Legislator Case Law & Legislation
365/2010 AI generated

365/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 365/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8 Ιουλίου 1998 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1379/2001 προδικαστική, 5613/2006 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 1998/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21 Ιουλίου 2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 28 Δεκεμβρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 21-7-2008 αίτησης αναίρεσης.

Legislator headnote

AI generated

365/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην απλή ομοδικία η επίδοση που γίνεται από ένα ή προς ένα ομόδικο κινεί την προθεσμία εναντίον εκείνου του ομοδίκου προς τον οποίο έγινε η επίδοση, όσο και εκείνου που έκανε την επίδοση, όχι όμως και των άλλων ομοδίκων, τις σχέσεις των οποίων δεν επηρεάζει (ΑΠ 555/2004). Στην προκειμένη περίπτωση, από την κατ' αρθ. 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 365 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 365/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Εταιρίας περιωρισμένης ευθύνης, με την επωνυμία "ΜΙ ΤΗΙΤΑ Ε.Π.Ε", η οποία εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τον διαχειριστή της Χ, η οποία στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευφροσύνη Τσαμολιά.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "CARTOTECNICA A.E", που εδρεύει στη ..., διατηρεί υποκατάστημα στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα 2.Ψ2, με την ιδιότητα της Προέδρου της άνω εταιρίας, κατά την άσκηση της αγωγής, ... 3.Ψ3 με την ιδιότητα του Αντιπροέδρου και Διευθύνοντος συμβούλου της άνω εταιρίας κατά την άσκηση της αγωγής, ..., 4. Ψ4, 5. Ψ5 και 6. Ψ6, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φώτιο Λιακόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8 Ιουλίου 1998 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1379/2001 προδικαστική, 5613/2006 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 1998/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21 Ιουλίου 2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 28 Δεκεμβρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 21-7-2008 αίτησης αναίρεσης.

Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από το άρθρο 71 ΑΚ προκύπτει ότι το νομικό πρόσωπο ευθύνεται για τις πράξεις ή τις παραλείψεις των οργάνων, που, κατά τα άρθρα 65, 67 και 68 ΑΚ, το αντιπροσωπεύουν και εκφράζουν τη βούλησή του, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έλαβε χώρα κατά την ενάσκηση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και παράγει υποχρέωση προς αποζημίωση.

Στην περίπτωση δε που η πράξη ή η παράλειψη του αρμόδιου οργάνου είναι υπαίτια και παράγει υποχρέωση αποζημίωσης για τον πράξαντα η παραλείψαντα, ευθύνεται και αυτός εις ολόκληρον με το νομικό πρόσωπο. Στην περίπτωση αυτή ο τρίτος ζημιωθείς μπορεί να εναγάγει, παραλλήλως προς το νομικό πρόσωπο, και το υπαίτιο όργανο, υφισταμένης μεταξύ τούτων παθητικής εις ολόκληρον ενοχής (άρθρα 481 και 926 ΑΚ) και σχέσης απλής ομοδικίας, αφού η κοινή εναγωγή αυτών δεν αποτελεί υποχρέωση αλλά δικαίωμα του τρίτου (ΑΠ 22/2009).

Σχέση δε απλής ομοδικίας υφίσταται και στη περίπτωση που ενάγονται περισσότεροι του ενός, ως εις ολόκληρον υπόχρεοι, για αποζημίωση σε αδικοπραξία ή εκ του νόμου στο πλαίσιο της πρόστησης (άρθρα 481, 922, 926 Α.Κ) (ΑΠ 292/2009). Εξ άλλου, από τα άρθρα 74, 75, 513§1, β, 517 β και 558 εδ. β' του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι στην απλή ομοδικία (υποκειμενική σώρευση αγωγών) ενούνται σε κοινή διαδικασία πλείονες έννομες σχέσεις δίκης, οι οποίες συνδέουν διάφορα υποκείμενα, χωρίς να επηρεάζεται η ανεξάρτητη δικονομική θέση καθενός απ' αυτούς έναντι των λοιπών, η δε εκδιδόμενη οριστική απόφαση ως προς έναν των ομοδίκων περατώνει τη δίκη ως προς αυτόν, καθίσταται δε οριστική αυτοτελώς και συνεπώς είναι κατά το μέρος αυτό προσβλητή με έφεση και πριν εκδοθεί απόφαση οριστική για τους λοιπούς ομοδίκους (ΑΠ 22/2009).

Στην απλή ομοδικία η επίδοση που γίνεται από ένα ή προς ένα ομόδικο κινεί την προθεσμία εναντίον εκείνου του ομοδίκου προς τον οποίο έγινε η επίδοση, όσο και εκείνου που έκανε την επίδοση, όχι όμως και των άλλων ομοδίκων, τις σχέσεις των οποίων δεν επηρεάζει (ΑΠ 555/2004). Στην προκειμένη περίπτωση, από την κατ' αρθ. 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα: 1) Με την ένδικη από 8-7-1998 αγωγή της η ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία περιορισμένης ευθύνης είχε εκθέσει ως επίσημη εισαγωγέας στην ημεδαπή των Αμερικανικών αναπτήρων ZIPPO, καθώς και επίσημος εισαγωγέας και αποκλειστικός αντιπρόσωπος πολλών άλλων προϊόντων (ειδών χάρτου, ωρολογίων κ.λ.π.) με ετήσιο τζίρο πολλών εκατομμυρίων δραχμών και παγιωμένη φήμη και αξιοπιστία στην ελληνική αγορά, ότι οι αναιρεσίβλητοι, άλλοι με την ιδιότητα των νόμιμων εκπροσώπων και άλλοι με την ιδιότητα του υπαλλήλου της πρώτης αναιρεσίβλητης Α.Ε., κατά το χρονικό διάστημα από 9-1-1998 έως 20-1-1998, ισχυρίστηκαν κατ' ιδία σε διάφορους, αναφερόμενους στην αγωγή, καταναλωτές-προμηθευόμενους, για την αναιρεσείουσα, σχετικά με την επιχειρηματική της δραστηριότητα και γενικά για τις εργασίες της, περιστατικά που εν γνώσει τους ήταν αναληθή και μπορούσαν να εκθέσουν σε κίνδυνο την πίστη, το επάγγελμα και το μέλλον της, όπως οι σχετικοί ισχυρισμοί αυτοί αναφέρονται λεπτομερώς στο αγωγικό δικόγραφο.

Ότι από την παραπάνω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των αναιρεσιβλήτων η αναιρεσείουσα υπέστη εκτός από υλική ζημία και ηθική βλάβη από τη διακινδύνευση της οικονομικής της πίστης και εμπιστοσύνης σ' αυτήν του κοινού, που κλονίστηκε. Ζήτησε δε τελικά η αναιρεσείουσα να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των αναιρεσιβλήτων σ' ολόκληρο για τον καθένα να της καταβάλλουν ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 150.000.000 δρχ.

νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. Με το περιεχόμενο αυτό και το αντίστοιχο αίτημά της η ένδικη αγωγή περιείχε σώρευση παθητικά περισσοτέρων εννόμων σχέσεων που αφορούσαν καθένα των περισσοτέρων αναιρεσιβλήτων εναγομένων, συνδεομένων μεταξύ τους με τη σχέση της απλής ομοδικίας. 2) Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών ως πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αρχικά με την υπ' αριθ. 1379/2001 εν μέρει οριστική του απόφαση:

Α) απέρριψε την αγωγή: α) ως προς τη δεύτερη εναγόμενη και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη ως αόριστη, και β) ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους ως μη νόμιμη ως προς το παρεπόμενο αίτημα τοκοδοσίας από την επίδοση της αγωγής λόγω του αναγνωριστικού από την άσκηση χαρακτήρα της, και Β) διέταξε εμμάρτυρες αποδείξεις κατά τα λοιπά.

Στη συνέχεια, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 5613/2006 οριστική του απόφαση δέχθηκε την αγωγή ως προς τον πέμπτο εναγόμενο και ήδη πέμπτο αναιρεσίβλητο Ψ5 και την απέρριψε ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά της υπ' αριθ. 5613/2006 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ασκήθηκαν εκ μέρους της αναιρεσείουσας η από 15-1-2007 έφεση και εκ μέρους του πέμπτου αναιρεσιβλήτου η από 18-1-2007 έφεση.

Το Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 1998/2008 απόφασή του απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας καθόσον αφορά τους πρώτη, δεύτερη, τρίτο, τέταρτη και έκτο των αναιρεσιβλήτων ως εκπρόθεσμη, με την ακόλουθη αιτιολογία: "Οι παραπάνω εφέσεις εισάγονται παραδεκτά προς εκδίκαση, η πρώτη όμως (της ενάγουσας), μόνο ως προς τον πέμπτο εναγόμενο και ήδη εφεσίβλητο-εκκαλούντα, ασκηθείσες και οι δύο πριν κάθε επίδοση της πρωτοβάθμιας απόφασης, και πάντως μέσα στη νόμιμη προθεσμία των 3 ετών από την έκδοση της πρωτοβάθμιας απόφασης κατ' άρθρα 495, 511, 523 παρ.1 περ.

β', 516 παρ.1, 517, 518 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. Η έφεση όμως της ενάγουσας, κατά τα σκέλη που στρέφεται κατά των λοιπών εναγομένων, στους οποίους έχει επιδοθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, καθώς έχει ασκηθεί (με την κατάθεση του στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στις 18-1-2007) εκπρόθεσμα, μετά την κατ' άρθρο 518 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.

πάροδο της νόμιμης προθεσμίας των 30 ημερών από την επίδοση της πρωτοβάθμιας απόφασης προς αυτούς (βλ. τις από 8-12-2006 επισημειώσεις του Δικαστικού Επιμελητή Αθηνών ... στα αντίγραφα της πρωτοβάθμιας απόφασης που επιδόθηκαν αντίστοιχα στους τρείς πρώτους εναγομένους-εφεσιβλήτους (με την επιμέλεια της εκκαλούσας ενάγουσας), και τις από 11-12-2006 και από 7-12-2006 επισημειώσεις του Δικαστικού Επιμελητή Αθηνών ...

στα αντίγραφα της πρωτοβάθμιας απόφασης που επιδόθηκαν αντίστοιχα στους 4η και 6ο εναγομένους-εφεσιβλήτους, αντίστοιχα) (με την επιμέλεια της εκκαλούσας ενάγουσας). Είναι επομένως παραδεκτή η έφεση της ενάγουσας μόνο κατά το μέρος που αφορά τον πέμπτο εναγόμενο και ήδη εφεσίβλητο Ψ5". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, όχι παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτη την έφεση της αναιρεσείουσας όσο αφορούσε τους λοιπούς, πλην του πέμπτου, αναιρεσιβλήτους, που δεν συνδεόταν με τους λοιπούς τότε εφεσίβλητους και τώρα αναιρεσιβλήτους με το δεσμό της αναγκαίας ομοδικίας, ώστε το εμπρόθεσμο της έφεσης ως προς αυτόν δεν επεκτεινόταν και στους λοιπούς.

Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 και 14 του αρθ. 559 του Κ.Πολ.Δ., ως προς την προαναφερθείσα απορριπτική (λόγω απαραδέκτου) κρίση της, κρίνεται αβάσιμος, γιατί στηρίζεται στην εσφαλμένη κατά νόμο προϋπόθεση ότι μεταξύ όλων των αναιρεσιβλήτων συνέτρεχε κατά τα εκτιθέμενα στην ιστορική βάση της ένδικης αγωγής ο δικονομικός δεσμός της κατ' άρθρο 78 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.

αναγκαίας ομοδικίας.

ΙΙ. Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή αποτελεί εκδήλωση της αρχής ότι ο 'Αρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης με βάση τα πραγματικά γεγονότα και τους ισχυρισμούς που τέθηκαν υπόψη του ουσιαστικού δικαστηρίου από τους διαδίκους (Α.Π. 105572005). Προς τους μη προταθέντες εξομοιώνονται και οι απαραδέκτως προταθέντες ισχυρισμοί του, δεν προτάθηκαν προσηκόντως στο Εφετείο με ειδικό λόγος έφεσης (ΑΠ 1440/2005).

Επομένως όλοι οι λοιποί, πλην του ήδη ερευνηθέντος πέμπτου, λόγοι της αναίρεσης (πρώτος από τους αριθ. 11γ, 20 και 12, τρίτος από τους αριθ. 8, 11β, 12 και 14, τέταρτος από τους αριθ. 1 και 19, έκτος από τον αριθ. 8 και έβδομος από τον αριθ. 11γ του αρθ. 559 του Κ.Πολ.Δ.), όσο αφορούν τους λοιπούς πλην του πέμπτου αναιρεσιβλήτους, ως προς τους οποίους δεν ερευνήθηκε από το Εφετείο, η έφεση της αναιρεσείουσας και η αντίστοιχη αγωγική τους ευθύνη επί της ουσίας, μετά την απόρριψή της (έφεσης) ως απαράδεκτης ως προς αυτούς, κρίνονται ως απαράδεκτοι κατ' αρθ. 577 του Κ.Πολ.Δ.

Περαιτέρω, όπως προαναφέρθηκε στην προηγούμενη με στοιχ. (Ι) παράγραφο της παρούσας, με την υπ' αριθ. 1378/2001 προδικαστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου απορρίφθηκε ως μη νόμιμο με ειδική αιτιολογία το παρεπόμενο αγωγικό αίτημα της αναιρεσείουσας για την επιδίκαση τόκων υπερημερίας επί του αιτούμενου ποσού χρηματικής ικανοποίησης λόγω του αναγνωριστικού χαρακτήρα της αγωγής της.

Με την έφεση όμως της αναιρεσείουσας, αυτοτελώς επισκοπούμενης κατ' αρθ. 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., δεν επαναφέρθηκε παραδεκτά στο Εφετείο το προαναφερθέν αγωγικό αίτημα για τοκοδοσία, με ειδικό λόγο της έφεσης, τέτοια δε επαναφορά δε συντελέστηκε παραδεκτά με τα όσα περιέλαβε στην έφεσή της η αναιρεσείουσα με τα οποία ανέφερε ότι "εκκαλούμε την ανωτέρω απόφαση διότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων απέρριψε την αγωγής μας".

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια κατά την απόρριψη ως μη νομίμου του παρεπόμενου αγωγικού αιτήματος της αναιρεσείουσας για τοκοδοσία, ως προς την ερευνώμενη εδώ αγωγική ευθύνη μόνο του πέμπτου αναιρεσιβλήτου, που δεν μεταβιβάσθηκε όμως στο Εφετείο, με παραδεκτό και ορισμένο λόγο έφεσης, κρίνεται απαράδεκτος και απορριπτέος.

ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.

ΑΠ 4/2005). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1987/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "H πρώτη εναγομένη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "CARTOTECNICA Α.Ε." ασχολείται από το έτος 1972 με την εμπορία, αντιπροσώπευση και αποκλειστική εισαγωγή ειδών δώρων, χαρτικών, ειδών γραφείου, σημειωματαρίων και σχετικών ειδών.

Μεταξύ των επωνύμων προϊόντων και οίκων του εξωτερικού που αντιπροσωπεύει είναι και οι αναπτήρες ZIPPO, τους οποίους προωθεί στην Ελληνική αγορά τόσο αυτή όσο και η εταιρία "ΔΡΙΤΣΑΣ ΑΕΒΕ" ως αποκλειστικοί αντιπρόσωποι. Στα πλαίσια της δραστηριότητάς της αυτής συμμετέχει σε διάφορες εκθέσεις εκθέτοντας διάφορα προϊόντα που εισάγει ή εμπορεύεται.

Η ενάγουσα εταιρία με την επωνυμία "MI THITΑ ΕΠΕ", εξ' άλλου, η οποία δραστηριοποιείται στον τομέα της χονδρικής πώλησης του επιχειρηματικού δώρου, υπήρξε επίσημος εισαγωγέας και αντιπρόσωπος της εταιρίας ZIPPO από τον Σεπτέμβριο του 1992 έως τον Σεπτέμβριο του 1998, έχοντας όμως το περιορισμένο δικαίωμα πώλησης μόνο τυποποιημένων προϊόντων της ZIPPO στην Ελλάδα στα κρατικά τότε DUTY FREE, σε μέλη της αγοράς δώρου και στον Ελληνικό Στρατό, χωρίς να έχει καμία αποκλειστικότητα σ' αυτές τις αγορές και χωρίς να έχει το δικαίωμα να διανέμει τα προϊόντα ZIPPO στη χονδρική αγορά.

Στις 8-1-1998 ο Χ, νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της ενάγουσας φέρεται να πληροφορήθηκε τηλεφωνικά από τον ..., πελάτη της ενάγουσας, ότι υπήρχαν διαδόσεις στην ελληνική αγορά πως η ενάγουσα εισάγει στην Ελλάδα και διαθέτει απομιμήσεις των προϊόντων ZIPPO, που κατασκευάζονταν στην Τουρκία. Τις πληροφορίες αυτές φέρεται να είχε λάβει ο ...

από τον ..., έμπορο ειδών δώρων, ο οποίος μάλιστα κατονόμαζε ως πηγή των διαδόσεων αυτών πωλητές της πρώτης εναγομένης. Την ίδια πληροφορία υποτίθεται ότι μετέφερε στην ενάγουσα την επομένη ημέρα ο ..., πελάτης της ενάγουσας, ο οποίος διατηρεί κατάστημα με είδη δώρων, και ενημέρωσε την ενάγουσα ότι σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τον πέμπτο εναγόμενο Ψ5, προκειμένου να συγκρίνει τιμές, ενόψει επικείμενης παραγγελίας που θα πραγματοποιούσε, ο τελευταίος του ανέφερε ότι η πρώτη εναγομένη έχει τις καλύτερες τιμές στους γνήσιους αναπτήρες ZIPPO και ότι η ενάγουσα έχει απομιμήσεις.

Κατόπιν των ανωτέρω πληροφοριών που έλαβε ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας φέρεται να αποφάσισε να διαπιστώσει ο ίδιος αν πράγματι οι διαδόσεις σε βάρος της ενάγουσας απέρρεαν από στελέχη της πρώτης εναγομένης. Έτσι κατόπιν συνεννόησης αυτού με τον υπάλληλο της ενάγουσας Φ ο τελευταίος επικοινώνησε τηλεφωνικά την 9-1-1998 με την πρώτη εναγομένη, εμφανιζόμενος ως ενδιαφερόμενος να αγοράσει αναπτήρες ZIPPO.

Αρχικά μίλησε με την τέταρτη εναγομένη Ψ4, υπάλληλο της πρώτης εναγομένης και στη συνέχεια (πάντα τηλεφωνικά) με τον πέμπτο εναγόμενο, διευθυντή του γραφείου της εναγομένης στην ..., ο οποίος χωρίς να γνωρίζει την ιδιότητα του Φ, ως υπαλλήλου της ενάγουσας, σε παρατήρηση του τελευταίου ότι η ενάγουσα πωλούσε φθηνότερα από την πρώτη εναγομένη τους αναπτήρες ZIPPO, φέρεται να του είπε ότι η ενάγουσα δεν είναι επίσημος αντιπρόσωπος των αναπτήρων ZIPPO, ότι πωλεί "μαϊμούδες" αναπτήρες ZIPPO, οι οποίοι παρασκευάζονται στην Τουρκία, ότι η ενάγουσα οφείλει πολλά χρήματα στην εταιρία VICTORINOX-MAGLITE και ότι έχει στείλει ο ίδιος γράμμα στην ανωτέρω εταιρία για να μην ξαναστείλει εμπορεύματα (σετ φακός-σουγιάς) στην ενάγουσα.

Όμως, ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι κατά τις ημερομηνίες 8 και 9 Ιανουαρίου 1998 τα γραφεία της πρώτης εναγομένης στην ... παρέμεναν κλειστά, λόγω συμμετοχής της στην έκθεση της POTA, που ελάμβανε χώρα σε εκθεσιακό χώρο στην οδό ..., ο οποίος δεν αντικρούεται από την ενάγουσα, σε συνδυασμό και με το τηλεφωνικό χαρακτήρα της παραπάνω συνομιλίας με τον πέμπτο εναγόμενο και ήδη εφεσίβλητο-εκκαλούντα, γεγονός που αφήνει, σε κάθε περίπτωση, αβεβαιότητα τουλάχιστον περί του ποιός πραγματικά ήταν στην άλλη άκρη του τηλεφώνου, καθώς και με την ιδιότητα του πέμπτου εναγομένου σαν διευθυντή του γραφείου της ...

της πρώτης εναγομένης Α.Ε. και κατά συνέπεια υψηλόβαθμου στελέχους, που η θέση του, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ήταν στην Έκθεση POTA (βλ. και από 24-10-2007 αντίγραφο Βεβαίωσης της POTΛ Ε.Π.Ε.). Η θέση της εκκαλούσας-εφεσίβλητης Ε.Π.Ε. εξασθενίζει ακόμη περισσότερο από την εμφανή έντονη διαμάχη μεταξύ των εταιρειών του συγκεκριμένου κλάδου (επιχειρηματικού δώρου) σχετικά με την εξασφάλιση εκ μέρους τους αποκλειστικών αντιπροσωπειών των σχετικών ειδών από εταιρείες του εξωτερικού (βλ.

σχετική αλληλογραφία από 26-5-1993, από 20-3-1998, από 11-10-1995, από 29-7-1998, από 9-4-1996 και από 10-4-1996, τα δύο τελευταία της ενάγουσας). Είναι μάλιστα χαρακτηριστική και η 67500/13-10-2003 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία απηλλάγησαν όλα τα εναγόμενα στην κρινόμενη αγωγή φυσικά πρόσωπα για το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος της ενάγουσας, από την οποία (απόφαση) συνάγονται δικαστικά τεκμήρια, για την παρούσα δίκη.

Παραμένει λοιπόν αναπόδεικτη η κρινόμενη αγωγή και ως προς τον πέμπτο εναγόμενο και ήδη εφεσίβλητο εκκαλούντα και έσφαλε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων που την έκανε δεκτή κατ' ουσία ως προς αυτόν. Πρέπει λοιπόν, η έφεση της ενάγουσας, ως προς αυτόν μεν, αφού γίνει τυπικά δεκτή να απορριφθεί κατ' ουσία και να απορριφθεί ως απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς εφεσιβλήτους.

Η δε έφεση του παραπάνω πέμπτου εναγομένου να γίνει και ουσιαστικά δεκτή, να εξαφανισθεί η πρωτοβάθμια απόφαση ως προς αυτόν, να κρατηθεί η υπόθεση και να απορριφθεί και ως προς αυτόν η αγωγή. Το Εφετείο με το να δεχθεί με τις ανωτέρω σκέψεις τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης του πέμπτου αναιρεσιβλήτου Ψ5 κατά της αντιθέτως κρινάσης πρωτόδικης απόφασης, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή που είχε ασκήσει η αναιρεσείουσα κατά του ίδιου αναιρεσιβλήτου και με το να απορρίψει την έφεση της αναιρεσείουσας όσο αφορούσε την αγωγική ευθύνη του ίδιου πέμπτου αναιρεσιβλήτου, ως προς το επιδικασθέν πρωτόδικα σε βάρος του ποσό χρηματικής ικανοποίησης κατά το οποίο και μόνο ως προς αυτό, προβλήθηκε από την αναιρεσείουσα με την έφεσή της η πρωτόδικη απόφαση, και ήταν χωρίς αντικείμενο μετά την απόρριψη της αγωγής τηςορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 914, 932, 920, 57, 299 του ΑΚ, 19 παρ. 1 του Ν. 1461/1914 καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δεν πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών της διάδοσης εκ μέρους του πέμπτου αναιρεσιβλήτου σε βάρος της αναιρεσείουσας δυσφημιστικών γεγονότων και την προσβολή της φήμης και της εμπορικής της πίστης, και δικαιολογούν την απόρριψη της αγωγής και της έφεσης της αναιρεσείουσας ως προς τον πέμπτο αναιρεσίβλητο - εναγόμενο και την παραδοχή της έφεσης του πέμπτου αναιρεσιβλήτου.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσας με τον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου, κατά το πρώτο μέρος του και συναφώς κατ' εκτίμηση και με τον έκτο με τους οποίους αποδίδεται στην προβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθ. 1 και 8 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ. κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης.

Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου, κατά το δεύτερο μέρος του με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του αρθ. 559 του Κ.Πολ.Δ. κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.

Εξ αλλού ο ίδιος λόγος της αναίρεσης κατά την σ' αυτόν κατά το τρίτο μέρος του περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα της διάδοσης δηλαδή εκ μέρους του πέμπτου αναιρεσιβλήτου των σε βάρος της αναιρεσείουσας δυσφημιστικών γεγονότων και τα αντίστοιχα επιχειρήματα του πέμπτου αναιρεσιβλήτου, και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά την αναιρεσείουσα σε αντίθεση με το ότι ο πέμπτος αναιρεσίβλητος πράγματι προέβη στις σε βάρος της δυσφημιστικές διαδόσεις είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τον ίδιο δε λόγο κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου του οποίου δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του αρθ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερόμενων επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

ΙV. Από τις διατάξεις των άρθρων 335, και 338 έως 341 του Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.

Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ. υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ.

ΑΠ 14/2005 και 2/2008). Εξ άλλου, δεν ιδρύεται ο από τον ίδιο αριθμό 11γ' της ΚΠολΔ 559 λόγος αναίρεσης, εφόσον δεν πρόκειται για αποδεικτικά μέσα από εκείνα που αναφέρονται στη διάταξη του αρθ. 339 του Κ.Πολ.Δ. αλλά για τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης. Με τον πρώτο κατά το πρώτο μέρος του λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ.

γ' του Κ.Πολ.Δ. ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του και δεν εκτίμησε για την απόδειξη του βασικού ισχυρισμού της αναιρεσείουσας ότι ο πέμπτος αναιρεσίβλητος Ψ5 προέβη στις σε βάρος της δυσφημιστικές διαδόσεις τα ακόλουθα έγγραφα: 1) Την από 7-4-1998 έγκλησή της στον Εισαγγελέα Πλημ/δικών, 2) Την από 20-3-1998 επιστολή του οίκου ZIPPO με αποδέκτη την πρώτη αναιρεσίβλητη, 3) Την από 4-4-1998 επιστολή του οίκου ZIPPO, 4) Την έφεση της αναιρεσείουσας, 5)Την ένδικη αγωγή της, 6) Τις από 2-11-2000 προτάσεις και την από 7-11-2000 προσθήκη τους, 7) Την υπ' αριθ. 1379/2001 προδικαστική απόφαση, 8) Την υπ' αριθ. 1146/2001 Εισηγητική έκθεση, 9) Τις από 8-12-2005 προτάσεις της αναιρεσείουσας, 10) έως 13) Τα από 29-6-1999, 29-6-1999, 16-9-1998 και 16-9-1998 απολογητικά υπομνήματα των αναιρεσιβλήτων και τις περιεχόμενες σ' αυτά εξώδικες ομολογίες τους, 14) Την από 21-1-1998 προσφορά telefax του Ψ3, 15) Τις από 20-3-1998 και 4-4-1998 επιστολές της ZIPPO, 16) Την από 9/1997 επιστολή της πρώτης αναιρεσίβλητης, 17) Τους ισολογισμούς της αναιρεσείουσας, 17α) Τις πρωτόδικες προτάσεις των αναιρεσιβλήτων, 18) Το από 28-5-2000 ένθετο της εφημερίδας "Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία", 19) Δημοσίευμα του περιοδικού "Κεφάλαιο", 20) Την υπ' αριθ. 67500/2003 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/δικείου Αθηνών, 21) Κατάλογο Φθινόπωρο 2000-Άνοιξη 2001, 22) Κατάλογο Φθινόπωρο 2001-Καλοκαίρι 2002, 23) Το υπ' αριθ. ...

συμβόλαιο του Συμβ/φου Αναγνωστόπουλου, 24) Το ΦΕΚ ΤΑΕ-ΕΠΕ 6773/97 και 7485/2006 ΦΕΚ ΤΑΕ-ΕΠΕ, τα αποδεικτικά δε αυτά στοιχεία είχε νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει με τις προτάσεις της στο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο προαναφερθέν αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που του είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως οι διάδικοι, και από το όλο το προαναφερθέν περιεχόμενο εκείνης της απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε ρητά ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας για το ότι ο πέμπτος αναιρεσίβλητος προέβη στις δυσφημιστικές σε βάρος της (αναιρεσείουσας) διαδόσεις καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπές αποδείξεις, και τα πιο πάνω έγγραφα με αριθμούς 10 έως και 24 καίτοι επικαλούμενες ως περιλαμβανόμενες σ' αυτά εξώδικες ομολογίες των αναιρεσιβλήτων, για να καταλήξει στο απορριπτικό αποδεικτικό του πόρισμα, ο δε σχετικός λόγος αναίρεσης κρίνεται αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Εξάλλου, ο ίδιος λόγος αναίρεσης καθόσον αφορά τα πιο πάνω διαδικαστικά έγγραφα με στοιχεία 1 έως 9 πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

V. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Από τη διατύπωση της η διάταξη αυτή αφορά μόνο έγγραφο, και όχι μαρτυρική κατάθεση, ενώ ως έγγραφο νοούνται μόνο όσα προβλέπονται από τα άρθρα 339 και 432 επ.

του ΚΠολΔ, και όχι τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης. Για να δημιουργηθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να έχει γίνει επίκληση του εγγράφου στην κατ' έφεση δίκη, διαφορετικά ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος. Περαιτέρω, ως παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου που ιδρύει τον ίδιο λόγο αναίρεσης, και η οποία πρέπει να είναι προφανής, υπάρχει όταν το Δικαστήριο από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενο του κάτι το διαφορετικό από το πραγματικό. (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, θα πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος (ΑΠ 442/1993).

Από δε το συνδυασμό της πιο πάνω διάταξης με εκείνη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι δεν περιλαμβάνει ο λόγος αυτός αναίρεσης και την περίπτωση, κατά την οποία, από την αποδεικτική αξιολόγηση του περιεχομένου του εγγράφου, κατέληξε το δικαστήριο με την συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί δεν είναι εφικτή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του εγγράφου, παρά μόνο με την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που συνεκτιμήθηκαν με αυτό, η οποία δεν υπόκειται σε έλεγχο του Αρείου Πάγου, και ο αναιρετικός λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 413/1993).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση του, για να καταλήξει στην κρίση και να απορρίψει την αγωγή της αναιρεσείουσας και την έφεση της και για να δεχθεί την έφεση του πέμπτου αναιρεσιβλήτου στηρίχθηκε σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή στις ένορκες καταθέσεις των εκατέρωθεν εξετασθέντων μαρτύρων, και σε όλα τα έγγραφα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι με τις έγγραφες προτάσεις τους, μεταξύ των οποίων και όλα τα προαναφερθέντα στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας.

Προβάλλει ειδικά δε ως προς τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα με αριθμούς 10 έως 24 η αναιρεσείουσα ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των πιο πάνω αποδεικτικών στοιχείων. Υπ' αυτά, όμως τα δεδομένα, και καθ' όσον αφορά τα πιο πάνω φερόμενα ως παραμορφωθέντα έγγραφα με στοιχεία 10 έως 24 ούτε η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται, ούτε και προκύπτει από το σύνολο αυτών που ιστορεί στην αίτηση της ή και κυρίως από αυτή την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα παραπάνω έγγραφα, για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα της, ύστερα από τη συνεκτίμηση και όλων των άλλων στοιχείων, ότι ο πέμπτος αναιρεσίβλητος δεν προέβη προσωπικά στις ένδικες δυσφημιστικές διαδόσεις σε βάρος της αναιρεσείουσας.

Επομένως ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 20 του Κ.Πολ.Δ., πρώτος κατά το άλλο σκέλος του λόγος αναίρεσης, είναι από την αιτία αυτή προεχόντως απορριπτέος ως απαράδεκτος. Κατά τα λοιπά δε, ο ίδιος πιο πάνω λόγος αναίρεσης από τον αριθμ. 20 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ. είναι επίσης απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί όπως από το περιεχόμενό του προκύπτει, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι ο πέμπτος αναιρεσίβλητος προέβη πράγματι στις δυσφημιστικές σε βάρος της διαδόσεις, πλήττοντας πλέον την αντίθετη ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου, που ανάγεται σε πράγματα, και σαν τέτοια, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (αρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).

Εξάλλου, ο ίδιος λόγος αναίρεσης, καθόσον αφορά τα με αριθμούς 1 έως 9 έγγραφα, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος γιατί πρόκειται για διαδικαστικά έγγραφα της ίδιας δίκης.

VI. Ο λόγος αναίρεσης, που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 12 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται, αν παραβιάστηκαν ορισμοί του νόμου, που καθιερώνουν κατ' εξαίρεση ορισμένη αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Όταν τα αποδεικτικά αυτά μέσα εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο κατά τον κανόνα που θέτει το άρθρο 340 του Κ.Πολ.Δ., τότε δεν ελέγχεται αναιρετικά τέτοια εκτίμηση (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης. Κατά συνέπεια πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι οι πρώτος και τρίτος λόγοι αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος τους με τους οποίους η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθ. 12 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ. γι το λόγο ότι :1) Δεν απέδωσε την πρέπουσα βαρύτητα στα προσκομισθέντα από αυτήν έγγραφα που μνημονεύονται στο αναιρετήριο και στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας με στοιχ. (IV.) και 2) απέδωσε αυξημένη βαρύτητα στην υπ' αριθ. 67500/13-10-2003 αμετάκλητη απαλλακτική απόφαση του Τριμελούς Πλημ/δικείου Αθηνών, εφόσον για όλα τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα δεν καθιερώνεται κατ' εξαίρεση ορισμένη αποδεικτική δύναμη, αλλά εκτιμώνται ελεύθερα, όπως στην προκειμένη περίπτωση συνέβη και με την προσβαλλόμενη απόφαση κατά τις προεκτεθείσες επί της ουσίας παραδοχές της.

VII. Κατά την έννοια του αρθρ. 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ. ως "αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν", για την ίδρυση του αναιρετικού λόγου της μη λήψης υπόψη τέτοιων μέσων, νοούνται εκείνα τα μέσα, των οποίων έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση. Η επίκληση αυτή μπορεί να γίνει στις ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας προτάσεις με αναφορά σε προτάσεις προηγούμενης συζήτησης, υπό την προϋπόθεση όμως ότι η εν λόγω αναφορά θα γίνεται σε συγκεκριμένο μέρος των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης, όπου θα γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση των εν λόγω μέσων.

Δεν συνιστά δε κατά το άρθρο 240 του Κ.Πολ.Δ. που έχει εφαρμογή για την ταυτότητα του νομικού λόγου και στην επίκληση εγγράφων, "νόμιμη επίκληση" η ενσωμάτωση των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, στις οποίες μνημονεύονται τα έγγραφα και η γενική και μόνο αναφορά στα έγγραφα αυτά, με τις προτάσεις που κατατέθηκαν στο Εφετείο (Ολ.

Α.Π. 9/2000, Α.Π. 1511/2005, Α.Π. 953/2005). Το νόμιμο δε της επίκλησης κρίνεται μόνο από τις προτάσεις του διαδίκου και όχι από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης (Α.Π. 1573/2006). Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του από τον αριθμ. 11 περ. β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τα παρά του πέμπτου αναιρεσιβλήτου Ψ5 προσκομισθέντα έγγραφα, καίτοι όπως προκύπτει από τις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου δεν επικαλέσθηκε σαφώς και ορισμένως αυτός όπως όφειλε, στο Εφετείο τ' ανωτέρω έγγραφα αλλά αρκέστηκε στη γενική αναφορά ότι: "επαναπροσκομίζω μετ' επικλήσεως άπαντα τα εις το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο προσαχθέντα υπ' εμού έγγραφα", και ενσωμάτωσε στις προτάσεις αυτές τις πρωτόδικες προτάσεις τους στις οποίες και μόνο γίνεται σαφής επίκληση των εν λόγω εγγράφων.

Όπως όμως προκύπτει από την επισκόπηση των από 1-11-2000 εγγράφων προτάσεων του πέμπτου αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν σε κύριο σώμα κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο του Εφετείου Αθηνών των αντιθέτων εφέσεων της αναιρεσείουσας και του πέμπτου αναιρεσιβλήτου, ο τελευταίος με τις προτάσεις του αυτές (σελ. 28 έως 30), επικαλέσθηκε εκ νέου σαφώς και ορισμένως και δήλωσε ότι προσκομίζει τα εκεί αναφερόμενα αποδεικτικά έγγραφα.

Επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος.

VIII. Kατά τη διάταξη του αρθ. 529 παρ. 1 εδ. α' και παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. στην κατ' έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να αποκρούσει τα αποδεικτικά μέσα που προσάγονται για πρώτη φορά σ' αυτό ως απαράδεκτα, αν κατά την κρίση του ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαρειά αμέλεια.

Όταν το Εφετείο λαμβάνει υπόψη του και συνεκτιμά το πρώτον ενώπιον αυτού προσκομισθέντα έγγραφα, περιλαμβανόμενα στη γενική έκφραση "ως παραδεκτά προσκομιζόμενα" αποκρούει εκ του πράγματος την εκ προθέσεως στρεψοδικίας μη προσκόμισή τους κατά την πρωτόδικη δίκη, η δε κρίση του αυτή ως αναγομένη σε πράγματα (αρθ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το τρίτο μέρος του, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμού 8 και 14 του Κ.Πολ.Δ. για το λόγο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε την από 24-10-2007 βεβαίωση της ΡOTA Ε.Π.Ε., χωρίς τη συνδρομή των προϋποθέσεων των άρθρων 529, 527 και 269 του Κ.Πολ.Δ., κρίνεται απαράδεκτος και απορριπτέος.

IΧ. Ο λόγος αναίρεσης από το εδάφιο 11 περ. γ' ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα, ενώ μόνο το γεγονός ότι δεν έγινε ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάποιου αποδεικτικού μέσου δεν στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης, εφόσον από το περιεχόμενο της απόφασης συνάγεται ότι έχει τούτο ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο.

Αντιθέτως, ο λόγος αυτός ιδρύεται και όταν μεν μνημονεύεται στην απόφαση το αποδεικτικό μέσο, πλην όμως η ειδική αυτή μνεία σχετίζεται αποκλειστικά με ορισμένο ισχυρισμό, ενώ από το περιεχόμενο της απόφασης υπάρχουν αμφιβολίες αν το ίδιο αποδεικτικό μέσο έχει ληφθεί υπόψη για την απόδειξη άλλου ουσιώδους ισχυρισμού.

Στην προκειμένη περίπτωση, κατά ιστορούμενα στην ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας, ο πέμπτος αναιρεσίβλητος προέβη στις ένδικες σε βάρος της δυσφημιστικές διαδόσεις σε τηλεφωνική επικοινωνία στις 8 και 9 Ιανουαρίου 1998 με τον Φ, που εξετάσθηκε ως μάρτυρας για λογαριασμό της αναιρεσείουσας. Η αναιρεσείουσα με τον έβδομο και τελευταίο λόγο της αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ' του Κ.Πολ.Δ., ισχυριζόμενη ειδικότερα ότι για την κατάρτιση του αποδεικτικού πορίσματός της δεν συνεκτίμησε το σύνολο της πιο πάνω ένορκης κατάθεσης, αλλά μόνο περικοπές που αναφέρονται στην τηλεφωνική επικοινωνία που φέρεται να είχε ο πιο πάνω μάρτυρας με τον αναιρεσίβλητο Ψ5, και δεν εκτιμήθηκε το πραγματικό γεγονός που κατέθεσε ο ίδιος μάρτυρας ότι την επομένη της ίδιας τηλεφωνικής επικοινωνίας δηλαδή στις 1-1-1998 επισκέφθηκε τα γραφεία της πρώτης αναιρεσίβλητης εταιρείας όπου ο πέμπτος αναιρεσίβλητος του επανέλαβε προσωπικά τις ίδιες δυσφημιστικές διαδόσεις σε βάρος της αναιρεσείουσας.

Όμως, το περιστατικό αυτό ως θεμελιώδης αγωγικός ισχυρισμός δεν περιλαμβανόταν στο δικόγραφο της ένδικης από 8-7-1998 αγωγής της αναιρεσείουσας, ούτε στο θέμα απόδειξής του τάχθηκε σε βάρος της τελευταίας με την υπ' αριθ. 1379/2001 προδικαστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Εφόσον επομένως πρόκειται για ισχυρισμό που δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, ο λόγος αυτός αναίρεσης κατά το αντίστοιχο σκέλος του κρίνεται απαράδεκτος κατά τη διάταξη του αρθ. 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Εξάλλου, ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά τα λοιπά κρίνεται αβάσιμος, γιατί την ίδια πιο πάνω ένορκη κατάθεση, όπως από τις προαναφερθείσες επί της ουσίας παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, αδιστάκτως καθίσταται βέβαιο ότι το Εφετείο την έλαβε υπόψη κατά τα λοιπά και τη συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις, για να καταλήξει στο απορριπτικό αποδεικτικό του πόρισμα.

Πρέπει επομένως, ν' απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα ως ηττώμενη στις εις το διατακτικό δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρ. 176 και 183 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-7-2008 αίτηση Εταιρείας Περιωρισμένης Ευθύνης με την επωνυμύα "ΜΙ ΤΗΙΤΑ Ε.Π.Ε." για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1998/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Ιανουαρίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Μαρτίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ