365/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΜε την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 40/2011 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την από 6.3.2007 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 217/2007 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης. Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η από 22.3.2007 αγωγή του αναιρεσείοντος, με την οποία αυτός, επικαλούμενος παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητάς του από τον αναιρεσίβλητο, ζήτησε, περιορίζοντας παραδεκτά την αγωγή του από καταψηφιστική σε αναγνωριστική, να αναγνωρισθεί ότι ο αντίδικός του υποχρεούται να του καταβάλει νομιμοτόκως το ποσό των 300.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που του προκάλεσε με την παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς του. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).
Legislator headnote
AI generated365/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνακόλουθα η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 365 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 365/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Π. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Βερώνη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Ο. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Σαββίδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22 Μαρτίου 2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κοζάνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 217/2007 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 40/2011 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας . Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22 Μαρτίου 2012 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 22 Φεβρουαρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 40/2011 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την από 6.3.2007 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 217/2007 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης. Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η από 22.3.2007 αγωγή του αναιρεσείοντος, με την οποία αυτός, επικαλούμενος παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητάς του από τον αναιρεσίβλητο, ζήτησε, περιορίζοντας παραδεκτά την αγωγή του από καταψηφιστική σε αναγνωριστική, να αναγνωρισθεί ότι ο αντίδικός του υποχρεούται να του καταβάλει νομιμοτόκως το ποσό των 300.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που του προκάλεσε με την παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς του. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).
2. Κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (ΟλΑΠ 1/1999).
Δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).
Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της απόφασης, δηλαδή εφόσον προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (ΟλΑΠ 20/2005).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι αυτή, διαβεβαιώνοντας ότι έλαβε υπόψη το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που παραδεκτά επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: "Στις 15.12.2003 ο ενάγων (αναιρεσείων) μεταφέρθηκε στο Γενικό Νομαρχιακό Νοσοκομείο Κοζάνης "ΜΑΜΑΤΣΕΙΟ", προκειμένου να υποβληθεί σε ιατρικές εξετάσεις λόγω προηγηθέντος λιποθυμικού επεισοδίου, το οποίο είχε λάβει χώρα την ίδια ημέρα και λίγη ώρα νωρίτερα στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κοζάνης, όπου εκδικαζόταν υπόθεσή του.
Στις 16.12.2003, μετά από αίτηση της Παθολογικής Κλινικής όπου νοσηλευόταν, εξετάσθηκε από τον εναγόμενο (αναιρεσίβλητο), ο οποίος είναι ιατρός νευρολόγος -ψυχίατρος και Διευθυντής της Ψυχιατρικής Κλινικής του Νοσοκομείου. Ο εναγόμενος, κατά την προσέλευση του ενάγοντος στο γραφείο του και συγκεκριμένα πριν αρχίσει την εξέταση, τον ρώτησε εάν επιθυμεί να υποβληθεί σ' αυτή και όταν ο τελευταίος δήλωσε ότι δεν έχει αντίρρηση, τότε μόνο προέβη στην εξέτασή του.
Ακολούθως συνέταξε το από 17.12.2003 πόρισμά του, το οποίο έχει ως εξής: "Κατάσταση άγχους, αναμενόμενη από το δικαστικό αγώνα που διεξάγει. Κατά την παρούσα εξέταση δεν διαπιστώθηκε ενεργός σημειολογία ψυχικής νόσου. Σύμφωνα με το ιστορικό νομίζουμε ότι χρήζει νευρολογικού ελέγχου". Στη συνέχεια ο ενάγων κατέθεσε στις 12.3.2004 ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Κοζάνης την από 10.3.2004 μήνυσή του κατά αγνώστων, στην οποία κατήγγειλε, μεταξύ άλλων, ότι κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του στο ως άνω νοσοκομείο εξετάσθηκε χωρίς τη συγκατάθεσή του από ψυχίατρο, επιρρίπτοντας στους γιατρούς σκοπιμότητα σπίλωσης του ονόματός του ως δασκάλου εν ενεργεία...
Μετά την υποβολή της μήνυσης αυτής διατάχθηκε από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Κοζάνης προκαταρκτική εξέταση..., και στα πλαίσια αυτής κλήθηκε προς εξέταση χωρίς όρκο ο εναγόμενος, ο οποίος την 1 Ιουνίου 2004, ενώπιον της Πταισματοδίκου Κοζάνης και σε ερώτησή της "τι εξηγήσεις δίνετε στους ισχυρισμούς του μηνυτή", κατέθεσε τα ακόλουθα: "Τον κ.
Π. εξέτασα κατόπιν παραπομπής του από την Παθολογική Κλινική του Νοσοκομείου, όπου νοσηλευόταν για λιποθυμικό επεισόδιο. Διαπίστωσα κατάσταση άγχους, αναμενόμενη από το δικαστικό αγώνα που διεξάγει. Κατά την εξέταση αυτή δεν διαπιστώθηκε ενεργός σημειολογία ψυχικής νόσου. Σύμφωνα με το ιστορικό του συνέστησα νευρολογικό έλεγχο.
Δεν του χορήγησα φαρμακευτική αγωγή, διότι η επιστημονική γνώμη που διαμόρφωσα, ήταν ότι επρόκειτο για παρανοειδή διαταραχή προσωπικότητας, για την οποία δεν συνιστάται φαρμακευτική αγωγή". Στη συνέχεια, στις 7 Μαρτίου 2006, σε δίκη που διεξαγόταν ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κοζάνης ύστερα από μήνυση του ενάγοντος με κατηγορουμένους αφενός μεν τους ιατρούς Ν.
Ζ. και Γ. Μ. για τις πράξεις της ψευδούς βεβαίωσης, της νόθευσης εγγράφου και της ψευδορκίας μάρτυρα, αφετέρου δε τον αρχιτέκτονα μηχανικό Ε. Χ. για ηθική αυτουργία στις ως άνω πράξεις και για χρήση ψευδούς βεβαίωσης κατ' εξακολούθηση, ο εναγόμενος, εξεταζόμενος ως μάρτυρας υπεράσπισης του κατηγορουμένου Γ.
Μ., κατέθεσε μεταξύ άλλων... και τα ακόλουθα: "Τον Δεκέμβριο 2003 εξέτασα τον Π.. Παραπέμφθηκε σε μένα από το Παθολογικό με λιποθυμικό επεισόδιο. Η ειδικότητά μου είναι νευρολόγος - ψυχίατρος. Κατά παραπομπή τον εξέτασα εγώ. Δεν υπάρχει νευρολογικό τμήμα. Όταν δεν υπάρχει νευρολογικό τμήμα, νοσηλεύεται εκεί, στο παθολογικό.
Τον εξέτασα κατά τη νοσηλεία του εκεί. Εξέρχεται από το νοσοκομείο με οριακή λιποθυμία. Στην προηγούμενη κατάθεση είχα πεί ότι η παρανοειδής διαταραχή της προσωπικότητας, δεν επιδέχεται φαρμακευτική αγωγή. Στην αρχή που τον εξέτασα είπα ότι δεν έχει ψυχική νόσο. Το λιποθυμικό επεισόδιο εκδηλώνεται από πολλές αιτίες, όπως πάθηση, χαρά, συγκίνηση και άλλες.
Κατά την επιστημονική σκέψη, η οριακή λιποθυμία δεν είναι σαφής. Νοσηλεύτηκε στο Παθολογικό με αναφερόμενο λιποθυμικό επεισόδιο... Λέμε πολλές φορές για ψυχαναγκαστικό άτομο, ψυχαναγκαστική διαταραχή της προσωπικότητας". Κατά την παραπάνω κατάθεσή του... ανέγνωσε απόσπασμα σχετικά με την παρανοειδή διαταραχή της προσωπικότητας από δυο σελίδες του βιβλίου Ψυχικές Διαταραχές και Διαταραχές Συμπεριφοράς...".
Στη συνέχεια παρατίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με του οποίους "...ισχυρίζεται ότι η κατάθεση του εναγομένου... είναι ψευδής και υβριστική γι' αυτόν, ότι ο τελευταίος γνώριζε ότι πρόκειται περί ψευδούς διαγνώσεως και έπραξε τούτο με σκοπό να βλάψει την τιμή και την υπόληψή του και εν γένει την προσωπικότητά του τόσο σε προσωπικό και κοινωνικό επίπεδο όσο και σε επαγγελματικό, καθόσον είναι εν ενεργεία δάσκαλος, ότι ο εναγόμενος αν και γνώριζε πολύ καλά ότι δεν πάσχει από καμία ψυχική νόσο, αφού κατά την εξέτασή του δεν διέγνωσε κάτι τέτοιο, στη συνέχεια του προσδίδει την ανωτέρω διαταραχή, η οποία όμως είναι νόσος, δημιουργώντας την εντύπωση στους άλλους ότι είναι ψυχασθενής, ότι εξ αιτίας αυτής της καταθέσεως υπέστη ζημία..., ότι η διάγνωση αυτή χρησιμοποιήθηκε από τη Β.
Χ.-Ν., σύζυγο του εκ των προαναφερθέντων κατηγορουμένων Ε. Χ., σε αναφορά εναντίον του, που απευθυνόταν προς τον Υπουργό Παιδείας..., με σκοπό να τον πλήξει επαγγελματικά και τέλος ότι με την κατάθεση του εναγομένου στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Κοζάνης πρόθεση του τελευταίου ήταν να τον εμφανίσει ως άτομο αναξιόπιστο, ενδεχομένως και μειωμένου καταλογισμού, και με τον τρόπο αυτό να παράσχει αρωγή στους κατηγορουμένους...".
Τους ισχυρισμούς αυτούς του αναιρεσείοντος η προσβαλλόμενη απόφαση τους απέρριψε με βάση τις ακόλουθες παραδοχές: "... ο εναγόμενος κατέθεσε ανωμοτί την 1.6.2004 ενώπιον της Πταισματοδίκου Κοζάνης όχι αυτοβούλως και με πρόθεση να βλάψει τον ενάγοντα, αλλά στα πλαίσια προκαταρκτικής εξέτασης..., μετά την υποβολή της από 10.3.2004 μηνύσεως του ενάγοντος κατ' αγνώστων για τα όσα, κατά τους ισχυρισμούς του, είχαν λάβει χώρα στο Νοσοκομείο κατά τη διάρκεια της εκεί νοσηλείας του.
Κληθείς συνεπώς ο εναγόμενος να δώσει εξηγήσεις για τους ισχυρισμούς του ενάγοντος..., κατέθεσε τη διάγνωση στην οποία προέβη, ότι δηλαδή ο ενάγων δεν έπασχε από κάποιο ψυχικό νόσημα... και ακολούθως κατέθεσε και την επιστημονική του γνώση... ότι επρόκειτο για παρανοειδή διαταραχή της προσωπικότητας, κρίση με την οποία προσδιόριζε τον χαρακτήρα του ενάγοντος.
Είναι δε χαρακτηριστικό ότι ο εναγόμενος τόσο στο από 17.12.2003 πόρισμά του όσο και στις προαναφερόμενες δυο καταθέσεις του ουδόλως χρησιμοποιεί για τον ενάγοντα τη λέξη πάσχει..., αλλά... τη λέξη πρόκειται ακριβώς για να περιγράψει τον χαρακτήρα και γενικά την προσωπικότητα του ενάγοντος. Τούτο δε διότι ο όρος παρανοειδής διαταραχή της προσωπικότητας, σύμφωνα με ψυχιατρικά συγγράμματα, δεν αποτελεί αδιαμφισβήτητα όρο ψυχικής νόσου, όπως διατείνεται ο ενάγων, αλλά αποτελεί όρο με τον οποίο προσδιορίζεται ο χαρακτήρας και γενικότερα η προσωπικότητα ενός ανθρώπου.
Συγκεκριμένα στους κόλπους της ψυχιατρικής υπάρχει διάσταση απόψεων σχετικά με το εάν οι διαταραχές προσωπικότητας θα πρέπει να θεωρούνται ψυχικά νοσήματα ή εάν αποτελούν απλώς χρήσιμη έννοια για την κατανόηση μιας παθολογικής συμπεριφοράς. Έτσι κατά μια άποψη οι διαταραχές προσωπικότητας δεν αποτελούν ψυχικά νοσήματα, γι' αυτό και ταξινομούνται σε διαφορετικούς άξονες οι ψυχικές διαταραχές, που είναι συνώνυμες με ψυχική νόσο (κατάθλιψη και σχιζοφρένεια) από τις διαταραχές προσωπικότητας, οι οποίες μπορούν να συνυπάρχουν με ψυχικές νόσους ή να εμφανίζονται ανεξάρτητα, οι διάφοροι δε τύποι διαταραχών προσωπικότητας συνιστούν όλοι ακραίες εκφάνσεις φυσιολογικών κατ' αρχήν παραλλαγών της προσωπικότητας (βλ.
Βασικό Εγχειρίδιο Ψυχιατρικής με κλινικό προσανατολισμό... των ELSPETH GUTHRIE και SHON LEWIS). Υπέρ της απόψεως ότι οι διαταραχές προσωπικότητας δεν αποτελούν ψυχική νόσο, αλλά μπορούν να πάρουν τη μορφή διαταραχών του τύπου των χαρακτηριστικών της προσωπικότητας και ότι μπορούν να συνυπάρχουν με ψυχική πάθηση και επομένως είναι κάτι διαφορετικό από ψυχική νόσο, αποφαίνονται και τα επιστημονικά συγγράμματα Συνοπτική Ψυχιατρική του Α.
Γ.... και Σύνοψη Κλινικής Ψυχιατρικής του Θ. Μ. Ακόμη στο από 31.1.2006 πόρισμα της Πειθαρχικής Επιτροπής Ανάκρισης Ιατρών ΕΣΥ του ΜΑΜΑΤΣΕΙΟΥ Γενικού Νοσοκομείου Κοζάνης, που αφορούσε πειθαρχικές παραβάσεις οκτώ ιατρών του ως άνω Νοσοκομείου, μεταξύ των οποίων και ο εναγόμενος, το οποίο συντάχθηκε... κατόπιν της από 10.8.2004 αναφοράς του ενάγοντος προς τον Διοικητή του Γενικού Νοσοκομείου Κοζάνης, αναφέρεται σχετικά με τον όρο παρανοειδής διαταραχή της προσωπικότητας ότι ο όρος αυτός δεν αποτελεί ορισμό ψυχικής ή πνευματικής διαταραχής, πνευματικής ή ψυχικής κατάστασης, αλλά αποτελεί όρο με τον οποίο προσδιορίζεται ο χαρακτήρας ενός ανθρώπου ως απότομου ή ευέξαπτου ή οξύθυμου ή ευερέθιστου, όπως οι ως άνω επιθεωρητές καταλήγουν, λαμβάνοντας προς τούτο υπόψη τις απόψεις καθηγητών του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
Επίσης και ο μάρτυρας ανταπόδειξης Ι. Τ., ιατρός νευρολόγος-ψυχίατρος, καταθέτει ότι ο όρος παρανοειδής διαταραχή της προσωπικότητας είναι χαρακτηριολογικός όρος, δηλαδή χαρακτηρίζει τον χαρακτήρα του ανθρώπου. Επομένως εφόσον στην ψυχιατρική υπάρχει διάσταση απόψεων σχετικά με το εάν οι διαταραχές της προσωπικότητας, μια εκ των οποίων είναι και η παρανοειδής, πρέπει να χαρακτηρίζονται ως ψυχικά νοσήματα ή όχι, ενώ και στο ως άνω πόρισμα αναφέρεται ότι ο όρος αυτός δεν αποτελεί ορισμό ψυχικής διαταραχής, αλλά προσδιορισμό του χαρακτήρα ενός ανθρώπου ως απότομου ή ευέξαπτου κλπ., δεν προκύπτει ότι με τον παραπάνω επιστημονικό όρο, που χρησιμοποίησε κατά την κατάθεσή του ο εναγόμενος προκειμένου να προσδιορίσει το χαρακτήρα του ενάγοντος, προσδίδει στον τελευταίο ψυχική νόσο, όπως αβάσιμα εκείνος ισχυρίζεται.
Επίσης η ανωτέρω κατάθεση του εναγομένου σχετικά με την εξέταση απ' αυτόν του ενάγοντος και τη γνώμη που σχημάτισε από την εν λόγω εξέταση, δεν αποτελεί γεγονός, αλλά επιστημονική κρίση, στην οποία προέβη όχι με πρόθεση να πλήξει και να μειώσει την προσωπικότητα του ενάγοντος, αλλά διότι κλήθηκε να καταθέσει στα πλαίσια προκαταρκτικής εξέτασης και είχε την πεποίθηση ότι εζητείτο η επιστημονική του γνώμη σχετικά με την εξέταση του τελευταίου.
Εξ άλλου αν πρόθεση του εναγομένου ήταν να βλάψει τον ενάγοντα και συγκεκριμένα να τον εμφανίσει ως άτομο αναξιόπιστο και μειωμένου καταλογισμού, προκειμένου να βοηθήσει με αυτή τη διάγνωσή του τους αντιδίκους του, εύλογο θα ήταν αμέσως μετά την εξέταση του ενάγοντος να αναγράψει στο από 17.12.2003 πόρισμά του παρανοειδής διαταραχή προσωπικότητας, τελώντας έτσι αμέσως τον ανωτέρω σκοπό του και όχι να περιμένει να καταθέσει τη διάγνωσή του γι' αυτόν αργότερα ενώπιον δικαστικής αρχής, στην οποία ήταν αδύνατο τότε (όταν συνέτασσε το πόρισμα) να προβλέψει ότι θα του δινόταν η ευκαιρία να το κάνει και η οποία δόθηκε μόνο με αφορμή την από 10.3.2004 μήνυση του εναγομένου, την υποβολή της οποίας όμως επίσης δεν θα μπορούσε τότε να προβλέψει ο εναγόμενος, αφού ο ενάγων ουδόλως βλαπτόταν από τα αναγραφόμενα στο πόρισμά του.
Ούτε περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος είχε οποιαδήποτε σχέση με τη Β. Χ.-Ν. και το σύζυγό της... ούτε πριν από την κατάθεσή του την 1.6.2004, αλλά ούτε και μετά από αυτήν, ώστε με τη διάγνωσή του να διευκολύνει τους τελευταίους για να τον βλάψουν ούτε ακόμη αποδείχθηκε ότι παρέσχε ο ίδιος οποιοδήποτε στοιχείο στην τελευταία για να το χρησιμοποιήσει στην εναντίον του αναφορά της.
Επίσης από την κατάθεση του εναγομένου ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κοζάνης... δεν προκύπτει πρόθεση βλάβης του ενάγοντος και ειδικότερα πρόθεση να καταστήσει αυτόν με την ανωτέρω διάγνωσή του αναξιόπιστο ως μειωμένου καταλογισμού άτομο, αφού κατά την εξέτασή του στη δίκη αυτή ουδέν κατέθεσε σχετικά με την ψυχική υγεία του ενάγοντος αυτοβούλως, παρά επανέλαβε όσα είχε καταθέσει γι' αυτόν την 1.6.2004 ενώπιον της Πταισματοδίκου Κοζάνης και μόνον ύστερα από επίμονες ερωτήσεις του συνηγόρου του ενάγοντος, ο οποίος παρίστατο στη δίκη αυτή ως πολιτικώς ενάγων, ανέγνωσε από σύγγραμμα Ψυχιατρικής τι είναι παρανοειδής διαταραχή προσωπικότητας, χωρίς κατά τα λοιπά να επαναλάβει την επιστημονική του γνώμη για τον ενάγοντα...
Εκ του ότι με το πόρισμα του Σ.Ε.Υ.Υ.Π. επιρρίπτονται ευθύνες στον ενάγοντα "α) για ατελή εκπλήρωση καθήκοντος, εξετάσας ψυχιατρικά τον Δ. Π. κατόπιν της προφορικής εντολής του Δ. Σ. και όχι της νομίμου έγγραφης αίτησης και β) για αναξιοπρεπή συμπεριφορά προς δημιουργία δυσμενών και επιβλαβών εντυπώσεων έναντι του Δ.
Π., καταθέσας την επιστημονική του άποψη εις άλλη αρχή και όχι εις την καθ' ύλην αρμόδια (Νοσηλευτικό Ίδρυμα)", δεν αναιρείται η αβασιμότητα των αγωγικών ισχυρισμών του ενάγοντος, αφού με το εν λόγω πόρισμα επιρρίπτονται ευθύνες στον εναγόμενο για το ότι δεν ακολουθήθηκε η τυπική διαδικασία, δηλαδή της παροχής έγγραφης εντολής για την ψυχιατρική εξέταση του ενάγοντος, δεχόμενο το πόρισμα ότι δόθηκε προφορική εντολή.
Ουσιαστικά όμως ελήφθη η συγκατάθεση του ενάγοντος για την εξέτασή του, όπως και ο ίδιος στην ως άνω μήνυσή του εκθέτει... Αλλά ούτε αποδείχθηκε ότι παραπλάνησε κάποιος τον ενάγοντα για το είδος της εξέτασης στην οποία θα υποβαλλόταν, αφού γνώριζε την ειδικότητα του εναγομένου... και συνεπώς... αντιλήφθηκε σε τι είδους εξέταση θα υποβαλλόταν.
Το ότι ο εναγόμενος κατέθεσε την επιστημονική του άποψη σε άλλη αρχή και όχι στο καθ' ύλην αρμόδιο Νοσηλευτικό Ίδρυμα, όπως εκτίθεται στο σχετικό πόρισμα, τούτο έγινε όχι με δική του πρωτοβουλία, αλλά εξ αιτίας της μήνυσης του ενάγοντος, ο οποίος αν και δεν βλαπτόταν από τη διάγνωση του εναγομένου, εν τούτοις κατήγγειλε το γεγονός της εξέτασής του με τη μομφή ότι έγινε με σκοπό να τον βλάψει και εύλογο έτσι ήταν ο ενάγων, κληθείς να καταθέσει μετά από την ως άνω μήνυση, να εκφράσει την επιστημονική του γνώμη, η οποία, βασιζόμενη στην προηγούμενη συμπεριφορά του ενάγοντος, προσδιόριζε τον χαρακτήρα του, όπως εξ άλλου αναφέρεται και στο ως άνω πόρισμα, μη προσδίδοντάς του ψυχική νόσο με τον τρόπο αυτό.
Τέλος ο εναγόμενος, στην κατάθεσή του χωρίς όρκο για παροχή εξηγήσεων στην Πταισματοδίκη Κοζάνης, που δόθηκε στα πλαίσια προκαταρκτικής εξέτασης ύστερα από την υποβολή της από 12.3.2006 έγκλησης του ενάγοντος για παραβίαση επαγγελματικής εχεμύθειας και για εξύβριση με ενδεχόμενο δόλο..., το μόνο που κάνει είναι να επαναλάβει για λόγους υπερασπιστικούς αυτά που είχε καταθέσει την 1.6.2004 ενώπιον της ίδιας Πταισματοδίκου, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της καταθέσεώς του αυτής, που έχει ως προς το επίμαχο σημείο ως εξής: "Η εκτίμηση και διάγνωσή μου μετά από την εξέταση του Δ.
Π. ήταν ότι α) αφενός δεν διαπιστώθηκε σημειολογία ψυχικής νόσου, αλλά αγχώδης κατάσταση και β) αφετέρου (διαπιστώθηκε) παρανοειδής διαταραχή προσωπικότητας, την οποία όμως δεν ανέγραψα στον πόρισμα προς τους παθολόγους, διότι δεν πρόκειται για νόσο, θεώρησα όμως ότι είμαι υποχρεωμένος να το επισημάνω στην από 1.6.2004 κατάθεσή μου ενώπιον της Πταισματοδίκου Κοζάνης όταν κλήθηκα..." Από τα παραπάνω προκύπτει συνεπώς ότι τα όσα κατέθεσε ο εναγόμενος την 1.6.2004 (στις επόμενες καταθέσεις επανέλαβε μόνο όσα είχε αναφέρει στην πρώτη) δεν αποτελούν γεγονότα, αλλά επιστημονική κρίση, η οποία δεν είναι δυσμενής, προσβλητική και υποτιμητική για τον ενάγοντα, καθώς ο όρος παρανοειδής διαταραχή της προσωπικότητας προσδιορίζει το χαρακτήρα του ανθρώπου.
Ο ως άνω δε προσδιορισμός του χαρακτήρα του ενάγοντος δεν τελεί σε αντίθεση με την επιστημονική γνώμη, που εκφράζουν οι πραγματογνώμονες ψυχίατροι-νευρολόγοι του Ιατρικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης στην από 10.2.2005 γνωμοδότησή τους, που έγινε μετά από αίτηση του ενάγοντος, αφού σ' αυτήν αναφέρουν μεν ότι ο ενάγων δεν πληροί τα κριτήρια για ψυχιατρική διαταραχή προσωπικότητας, περιγράφουν όμως ότι χαρακτηριολογικά παρουσιάζεται δύσκαμπτος και με δυσκολία να χειρίζεται ευέλικτα στρεσογόνες συναισθηματικές καταστάσεις, ήτοι προσδιορίζουν, αν και όχι με ορισμό, περιγραφικά τον χαρακτήρα του.
Σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν ήθελε κριθεί ως δυσμενής η ανωτέρω επιστημονική γνώμη του εναγομένου για τον ενάγοντα, δεν αποδείχθηκε... ότι ο εναγόμενος προέβη στην κατάθεση αυτής με σκοπό να βλάψει την τιμή και την υπόληψή του και επίσης να μειώσει και να πλήξει την προσωπικότητά του". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος, αφού έκρινε, όπως και τον πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ότι δεν συνιστά παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς του η συμπεριφορά του εναγομένου.
Με το πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αιτιάται ο αναιρεσείων την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο με ανεπαρκείς αιτιολογίες δέχθηκε ότι η παρανοειδής διαταραχή της προσωπικότητας που διέγνωσε γι' αυτόν ο αναιρεσίβλητος, δεν συνιστά ψυχική νόσο, αλλά όρο προσδιοριστικό του χαρακτήρα του, αφού δεν έλαβε υπόψη και δεν αντέκρουσε πειστικά τις αντίθετες επιστημονικές απόψεις.
Με το περιεχόμενο αυτό ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού η επικαλούμενη έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης δεν αφορά το πραγματικό γεγονός αυτής καθ' εαυτής της ύπαρξης παρανοειδούς διαταραχής της προσωπικότητας του αναιρεσείοντος, αλλά την αποδοχή από το Εφετείο της επιστημονικής άποψης ότι δεν συνιστά ψυχική νόσο, δηλαδή κρίση, η οποία, κατά την αρχική νομική σκέψη, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη. 3.
Παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθ. 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού κατά την έννοια των άρθρ. 339 και 432επ. ΚΠολΔ εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο.
Όμως δεν συνιστούν έγγραφο κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ εκείνα που δεν χαρακτηρίζονται κατά τα άρθρ. 339 και 432επ. του ΚΠολΔ ως αποδεικτικά έγγραφα και απλώς αποτυπώνουν στο περιεχόμενό τους άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι οι εκθέσεις με τις γνωμοδοτήσεις πραγματογνωμόνων (ΑΠ 861/1994? 674/1997) ή προσώπων με ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης (ΑΠ 792/1993).
Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά πάντως και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 1440/2002), δηλαδή για να θεμελιώνεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραβιάσθηκε κατά το περιεχόμενό του.
Δεν αρκεί έτσι ότι το συνεκτίμησε απλώς με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενό του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε και το οποίο, εξ άλλου, θα πρέπει να είναι επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αναφορικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 1/1999? ΑΠ 627/2003? 402/2004? 832/2009? 1627/2010).
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης για να είναι ορισμένος θα πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζεται α) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, β) το περιεχόμενο που προσέδωσε σ' αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα της, γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και δ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξ αιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου (ΑΠ 1315/1993? 194/2005).
Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αιτιάται ο αναιρεσείων την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 10.2.2005 ιδιωτικής κατά το άρθρ. 390 ΚΠολΔ γνωμοδότησης των ψυχιάτρων ή και νευρολόγων του Ιατρικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης Κ.
Μ., Σ. Κ. και Ζ. Σ., που συντάχθηκε με αίτησή του, διότι αν και ρητά αναφέρεται στη γνωμοδότηση αυτή ότι ο ίδιος δεν πληροί τα κριτήρια της ψυχιατρικής διαταραχής προσωπικότητας, εντούτοις έγινε δεκτό με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν τελεί σε αντίθεση με την επιστημονική αυτή γνώμη η παραδοχή ότι αποτελεί προσδιοριστικό απλώς όρο του χαρακτήρα του η ύπαρξη παρανοειδούς διαταραχής της προσωπικότητας που διέγνωσε γι' αυτόν ο αντίδικός του και μάλιστα εσφαλμένα, όπως ο αναιρεσείων υποστηρίζει, το Εφετείο θεώρησε ότι αποτελεί κατάφαση ακριβώς της παραδοχής αυτής το γεγονός ότι χαρακτηριολογικά περιγράφεται στην αυτή γνωμοδότηση ως άτομο δύσκαμπτο και με δυσκολία να χειρίζεται στρεσογόνες καταστάσεις.
Με το περιεχόμενο αυτό ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος πρωταρχικά ως απαράδεκτος, αφού η παραπάνω γνωμοδότηση δεν αποτελεί αποδεικτικό έγγραφο κατά την έννοια των άρθρ. 339 και 432επ. ΚΠολΔ και συνεπώς δεν νοείται, κατά τα προεκτεθέντα, παραμόρφωση του περιεχομένου της, την οποία, άλλωστε, δεν συνιστά η εκτίμησή της από το Εφετείο κατά τρόπο διαφορετικό από την αντίστοιχη εκτίμηση του αναιρεσείοντος.
Συνακόλουθα η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22.3.2012 αίτηση του Δ. Π. για αναίρεση της υπ' αριθ. 40/2011 απόφασης του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Ιανουαρίου 2014 .
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Φεβρουαρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ