Legislator Case Law & Legislation
365/2007 AI generated

365/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 365/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/3/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 793/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5398/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29/11/2005 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

365/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ότι, κατά συνέπεια, αποδεικνύεται ότι τέτοια καθήκοντα δεν θα ασκούσε και ο αναιρεσείων κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και ότι για το λόγο αυτό δεν δικαιούται να λάβει τις αιτούμενες διαφορές επιδόματος ευθύνης 5ου κλιμακίου. Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού εξαφάνισε κατά τούτο την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε κρίνει βάσιμη την αγωγή και κατά το αίτημα αυτό, απέρριψε ως προς αυτό την αγωγή.

Keywords

AI generated
role of leader or instigator authorization for criminal prosecution breach of mandate political motivation authorization to sue concept of contracting authority
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 365 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 365/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ...., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Λιάπα, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πολύδωρο Χούπα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/3/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 793/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5398/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29/11/2005 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Θεμέλης, ανέγνωσε την από 28/11/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 29-11-2005 αίτησης για αναίρεση της 5398/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 1 παρ.4 και 9 του Οργανισμού της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, που εκδόθηκε κατ΄εξουσιοδότηση του άρθρου 1 του ν.δ. 2510/1953, κυρώθηκε με το β.δ. της 26-9-1953 και έχει ισχύ νόμου, "παρ.4: Η τοποθέτησις των προϊσταμένων των διευθύνσεων, των τμημάτων και των υπηρεσιών, των διευθυντών, υποδιευθυντών και εντεταλμένων υποκαταστημάτων, ως και η ανάκλησις των τοποθετήσεων τούτων γίνεται, ασχέτως βαθμού και αρχαιότητος, δια πράξεως του Διοικητού, κατά την απόλυτον αυτού κρίσιν", παρ. 9 "Δια την τοποθέτησιν του προσωπικού και την εις έκαστον υπάλληλον ανάθεσιν υπηρεσιακών καθηκόντων δεν λαμβάνεται υπόψιν ο βαθμός και αι αποδοχαί εκάστου υπαλλήλου".

Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των παρ.7 και 8 του ίδιου άρθρου του ως άνω Οργανισμού συνάγεται ότι η τοποθέτηση των αναφερομένων σε αυτά διευθυντικών στελεχών της τράπεζας (προϊσταμένων διευθύνσεων κλπ) σε θέση ευθύνης από την οποία κατευθύνουν και παρακολουθούν τις εργασίες που υπάγονται στη δικαιοδοσία τους και ευθύνονται για την κανονική διεξαγωγή των ανατιθεμένων σε αυτούς εργασιών και ως εκ της οποίας λαμβάνουν το αποκαλούμενο "επίδομα ευθύνης", είναι ανεξάρτητη από το βαθμό, την αρχαιότητα και τις αποδοχές του τοποθετουμένου σε θέση ευθύνης υπαλλήλου.

Η τοποθέτηση αυτή γίνεται με πράξη του διοικητή, που ασκεί εν προκειμένω κατά την κρίση του το διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη να οργανώνει και να διευθύνει την επιχείρησή του κατά το δυνατό προσφορότερο τρόπο. Η άσκηση του δικαιώματος αυτού υπόκειται σε έλεγχο την καταχρήσεώς του (αρθρ 281 ΑΚ). Κατάχρηση όμως δεν υπάρχει εκ μόνου του λόγου ότι δεν τοποθετείται σε θέση ευθύνης ο έστω και καταφανώς υπερέχων σε τυπικά και ουσιαστικά προσόντα υπάλληλος, καθόσον για τη θεμελίωση της καταχρήσεως απαιτείται να συντρέχουν και άλλες περιστάσεις, οι οποίες σε συνδυασμό με την καταφανή υπεροχή του μη τοποθετηθέντος σε θέση ευθύνης καθιστούν προφανή την υπέρβαση από τον εργοδότη των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του διευθυντικού δικαιώματος.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως θεμελιώνεται και όταν από το αιτιολογικό της απόφασης δεν προκύπτουν σαφώς οι άνω προϋποθέσεις. Κατά δε την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, πράγματα, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει, σύμφωνα με αυτή, λόγο αναίρεσης της απόφασης, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που έχει ασκηθεί με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, ως και οι λόγοι της έφεσης, που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, όχι δε και οι αρνητικοί της βάσεως της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης ισχυρισμοί, ούτε τα νομικά επιχειρήματα, που προβάλλουν οι διάδικοι για την υποστήριξη των απόψεών τους (Ολ.ΑΠ 11/1996, 3/1997).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής, σχετικώς με την αξίωση του αναιρεσείοντος για το "επίδομα ευθύνης": Ο αναιρεσείων, συνεπεία της, κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, παραλείψεώς του να προαχθεί στο βαθμό του Τμηματάρχη Α' από 1-1-1996, η οποία παράλειψη συνιστά αδικοπραξία κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, υπέστη ζημία κατά τη διαφορά μεταξύ των αποδοχών του Τμηματάρχη Α' που έπρεπε να λαμβάνει, και του Τμηματάρχη Β' που ελάμβανε από 1-1-1996 έως 31-12-2003. 'Ότι, περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι ο αναιρεσείων κατά το επίδικο χρονικό διάστημα θα καταλάμβανε, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και εφόσον θα προαγόταν κατά τις άνω προαγωγικές κρίσεις (της 1-1-996) στον προαναφερόμενο βαθμό του Τμηματάρχη Α', συγκεκριμένη θέση ευθύνης 5ου κλιμακίου, ώστε να δικαιολογείται η απ'αυτόν απόληψη των αιτουμένων διαφορών του επιδόματος ευθύνης.

Ούτε, επίσης, αποδείχθηκε ότι συνέτρεξαν οι περιστάσεις που δικαιολογούν, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, τη διαμόρφωση της αποφάσεως του διοικητή της αναιρεσίβλητης για ανάθεση στον αναιρεσείοντα καθηκόντων τέτοιων, που να αποφέρουν την απόληψη του επιδόματος του 5ου κλιμακίου ευθύνης, αφού μόνη η προαγωγή στον ως άνω βαθμό δεν συναρτάται με την κατάληψη συγκεκριμένης θέσεως, ούτε υπάρχει αντιστοιχία, βαθμού και θέσεως ευθύνης. 'Ότι, αντίθετα, αποδείχθηκε ότι όλοι οι αναφερόμενοι στην αγωγή προαχθέντες κατά τις εν λόγω προαγωγικές κρίσεις (1-1-1996) από την ως άνω προαγωγή μέχρι και τις 31-12-2003 δεν άσκησαν καθήκοντα 5ου κλιμακίου.

Ότι, κατά συνέπεια, αποδεικνύεται ότι τέτοια καθήκοντα δεν θα ασκούσε και ο αναιρεσείων κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και ότι για το λόγο αυτό δεν δικαιούται να λάβει τις αιτούμενες διαφορές επιδόματος ευθύνης 5ου κλιμακίου. Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού εξαφάνισε κατά τούτο την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε κρίνει βάσιμη την αγωγή και κατά το αίτημα αυτό, απέρριψε ως προς αυτό την αγωγή.

Έτσι κρίνοντας το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του επαρκείς αιτιολογίες στα ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην απόρριψη του αιτήματος του αναιρεσείοντος περί επιδικάσεως των διαφορών του επιδόματος ευθύνης που απώλεσε ο αναιρεσείων λόγω του ότι η αναιρεσίβλητη παρέλειψε να τον προαγάγει κατά κατάχρηση δικαιώματος.

Επομένως ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αρ.19 Κ.Πολ.Δ μοναδικός λόγος της αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Με το από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ δεύτερο μέρος του μοναδικού λόγου της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμούς που πρότεινε ενώπιόν του ο αναιρεσείων και ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Συγκεκριμένα, ότι δεν έλαβε υπόψη ότι ο αναιρεσείων α) είχε όλα τα νόμιμα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα αφού χαρακτηριζόταν "άριστος" στο ΔΠ και είχε ποσοστό ανταπόκρισης 121% στα Δελτία Αξιολόγησης Στελεχών, β) είχε προταθεί τα έτη 1988, 1989, 1990, 1991, 1992 και 1994 στο ΔΠ ως ώριμος για ανώτερη θέση καθώς και στο Δελτίο Αξιολόγησης 1995, γ) είχε ασκήσει με επιτυχία καθήκοντα Προϊσταμένου Τμήματος Δ/Σ τα έτη 2000-2002, δ) υπήρχαν κενές θέσεις προϊσταμένων διαφόρων τμημάτων της Δ/Σ από τα έτη 1996-2003, στις οποίες τοποθετήθηκαν αντί αυτού άλλοι ομοιόβαθμοί του και ε) όλοι οι αναφερόμενοι από την προσβαλλομένη Τμηματάρχες Α' από 1-1-1996 ναι μεν δεν κατείχαν θέση ευθύνης 5ου κλιμακίου αλλά μικροτέρου, πλην όμως όλοι αυτοί υπηρετούσαν σε καταστήματα.

Αντίθετα δεν υπάρχει στη Διοίκηση Στέλεχος με το βαθμό του Τμηματάρχη Α' που να κατέχει θέση ευθύνης μικρότερου κλιμακίου (εκτός ίσως κάποιου "προβληματικού"). Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού οι παραπάνω φερόμενοι ως μη ληφθέντες υπόψη πραγματικού ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος, οι οποίοι αφορούν στην υπεροχή αυτού έναντι άλλων τοποθετηθέντων σε θέσεις ευθύνης συναδέλφων του, από μόνοι τους δεν έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, καθόσον δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι προτάθηκαν ως συντρέχουσες και άλλες περιστάσεις που σε συνδυασμό με την υπεροχή του αναιρεσείοντος καθιστούσαν καταχρηστική την μη τοποθέτησή του σε θέση ευθύνης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29-11-2005 αίτηση του .... για αναίρεση της 5398/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Φεβρουαρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 22 Φεβρουαρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ