Legislator Case Law & Legislation
365/2011 AI generated

365/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 365/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14 Ιανουαρίου 2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 946/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 2228/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13 Μαΐου 2009 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός , ανέγνωσε την από 25 Ιανουαρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 13.5.2009 αίτησης αναίρεσης αναίρεσης της υπ' αριθμ. 2228/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Legislator headnote

AI generated

365/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1298 του ΑΚ αν ο τρίτος κύριος του ενυπόθηκου ακινήτου καταβάλει το ενυπόθηκο χρέος υποκαθίσταται στα δικαιώματα του ενυπόθηκου δανειστή.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 365 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 365/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ. θυγ. Δ. Λ. τέως συζύγου Δ. Ζ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Βογιατζάκη.

Των αναιρεσιβλήτων:1. Γ. Χ. του Γ. και 2. Κ. συζ. Γ. Χ. το γένος Α. Σ., κατοίκων ..., οι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξουσία δικηγόρο τους Ελένη Παπαδάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14 Ιανουαρίου 2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 946/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 2228/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13 Μαΐου 2009 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός , ανέγνωσε την από 25 Ιανουαρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 13.5.2009 αίτησης αναίρεσης αναίρεσης της υπ' αριθμ. 2228/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξουσία των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1298 του ΑΚ αν ο τρίτος κύριος του ενυπόθηκου ακινήτου καταβάλει το ενυπόθηκο χρέος υποκαθίσταται στα δικαιώματα του ενυπόθηκου δανειστή.

Με την διάταξη αυτή καθιερώνεται υπερ του τρίτου κύριου του ενυπόθηκου ακινήτου, που ήταν κύριος και κατά την εγγραφή της υποθήκης, είτε για τον ειδικό διάδοχό του μετά την εγγραφή της υποθήκης, ειδική περίπτωση του παρεχόμενου με το άρθρο 319 του Α.Κ. (σε γενικότερη έκταση) δικαιώματος σε τρίτο πρόσωπο προσφοράς και υποκατάστασης.

Με τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό και με τη διάταξη του άρθρου 1294 του Α.Κ., ο τρίτος κύριος του ενυπόθηκου ακινήτου για την αποφυγή της αναγκαστικής πλειστηρίασής του, το ελευθερώνει από το βάρος της υποθήκης με την καταβολή στον ενυπόθηκο δανειστή του εγγεγραμμένου ποσού, πλέον των τόκων του άρθρου 1289 του ΑΚ, εφόσον ήδη προηγήθηκε η κατάσχεση του ενυπόθηκου ακινήτου.

Με την ικανοποίηση του ενυπόθηκου δανειστή από τον τρίτο κύριο του βεβαρημένου με την υποθήκη ακινήτου, μεταβιβάζονται σ' αυτόν αυτοδικαίως και εκ του νόμου, όχι μόνο η κατά του οφειλέτη απαίτηση και η κατ' αυτού ενοχική αγωγή, αλλά και όλα τα συμπαραμαρτούντα στην ίδια απαίτηση δικαιώματα ή προνόμια του δανειστή, τα οποία για την εξασφάλισή του είχε αυτός κατά του οφειλέτη αλλά και κατά άλλων τρίτων προσώπων, όλων των εγγυητών του χρέους αλλά και των εις ολόκληρον ενεχομένων για το ίδιο χρέος κατά την έννοια των άρθρων 480, 461 και 482 του Α.Κ.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 22 του ΕΝ οι ομόρρυθμοι συνεταίροι οι αναφερόμενοι στο καταστατικό έγγραφο της εταιρείας, υπόκεινται αλληλεγγύως και σε ολόκληρο σε όλες τις υποχρεώσεις της εταιρείας, έστω και αν έχουν υπογραφεί μόνο από τον ένα συνεταίρο κάτω από την εταιρική όμως επωνυμία. Ο δανειστής δε, ή εκείνος που υποκαταστάθηκε στη θέση του, με βάση τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 1294, 1298 και 319 του Α.Κ.

δικαιούται να εναγάγει οποιονδήποτε από τους συνοφειλέτες ή όλους μαζί ή συγχρόνως ή διαδοχικά για το σύνολο ή για μέρος της παροχής (Ολ.ΑΠ 1733/2008). Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 471 και 477 του ΑΚ προκύπτει ότι τόσο η σύμβαση στερητικής, όσο και η σύμβαση σωρευτικής αναδοχής χρέους καταρτίζονται ανάμεσα στον δανειστή και τρίτο που είναι ξένος προς το χρέος, το οποίο υπόσχεται να αναδεχθεί ή να εκπληρώσει.

Επομένως, σε περίπτωση εις ολόκληρον ενοχής κατά την έννοια του άρθρου 480 του Α.Κ, δε νοείται δεσμευτική για το δανειστή της κατά την έννοια της στερητικής αναδοχής χρέους ή εκ μέρους του ενός των εις ολόκληρον υποχρέων συνοφειλετών δήλωση ανάληψης υποχρέωσης εκπλήρωσης μόνο από αυτόν της οφειλόμενης παροχής, εκτός εάν η δήλωση αυτή συνδυάζεται με συμφωνία με το δανειστή, στο πλαίσιο της οποίας ο τελευταίος αποδέχθηκε στο πλαίσιο εφαρμογής και των διατάξεων των άρθρων 361, 478, 483 και 419 του ΑΚ ....η υπόσχεση εκ μέρους ενός των συνοφειλετών να εξισούται με εκπλήρωση της οφειλόμενης παροχής, που συνεπάγεται αντικειμενικά και απαλλαγή των λοιπών σ' ολόκληρο συνοφειλετών.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 2228/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Με το με αριθμό .../26-11 -Λ998/ συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ματθίτσας Μπαβέα, που μεταγράφηκε νόμιμα, ο πρώτος εναγόμενος και σύζυγος της ήδη εκκαλούσας πούλησε και μεταβίβασε τους ενάγοντες - εφεσίβλητους, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαθέτου στον καθένα, ένα οικόπεδο, έκτασης 473,94 τ.μ.

και κατά νεώτερη καταμέτρηση 488,86 τ.μ. το οποίο βρίσκεται στην περιοχή (κατά τον τίτλο κτήσης) "...", ήδη σήμερα "..." του Δήμου ..., στο με αριθμό ... οικοδομικό τετράγωνο με πρόσοψη στις οδούς ..., και συνορεύει, βόρεια, με ιδιοκτησία αγνώστου και με ιδιοκτησία Β., νότια με ιδιοκτησία του πωλητή, ανατολικά με την οδό ...

και δυτικά με την οδό ..., αντί του τιμήματος των 17.000.000 δραχμών, ισόποσου των 49.889,95 Ευρώ. Ο παραπάνω πωλητής είχε συστήσει από τις 8-6-1989 με την ήδη εκκαλούσα, τέως σύζυγο του, την εδρεύουσα στο ... ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "... Ο.Ε." και το διακριτικό τίτλο "..." με αντικείμενο δραστηριότητας την παρασκευή και πώληση (λιανική και χονδρική) προϊόντων διατροφής ("πεϊνιρλί", τυρόπιττες, πίτσες, γλυκά κλπ.).

Την εταιρεία αυτή είχαν χρηματοδοτήσει με σημαντικά ποσά πριν την αγορά του οικοπέδου από τους ενάγοντες - εφεσίβλητους, οι τραπεζικές εταιρείες με τις επωνυμίες "ΙΟΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." και "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." και ειδικότερα η μεν πρώτη τράπεζα με δάνειο, η δε δεύτερη με τη με αριθμό 1016/14-9-1989 σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό και με τις ταυτάριθμες αυξητικές της, από 14-6-1991 και 31-12-1996 πράξεις, για το ποσό των 30.000.000 δρχ.

ισόποσου των 88.041.09 Ευρώ, την οποία εγγυήθηκαν πλήρως τα παραπάνω ομόρρυθμα μέλη της οφειλέτριας ομόρρυθμης εταιρείας παραιτούμενοι από την ένσταση διζήσεως και των λοιπών δικαιωμάτων που τους παρείχε ο Α.Κ. Για την εξασφάλιση των πιο πάνω απαιτήσεων τους οι παραπάνω τράπεζες προέβησαν σε συναινετικές εγγραφές προσημείωσης υποθήκης και συγκεκριμένα η πρώτη τράπεζα με βάση τη με αριθμό 18341/1995 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ενέγραψε προσημείωση υποθήκης στο πιο πάνω ακίνητο, που πουλήθηκε στους ενάγοντες - εφεσίβλητους, ιδιοκτησίας του πρώτου εναγομένου (μη διαδίκου στην παρούσα δίκη) για το ποσό των 16.000.000 δρχ.

ή των 46.955,25 Ευρώ. Κατά το χρόνο αγοράς του οικοπέδου από τους ενάγοντες - εφεσίβλητους, δηλαδή στις 12-11-1998 η οφειλή (ληξιπρόθεσμη και μη) προς την "ΙΟΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΑΛΑΔΟΣ Α.Ε." ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 4.8887.222 δρχ. (2.835.431 + 608.041 +1.443.750) ή των 14.342,54 Ευρώ, ενώ το ληξιπρόθεσμο και απαιτητό μέρος της οφειλής προς την Εθνική Τράπεζα ανερχόταν σε 6.409.095 δρχ.

ή (18.808,79 Ευρώ), πλέον τόκων, δραχμών 1.189.998 (ή 3.492,29 Ευρώ) και το μη ληξιπρόθεσμο μέρος σε 13.090.905 δρχ. ή (38.417,92 Ευρώ). Σε συζητήσεις των εναγόντων και ήδη εφεσίβλητων με τα αρμόδια όργανα των τραπεζών, για τον τρόπο εξάλειψης των βαρών, ο διευθυντής της Ιονικής Τράπεζας τους ενημέρωσε, ότι για την άρση της προσημείωσης θα έπρεπε η ομόρρυθμη εταιρεία να εξοφλήσει ολοσχερώς την οφειλή της, η οποία με τους τόσους ανερχόταν, συνολικά, στο ποσό των 4.887.222 δρχ.

ή 13.342,54 Ευρώ, ο δε διευθυντής της Εθνικής Τράπεζας τους ανέφερε ότι θα έπρεπε να εξοφληθεί το ληξιπρόθεσμο μέρος της οφειλής, ύψους 6.409.095 δρχ. ή 18.808,79 Ευρώ, καθώς και οι τόκοι ποσού 1.189.998 δρχ. ή 3.492,29 Ευρώ, ενώ για το μη ληξιπρόθεσμο μέρος της οφειλής δεχόταν να μεταφερθεί η κάλυψη της σε άλλο ακίνητο του πρώτου εναγομένου, το οποίο κατά δήλωση του τελευταίου ήταν ελεύθερο βαρών.

Έτσι οι ενάγοντες προέβησαν στην υπογραφή με τον εκκαλούντα του προαναφερομένου με αριθμό .../26-11-1998 συμβολαίου, μετά από δήλωση του τελευταίου που περιλήφθηκε στο συμβόλαιο, ότι αναλαμβάνει την υποχρέωση να εξοφλήσει με μέρος του τιμήματος, που έλαβε κατά την υπογραφή του συμβολαίου, τις ληξιπρόθεσμες προς τις παραπάνω τράπεζες δανειακές οφειλές και να ενεργήσει αμέσως, ώστε το μη απαιτητό μέρος του δανείου να μεταφερθεί σε άλλο ακίνητο του, προκειμένου το πωλούμενο οικόπεδο να είναι ελεύθερο βαρών το αργότερο μέχρι 31-1-1999.

Με αυτές τις προϋποθέσεις οι ενάγοντες εφεσίβλητοι προέβησαν στην υπογραφή του πωλητήριου συμβολαίου, καταβάλλοντας στον πρώτο εναγόμενο, πωλητή, ολόκληρο το συμφωνημένο τίμημα των 17.000.000 δρχ. ή 49.889,95 Ευρώ, χωρίς να αφαιρεθούν από αυτό τα ποσά των εμπραγμάτων ασφαλειών. Στις αρχές Απριλίου 2002, όταν οι ενάγοντες θέλησαν να λάβουν στεγαστικό δάνειο για την ανέγερση οικοδομής στο οικόπεδο που αγόρασαν, διαπίστωσαν ότι η ομόρρυθμη εταιρεία και οι δύο εναγόμενοι-ομόρρυθμοι εταίροι της δεν είχαν εξοφλήσει την οφειλή τους προς την "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.".

Συγκεκριμένα διαπίστωσαν, ότι το τίμημα της πώλησης χρησιμοποιήθηκε για την εξάλειψη μόνον της προσημείωσης προς την Ιονική Τράπεζα, ενώ η απαίτηση της Εθνικής Τράπεζας από τη σύμβαση πίστωσης δεν είχε εξοφληθεί, ούτε είχε μεταφερθεί η προσημείωση για το μη ληξιπρόθεσμο μέρος της απαίτησης στο άλλο ακίνητο του πωλητή - πρώτου εναγομένου στη ..., καθόσον αυτό ήταν κατασχεμένο από το ΙΚΑ.

Το υπόλοιπο ποσό του τιμήματος ο πρώτος εναγόμενος κατέβαλε στο ΙΚΑ, προς εξόφληση ληξιπρόθεσμης οφειλής του και άρση της σχετικής κατάσχεσης στο ακίνητο του, το οποίο, στη συνέχεια, πούλησε σε τρίτο, χωρίς να εξοφλήσει το εταιρικό δάνειο. Η ενυπόθηκη δανείστρια "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." ενημέρωσε τους ενάγοντες -εφεσίβλητους, ως τρίτους, κυρίους του ενυπόθηκου ακινήτου και ειδικούς διαδόχους του πρώτου εναγόμενου, ότι οι εναγόμενοι δεν εξόφλησαν την ενυπόθηκη οφειλή της ομόρρυθμης εταιρείας τους και ότι θα επέσπευδε εκτέλεση κατά του ενυπόθηκου ακινήτου τους, προς ικανοποίηση της απαίτησής της από το πλειστηρίασμα.

Ειδικότερα, αποδείχθηκε, ότι στις 31-12-1999 έκλεισε προσωρινά ο με αριθμό ... ανοιχτός λογαριασμός, με χρεωστικό σε βάρος της ομόρρυθμης εταιρείας, με την επωνυμία "... Ο.Ε." κατάλοιπο 14.656.617 δρχ. ή 43.012.82 ευρώ, το οποίο αναγνώρισε η πιστούχος εταιρεία. Στις 9.2.2001 επιδόθηκε στην ομόρρυθμη εταιρεία και στους εναγόμενους-ομορρύθμους εταίρους της επιστολή της Εθνικής Τράπεζας με την οποία τους γνωστοποιούσε το οριστικό κλείσιμο του, στηριζόμενου στην προαναφερόμενη σύμβαση πίστωσης, με αριθμό ...

ανοιχτού λογαριασμού και το χρεωστικό σε βάρος τους υπόλοιπο, ποσού 9.502.996 δρχ. που αντιστοιχεί σε 27.888,47 Ευρώ. Στις 6-6-2001. μετά από αίτηση της ίδιας τράπεζας, εκδόθηκε η με αριθμό 3109/2001 διαταγή πληρωμής του αρμόδιου Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία υποχρεώθηκαν, η ομόρρυθμη εταιρεία και οι δύο εναγόμενοι, να καταβάλουν στην αιτούσα τράπεζα, σε ολόκληρο ο καθένας 27.888,47 ευρώ, νομιμότοκα από 10-2-2001, με το, εκάστοτε, ισχύον επιτόκιο υπερημερίας και 2.608,95 Ευρώ για δικαστικά έξοδα.

Στις 25-64-2001 και 26-9-2001 επιδόθηκε αντίγραφο πρώτου εκτελεστού απογράφου, με επιταγή προς πληρωμή, στους εναγόμενους για το συνολικό ποσό των 10.870.528 δρχ. ή 31.901,76 Ευρώ. Στις 22-1-2001, η παραπάνω τράπεζα, με βάση την προαναφερόμενη διαταγή πληρωμής που είχε αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου, μετέτρεψε την υπάρχουσα έως τότε προσημείωση υποθήκης στο ακίνητο που είχε πωληθεί, για το ποσό των 10.870.528 δρχ.

και ήδη 31.901,76 Ευρώ, σε υποθήκη, η οποία γράφτηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Σπάτων, στις αρχές δε του έτους 2002 ειδοποίησε τους ενάγοντες τρίτους, κυρίους του ενυπόθηκου ακινήτου, ότι οι εναγόμενοι δεν εξόφλησαν το χρέος τους και ότι η ίδια θα επεδίωκε την ικανοποίηση της απαίτησης της με τη δικαστική ενεργοποίηση της εμπράγματης ασφάλειας.

Σε επικοινωνία των εναγόντων - εφεσίβλητων με τον πρώτο εναγόμενο, αυτός τους ενημέρωσε ότι δεν πρόκειται να εξοφλήσει την ανωτέρω οφειλή προς την τράπεζα και ότι δεν έχει πλέον κάποιο περιουσιακό στοιχείο στο όνομα του. Έτσι οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι, προκειμένου-να αποφύγουν την επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος του ακινήτου τους, υποχρεώθηκαν να καταβάλουν στις 16-4-2003 κατά το ήμισυ ο καθένας, στην ενυπόθηκη δανείστρια "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." το συνολικό ποσό των 31.901,76 Ευρώ, προς ολοσχερή εξόφληση του ενυπόθηκου χρέους της ομόρρυθμης εταιρείας των εναγομένων.

Συγκεκριμένα, ο πρώτος ενάγων - εφεσίβλητος ενεργώντας για τον εαυτό του και για λογαριασμό της συζύγου του, δεύτερης ενάγουσας - εφεσίβλητης, συγκυρίας του ενυπόθηκου ακινήτου στις 16-4-2003 κατέθεσε στην παραπάνω τράπεζα τη με αριθμό ... τραπεζική επιταγή, ποσού 29.000 Ευρώ και σε μετρητά τα ποσά των 2.278,28 Ευρώ και 623,48 Ευρώ (βλ.

τα με επίκληση προσκομιζόμενα από τους εφεσίβλητους - ενάγοντες γραμμάτια χορηγήσεων της πιο πάνω Εθνικής Τράπεζας), για την ασφαλιζόμενη με την υποθήκη απαίτηση αυτής, κατά της προαναφερθείσας ομόρρυθμης εταιρείας, που προερχόταν από τη με αριθμό 1.016/1998 σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και συντάχθηκε η με αριθμό .../20-5-2003 πράξη εξάλειψης υποθήκης της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννας Γαβριέλη.

Στη συνέχεια, μετά από αίτηση των εναγόντων - εφεσίβλητων με τη με αριθμό 21647/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, διατάχθηκε η ολοσχερής εξάλειψη της προσημείωσης υποθήκης που είχε εγγραφεί με βάση τη με αριθμό 16942/1999 απόφαση του ίδιου πιο πάνω δικαστηρίου, στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Σπάτων.

Μετά την εξόφληση της ενυπόθηκης οφειλής, οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι υποκαταστάθηκαν αυτοδίκαια από το νόμο σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 1295 και 1298 Α.Κ. στα δικαιώματα της Εθνικής Τράπεζας κατά των δύο εναγομένων και ειδικότερα και κατά της δεύτερης εναγόμενης - ήδη εκκαλούσας, η οποία ευθύνεται και αυτή, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην αρχή της παραγράφου αυτής, για την εξόφληση της ενυπόθηκης οφειλής της παραπάνω ομόρρυθμης εταιρείας προς την Τράπεζα, κατά το άρθρο 22 του ΕμπΝ, ως ομόρρυθμος εταίρος αυτής και ανεξάρτητα αν ήταν ή όχι η πωλήτρια του ενδίκου ακινήτου".

Το Εφετείο με το να απορρίψει με τις ανωτέρω σκέψεις του αντίστοιχους λόγους της έφεσης της αναιρεσείουσας, κατά της ομοίως κρινάσης πρωτόδικης απόφασης, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή που είχαν ασκήσει οι αναιρεσίβλητοι κατά της αναιρεσείουσας ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 319, 361, 480, 461, 462, 1294, 1295, 1298 του ΑΚ, 22 του Ε.Ν., καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά της ....

υποκατάστασης εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων κυρίων του ενυπόθηκου ακινήτου στα δικαιώματα της ενυπόθηκης δανείστριας τράπεζας, λόγω καταβολής εκ μέρους των (αναιρεσιβλήτων) του ενυπόθηκου χρέους, πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών της υποκατάστασης και της εις ολόκληρον ενοχής της αναιρεσείουσας για το ίδιο υποθηκικό χρέος και δικαιολογούν την παραδοχή της αγωγής των αναιρεσιβλήτων και την απόρριψη της έφεσης της αναιρεσείουσας.

Εξ άλλου, στην προκειμένη περίπτωση, όπου η αναιρεσείουσα δεν ισχυρίζεται ότι προέβαλε στο ουσιαστικό δικαστήριο ότι μεταξύ του συνεταίρου της και .....προηγούμενου κυρίου του ενυπόθηκου ακινήτου, αλλά και συνοφειλέτη της, αφ' ενός και της δανείστριας τράπεζας αφ' ετέρου, καταρτίσθηκε συμφωνία με βάση την οποία η δανείστρια τράπεζα αποδέχθηκε τη δήλωση του ίδιου συνοφειλέτη για καταβολή από τον ίδιο του ένδικου χρέους, να ισχύει η υπόσχεση αυτή ως καταβολή, συνεπαγόμενη αντικειμενικά και απαλλαγή της συνοφειλέτριας αναιρεσείουσας, ούτε τέτοια παραδοχή περιλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη, δεν ήταν εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση ούτε οι διατάξεις των άρθρων 471 και 477 του ΑΚ αλλά ούτε και εκείνες των άρθρων 361, 419, 478 και 483 του Α.Κ.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον πρώτο κατά το ένα μέρος του και το δεύτερο λόγους του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδεται στην προβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης.

Για τους ίδιους λόγους, και ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το άλλο μέρος του, από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίον αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι παρέλειψε να λάβει υπόψη της τις υπ' αριθ. 7009/2002 και 7804/2003 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία Ασφαλιστικών Μέτρων), με τις οποίες απορρίφθησαν αντίστοιχες αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων των αναιρεσιβλήτων για την εξασφάλιση της ένδικης απαίτησής τους κατά της αναιρεσείουσας, αφού κρίθηκε τότε ότι "καμία υποχρέωση δεν είχε αναλάβει απέναντι στους αναιρεσίβλητους αγοραστές με το πωλητήριο συμβόλαιο" κρίνεται αβάσιμος (ο λόγος) γιατί επρόκειτο για ισχυρισμό μη νόμιμο, που δεν ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, η οποία (δίκη) στηριζόταν στην ιδιότητα της αναιρεσείουσας ως ομόρρυθμου εταίρου της οφειλέτιδας ομόρρυθμης εταιρείας και όχι ως πωλήτριας του ένδικου ενυπόθηκου ακινήτου.

Μετά τα παραπάνω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην εις το διατακτικό δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων 9αρθρ. 176 και 183 του Κ.Πολ.Δ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 13-5-2009 αίτηση της Χ. Λ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 2228/2009 απόφασης του εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.7000) Ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Φεβρουαρίου 2011 και

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 14 Μαρτίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ