώπως ή με αντιπρόσωπο και περιέχει την υπέρ του παραλαμβάνοντος το παραδιδόμενο πράγμα εκουσίως από μέρους του παραδίδοντος μέχρι τούδε νομέως παραίτηση από της νομής, (βλ. Ανδρέου Τούση, Εμπράγματον Δίκαιον/κατά τον αστικόν κώδικα, εκδ. Αφοί Π. Σ., Αθήνα -Θεσσαλονίκη, 19663, σελ. 132). Για δε τη μεταβίβαση της νομής με αντιπρόσωπο, όπως και για την κτήση της, πρέπει να συντρέχουν οι βασικές προϋποθέσεις της αντιπροσωπεύσεως, (211 ΑΚ). Έτσι, στην εκούσια αντιπροσώπευση, πρέπει ο αντιπροσωπευόμενος να έχει δώσει στον αντιπρόσωπο τη σχετική εξουσία, για να μεταβιβάσει τη νομή στο όνομά του και για λογαριασμό του σε τρίτο πρόσωπο στο οποίο πρέπει να μεταβιβαστούν και τα δύο στοιχεία της νομής, η κατοχή και η διάνοια κυρίου, όπως προβλέπεται στο νόμο, (βλ. Δ. Π., Εμπράγματο Δίκαιο, τόμος II, εκδ. Σ., Αθήνα -Θεσσαλονίκη 2008, σελ. 99).

Ειδικότερα, η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δεν αναφέρει και τα αναγκαία προρρηθέντα πραγματικά περιστατικά για την πλήρωση του πραγματικού των κανόνων ουσιαστικού δικαίου: 211επ. ΑΚ, 976 ΑΚ που εφάρμοσε χωρίς ωστόσο οι παραδοχές της να πληρούν το πραγματικό των διατάξεων αυτών, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων αυτών, που εφαρμόστηκαν από το Εφετείο. Ειδικότερα, δεν καθορίζονται τα αναγκαία ακόλουθα πραγματικά περιστατικά ότι:

α} η κ. Ε. Κ. -Π. είχε παράσχει στην Ε. Κ. ως άμεσο αντιπρόσωπο την εξουσία άμεσης αντιπροσωπεύσεώς της στη σύμβαση άτυπης πώλησης και δη με δήλωση που είχε δοθεί προς τη φερόμενη ως εξουσιοδοτηθείσα Ε. με την οποία επιχειρήθηκε η δικαιοπραξία.

β} η κ. Ε. Π. μαζί με την προφορική παροχή (το οποίο ωστόσο στην πραγματικότητα ποτέ δεν συνέβη) της εντολής προς αντιπροσώπευση στη μητέρα της, Ε. για τη δήθεν πώληση του συγκεκριμένου οικοπέδου συνάμα είχε παράσχει στην Ε. ως δήθεν αντιπρόσωπο της και τη σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 976 ΑΚ φυσική εξουσία της πάνω στο επίδικο με σκοπό να καταστήσει νομέα του δήθεν τη Δ.

Κ., και εάν στα πλαίσια αυτά υπήρχε συμφωνία παράδοσης της νομής στο όνομα της. Δεδομένου ότι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 976 ΑΚ στην παράγωγη κτήση η νομή επί του ακινήτου που βρίσκεται στη νομή άλλου αποκτάται με παράδοση που γίνεται με τη βούληση του νομέα και την απαιτούμενη συμφωνία, καθόσον η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχεται παράδοση νομής χωρίς να εξειδικεύει το πρόσωπο που παρέδωσε τη νομή στην αείμνηστη Δ.

Κ., δεδομένου ότι η Ε. είχε μόνο την νομή και κατοχή του δικού της ιδανικού μεριδίου 1/4 εξ αδιαιρέτου επί του συγκεκριμένου οικοπέδου της ..., ενώ η κ. Ε. Κ. -Π. τη νομή των δικών της ιδανικών μεριδίων 3/4 εξ αδιαιρέτου. Εάν λοιπόν η αναιρεσιβαλλόμενη εφετειακή απόφαση με τις αιτιολογίες της κάλυπτε πλήρως το πραγματικό των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 211, 513 και 976 ΑΚ, τότε θα κατέληγε σε διαφορετικό αποτέλεσμα, δηλαδή θα έκανε δεκτή τη νόμω ορθή και ουσία βάσιμη διεκδικητική μου αγωγή και θα με αναγνώριζε ως αποκλειστική κυρία του οικοπέδου μου επί της ...

με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας κατόπιν άτυπης αγοράς του από εμένα το έτος 1959. Και τούτο διότι θα διαπίστωνε ότι η 211 ΑΚ δεν τυγχάνει εφαρμογής, αφού το οικόπεδο της ... οι ίδιες οι πωλήτριες του το πούλησαν αποκλειστικά σε εμένα στις 20 Σεπτεμβρίου 1959 και μου μεταβίβασαν τη νομή τους, που έως τότε ασκούσαν εκείνες αδιάλειπτα και ανεπίληπτα.

γ) η Ε. κατά την κατάρτιση της άτυπης συμβάσεως πώλησης ---κάτι που ποτέ δεν συνέβη ---ενήργησε και ως άμεσος αντιπρόσωπος (δηλαδή στο όνομα και για λογαριασμό) της κ. Ε. Κ. -Π. έχουσα και τη νομή του ακινήτου επ’ ονόματι και για λογαριασμό της κ. Ε. Π. (ήδη Προσθέτως Παρεμβαίνουσας") και επίσης δεν διαλαμβάνεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι η Ε. είχε ρητώς καταστήσει γνωστό στη Δ. Κ. κατά την κατάρτιση της συμβάσεως άτυπης πώλησης ότι ενεργούσε και ως άμεσος αντιπρόσωπος της κ. Π., δεδομένου ότι γίνεται δεκτό με την απόφαση μόνο ότι: "...το επίδικο ακίνητο αγόρασε ατύπως, κατά το έτος 1957, η μητέρα των διαδίκων, Δ. Κ. από την προαναφερομένη Ε. Κ.... Κατά το χρόνο αυτό, τινές συναλλαγές σε σχέση με την κληρονομιαία περιουσία του Θ. Κ., όπως και η ανωτέρω πώληση του επιδίκου, ενόψει του ότι η εκ των κληρονόμων Ε. Π. - Κ. είχε, λόγω γάμου το 1957, αναχωρήσει από τον ... και εγκατασταθεί στην Αθήνα, γίνονταν μόνο από την, ετέρα κληρονόμο, μητέρα της, Ε. Κ....", πράγμα το οποίο δεν αρκεί για την ύπαρξη άμεσης αντιπροσωπεύσεως, για την οποία απαιτείται και ενέργεια "στο όνομα του αντιπροσωπευομένου", καθόσον δεν αρκεί απλή αναφορά του προσώπου, στα συμφέροντα του οποίου αφορά η δικαιοπραξία, για να θεωρηθεί ότι ο δικαιοπρακτών ενεργεί ως αντιπρόσωπος άλλου.

Κατά συνέπεια, ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι ορθός κατά τη βάσιμα περί τούτου διατυπούμενη αναιρετική αιτίαση από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και πρέπει να γίνουν δεκτός και συνακόλουθα και η Αίτηση Αναίρεσης.

ΕΒΔΟΜΟ ΝΟΜΙΚΟ ΣΦΑΛΜΑ ΤΗΣ ΕΙΣΗΓΗΣΗΣ:

ΠΕΜΠΤΟΣ ΛΟΓΟΣ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΗΣ αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 11 εδ. γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ Μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων προσκόμισα με επίκληση στις με ημεροχρονολογία 13-12-2012 εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις μου (22η, 23η, 24η σελίδες) την από 4-12-2007 κατεπείγουσα αίτηση μου προς την κυρία Εισαγγελέα Πρωτοδικών Λάρισας (υπ’ αριθμ. 20° προσαγόμενο με επίκληση σχετικό) για λήψη εισαγγελικής παραγγελίας προς τον Διοικητή του Α.Τ. ...

για κλήση του όμορου γείτονα μου, κ. Α. Γ. του Θ. (το σπίτι του βρίσκεται ακριβώς δίπλα από το δικό μου οικόπεδο) για παράπονα προς ειρηνική επίλυση της μεταξύ μας διαφοράς σχετικά με τις παραβιάσεις του κ. Γ. εις βάρος του οικοπέδου μου στην .... Στην αίτηση αυτή επεσήμανα ότι ο όμορος γείτονας μου κ. Θ. Γ. σε τμήμα του δικού μου οικοπέδου της ..., για το οποίο περιέγραφα συγκεκριμένα ότι το αγόρασα το έτος 1959 από την πωλήτρια κ.

Ε. Κ. -Π. που είχε τη νομή και κυριότητα των δικών της ιδανικών μεριδίων 3/4 εξ αδιαιρέτου και από τη μητέρα της, Ε. η οποία είχε τη νομή και κυριότητα του δικού της ιδανικού μεριδίου 1/4 εξ αδιαιρέτου, πραγματικό γεγονός που το γνωρίζει ο κ. Αθ. Γ.ς από δική του προσωπική αντίληψη. Στη συνέχεια διαμαρτυρήθηκα, διότι παρότι μετά από παράκλησή του επέτρεψα στον ίδιο το 1999 να βγάλει δύο τούβλα από τον τοίχο της αυλής του, για να περνάνε οι κότες του μέσα στο δικό μου όμορο οικόπεδο, διότι του κατέστρεφαν τον μπαχτσέ, στη συνέχεια όμως μετακίνησε παράνομα τμήμα της δικής μου περίφραξης επί του οικοπέδου μου καταλαμβάνοντας μέρος αυτού.

Μόλις αντιλήφθηκα τη συγκεκριμένη κατάληψη κατέθεσα την ως άνω αναφερόμενη κατεπείγουσα αίτησή μου στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Λάρισας. Η κ. Εισαγγελέας μού έδωσε την εισαγγελική παραγγελία με συνημμένο κυρωμένο αντίγραφο της αίτησής μου, τα οποία παρέδωσα στον Αξιωματικό Υπηρεσίας του Α.Τ. ..., ο οποίος και τα πρωτοκόλλησε.

Την ίδια ημέρα κατόπιν κλήσης προσήλθε στο Α.Τ. ... ο κ. Αθ. Γ., έλαβε γνώση του περιεχομένου της δικής μου κατεπείγουσας αίτησης και της σχετικής εισαγγελικής παραγγελίας και δήλωσε συμμόρφωση. Το σχετικό προαναφερόμενο συμβάν καταχωρήθηκε στο Βιβλίο Αδικημάτων και Συμβάντων (Β.Α.Σ.) του Α.Τ. ... στις 4-12-2007 ως εξής: "Παρουσιάσθηκε σήμερα 04-12-2007 και ώρα 17:30 στην Υπηρεσία μας η Κ.

Ε. του Σ. και της Δ., γεν. 1938 κατ. Γρεβενών, Παλαιολόγου 15 και προσκόμισε την Δ.Υ. Εισαγγελική παραγγελία από 04-12-2007 και εξέφρασε παράπονα κατά του Γ. Α. του Θ., κατ. ..., ... για ιδιωτικής φύσεως διαφορές. ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ: Παρουσιάσθηκε 04-12-2007 και ώρα 20:30 ο καθ’ ου τα παράπονα και δήλωσε συμμόρφωση σύμφωνα με το συνημμένο έγγραφο (εννοεί τη δική μου κατεπείγουσα αίτηση για ειρηνική επίλυση της μεταξύ μας διαφοράς) στην Εισαγγελική παραγγελία", (βλ.

υπ’ αριθμ. … προσαγόμενο με επίκληση στις προτάσεις μου στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο).

Η συγκεκριμένη δήλωση του όμορου γείτονα μου, κ. Α. Γ. αποδεικνύει ότι ο ίδιος γνωρίζει από δική του αντίληψη ότι το οικόπεδο της ... είναι δικό μου και ότι ως ιδιοκτήτριά του υποχρεούται να σεβαστεί την παραγγελία μου. Πράγματι, ο κ. Θ. Γ. μάζεψε τις κότες του από το οικόπεδο μου, απομάκρυνε τον φράκτη του, που είχε τοποθετήσει παράνομα σε τμήμα του οικοπέδου μου και έβαλε στη θέση τους στον τοίχο του τα δύο τούβλα, που είχε αφαιρέσει και από εκεί περνούσαν οι κότες του στο οικόπεδο μου.

Η αλήθεια όμως είναι ότι από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης αρύονται σοβαρές αμφιβολίες ότι δεν έλαβε υπόψη το ως άνω έγγραφο: αφενός μεν διότι δεν συμπορεύεται υε την αμέσως πιο πάνω παραδοχή του Εφετείου, αλλά, αντίθετα, αντιστρατεύεται την τελευταία και αφετέρου διότι οι σοβαρές αμφιβολίες επιρρωνύονται και από την ακόλουθη παραδοχή της προσβαλλόμενης:"...Και ναι μεν η Σ.

Γ. στην προαναφερόμενη υπ’ αριθμόν .../2005 ένορκη βεβαίωσή της ενώπιον της συμβολαιογράφου ... Αικατερίνης Θώδα -Ακριβούλη αναφέρει ότι το επίδικο οικόπεδο είχε εκμισθώσει η ενάγουσα στον ξυλέμπορο πατέρα της για δέκα έτη και δη από το έτος 1978 με 1979 έως το έτος 1988 με 1989 για την εναπόθεση ξυλείας, πλην όμως η κατάθεσή της δεν γίνεται πιστευτή, διότι κανένα μισθωτήριο ή απόδειξη μισθώματος δεν προσκομίζεται (σημείωση δική μου:

υπήρχε η κατάθεση της ίδιας της μητέρας της ως μισθώτριας, άλλωστε το μίσθωμα ήταν ετήσιο, μικρό και δεν είχαμε καν μισθωτήριο, δεδομένου ότι ο δικός μου σκοπός ήταν πρωτίστως η φύλαξη του οικοπέδου με τη μίσθωσή του και όχι η ίδια η μίσθωση, υπήρχε δηλαδή μεταξύ εμού ως ιδιοκτήτριας και των μισθωτών μία αλληλοεξυπηρετούμενη σχέση), όπως θα ήταν εύλογο, για μία τέτοια μακροχρόνια επαγγελματική μίσθωση.

Εξάλλου, τέτοιες πράξεις μετά το έτος 1984, οπωσδήποτε θα προκαλούσαν την αντίδραση της εναγομένης, αφού το επίδικο οικόπεδο είχε μεταβιβασθεί από το έτος αυτό σ’ εκείνη με το προαναφερόμενο συμβόλαιο γονικής παροχής...", (34η σελίδα)".

Από την τελευταία παραδοχή αποδεικνύεται ότι δεν έλαβε υπόψη της το συγκεκριμένο έγγραφο, διότι ο όμορος γείτονας κ. Γ. (από μικρό παιδί κατοικεί στην οικία του δίπλα από το δικό μου οικόπεδο) εμένα αναγνώρισε ως κυρία του οικοπέδου μου -επιδίκου με τη ρητή εκφραζόμενη συμμόρφωσή του και όχι την αναιρεσίβλητη. Και τούτο διότι εάν ήταν κυρία του οικοπέδου μου η αναιρεσίβλητη, τότε ο κ. Γ. δεν θα δήλωνε στην εισαγγελική παραγγελία ενώπιον του Αξιωματικού Υπηρεσίας συμμόρφωση σε εμένα!!! ΟΓΔΟΟ ΝΟΜΙΚΟ ΣΦΑΛΜΑ ΤΗΣ ΕΙΣΗΓΗΤΙΚΗΣ ΕΚΘΕΣΗΣ:

Η κ. εισηγήτρια στην πρώτη της εισήγηση δεν απάντησε στο τρίτο τμήμα του δέκατου τέταρτου πρόσθετου λόγου αναίρεσης μου, ο οποίος αφορά την πλημμέλεια του αριθμού 11 περ. γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ για μη λήψη υπόψη της από 5-12-2005 ένορκης κατάθεσης της μάρτυρα κ. Α. Λ. ενώπιον της κ. Πταισματοδίκη Λάρισας για τον ουσιώδη ισχυρισμό μου ότι εργαζόμουν ως υφάντρια ---στην ίδια ύφανα θηλιαστά, κεντητά, χαλί κ.α.

όπως και σε άλλους πελάτες για υφαντά, και ως μοδίστρα-και είχα την οικονομική δυνατότητα να αγοράσω και να ξεπληρώσω το τίμημα του οικοπέδου μου στην .... Τη συγκεκριμένη κατάθεση την είχα επικαλεστεί νομίμως με τις από 13/12/2012 προτάσεις μου ενώπιον του Εφετείου Λάρισας (σελ. 5) και προκαλείται εύλογη αμφιβολία ότι η αναιρεσιβαλλομένη δεν την έλαβε υπόψη.

Και τούτο διότι δεν αναφέρει πουθενά σε κανένα σημείο του περιεχομένου της ότι εγώ εργαζόμουν και είχα την οικονομική ευχέρεια να αγοράσω το συγκεκριμένο οικόπεδο μου, όπως άλλωστε και έπραξα. Η δε παραδοχή της ότι: "...διέμενε δε στην πατρική της οικία μαζί με τα άλλα αδέλφια της, που είχαν κοινή οικονομία με τη μητέρα τους.

Ως εκ τούτου δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό ότι κατά τις επικρατούσες τότε κοινωνικές συνθήκες αυτή αγόρασε μόνη το επίδικο ακίνητο και ότι το εξόφλησε το τίμημα ύψους 40.000 δραχμών μόνη της. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου δεν αναιρείται ακόμη και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι αυτή ήταν τότε ηλικίας είκοσι ενός (21) ετών, διότι, όπως η ίδια ισχυρίζεται, γεννήθηκε στις 10-09-1938 και, ενόψει του ότι τα αρχεία της Κοινότητας Γρεβενών κάηκαν το έτος 1942, εκ παραδρομής γράφηκε γεννηθείσα το έτος 1942...", (αρχή της 31ης σελίδας) επιτείνει τις ήδη θεμελιωμένες αμφιβολίες για τη μη λήψη υπόψη του εν λόγω εγγράφου, διότι η παραμονή μου στο πατρικό μου σπίτι είχε να κάνει με τη διαφύλαξη της τιμής μου και δεν με εμπόδιζε και να εργαστώ και να αγοράσω με τις οικονομίες μου το οικόπεδο μου.

Ζητώ λοιπόν από τον νέο κ. Εισηγητή ή κ. Εισηγήτρια που θα οριστεί να απαντήσει κατευθείαν στο αναπάντητο αυτό λόγο, δίχως έκδοση αναβλητικής απόφασης, διότι δεν μπορώ να επωμιστώ νέα έξοδα για επαναπροσδιορισμό νέας συζήτησης με κλήση και τις σχετικές επιδόσεις.

ΕΝΑΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΣΦΑΛΜΑ ΤΗΣ ΕΙΣΗΓΗΤΙΚΗΣ ΕΚΘΕΣΗΣ:

αριθμού 11 περ. β’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ της παρά το νόμο λήψη υπόψη αποδείξεων που δεν προσκομίσθηκαν με νόμιμη επίκληση. Έλαβε λοιπόν υπόψη η αναιρεσιβαλλόμενη και συνεκτίμησε ως αποδεικτικό μέσο τα υπ’ αριθμ. 50/2009 Πρακτικά του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας της συνεδρίασης της 10ης Απριλίου 2009 χωρίς αφενός μεν να αναφέρει αν προσκομίστηκαν τα πρακτικά και αν έγινε νόμιμη επίκληση αυτών από κάποιον από τους διαδίκους και αφετέρου χωρίς κανένας από εμάς τους διαδίκους να τα έχει επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως με τις προτάσεις μας κατά την εκδίκαση της έφεσης μου και των προσθέτων επ’ αυτής λόγων έφεσης στη δικάσιμο της 14ης Δεκεμβρίου 2012 επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Η μη επίκληση των ως άνω πρακτικών προκύπτει με σαφήνεια από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων των δικών μου προτάσεων, των προτάσεων της Προσθέτως Παρεμβαίνουσας, καθώς και της εφεσίβλητης στο Τριμελές Εφετείο Λάρισας τη συγκεκριμένη ημεροχρονολογία, κυρωμένα αντίγραφα των οποίων προσκομίζω στο φάκελο της Αίτησης Αναίρεσης και για το λόγο αυτόν.

Κατά συνέπεια, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση επικαλούμενη τα υπ’ αριθμ. 50/2009 πρακτικά του Εφετείου Λάρισας παραβίασε την αρχή της διάταξης του άρθρου 106 ΚΠολΔ, η οποία απαγορεύει ρητά στο Εφετείο, που δικάζει κατά την τακτική διαδικασία -αμφισβητούμενη δικαιοδοσία να χρησιμοποιεί αποδεικτικό μέσο χωρίς προηγούμενη επίκληση του από τους διαδίκους. Τα πρακτικά τα οποία περιέχουν καταθέσεις μαρτύρων δεν είναι διαδικαστικά έγγραφα ως προς τις εμπεριεχόμενες σ’ αυτά μαρτυρικές καταθέσεις, αλλά αποτελούν ίδιο αποδεικτικό μέσο, τα οποία διατυπώνονται στο έγγραφο των πρακτικών.

Η κ. Εισηγήτρια απαντώντας στον Όγδοο Πρόσθετο Λόγο Αναίρεσης αναγράφει κατά παράβαση του νόμου αυτολεξεί ότι: "Με τον όγδοο πρόσθετο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 11β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη τα πρακτικά συνεδρίασης του Εφετείου Λάρισας με αρ. 50/2009 σε εκτέλεση της 286/2008 απόφασης του ίδιου δικαστηρίου με την οποία διατάχθηκε η επανάληψη της συζητήσεως στο ακροατήριο προκειμένου να εμφανισθούν αυτοπροσώπως οι διάδικοι και οι μάρτυρες προς παροχή διευκρινίσεων, χωρίς να έχει γίνει επίκληση αυτών ούτε από την αναιρεσείουσα, ούτε από την αναιρεσίβλητη. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθ’ όσον τα παραπάνω πρακτικά του δικαστηρίου, ως διαδικαστικά έγγραφα της προκειμένης δίκης, δεν αποτελεί έγγραφο, κατά την έννοια των άρθρων 339, 432επ. ΚΠολΔ και συνεπώς η λήψη υπόψη τούτων χωρίς την επίκληση και προσκόμιση τους από τους διαδίκους στο δικαστήριο της ουσίας δε θεμελιώνει αναιρετική πλημμέλεια από τον αρ. 11β του άρθρου 559 ΚΠολΔ", (βλ. 17 -18 σελίδες της εισήγησης).

Εντούτοις, όμως, η ίδια η κ. Εισηγήτρια στην υπ’ αριθμ. 140/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου (Γ’ Πολιτικό Τμήμα) για το ίδιο ζήτημα των πρακτικών της δίκης υποστήριξε ότι αυτά είναι ίδιο αποδεικτικό μέσο, εισηγήθηκε την αναίρεση της δευτεροβάθμιας απόφασης, διότι κατ’ ακριβή αντιγραφή: "...Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και την κατάθεση της παραπάνω μάρτυρος, αφού όπως τούτο βεβαιώνει, προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη "τα έγγραφα που προσκομίζουν με επίκληση οι διάδικοι".

Συνεπώς ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., συνιστάμενη ως προς την πρώτη αιτίαση αυτού ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και την περιλαμβανομένη σ’ αυτήν παραπάνω κατάθεση της μάρτυρος είναι βάσιμος...", (βλ. κατωτέρω το περιεχόμενο της υπ’ αριθμ. 140/2015 Απόφασης του Γ’ Τμήματος του Αρείου Πάγου).

ΔΕΚΑΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΣΦΑΛΜΑ ΤΗΣ ΕΙΣΗΓΗΤΙΚΗΣ ΕΚΘΕΣΗΣ ΔΕΚΑΤΟΣ ΠΡΟΣΘΕΤΟΣ ΛΟΓΟΣ ΑΝΑΙΡΕΣΗΣ Άλλως και όλως επικουρικώς με τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση σχημάτισε την κρίση της για την αβασιμότητα (της ουσία βάσιμης) διεκδικητικής μου αγωγής στηριζόμενο πρωτίστως, άλλως κατά κύριο λόγο στο υπ’ αριθμ. .../1984 συμβόλαιο γονικής παροχής, ως έγγραφο που παραμόρφωσε, στο οποίο αναφέρονται ως εξής τα σύνορα του περιγραφόμενου σ’ αυτό οικοπέδου: "...συνορευόμενον εν συνόλω, γύρωθεν, ανατολικώς επί πλευράς (Α-Β) μήκους μέτρων τρεχόντων δέκα πέντε και ογδοήκοντα εκατοστών, (15.80) με δημοτικήν οδόν, δυτικώς επί πλευράς (Γ-Δ) μήκους μέτρων τρεχόντων δέκα εξ και εννενήκοντα πέντε εκατοστών (16,95) με ιδιοκτησία Κ. Ζ., βορείως επί πλευράς (Β-Γ) μήκους μέτρων τρεχόντων είκοσι πέντε και τριάκοντα εκατοστών (25,30) με ιδιοκτησίαν Ι. Μ. και νοτίως επί πλευράς (Α-Δ) μήκους μέτρων τρεχόντων είκοσι δύο και πεντήκοντα εκατοστών (22.50) με ιδιοκτησίαν Αφών Σ....", (παρακαλώ δείτε 2η σελίδα του 1ου φύλλου του συμβολαίου, όπως παρατίθεται και σε ακριβή φωτοτυπική αποτύπωση του πρώτου φύλλου του στο τέλος του συγκεκριμένου λόγου).

Οι παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης για τα σύνορα που αναφέρει το υπ’ αριθμ. .../1984 συμβόλαιο γονικής παροχής έχουν αυτολεξεί ως ακολούθως:"...Το επίδικο ακίνητο (οικόπεδο) βρίσκεται στον ..., και στη συνοικία του ..., έχει εμβαδόν 387 -αρχή της 25ης σελίδας: τ.μ. και συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία Κ. και Γ.

Ζ., νότια με τη δημοτική ..., ανατολικά με ιδιοκτησία Α. Γ. και δυτικά με ιδιοκτησία Γ. Σ.. Ταυτίζεται με το περιγραφόμενο στο υπ’ αριθμόν .../06-09-1984 συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου ... Αλεξάνδρας Ταμπόση -Λύτρα, με το οποίο φέρεται ότι η μητέρα των διαδίκων, Δ. χήρα Σ. Κ. -Β., μεταβίβασε αυτό στην εναγομένη.

Αν και η περιγραφή του επιδίκου στο συμβόλαιο αυτό είναι εν μέρει διαφορετική, εν τούτοις, δεν πρόκειται για άλλο ακίνητο, αλλά για το επίδικο, όπως ορθά περιγράφηκε ανωτέρω, δεδομένου ότι και η ίδια η ενάγουσα αποδέχεται στην αγωγή της ότι το οικόπεδο που διεκδικεί ως καταληφθέν από την εναγόμενη είναι αυτό, για το οποίο έγινε η γονική παροχή...

Αναφορικά με τον τρόπο κτήσεως της κυριότητας αυτού από την ως άνω Δ. Κ., στο συμβόλαιο μνημονεύεται ότι...". Από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης συνάγεται ότι αυτή προέβη σε παραμόρφωση του ως άνω αναφερόμενου συμβολαίου ως προς τα αναγραφόμενα σ’ αυτό σύνορα, που συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, δηλαδή δέχθηκε πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.

Και τούτο διότι ενώ τα σύνορα που δέχεται η προσβαλλόμενη ότι έχει το επίδικο είναι εντελώς διαφορετικά τόσο προς την κατεύθυνση όσο και προς τα ονόματα των γειτόνων από τα αντίστοιχα σύνορα τα αναγραφόμενα στο συμβόλαιο, η δε διαφοροποίησή τους είναι πλήρης - η προσβαλλόμενη αναφέρει ανατολικά ως σύνορο την ιδιοκτησία του Α.

Γ., το δε συμβόλαιο τη δημοτική οδό, δυτικά, η προσβαλλόμενη ορίζει με ιδιοκτησία Γ. Σ., το δε συμβόλαιο με ιδιοκτησία Κ. Ζ. βόρεια, η προσβαλλόμενη οριοθετεί με ιδιοκτησία Κ. και Γ. Ζ., το δε συμβόλαιο με ιδιοκτησία Ι. Μ., νότια, η προσβαλλόμενη προσδιορίζει με τη δημοτική ..., το δε συμβόλαιο με ιδιοκτησία Αφών Σ. -εντούτοις η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση με σκοπό την απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού ότι δήθεν η αναιρεσίβλητη έχει δήθεν γίνει κυρία με παράγωγο τρόπο μέσου του ως άνω συμβολαίου και για να απορρίψει την ουσία βάσιμη αγωγή μου, χρησιμοποίησε το εν λόγω συμβόλαιο και αποφάνθηκε ότι η περιγραφή του επιδίκου στο συμβόλαιο είναι εν μέρει διαφορετική προβαίνοντας με τον τρόπο αυτό σε εσφαλμένη ανάγνωση του περιεχόμενου του, ήτοι σε διαγνωστικό λάθος, ενώ είναι ολική και πλήρης η διαφοροποίηση των αναγραφόμενων συνόρων στο συμβόλαιο από εκείνα που δέχεται η προσβαλλόμενη.

Η κ. εισηγήτρια επί του συγκεκριμένου αναιρετικού λόγου απάντησε κατ’ ακριβή αντιγραφή του αντίστοιχου χωρίου της εισήγησης της γράφει ότι:

"...Με το δέκατο πρόσθετο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα για την αβασιμότητα της αγωγής παραμόρφωσε το περιεχόμενο του .../1984 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου ...

Α. Τ. σε σχέση με το ουσιώδες ζήτημα της ταυτότητας του επιδίκου ακινήτου και ειδικότερα ως προς τα όρια αυτού τόσον ως προς τα σημεία του ορίζοντα όσον και ως προς τους ιδιοκτήτες όμορων ακινήτων, δεχόμενο διαφορετικά όρια από τα αναγραφόμενα σ’ αυτό αλλά και ότι στο συμβολαιογραφικό αυτό έγγραφο το ακίνητο που αναφέρεται είναι το επίδικο έστω και με διαφορετική κατά ένα μέρος περιγραφή.

Όπως όμως προκύπτει από τις αιτιολογίες της προσβαλλομένης απόφασης, το Εφετείο σχημάτισε τη δικανική του κρίση για το ουσιώδες ζήτημα της ταυτότητας του επιδίκου ακινήτου, δεχόμενο ότι ταυτίζεται με το αναφερόμενο στο παραπάνω συμβολαιογραφικό έγγραφο ακίνητο, έστω και αν η περιγραφή του στο ίδιο έγγραφο είναι διαφορετική, από τη συνεκτίμηση των άλλων αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, για το ίδιο ζήτημα, μη μορφώνοντας την κρίση του αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο από το φερόμενο ως παραμορφωθέν κατά το περιεχόμενο του έγγραφο, χωρίς άλλωστε να εξαίρεται η ιδιαίτερη του αξία για το ίδιο ουσιώδες ζήτημα.

Συνεπώς ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αβάσιμος...", (βλ. σελίδα 20 της εισήγησης).

ΤΑ ΟΥΣΙΩΔΗ ΝΟΜΙΚΑ ΣΦΑΛΜΑΤΑ ΠΟΥ διέπραξε η κ. εισηγήτρια στο συγκεκριμένο αναιρετικό λόγο έχουν ως ακολούθως:

ΠΡΩΤΟΝ: η αντίδικος ΔΕΝ ΠΡΟΣΚΟΜΙΣΕ ΚΑΝΕΝΑ ΑΛΛΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ ΕΠΙΔΙΚΟΥ, εκτός από το υπ’ αριθμ. .../1984 ως άνω συμβόλαιο, το οποίο παραμόρφωσε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Ο δε μάρτυρας ανταπόδειξης της αντιδίκου κατέθεσε εντελώς διαφορετικά σύνορα από αυτά που περιγράφονται στο εν λόγω συμβόλαιο, (υπ’ αριθμ..../1984).

ΔΕΥΤΕΡΟΝ: η αναιρεσιβαλλόμενη προέβη σε διαγνωστικό σφάλμα ως προς τα αναγραφόμενα σ’ αυτό σύνορα, διότι απέδωσε στο εν λόγω συμβόλαιο περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από το αληθινό, δηλαδή δέχθηκε πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Και τούτο διότι ενώ τα σύνορα που δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση ότι έχει το επίδικο είναι ΠΑΝΤΕΛΩΣ διαφορετικά τόσο προς την κατεύθυνση όσο και προς τα ονόματα των γειτόνων από τα αντίστοιχα σύνορα τα αναγραφόμενα στο ως άνω συμβόλαιο, (υπ’ αριθμ..../1984), η δε διαφοροποίησή τους είναι πλήρης, εντούτοις η αναιρεσιβαλλόμενη γράφει: "... εν μέρει διαφορετικά...".

ΓΙΑ ΑΥΤΟΥΣ ΤΟΥΣ ΝΟΜΙΜΟΥΣ ΚΑΙ ΒΑΣΙΜΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ

ΖΗΤΩ Να γίνουν δεκτές οι παρούσες προτάσεις μου και να απορριφθούν οι προτάσεις της αντιδίκου.

ΝΑ ΠΡΟΧΩΡΗΣΕΙ η κ. εισηγήτρια ΣΕ ΑΥΤΕΠΑΓΓΕΛΤΗ ΑΡΣΗ ΤΗΣ ΑΡΝΗΣΙΔΙΚΙΑΣ ΤΗΣ στην οποία προέβη λόγω της σιωπής του νόμου και ούτως υπέπεσε σε σοβαρή νομική πλημμέλεια της αρνησιδικίας του άρθρου 6 παρ. 2 του Ν. 693/1977, ενώ όφειλε να προβεί σε αναλογική εφαρμογή κατά τα αναλυτικώς προρρηθέντα.

Να γίνει δεκτή η με αύξοντα αριθμό κατάθεσης: 33/2013 παραδεκτή και βάσιμη Αίτηση Αναίρεσης, καθώς και οι ορθοί, παραδεκτοί και βάσιμοι Πρόσθετοι Λόγοι Αναίρεσης, δεδομένης της υφιστάμενης Αρνησιδικίας την οποία περιέχει η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, όπως και λόγω των σχετικών πλημμελειών στις οποίες υπέπεσε η εφετειακή απόφαση.

Να αναιρεθεί στο σύνολο της η κατά τα ανωτέρω υπ’ αριθμ. 216/2013 προσβαλλόμενη οριστική απόφαση του Εφετείου Λάρισας.

Να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου των 300 ευρώ σε εμένα.

Να κρατήσει ο Άρειος Πάγος τη δίκαιη υπόθεση του οικοπέδου μου και να ασχοληθεί με την εκδίκασή της μετά από τον προσδιορισμό νέας δικασίμου.

Να γίνει δεκτή η με αριθμό έκθεσης κατάθεσης: …2003 Έφεσή μου, οι από 10-12-2007 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης: .../20-12-2007 Πρόσθετοι επ’ αυτής Λόγοι Έφεσης, οι με αριθμό έκθεσης κατάθεσης: 867/30-10-2012 Πρόσθετοι Λόγοι Έφεσης μου και όσοι άλλοι εμπροθέσμως και νομίμως θα καταθέσω κατά της υπ’ αριθμ. 220/2003 εσφαλμένης οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, ώστε μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης να γίνει δεκτή σε όλο το αιτητικό της η με αριθμό έκθεσης κατάθεσης: 99/25-1-2002 νόμιμη και βάσιμη διεκδικητική μου αγωγή εναντίον της αντιδίκου.

Να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στη δικαστική μου δαπάνη και στην αμοιβή του πληρεξουσίου μου δικηγόρου.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 520 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. "πρόσθετοι λόγοι έφεσης ως προς τα κεφάλαια της απόφασης που έχουν προσβληθεί με την έφεση και εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με τα κεφάλαια αυτά ασκούνται μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, και αφού συνταχθεί έκθεση κάτω από το δικόγραφο αυτό, κοινοποιείται στον εφεσίβλητο τριάντα ημέρες πριν από τη συζήτηση της έφεσης".

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει με σαφήνεια ότι για την άσκηση των πρόσθετων λόγων της έφεσης απαιτείται να συντελεσθούν και οι δύο ως άνω, συμπλεκτικώς οριζόμενες, διαδικαστικές πράξεις, της κατάθεσης δηλαδή του περιέχοντος αυτούς δικογράφου στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και της κοινοποίησης στον εφεσίβλητο, οι οποίες αποτελούν την έγγραφη προδικασία της άσκησης, κατά την έννοια του άρθρου 111 Κ.Πολ.Δ.

και, εφόσον δεν ορίζεται άλλως, πρέπει αμφότερες να λάβουν χώρα πριν από την τιθέμενη αποκλειστική προθεσμία των τριάντα ημερών πριν από τη συζήτηση της έφεσης. Από την ίδια ως άνω διάταξη του άρθρου 520 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 242 παρ. 1 και 281 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει περαιτέρω ότι ως ημέρα συζήτησης της υπόθεσης για τον υπολογισμό της προθεσμίας κατάθεσης και κοινοποίησης του δικογράφου των πρόσθετων λόγων έφεσης, νοείται εκείνη, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση και άρχισε η εκδίκαση της, ανεξάρτητα αν αυτή είναι η, κατά τα άρθρα 226 παρ. 1 και 498 παρ. 1 του αυτού Κώδικα από το γραμματέα του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, αρχικώς ορισθείσα προς συζήτηση ή μεταγενέστερη που προσδιορίστηκε μετά από αναβολή ή ματαίωση (ΟλΑΠ 27/2007).

Στην περίπτωση, επομένως, που χώρησε συζήτηση της έφεσης και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, χωρίς να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, διέταξε νέες ή συμπληρωματικές αποδείξεις ή επανάληψη της συζήτησης, κατ’ άρθρο 254 Κ.Πολ.Δ., δεν υπάρχει πλέον περιθώριο για άσκηση πρόσθετων λόγων και αυτοί απορρίπτονται ως απαράδεκτοι, διότι, κατά τη ρητή αναφορά του άρθρου 254 του Κ.Πολ.Δ., η επαναλαμβανόμενη συζήτηση θεωρείται συνέχεια της προηγούμενης και, επομένως, η συζήτηση της έφεσης έχει ήδη αρχίσει με την (προηγούμενη) αρχική συζήτηση.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 579 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., "Αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνον, εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση. Κάθε απόφαση που στηρίζεται σ’ αυτή που αναιρέθηκε αναιρείται, εφόσον οι λόγοι της αναίρεσης αναφέρονται και σ’ αυτήν", κατά δε το άρθρο 581 παρ. 1 εδ.

α και 2 ΚΠολΔ "1. Στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση εισάγεται και συζητείται με κλήση ...... 2. Η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις κατά το άρθρο 237". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι αν η απόφαση αναιρεθεί στο σύνολο της αποβάλλει πλήρως την ισχύ της, και δεν παράγει δεδικασμένο για οποιοδήποτε ζήτημα κρίθηκε με αυτή, οι δε διάδικοι επανέρχονται στην πριν από την έκδοσή της κατάσταση.

Στο σύνολο της θεωρείται ότι αναιρείται η απόφαση όταν η αναιρετική, κατά το διατακτικό της, δεν περιορίζει με σχετική διάταξη την αναίρεση σε ορισμένο ή ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης ή ως προς μερικούς μόνον από τους διαδίκους (ΟλΑΠ 27/2007). Ο προσδιορισμός του σταδίου, από το οποίο αρχίζει η ενώπιον του δικαστηρίου της παραπομπής διαδικασία γίνεται με βάση την αρχή ότι οι διάδικοι μετά την αναίρεση της απόφασης επανέρχονται δικονομικώς στην κατά το χρόνο της τελευταίας συζήτησης υπάρχουσα κατάσταση.

Η πριν από την αναιρεθείσα απόφαση διαδικασία ενώπιον του Εφετείου (εάν η αναιρεθείσα απόφαση είναι εφετείου) ακυρώνεται μόνον, εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση. Αυτό αφορά, επίσης, στις προδικαστικές αποφάσεις και στις αποδείξεις που έχουν διεξαχθεί. Ανάλογα δε με το σημείο εκκίνησης της διαδικασίας στο δικαστήριο της παραπομπής καθορίζονται και οι δικονομικές δυνατότητες των διαδίκων, μεταξύ των οποίων και η της άσκησης πρόσθετων λόγων έφεσης.

Έτσι, αν πριν από την αναιρεθείσα οριστική απόφαση του Εφετείου είχε εκδοθεί προδικαστική απόφαση τούτου, με την οποία αφού έγινε τυπικά δεκτή η έφεση, αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής απόφασης και διατάχθηκε επανάληψη της συζήτησης για αυτοπρόσωπη εμφάνιση των διαδίκων στο Εφετείο ή για συμπληρωματικές αποδείξεις, χωρίς όμως η τελευταία αυτή απόφαση να αναιρεθεί, σημείο εκκίνησης της διαδικασίας ενώπιον του Εφετείου, μετά την παραπομπή σ’ αυτό, είναι εκείνο σε συνέχεια της προηγηθείσας διαδικασίας, κατά την οποία είχε αρχίσει η συζήτηση επί της έφεσης.

Στην προκείμενη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι με αυτήν έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα με την από 25.01.2002 (διεκδικητική) αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, ισχυριζόμενη ότι είναι κυρία ενός ακινήτου, που βρίσκεται στον ...

Λάρισας και κατά τα λοιπά περιγράφεται σ’ αυτή, αποκτήσασα την κυριότητα αυτού με έκτακτη χρησικτησία και ότι η εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη, το έτος 2000, το κατέλαβε και έκτοτε το κατέχει, ζήτησε να αναγνωριστεί κυρία αυτού και να υποχρεωθεί η εναγομένη να της το αποδώσει. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ’ αριθμό 220/2003 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, η οποία την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Κατά της αποφάσεως αυτής η ενάγουσα άσκησε, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, την από 30.07.2003 έφεση και τους από 20.12.2004 πρόσθετους λόγους αυτής, που απορρίφθηκαν ως ουσιαστικά αβάσιμοι με την υπ’ αριθμόν 259/2005 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού. Κατά της αποφάσεως αυτής η εκκαλούσα -ενάγουσα άσκησε ενώπιον του Αρείου Πάγου αναίρεση, η οποία έγινε δεκτή με την υπ’ αριθμόν 1911/2006 απόφαση του εν λόγω Δικαστηρίου (όπως διορθώθηκε με την υπ’ αριθμόν 594/2007 απόφαση αυτού ως προς τον αριθμό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης) και αναιρέθηκε στο σύνολο της η ανωτέρω απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, παραπέμφθηκε δε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Η υπόθεση επαναφέρθηκε, με κλήση της εκκαλούσας -ενάγουσας, προς συζήτηση στο Δικαστήριο τούτο, ενώπιον του οποίου αυτή (εκκαλούσα) άσκησε, επίσης, τους από 10.12.2007 πρόσθετους λόγους εφέσεως, ενώ με την από 12.12.2007 πρόσθετη παρέμβαση, παρενέβη προσθέτως υπέρ αυτής (εκκαλούσας), ως δικονομική της εγγυήτρια, η Ε.

Π. -Κ.. Επ’ αυτών, εκδόθηκε η υπ’ αριθμόν 286/2008 παρεμπίπτουσα απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία, αφού συνεκδίκασε την έφεση, (αμφότερους) τους πρόσθετους λόγους αυτής και την πρόσθετη παρέμβαση και έκρινε το παραδεκτό αυτών, διέταξε την επανάληψη της συζητήσεως προκειμένου να εμφανιστούν αυτοπροσώπως οι διάδικοι και οι εξετασθέντες πρωτοδίκως μάρτυρες προς παροχή διασαφήσεων από τους πρώτους και επανεξέταση των δευτέρων.

Ακολούθησε, κατόπιν κλήσεων της εκκαλούσας και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας, νέα συζήτηση της υπόθεσης κατά τη δικάσιμο της 10.04.2009, κατά την οποία υλοποιήθηκε το διατακτικό της προηγούμενης απόφασης, πλην όμως δεν κατέστη δυνατή η έκδοση απόφασης διότι μεσολάβησε ο θάνατος του προέδρου της συνθέσεως του Δικαστηρίου.

Επακολούθησε επανάληψη της συζητήσεως, κατά το άρθρο 307 Κ.Πολ.Δ., και εκδόθηκε η υπ’ αριθμόν 115/2010 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία απορρίφθηκαν η έφεση, οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και η πρόσθετη παρέμβαση ως κατ’ ουσίαν αβάσιμοι. Κατά της αποφάσεως αυτής η εκκαλούσα -ενάγουσα άσκησε ενώπιον του Αρείου Πάγου αναίρεση (και πρόσθετους λόγους αυτής), η οποία έγινε δεκτή με την υπ’ αριθμόν 871/2011 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού και αναιρέθηκε στο σύνολο της η ανωτέρω απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, λόγω μη νομίμου συνθέσεως αυτού (άρθρο 559 αρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), και παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Ήδη, νομίμως επαναφέρεται για συζήτηση η υπόθεση (έφεση και πρόσθετοι λόγοι αυτής και πρόσθετη υπέρ της εκκαλούσας παρέμβαση αντιστοίχως) ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, σύμφωνα με το άρθρο 581 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., στο σύνολο της, επανερχομένων δικονομικώς των διαδίκων, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, στην κατά το χρόνο της τελευταίας συζήτησης ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (Εφετείου) κατάσταση, δηλαδή στο σημείο εκείνο της διαδικασίας που είναι σε συνέχεια της προηγηθείσης διαδικασίας κατά την οποία είχε αρχίσει η συζήτηση επί της εφέσεως (579 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), ενόψει του ότι, με την ανωτέρω αναιρετική απόφαση, δεν αναιρέθηκε και η προαναφερόμενη προεκδοθείσα υπ’ αριθμόν 286/2008 προδικαστική απόφαση του δικαστηρίου τούτου (με την οποία είχαν γίνει τυπικά δεκτή η έφεση, οι πρόσθετοι αυτής λόγοι και η πρόσθετη παρέμβαση και διατάχθηκε επανάληψη της συζητήσεως για συμπληρωματικές αποδείξεις), αφού η διαδικασία ενώπιον αυτού δεν στηρίχθηκε στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση της μεταγενέστερης ως άνω οριστικής αποφάσεως του αυτού δικαστηρίου.

Η εκκαλούσα με το από 22.10.2012 δικόγραφο πρόσθετων λόγων, που κοινοποίησε στην εφεσίβλητο, ασκεί πρόσθετους λόγους εφέσεως. Όμως, όπως προαναφέρθηκε, με την υπ’ αριθμόν 871/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε, στο σύνολο της, η υπ’ αριθμόν 115/2010 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, χωρίς, όμως, να αναιρεθεί και η προεκδοθείσα αυτής υπ’ αριθμόν 286/2008 προδικαστική απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, με την οποία, αφού έγινε τυπικά δεκτή η έφεση, οι προαναφερόμενοι πρόσθετοι λόγοι έφεσης και η πρόσθετη παρέμβαση, αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής απόφασης και διατάχθηκε η επανάληψη της συζητήσεως στο ακροατήριο, κατ’ άρθρο 254 Κ.Πολ.Δ., για να εμφανιστούν αυτοπροσώπως οι διάδικοι στο ακροατήριο προς παροχή διευκρινίσεων και να επανεξεταστούν οι εξετασθέντες πρωτοδίκως μάρτυρες (όπως και πράγματι έγινε κατά τη δικάσιμο της 10.04.2009, χωρίς όμως να καταστεί δυνατή η έκδοση απόφασης, για τους αναφερόμενους ανωτέρω λόγους) και, επομένως, σημείο εκκίνησης της διαδικασίας ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, μετά την παραπομπή σ’ αυτό από τον Άρειο Πάγο, είναι εκείνο σε συνέχεια της προηγηθείσης διαδικασίας κατά την οποία είχε αρχίσει η συζήτηση επί της εφέσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η ανωτέρω υπ’ αριθμόν 286/2008, διατάξασα την επανάληψη της συζητήσεως, απόφαση του Δικαστηρίου τούτου (και εν συνεχεία υλοποιήθηκε το διατακτικό αυτής) και, συνεπώς, οι πρόσθετοι λόγοι της εφέσεως, που ασκούνται, με το ανωτέρω δικόγραφο, κατά την επαναλαμβανόμενη συζήτηση, είναι, σύμφωνα με τα ανωτέρω, απαράδεκτοι".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο ότι μετά την παραπομπή ενώπιον του της υπόθεσης, ενόψει του ότι πριν από την αναιρεθείσα στο σύνολό της απόφασή του (115/2010), είχε εκδοθεί η παρεμπίπτουσα και μη αναιρεθείσα απόφαση (286/2008) αυτού, με την οποία είχε γίνει τυπικά δεκτή η έφεση, οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και η πρόσθετη παρέμβαση και είχε διαταχθεί η επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης για την αυτοπρόσωπη εμφάνιση των διαδίκων και των εξετασθέντων μαρτύρων για την παροχή διευκρινίσεων και ότι έτσι είχαν επανέλθει δικονομικώς οι διάδικοι στην κατάσταση που βρίσκονταν κατά το χρόνο της τελευταίας συζήτησης της έφεσης, σε συνέχεια δηλαδή της διαδικασίας που προηγήθηκε (η οποία με την επαναλαμβανόμενη θεωρείται μια), κατά την οποία είχε αρχίσει η συζήτηση της έφεσης, που αποτελεί το σημείο εκκίνησης της διαδικασίας ενώπιον του δικαστηρίου της παραπομπής και καθορίζει τη δικονομική δυνατότητα του διαδίκου στην προκειμένη περίπτωση της αναιρεσείουσας) να ασκήσει πρόσθετους λόγους, δυνατότητα που όμως πλέον δεν συνέτρεχε, αφού είχε ήδη αρχίσει η συζήτηση της έφεσης κατά το χρόνο έκδοσης της παραπάνω παρεμπίπτουσας απόφασης, με αποτέλεσμα οι από 22/10/2012 πρόσθετοι λόγοι να είναι απαράδεκτοι, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αρ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

της μη κήρυξης απαραδέκτου παρά το νόμο και όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τους τέταρτο και το συναφή δέκατο έκτο πρόσθετο λόγους της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.

Κατά το άρθρο 1045 ΑΚ εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 ΑΚ όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί αυτή την εξουσία με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία.

Προκειμένου για ακίνητο άσκηση νομής συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σε αυτό, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Ειδικότερα η διάνοια κυρίου συνίσταται στην πεποίθηση του έχοντος αυτήν προσώπου για διαρκή, απεριόριστη και αποκλειστική εξουσίαση του πράγματος, όμοια ή ανάλογη με εκείνη που απορρέει από το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας και που αναγνωρίζεται στο δικαιούχο αυτής.

Η διάνοια κυρίου εκδηλώνεται με τη μεταχείριση του πράγματος με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να το μεταχειρισθεί και ο ιδιοκτήτης. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο στηρίζεται το διατακτικό της απόφασης. Δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση αυτών και στην αιτιολόγηση της εξαγωγής από αυτές του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα δε, των οποίων η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά νόμο, περιστατικά, προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης.

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης το Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το επίδικο ακίνητο (οικόπεδο) βρίσκεται στον ... και στη συνοικία του ..., έχει εμβαδόν 387 τ. μ. και συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία Κ.

και Γ. Ζ., νότια με τη δημοτική ..., ανατολικά με ιδιοκτησία Α. Γ. και δυτικά με ιδιοκτησία Γ. Σ.. Ταυτίζεται με το περιγραφόμενο στο υπ’ αριθμόν .../06-09-1984 συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου ... Αλεξάνδρας Τ. - Λύτρα, με το οποίο φέρεται ότι η μητέρα των διαδίκων, Δ. χήρα Σ. Κ. - Β., μεταβίβασε αυτό στην εναγομένη.

Αν και η περιγραφή του επιδίκου στο συμβόλαιο αυτό είναι εν μέρει διαφορετική, εν τούτοις, δεν πρόκειται για άλλο ακίνητο, αλλά για το επίδικο, όπως ορθά περιγράφηκε ανωτέρω, δεδομένου ότι και η ίδια η ενάγουσα αποδέχεται στη αγωγή της ότι το οικόπεδο που διεκδικεί ως καταληφθέν από την εναγομένη είναι αυτό, για το οποίο έγινε η γονική παροχή, και τα αντίθετα υποστηριζόμενα, το πρώτον, με τον ένατο (9ο) λόγο εφέσεως και τον έβδομο (7ο) πρόσθετο λόγο του από 10.12.2007 δικογράφου προσθέτων λόγων είναι ουσιαστικά αβάσιμα.

Αναφορικά με τον τρόπο κτήσεως της κυριότητας αυτού από την ως άνω Δ. Κ., στο συμβόλαιο αυτό μνημονεύεται, ότι περιήλθε σ’ αυτήν "εξ ατύπου αγοράς γενομένης προ τριακονταπενταετίας (35ετίας), άλλως πως εκ χρησικτησίας, καθόσον αυτή κατέχει και νέμεται τούτο, καλή τη πίστει, διάνοια κυρίου, ησύχως, συνεχώς, αυτοτελώς, αδιαλείπτως και αδιαταράκτως πλέον της τριακονταπενταετίας (35ετίας)".

Πρέπει να σημειωθεί ότι το ακίνητο αυτό αποτελεί τμήμα ακινήτου μεγαλυτέρας εκτάσεως, το οποίο είχε περιέλθει στην (προσθέτως παρεμβαίνουσα) Ε. Π. -Κ. και στη μητέρα της Ε. Κ., κατά τα 3/4 και 1/4 εξ αδιαιρέτου στην κάθε μία, αντιστοίχως, λόγω κληρονομιάς του, αποβιώσαντος το έτος 1942, πατέρα και συζύγου αυτών αντιστοίχως, Θ.

Κ.. Η ενάγουσα, με την ένδικη αγωγή της, ισχυρίζεται ότι το Σεπτέμβριο του έτους 1959, αγόρασε ατύπως το επίδικο οικόπεδο, ως τμήμα του προαναφερομένου μεγαλυτέρου, από την Ε. Π. -Κ. (μάρτυρα αποδείξεως, που στη συνέχεια παρενέβη προσθέτως υπέρ αυτής), με τη συναίνεση και της μητέρας αυτής, Ε.ς Κ., αντί τιμήματος 40.000 δραχμών, το οποίο εξόφλησε τμηματικά η ίδια μέχρι και το έτος 1960 από τα κέρδη της εργασίας της ως υφάντριας και ότι από της αγοράς αυτού και της ταυτόχρονης παραδόσεως της νομής του σε αυτή, το κατείχε και το νεμόταν με διάνοια κυρίου, περιφράσσοντας αυτό, επιβλέποντας και καταμετρώντας αυτό, καλλιεργώντας το με κηπευτικά και εκμισθώνοντας αυτό σε τρίτους, μέχρι το έτος 2000, οπότε η εναγομένη (αδελφή της) το κατέλαβε.

Ισχυρίζεται, περαιτέρω, ότι η μητέρα αυτής και της εναγομένης, Δ. Κ., είχε αγοράσει και αυτή ατύπως από την Ε. Κ. ένα άλλο οικόπεδο στον ..., στη θέση "...", επί της οδού ... ..., το 1/2 του οποίου "έδωσε" στον υιό της Μ. και το υπόλοιπο 1/2, ως προίκα, στην εναγομένη όμως η εναγομένη "παραπλάνησε και μπέρδεψε" τη μητέρα τους, η οποία έτσι, με το συμβόλαιο γονικής παροχής, φέρεται να της μεταβιβάζει το επίδικο οικόπεδο, με το οποίο όμως (η μητέρα τους) δεν είχε καμία σχέση και το οποίο, εν τέλει, η εναγομένη κατέλαβε το έτος 2000 και απέβαλε την ενάγουσα από τη νομή της.

Όμως, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, οι ανωτέρω ισχυρισμοί της ενάγουσας, δεν αποδείχθηκαν. Ειδικότερα, δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα, κατά το έτος 1959, προέβη σε άτυπη αγορά του επιδίκου ακινήτου από την Ε. Π. - Κ. (συναινούσης της μητρός της Ε. Κ.) και ότι έκτοτε ασκούσε συνεχώς επ’ αυτού πράξεις νομής μέχρι το έτος 2000.

Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο αγόρασε ατύπως, κατά το έτος 1957, η μητέρα των διαδίκων, Δ. Κ. από την προαναφερόμενη Ε. Κ., (μητέρα της ως άνω Ε. Π. - Κ.), αντί τιμήματος, το ύψος του οποίου, ο εξετασθείς ως μάρτυρας ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, μετά από πρόταση της εναγομένης, αδελφός των διαδίκων, Μ.

Κ., προσδιορίζει σε "19 λίρες και κάτι ψιλά", όπως χαρακτηριστικώς καταθέτει, οπότε και της παραδόθηκε και η νομή αυτού. Κατά το χρόνο αυτό, τινές συναλλαγές σε σχέση με την κληρονομιαία περιουσία του Θ. Κ., όπως και η ανωτέρω πώληση του επιδίκου, ενόψει του ότι η εκ των κληρονόμων Ε. Π. - Κ. είχε, λόγω γάμου το 1957, αναχωρήσει από τον ...

και εγκατασταθεί στην Αθήνα, γίνονταν μόνον από την, ετέρα κληρονόμο, μητέρα της, Ε. Κ.. Μάλιστα, η ίδια η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι αυτή (Ε. Κ.), είχε, τότε, πωλήσει ατύπως στην μητέρα των διαδίκων και άλλο ακίνητο τους στον ..., στη θέση "...", επί της οδού ... ... (βλ. ενδεικτικά σελ. 3 της από 14.03.2003, ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, προσθήκης των προτάσεων της -αντικρούσεως και σελ. 16 εφέσεως της, υπό τον τιτλοφορούμενο έκτο λόγο εφέσεως).

Από το χρόνο της ανωτέρω ατύπου αγοράς, συγχρόνως με την οποία η μητέρα των διαδίκων Δ. Κ. παρέλαβε τη νομή του επιδίκου, όπως προαναφέρθηκε, την ασκούσε αδιαλείπτως, με διάνοια κυρίου, επιβλέποντας και επιτηρώντας αυτό, για διάστημα μεγαλύτερο των 20 ετών και δη μέχρι το έτος 1984, οπότε, ως κυρία αυτού, λόγω έκτακτης χρησικτησίας, το μεταβίβασε, αιτία γονικής παροχής, κατά πλήρη κυριότητα στην εναγομένη και συνετάγη προς τούτο το προαναφερόμενο υπ’ αριθμόν .../06-09-1984 συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου ...

Αλεξάνδρας Τ. - Λύτρα, που μεταγράφηκε νομίμως, στις 07.09.1984, στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... στον .... Μάλιστα, την ίδια ημέρα με την κατάρτιση της γονικής παροχής, η εναγομένη, της παραχώρησε, με το από 06.09.1984 ιδιωτικό συμφωνητικό, την εφ’ όρου ζωής επικαρπία του ισογείου ορόφου της διώροφης οικοδομής της επί της οδού ....

Καθίσταται λοιπόν φανερό ότι η μητέρα των διαδίκων ούτε παραπλανήθηκε, ούτε "μπερδεύτηκε" και πολύ περισσότερο δεν εξαπατήθηκε από την εναγομένη ως προς την ταυτότητα του μεταβιβασθέντος, με την ανωτέρω σύμβαση γονικής παροχής, ακινήτου, όπως υποστηρίζει η ενάγουσα. Ούτε υπήρξε κάποια εικονικότητα στη σύμβαση αυτή.

Μεταβίβασε με γονική παροχή ακριβώς το ακίνητο που ήθελε να μεταβιβάσει. Είχε σαφή αντίληψη και των δύο ακινήτων, δεδομένου ότι την ίδια ημέρα συντάσσει δύο συμφωνίες για κάθε ένα ακίνητο ξεχωριστά, δηλαδή γονική παροχή για το επίδικο και σύσταση επικαρπίας για το επί της οδού ..., και τα οποία (ακίνητα) μάλιστα, κατά το χρόνο αυτό, διέφεραν και ως προς τη φύση τους, αφού το πρώτο ήταν ακάλυπτο οικόπεδο, ενώ το δεύτερο ήταν οικοδομή, γεγονός που, επιπροσθέτως, καθιστούσε αδύνατη την πλάνη ως προς την ταυτότητα αυτών.

Εξάλλου, το ακίνητο επί της οδού ... ανήκε ήδη, από ετών, στην εναγομένη και στον, αδελφό των διαδίκων και υιό της Δ. Κ., Μ. Κ. (μάρτυρα ανταποδείξεως), κατά το ήμισυ εξ αδιαιρέτου στον καθένα, γεγονός το οποίο ήταν σε γνώση της μητέρας τους (Δ. Κ.) και τούτο ανεξαρτήτως του τρόπου αποκτήσεως κυριότητας αυτών επ’ αυτού [δηλαδή, είτε δια μεταβιβάσεως αυτού, ολοκλήρου, αιτία πωλήσεως, με το υπ’ αριθμόν .../12-10-1972, νομίμως μεταγεγραμμένο, πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ...

Σόλωνος Τζινάλα από τη μόνη κυρία αυτού (μετά το θάνατο της μητέρας της) Ε. Π. - Κ. προς τον Μ. Κ., και στην εν συνεχεία μεταβίβαση του ημίσεως εξ αδιαιρέτου αυτού εκ μέρους του τελευταίου, αιτία δωρεάς εν ζωή, στην αδελφή του εναγομένη, με το υπ’ αριθμόν .../23-11-1973, νομίμως μεταγεγραμμένο, δωρητήριο συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου, όπως ισχυρίζεται η εναγομένη, είτε με την παράδοση της νομής αυτού κατά το ήμισυ εξ αδιαιρέτου προς τους ανωτέρω εκ μέρους της μητέρας τους Δ.

Κ., η οποία το είχε αγοράσει ατύπως το έτος 1957 και σε κάθε περίπτωση προ του έτους 1964 από την Ε. Κ., όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα]. Και επομένως, η ένσταση περί εικονικότητος των δηλώσεων βουλήσεως, που περιέχονται στα ανωτέρω υπ’ αριθμούς .../12-10-1972 και .../23-11-1973 συμβόλαια, που αφορούν τη μεταβίβαση του επί της οδού ...

ακίνητο, δεν ασκεί έννομη επιρροή εν προκειμένω και οι δεύτερος (2ος) και τρίτος (3ος) πρόσθετοι λόγοι του από 10.12.2007 δικογράφου προσθέτων λόγων, κατά το μέρος που αναφέρονται στην ανωτέρω ένσταση είναι αλυσιτελείς και απορριπτέοι. Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι συγχρόνως με το συμβόλαιο της γονικής παροχής έγινε και η πραγματική παράδοση της νομής του επίδικου οικοπέδου εκ μέρους της μεταβιβάσασας Δ.

Κ. στην εναγομένη, η οποία έκτοτε το παρέλαβε και το νέμεται ως κυρία αυτού. Ανάλογη σημείωση περί της παραδόσεως της νομής έγινε και στο συμβόλαιο της γονικής παροχής. Ειδικότερα, οι πράξεις νομής της εναγομένης επί του επιδίκου κατά τα έτη από το 1984 μέχρι το 2000 συνίσταντο στην περίφραξη του οικοπέδου, την επιτήρηση και την επίβλεψη αυτού από τις επιβουλές τρίτων.

Η ενάγουσα με τον δεύτερο (2ο) πρόσθετο λόγο των από 10.12.2007 πρόσθετων λόγων εφέσεως υποστηρίζει ότι η σύμβαση γονικής παροχής είναι εικονική και επομένως άκυρη διότι οι συμβαλλόμενοι φαινομενικά και όχι στα σοβαρά δήλωσαν ότι η μητέρα τους α) ήταν κυρία του επιδίκου β) το κατείχε από το 1949 και γ) παρέδωσε τη νομή του στην εναγομένη.

Ο λόγος αυτός είναι ουσιαστικά αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, ενόψει του ότι, κατά τα προαναφερόμενα, η μητέρα τους είχε καταστεί όντως κυρία του επιδίκου ακινήτου λόγω έκτακτης χρησικτησίας και πράγματι είχε και παρέδωσε τη νομή αυτού στην εναγομένη. Περί όλων των ανωτέρω καταθέτει σαφώς ο εξετασθείς ως μάρτυρας ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, κατόπιν προτάσεως της εναγομένης, αλλά και κατά την επανάληψη της συζητήσεως ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, Μ.

Κ., αδελφός των διαδίκων ...... Το κρίσιμο γεγονός ότι το επίδικο οικόπεδο το αγόρασε η μητέρα των διαδίκων και το "έταξε" ως προίκα στην εναγομένη το επιβεβαιώνει, επίσης και ο εξάδελφος των διαδίκων Π. Γ. στην προαναφερόμενη υπ’ αριθμόν .../2008 ένορκη βεβαίωση του ενώπιον της συμβολαιογράφου ... Περιστέρας Αρβανίτη -Κουσανά.

Εξάλλου, δεν πρέπει, να παραβλεφθεί και το γεγονός ότι η ενάγουσα, κατά τον χρόνο της επικαλούμενης από αυτήν αγοράς του επιδίκου οικοπέδου (1959) ήταν ηλικίας δέκα επτά (17) ετών (ως γεννηθείσα το έτος 1942, όπως προκύπτει από το από 06-03-2003 πιστοποιητικό του Προέδρου της Κοινότητος Γρεβενών και τη δήλωση της ίδιας περί της ηλικίας της στο υπ’ αριθμόν .../2001 προσύμφωνο πωλήσεως της συμβολαιογράφου ...

Ξένης Τζινάλα - Κακαρόντζα, στο οποίο μνημονεύονται και τα στοιχεία της, εκδοθείσης το έτος 1997, αστυνομικής ταυτότητας της, αλλά και στην, επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από την εναγομένη, από 05.05.2004 ένορκη εξέταση της ως καταγγέλλουσας ενώπιον του Πταισματοδίκη Γρεβενών, διέμενε δε στην πατρική της οικία μαζί με τα άλλα αδέλφια της, που είχαν κοινή οικονομία με τη μητέρα τους.

Ως εκ τούτου δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό ότι κατά τις επικρατούσες τότε κοινωνικές συνθήκες αυτή αγόρασε μόνη το επίδικο ακίνητο και ότι εξόφλησε το τίμημα ύψους 40.000 δραχμών μόνη της. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου δεν αναιρείται ακόμη και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι αυτή ήταν τότε ηλικίας είκοσι ενός (21) ετών, διότι, όπως η ίδια ισχυρίζεται, γεννήθηκε στις 10-09-1938 και, ενόψει του ότι τα αρχεία της Κοινότητος Γρεβενών κάηκαν το έτος 1942, εκ παραδρομής γράφηκε γεννηθείσα το έτος 1942.

Η κατάθεση της εξετασθείσας ως μάρτυρος, μετά από πρόταση της ενάγουσας, Ε. Π. -Κ. (η οποία εν συνεχεία παρενέβη προσθέτως υπέρ αυτής), ότι πώλησε ατύπως το επίδικο στην ενάγουσα το έτος 1959, δεν κρίνεται πειστική διότι περιέχει αντιφάσεις. Ειδικότερα, αναφορικά με την καταβολή του τιμήματος των 40.000 δραχμών, που ισχυρίζεται η ενάγουσα ότι της κατέβαλε, εξεταζόμενη στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατέθεσε ότι το τίμημα το έλαβε από την ενάγουσα σε δύο δόσεις, ενώ επανεξεταζόμενη συμπληρωματικά στο ακροατήριο του δικαστηρίου τούτου κατέθεσε ότι έλαβε 20 χρυσές λίρες ως "καπάρο" (οι οποίες πρέπει να σημειωθεί ότι κατά τον επικαλούμενο χρόνο (Σεπτέμβριο 1959) αντιστοιχούσαν σε 5.712 δραχμές, βάσει της ισοτιμίας αυτής προς τη δραχμή που ανέρχονταν τότε σε 285,60 δραχμές η χρυσή λίρα και αργότερα ένα υφαντό χειροποίητο χαλί, επιχειρώντας έτσι να στηρίξει τον όψιμο ισχυρισμό της ενάγουσας (προβάλλεται για πρώτη φορά στο δεύτερο βαθμό) ότι προς εξόφληση του τιμήματος παρέδωσε και ένα χαλί που η ίδια ύφανε, ενώ αναφορικά με τη μη σύνταξη συμβολαίου για το δήθεν πωληθέν επίδικο, αναφέρει, αντιφατικώς, ότι η ενάγουσα της έδωσε χρήματα, αλλά το πωληθέν οικόπεδο έμεινε χωρίς συμβόλαια διότι ήταν φτωχή γυναίκα, ερχόμενη έτσι σε πλήρη αντίθεση και με τον ισχυρισμό της ίδιας της ενάγουσας ότι ως υφάντρια εισέπραττε πολλά, για την εποχή, χρήματα, είχε δε φθάσει να εισπράττει και μια χρυσή αγγλική λίρα ημερησίως.

Αλλά και η κατάθεση της άλλης μάρτυρος της ενάγουσας, θυγατέρας της, Κ. Β., περί άτυπης αγοράς του επιδίκου εκ μέρους της μητέρας της και άσκησης πράξεων νομής αυτής, δεν μπορεί να γίνει πιστευτή, αφού η μάρτυρας αυτή, ενόψει της ηλικίας της, δεν έχει ιδία αντίληψη, αλλά αρύεται τις σχετικές πληροφορίες από την ενάγουσα μητέρα της.

Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δεν έγινε άτυπη πώληση και δεν παραδόθηκε η νομή του επιδίκου ακινήτου στην ενάγουσα, όπως αυτή διατείνεται, κατά το έτος 1959 και περαιτέρω δεν άσκησε διακατοχικές πράξεις επ’ αυτού, με την πεποίθηση ότι είναι κυρία τούτου, μέχρι το έτος 2000. Άλλωστε, αυτή, μετά τον κατά το έτος 1968 γάμο της, εγκαταστάθηκε στα Γρεβενά και οι επισκέψεις της στον ...

και τους συγγενείς της είχαν χαρακτήρα κοινωνικό και δεν συνδέονταν με την καλλιέργεια (και δη κηπευτικών, που απαιτούν παρουσία και φροντίδα), την επίβλεψη, την περίφραξη ή την εκμίσθωση σε τρίτους του επιδίκου ακινήτου. Και ναι μεν η Σ. Γ. στην προαναφερόμενη υπ’ αριθμόν .../2005 ένορκη βεβαίωση της ενώπιον της συμβολαιογράφου ...

Αικατερίνης Θώδα - Ακριβούλη αναφέρει ότι το επίδικο οικόπεδο είχε εκμισθώσει η ενάγουσα στον ξυλέμπορο πατέρα της για δέκα έτη και δη από το έτος 1978 με 1979 έως το έτος 1988 με 1989 για την εναπόθεση ξυλείας, πλην όμως η κατάθεση της δεν γίνεται πιστευτή, διότι κανένα μισθωτήριο ή απόδειξη μισθώματος δεν προσκομίζεται, όπως θα ήταν εύλογο, για μία τέτοια μακροχρόνια επαγγελματική μίσθωση.

Εξάλλου, τέτοιες πράξεις μετά το έτος 1984, οπωσδήποτε θα προκαλούσαν την αντίδραση της εναγομένης, αφού το επίδικο οικόπεδο είχε μεταβιβασθεί από το έτος αυτό σ’ εκείνη με το προαναφερόμενο συμβόλαιο γονικής παροχής. Τα ανωτέρω, δεν αναιρούνται από το ότι η ενάγουσα δήλωσε το επίδικο ακίνητο στο έντυπο Ε9 της ..., του έτους 1998, ενόψει του ότι, η δήλωση αυτή αποτελεί μεμονωμένη πράξη και δεν μπορεί να θεωρηθεί ως εμφανής πράξη φυσικής εξουσίασης, αφού ως απόρρητη (προσωπικό δεδομένο), δεν είχε περιέλθει σε γνώση της εποπτεύουσας αυτό εναγομένης.

Εξάλλου, από το υπ’ αριθμόν .../2001 προσύμφωνο πωλήσεως ακινήτου της συμβολαιογράφου ... Ξένης Τζινάλα -Κακαρόντζα, που συνήψαν η Ε. Π. -Κ. και η ενάγουσα, με το οποίο η πρώτη υποσχέθηκε να μεταβιβάσει στη δεύτερη κατά κυριότητα το επίδικο οικόπεδο σε εκπλήρωση της άτυπης συμφωνίας που, κατά τους ισχυρισμούς τους, είχε γίνει μεταξύ αυτών το έτος 1958, που προσκομίζει και επικαλείται η ενάγουσα, δεν εξάγεται κανένα αξιόπιστο συμπέρασμα υπέρ της αλήθειας της αγωγικής βάσεως, αφού αυτό έλαβε χώρα σε χρόνο που ουσιαστικά είχε ήδη αρχίσει η αντιδικία των διαδίκων, κατά τα ανωτέρω, η δε Ε.

Π. Κ., αβάσιμα υποστηρίζει, όπως προαναφέρθηκε, λαμβάνοντας εξ αρχής το μέρος της ενάγουσας στην υπό κρίση διαφορά, ότι έγινε μία τέτοια άτυπη πώληση. Τα ίδια ισχύουν ως προς την αποδεικτική αξία των δηλώσεων της Ε. Π. - Κ. σχετικά με το επίδικο, που περιέχονται στο, συνταχθέν ενόψει της δίκης ενώπιον του Εφετείου, υπ’ αριθμόν .../2007 δικαστικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Τρούσα, που προσκομίζει και επικαλείται η ενάγουσα.

Κανένα, επίσης, αξιόπιστο συμπέρασμα δεν μπορεί να εξαχθεί και από το υπ’ αριθ. .../2000 δικαστικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου ... Περιστέρας Αρβανίτη - Κουσανά, που προσκομίζει και επικαλείται η ενάγουσα, με το οποίο η μητέρα των διαδίκων Δ. Κ. χορήγησε σ’ αυτή (ενάγουσα) την εντολή να εγείρει για λογαριασμό της αγωγή προς ακύρωση του συμβολαίου της γονικής παροχής "ένεκα πλάνης ή και απάτης" που τελέστηκε από την εναγομένη.

Πέραν του ότι τα περί "πλάνης" και "απάτης" αυτής έρχονται σε πλήρη αντίφαση και αντίθεση με τον ισχυρισμό της ενάγουσας ότι το συμβόλαιο της γονικής παροχής είναι εικονικό, αφού, όταν υπάρχει πλάνη ή απάτη, η δικαιοπρακτική δήλωση γίνεται στα σοβαρά (και επομένως δεν είναι εικονική - άρθρο 138 ΑΚ), ανεξάρτητα από το ότι πάσχει από πλάνη ή απάτη και είναι εξ αυτού του λόγου ακυρώσιμη, η υπερήλικη μητέρα των διαδίκων (που γεννήθηκε το έτος 1914), έλαβε τότε το μέρος της ενάγουσας και οδηγήθηκε στην παροχή του ανωτέρω πληρεξουσίου, αποστασιοποιούμενη από τη δηλωθείσα βούληση της στο παραπάνω συμβόλαιο γονικής παροχής, κατόπιν της επιμονής της ενάγουσας περί τούτου, ενόψει της συναισθηματικής και ψυχολογικής της αστάθειας, εξαιτίας της ηλικίας της και της καταστάσεως της υγείας της".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε κατ’ ουσίαν την ένδικη διεκδικητική κυριότητας αγωγή και ακολούθως απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεση και τους πρόσθετους λόγους έφεσης της αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση, που είχε δεχθεί τα ίδια. Έτσι που έκρινε το Εφετείο ότι δεν απέκτησε η ενάγουσα την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 974, 976, 1045 ΑΚ, αφού υπό τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους.

Περαιτέρω το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού όπως προκύπτει από το παραπάνω περιεχόμενό της διέλαβε σ’ αυτήν σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μη απόκτησης της κυριότητάς του επιδίκου από την ενάγουσα με έκτακτη χρησικτησία, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων.

Επομένως οι έκτος και όγδοος, κατά ένα μέρος, λόγοι του κύριου δικογράφου, ενδέκατος κατά το πρώτο μέρος, δέκατος τέταρτος και δέκατος πέμπτος, κατά ένα μέρος, λόγοι του πρόσθετου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, αποδίδοντας στην προσβαλλομένη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αρ.1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Οι περαιτέρω διαλαμβανόμενες αιτιάσεις στους ίδιους λόγους είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, καθ’ όσον με αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, αλλά και επειδή αφορούν ελλείψεις στην εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο, στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, καθώς και σε απλά πραγματικά και νομικά επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, που κατατείνουν στην ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής, και δεν υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Περαιτέρω ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης και ο ενδέκατος πρόσθετος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος αυτού, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες από τον αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 211, 979 και 513 ΑΚ είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, καθ’ όσον στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού το Εφετείο δεν ασχολήθηκε με την εφαρμογή των διατάξεων αυτών, οι οποίες και δεν ήταν εφαρμοστέες ενόψει των παραπάνω παραδοχών της προσβαλλομένης απόφασης.

Απορριπτέος ως απαράδεκτος είναι και ο δέκατος τέταρτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, καθ’ όσον υπό την επίκληση πλημμέλειας από τον αρ.1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και, ειδικότερα, παράβασης της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 200 ΑΚ πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων, καθώς και ελλείψεις στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού του πορίσματος.

Τέλος, με τον δέκατο πέμπτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, κατά το υπόλοιπο μέρος αυτού, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 11 β’ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη το πιστοποιητικό μεταγραφής του .../1972 συμβολαίου, με βάση το οποίο η αναιρεσίβλητη απέκτησε την κυριότητα με αιτία την πώληση του ακινήτου επί της οδού ..., (μη επίδικο), ενώ τέτοιο πιστοποιητικό δεν επικαλέσθηκε και δεν προσκόμισε με τις προτάσεις της η τελευταία.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, καθ’ όσον η σχετική αιτίαση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, δεν αφορά σε ισχυρισμό ουσιώδη, δηλαδή σε ισχυρισμό που επέδρασε στο διατακτικό της.

Κατά το άρθρο 559 αρ.8 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπό όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπό όψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.

Δεν αποτελούν πράγματα και άρα δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης αν δεν ληφθούν υπό όψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής ή ένστασης, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα, πραγματικά ή νομικά, ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, με βάση το οποίο απέρριψε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη την αγωγή κατά παραδοχή αόριστης ένστασης της εναγομένης-αναιρεσίβλητης περί ιδίας αυτής κυριότητας στο επίδικο, κτηθείσας παραγώγως με αιτία τη γονική παροχή, για την οποία συντάχθηκε συμβολαιογραφικό έγγραφο που μεταγράφηκε από την προηγούμενη κυρία αυτού, μητέρα των διαδίκων, δεχόμενο ότι είχε καταστεί αυτή κυρία του επιδίκου κατά το χρόνο της μεταβίβασης με έκτακτη χρησικτησία, ως νεμηθείσα τούτο με διακατοχικές πράξεις πλέον της εικοσαετίας, ενώ για τη θεμελίωση της ιστορικής βάσης της σχετικής ένστασης, δεν εξέθετε στις προτάσεις της, πράξεις νομής διενεργηθείσες από την τελευταία ώστε να είναι ορισμένη, μετά την αμφισβήτηση από την αναιρεσείουσα της κυριότητας της δικαιοπαρόχου της.

Από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο απέρριψε κατ’ ουσίαν την αγωγή, επειδή δεν αποδείχθηκε η ιστορική βάση της αγωγής και, ειδικότερα, επειδή δεν αποδείχθηκε ότι η αναιρεσείουσα νεμήθηκε ποτέ το επίδικο ακίνητο και, συνεπώς, ότι απέκτησε την κυριότητα αυτού με έκτακτη χρησικτησία, στην οποία και θεμελίωνε με την ένδικη αγωγή την κτήση αυτού του δικαιώματος (άλλωστε η έρευνα της βασιμότητας της ένστασης ιδίας κυριότητας της εναγομένης, προϋπέθετε την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής).

Συνεπώς ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθ’ όσον στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι η αγωγή απορρίφθηκε κατά παραδοχή της αόριστης ένστασης περί ιδίας κυριότητας της εναγομένης-αναιρεσίβλητης. Απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο δωδέκατος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ότι, δηλαδή, το Εφετείο παρά το νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την περί ιδίας κυριότητας ένσταση της αναιρεσίβλητης, την οποία δέχθηκε ως ορισμένη και κατά παραδοχή αυτής απέρριψε κατ’ ουσίαν την αγωγή της αναιρεσείουσας, καθ’ όσον στηρίζεται στην ίδια πιο πάνω εσφαλμένη προϋπόθεση.

Περαιτέρω ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης-εναγομένης από τη διάταξη του άρθρου 211 ΑΚ, περί αντιπροσώπευσης της συγκυρίας του επιδίκου Ε.

Π., κατά την αγορά τούτου από τη μητέρα της και δικαιοπάροχό της (Δ. Κ.) από την φερόμενη ως πωλήτρια και επίσης συγκυρία αυτού Ε. Π., ενώ τέτοιος ισχυρισμός δεν προβλήθηκε με τις προτάσεις της στο δικαστήριο της ουσίας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δεν δέχθηκε ότι προβλήθηκε τέτοιος ισχυρισμός, ούτε έλαβε υπόψη του τέτοιον ισχυρισμό για να καταλήξει στο προαναφερόμενο αποδεικτικό του πόρισμα.

Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ’ αντιδιαστολή προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.

Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 παρ. 11 γ’ Κ.Πολ.Δ., υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνον ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός, καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ.ΑΠ 2/2008, Ολ.ΑΠ 14/2005).

Εξάλλου, επί παραπόνου για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, που προσκομίσθηκαν με επίκληση, πρέπει για το παραδεκτό του λόγου αυτού, να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους, να καθορίζεται ο ισχυρισμός το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με τα αποδεικτικά αυτά μέσα, καθώς και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Στην προκείμενη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο του κυρίου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης και το δεύτερο μέρος του δέκατου τρίτου πρόσθετου λόγου η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτιάσεις από τον αρ. 11 γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων: 1) το αντίγραφο από το βιβλίο αδικημάτων και συμβάντων του Α.Τ. ...

και την καταχώριση, στις 4-12-2007, της εισαγγελικής παραγγελίας που δόθηκε μετά από αίτηση της αναιρεσείουσας για την ειρηνική επίλυση διαφοράς που ανέκυψε για το επίδικο ακίνητο, μεταξύ αυτής και του ιδιοκτήτη όμορου ακινήτου Α. Γ., καθώς και τη δήλωση του τελευταίου περί συμμόρφωσής του (πέμπτος λόγος) και 2) την από 5-12-2005 ένορκη κατάθεση της Α.

Λ. ενώπιον της Πταισματοδίκη Λάρισας (δέκατος τρίτος πρόσθετος λόγος), έγγραφα τα οποία επικαλέσθηκε και προσκόμισε στο Εφετείο με τις προτάσεις της προς απόδειξη της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής της και, ειδικότερα, της διενέργειας πράξεων νομής στο επίδικο ακίνητο και της οικονομικής δυνατότητάς της για την αγορά αυτού.

Από την επισκόπηση όμως της προσβαλλόμενης απόφασης και, ειδικότερα, από την περιεχόμενη σ’ αυτήν βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, σε συνδυασμό με τις προαναφερόμενες σκέψεις που η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει για τη στήριξη του αποδεικτικού της πορίσματος, δεν καταλείπεται καμία απολύτως αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα συγκεκριμένα έγγραφα, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά.

Επομένως, οι παραπάνω λόγοι αναίρεσης ως προς τη μη λήψη υπόψη από το Εφετείο των επίμαχων αποδεικτών μέσων πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335 και 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του, ως προς την αλήθεια ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (Ολομ ΑΠ 8/2016).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 β’ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της παραπάνω διάταξης ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν νοούνται και εκείνες, των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.

Τέτοιες αποδείξεις είναι, μεταξύ άλλων, η συμπληρωματική εξέταση των μαρτύρων για την παροχή διευκρινίσεων που διατάσσεται από το δικαστήριο (άρθρο 411 ΚΠολΔ) και περιέχεται στο σχετικό πρακτικό συνεδρίασης αυτού (ΑΠ 477/2006, ΑΠ 528/1993). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός θα πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο:

α) ποιες είναι οι αποδείξεις, των οποίων δεν έγινε νόμιμη επίκληση, τις οποίες έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας και ποιο είναι το περιεχόμενό τους, β) ο ισχυρισμός, για τον οποίο το δικαστήριο έλαβε υπόψη τις κρίσιμες αποδείξεις και γ) η επίδραση που είχαν αυτές στο διατακτικό της απόφασης. Για τον έλεγχο της ουσιαστικής βασιμότητας του πιο πάνω αναιρετικού λόγου είναι αναγκαία η προσκόμιση του αποδεικτικού μέσου, στο οποίο αφορά η αποδιδόμενη πλημμέλεια, προκειμένου να διακριβωθεί το περιεχόμενό του, με βάση το οποίο θα ελεγχθεί ότι λήφθηκε πράγματι υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον όγδοο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται, κατ’ εκτίμηση, στην προσβαλλόμενη απόφαση η από η πιο πάνω διάταξη προβλεπόμενη πλημμέλεια, διότι το Εφετείο για τη συναγωγή της απορριπτικής δικανικής του κρίσης, "αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα της πώλησης του οικοπέδου της ...

από την Ε. Κ....και τη μητέρα της Ε. Κ....στην αναιρεσείουσα ως αποκλειστική αγοράστρια και έκτοτε νομέα του και κυρία με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας" και το σχηματισμό του προαναφερόμενου αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη τις διευκρινίσεις που δόθηκαν ενώπιόν του από τους μάρτυρες που είχαν εξεταστεί πρωτοδίκως (και ιδίως του μάρτυρα ανταπόδειξης Μ.

Κ.) και περιέχονται στα 50/2009 πρακτικά συνεδρίασης αυτού, τα οποία συντάχθηκαν κατά την αρχική συζήτηση της ένδικης έφεσης στη δικάσιμο της 10-4-2009, σε εκτέλεση της 286/2008 παρεμπίπτουσας απόφασης του ίδιου δικαστηρίου, με την οποία διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, προκειμένου να εμφανισθούν αυτοπροσώπως, μεταξύ άλλων, οι παραπάνω μάρτυρες για την παροχή διευκρινίσεων, των οποίων δεν έγινε νόμιμη επίκληση ούτε από την αναιρεσείουσα ούτε από την αναιρεσίβλητη με τις από 13/12/2012 έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν μετά την επαναληφθείσα συζήτηση της υπόθεσης, κατά την εκδίκαση της έφεσης, της πρόσθετης παρέμβασης και των πρόσθετων λόγων αυτών, στη δικάσιμο της 14/12/2012, μετά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος, διότι δεν προσδιορίζεται με το αναιρετήριο ποιο είναι το περιεχόμενο των επίμαχων διευκρινίσεων των εξετασθέντων μαρτύρων, που περιλαμβάνονται στα επικαλούμενα πρακτικά και ποια ήταν η επίδραση που άσκησαν στην έκβαση της δίκης και, ειδικότερα, στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.

Σε κάθε όμως περίπτωση, ο ίδιος λόγος είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος, αφού δεν προσκομίζονται τα επικαλούμενα πρακτικά, ώστε να διακριβωθεί ποιο είναι το περιεχόμενο των διευκρινίσεων που δόθηκαν από τους πιο πάνω μάρτυρες και αν η λήψη αυτών υπόψη του δικαστηρίου επέδρασαν στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, αναφέρεται δε σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα του δικονομικού δικαίου. Εξάλλου κατά το άρθρο 80 Κ.Πολ.Δ. αν σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης να ασκήσει σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή πρόσθετη παρέμβαση για να υποστηρίξει το διάδικο αυτόν.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης απαιτείται έννομο συμφέρον του προσθέτως παρεμβαίνοντος, το οποίο υπάρχει όταν η έκβαση της δίκης μπορεί να βλάψει τα δικαιώματά του ή να δημιουργήσει σ’ αυτόν νομικές υποχρεώσεις. Στην προκείμενη περίπτωση με τον έβδομο λόγο αναίρεσης και το συναφή δέκατο έβδομο πρόσθετο λόγο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ότι, δηλαδή, το Εφετείο παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτους τους πρόσθετους λόγους που άσκησε η προσθέτως υπέρ της αναιρεσείουσας παρεμβάσα.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθ’ όσον από καμία διάταξη νόμου δεν προβλέπεται η δυνατότητα άσκησης πρόσθετων λόγων από τον προσθέτως παρεμβάντα στην εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη, το έννομο συμφέρον του οποίου αναλώθηκε με την άσκηση αυτής, όταν μάλιστα στην κρινόμενη περίπτωση οι ισχυρισμοί που προβάλλονται με τους επικαλούμενους πρόσθετους λόγους της πρόσθετης παρέμβασης (όπως αυτοί εκτίθενται στο κύριο και πρόσθετο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης) αφορούν:

α) "στην ένσταση εικονικότητας του .../1984 συμβολαίου γονικής παροχής... ως προς τις δηλώσεις της μητέρας των διαδίκων Δ. Κ. περί δήθεν απόκτησης κυριότητας επί του οικοπέδου της ...", β) "στην ένσταση εικονικότητας του .../1972 συμβολαίου αγοραπωλησίας...ως προς τον εμφανιζόμενο εικονικό αγοραστή Σ. Τ...." και γ) "στον ουσιώδη αυτοτελή ισχυρισμό ότι τα οικόπεδα τα πουλούσαν πάντοτε μαζί με τη μητέρα της....ήταν αδύνατο στην Ε.

Κ...να θυμάται για κάθε αγοραστή το τίμημα του οικοπέδου..", ζητήματα, τα οποία έχουν ήδη ερευνηθεί και απορριφθεί ως αβάσιμα με την προσβαλλόμενη απόφαση.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 352 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. η ομολογία του διαδίκου, προφορική ή γραπτή, ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει τη δίκη ή του εντεταλμένου δικαστή, αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η ως άνω δικαστική ομολογία πρέπει να γίνεται μόνο κατά τον διαγραφόμενο από την παραπάνω διάταξη τύπο, ο οποίος συνίσταται σε δήλωση ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή εκτός του ακροατηρίου ενώπιον εντεταλμένου δικαστή, προφορική ή έγγραφη, ή ενώπιον του εισηγητή δικαστή που διεξάγει τις αποδείξεις, ενώ κάθε άλλη ομολογία είναι εξώδικη. Ως δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση νοείται το δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί η υπόθεση κατά το χρόνο πραγματοποίησης της ομολογίας.

Συνεπώς η ομολογία που γίνεται ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ισχύει ως δικαστική και για το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της υποθέσεως συνεπεία ασκήσεως ενδίκου μέσου και δεν απαιτείται η επίκληση του αποδεικτικού αυτού μέσου από τον αντίδικο του ομολογήσαντος, αφού η δικαστική ομολογία λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, κατ’ άρθρο 352 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 159/2010), αναίρεση δε χωρεί μόνον αν ο αναιρεσείων είχε επικαλεσθεί την ομολογία και το δικαστήριο δεν την έλαβε υπόψη του ή αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ανύπαρκτη ομολογία (Ολ ΑΠ 498/1978).

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 354 του ίδιου Κώδικα, όποιος ομολόγησε μπορεί να ανακαλέσει την ομολογία του μόνον αν αυτός αποδείξει ότι δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η δικαστική ομολογία μπορεί να ανακληθεί σε οποιαδήποτε στάση της δίκης, μη υποκείμενη σε οποιονδήποτε χρονικό περιορισμό, όπως των άρθρων 269 και 527 Κ.Πολ.Δ.

Επομένως αυτή μπορεί να ανακληθεί και ενώπιον του Εφετείου με δήλωση του ομολογήσαντος, η οποία περιέχεται στην έφεση ή στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων ή στις προτάσεις. Μετά την ανάκληση της ομολογίας, δηλαδή την απόδειξη ότι αυτή δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια, παύει να αποτελεί απόδειξη κατά του διαδίκου που προέβη σε αυτήν και να είναι δεσμευτική για το δικαστήριο, με αποτέλεσμα να επέρχεται ανατροπή των δικονομικών συνεπειών της.

Η λήψη δε υπόψη από το δικαστήριο ομολογίας δικαστικής ή εξώδικης, η οποία ανακλήθηκε, ως μη ανταποκρινόμενη στην αλήθεια, ιδρύει, ενόψει του ότι αποτελεί ανύπαρκτο αποδεικτικό μέσο, τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 β’ λόγο αναίρεσης. Αν όμως το δικαστήριο στηρίζεται στο σύνολο των αποδείξεων και επαλλήλως ή επικουρικώς στην ομολογία αλυσιτελώς πλήττεται με τον αναιρετικό αυτό λόγο μόνον η τελευταία αιτιολογία.

Στην προκείμενη περίπτωση με τον ένατο, κατά το πρώτο μέρος, λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.11 β’ ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι "και η ίδια η ενάγουσα αποδέχεται (στην ένδικη αγωγή) ότι το οικόπεδο που διεκδικεί ως καταληφθέν από την εναγομένη είναι αυτό για το οποίο έγινε η γονική παροχή" συνήγαγε δικαστική ομολογία της αναιρεσείουσας ως προς την ταυτότητα του επίδικου ακινήτου, χωρίς να έχει γίνει επίκληση της ομολογίας αυτής εκ μέρους της αναιρεσίβλητης.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, η προαναφερόμενη αναιρετική πλημμέλεια χωρεί μόνον αν ο αναιρεσείων είχε επικαλεσθεί την ομολογία και το δικαστήριο δεν την έλαβε υπόψη του ή αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ανύπαρκτη ομολογία, και όχι αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του, αυτεπαγγέλτως (δηλαδή και χωρίς επίκληση του αντιδίκου του ομολογήσαντος) δικαστική ομολογία.

Περαιτέρω με τον ένατο πρόσθετο, κατά το δεύτερο μέρος, επικουρικό λόγο αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση, κατ’ εκτίμηση, οι πλημμέλειες από τους αρ. 11 β’ και 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. συνιστάμενες στο ότι το Εφετείο κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη του νέο αυτοτελή ισχυρισμό της αναιρεσείουσας που προβλήθηκε με σχετικό λόγο του κύριου και του πρόσθετου δικογράφου της έφεσης, περί ανάκλησης της ομολογίας που εμπεριέχεται στην ένδικη αγωγή της ως προς το ουσιώδες ζήτημα της ταυτότητας του επίδικου ακινήτου και ότι παρά το νόμο δέχθηκε την ύπαρξη του πιο πάνω ανύπαρκτου αποδεικτικού μέσου.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης και των πρόσθετων λόγων αυτής προκύπτει ότι δεν υπήρξε σαφής και συγκεκριμένη δήλωση περί ανάκλησης της επικαλούμενης ομολογίας της αναιρεσείουσας ούτε γίνεται καμία αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση περί του ότι η ομολογία αυτή δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, ώστε να θεωρείται ανύπαρκτο αποδεικτικό μέσο.

Σε κάθε όμως περίπτωση ο πιο πάνω πρόσθετος λόγος είναι, στο σύνολό του, απορριπτέος και ως αλυσιτελής, διότι από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης και, ειδικότερα, από τις παραδοχές ότι: "δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα κατά το έτος 1959 προέβη σε άτυπη αγορά του επίδικου ακινήτου....και ότι έκτοτε ασκούσε συνεχώς επ’ αυτού πράξεις νομής μέχρι το έτος 2000 και ότι έπρεπε να απορριφθεί η ένδικη αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, η οποία έχει ακριβώς αυτή τη βάση (της έκτακτης χρησικτησίας)", οι οποίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της, προκύπτει ότι το Εφετείο δεν κατέληξε στην πιο πάνω απορριπτική του κρίση, βασιζόμενο κυρίως στην επικαλούμενη δικαστική ομολογία της αναιρεσείουσας, η οποία στην πραγματικότητα αποτελεί επιχείρημα του δικαστηρίου για την ενίσχυση της κρίσης του ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μη απόκτησης κυριότητας της αναιρεσείουσας στο επίδικο ακίνητο με έκτακτη χρησικτησία.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ,. κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο, συνάγεται ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται μόνον, όταν το δικαστήριο κατά προφανή παρανόηση, δηλαδή μη ορθή ανάγνωση του περιεχομένου αποδεικτικού εγγράφου, κατά την έννοια των άρθρων 432 επ Κ.Πολ.Δ., δέχθηκε ως μνημονευόμενα σε αυτό πραγματικά περιστατικά, τα οποία όμως είναι καταδήλως διάφορα των πράγματι διαλαμβανομένων στο έγγραφο, ακολούθως δε στηριζόμενο αποκλειστικώς στο ίδιο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, οδηγείται σε ουσιαστική κρίση βλαπτική για τον επικαλούμενο τον πιο πάνω αναιρετικό λόγο.

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε την κρίση του για την βασιμότητα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως κλπ., στηριζόμενο σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, το δε φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο το συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, χωρίς να στηριχθεί κυρίως ή αποκλειστικώς σε αυτό, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί σε κρίση διαφορετική από εκείνη την οποία εκλαμβάνει ως ορθή εκείνος που προβάλλει ότι χώρησε παραμόρφωση του εγγράφου.

Και τούτο, επειδή η κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας, που έχει εξαχθεί από την συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων είναι κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. αναιρετικώς ανέλεγκτη. Στην προκείμενη περίπτωση με τον δέκατο πρόσθετο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς το κατ’ ουσία αβάσιμο της ένδικης αγωγής παραμόρφωσε το περιεχόμενο του .../1984 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου ...

Α.Τ., σε σχέση με το ουσιώδες ζήτημα της ταυτότητας του επιδίκου ακινήτου και, ειδικότερα, ως προς τα όρια αυτού, τόσο ως προς τα σημεία του ορίζοντα όσο και ως προς τους ιδιοκτήτες των όμορων ακινήτων, δεχόμενο διαφορετικά όρια από τα αναγραφόμενα σε αυτό, αλλά και ότι στο πιο πάνω συμβολαιογραφικό έγγραφο το ακίνητο που αναφέρεται είναι το επίδικο, έστω και με διαφορετική κατά ένα μέρος περιγραφή.

Όπως όμως προκύπτει από τις αιτιολογίες της προσβαλλομένης απόφασης, το Εφετείο σχημάτισε τη δικανική του κρίση για το ουσιώδες ζήτημα της ταυτότητας του επίδικου ακινήτου, δεχόμενο ότι ταυτίζεται με το αναφερόμενο στο επίμαχο συμβολαιογραφικό έγγραφο ακίνητο, έστω και αν η περιγραφή του στο ίδιο έγγραφο είναι διαφορετική, από τη συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα), τα οποία προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι για το ίδιο ζήτημα, χωρίς να στηρίξει την κρίση του αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο στο φερόμενο ως παραμορφωθέν κατά το περιεχόμενό του έγγραφο.

Συνεπώς ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται : α) για παράβαση που δε μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νόμιμη κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Συνεπώς αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών που έχει ηττηθεί πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο αυτός στηρίζεται είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο με λόγο της έφεσής του ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προβλεπόμενες στην παραπάνω διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 α’ Κ.Πολ.Δ. η απόφαση αναιρείται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Στην προκείμενη περίπτωση με τον δέκατο τρίτο πρόσθετο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 11 α’ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη το .../1984 συμβόλαιο γονικής παροχής προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων για την παράδοση της νομής του επιδίκου στην αναιρεσίβλητη από τη μητέρα των διαδίκων, χωρίς προηγουμένως να ερευνήσει την ένσταση εικονικότητας των δηλώσεων βούλησης των συμβληθέντων σε αυτό, τις οποίες η αναιρεσείουσα είχε νομοτύπως προσβάλλει ως εικονικές.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που τον στηρίζει, περί μη λήψης υπόψη του παραπάνω εγγράφου ως εικονικού, είχε προταθεί νομοτύπως στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ δεν συντρέχει καμία από τις κατ’ εξαίρεση περιπτώσεις της αυτεπάγγελτης λήψης υπόψη ενός τέτοιου ισχυρισμού.

Ο ίδιος λόγος είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε, εκτιμώντας ανελέγκτως τις αποδείξεις, ότι δεν είναι εικονικές οι δηλώσεις των συμβληθέντων στο παραπάνω συμβολαιογραφικό έγγραφο και με βάση αυτή την παραδοχή δέχθηκε και την παράδοση της νομής του επιδίκου από τη μητέρα των διαδίκων στην αναιρεσίβλητη.

Η περαιτέρω αιτίαση που προβάλλεται με τον παραπάνω πρόσθετο λόγο, κατά το δεύτερο μέρος, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην προαναφερόμενη αναιρετική πλημμέλεια, διότι κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, ως προς την ταυτότητα του επιδίκου, έλαβε υπόψη μη επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο και, ειδικότερα ότι έλαβε υπόψη την .../2008 ένορκη βεβαίωση του Π.

Γ., την οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε η αναιρεσίβλητη, χωρίς προηγουμένως να απαντήσει στην ένσταση εικονικότητας, που είχε προβάλει η αναιρεσείουσα με τις προτάσεις της στο δικαστήριο της ουσίας, σχετικά με την τοποθεσία "γύφτικα" που αναφέρει ο ενόρκως βεβαιών Π.Γ. ότι βρίσκεται το επίδικο, ενώ αυτό βρίσκεται σε άλλη τοποθεσία, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι υπό την επίκληση της πλημμέλειας από το άρθρο 559 αρ.11 α’ ΚΠολΔ αμφισβητείται η αποδεικτική αξία της ένορκης αυτής βεβαίωσης, η εκτίμηση του περιεχομένου της οποίας υπόκειται στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ). Δικαστικά έξοδα δεν επιβάλλονται σε βάρος της ηττηθείσας αναιρεσείουσας, ελλείψει σχετικού αιτήματος της αναιρεσίβλητης, η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου της, κατ’ άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, χωρίς να καταθέσει έγγραφες προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24/10/2013 αίτηση και τους από 18/7/2014 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της 216/2013 απόφασης του Εφετείου Λάρισας.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Μαρτίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ