Supreme Court remands case for retrial due to insufficient factual findings on state ownership of the bank at the time of separation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece remanded the case for retrial because the Court of First Instance failed to provide sufficient factual reasoning regarding the bank's status as part of the public sector. The plaintiff argued that the bank was a state-owned entity when she resigned, which would trigger a statutory severance cap, but the lower court acknowledged this without proving the required majority state shareholding. The Court ruled that this omission deprived the judgment of a legal basis, necessitating a new trial with a different panel to properly apply the relevant laws.
Legislator headnote
AI generatedArticles 2(2) of Law 173/1967; Article 51 of Law 1892/1990: The court must explicitly establish the factual prerequisites for applying statutory severance caps, specifically the majority state shareholding of the employer, and a judgment lacking such reasoning is legally flawed.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 365 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 365/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Αμελαδιώτη, Γεώργιο Καράμπελα και Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τζιώτη, για να δικάσει μεταξύ :
Της αναιρεσείουσας: Ε. Φ. του Φ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Πετρόπουλο
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε στην παρούσα δίκη από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πολύδωρο Χούπα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Μαϊου 2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 1858/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 6031/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22 Δεκεμβρίου 2003 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Δαβίλλας διάβασε την από 5 Σεπτεμβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψη και κάθε πλευρά την καταδίκη της αντίδικης στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Επειδή, κατά το άρθρο 2 παρ. 2 του α.ν. 173/1967, στις περιπτώσεις που εργοδότης είναι το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ ή Τράπεζες ή επιχειρήσεις και οργανισμοί κοινής ωφέλειας ή επιχειρήσεις οι οποίες επιχορηγούνται από το Κράτος, η αποζημίωση που οφείλεται από το νόμο 2112/1920, όπως ισχύει εκάστοτε, δεν μπορεί να υπερβαίνει σε κάθε περίπτωση το ποσό των 240.000 δραχμών, καταργουμένης κάθε αντίθετης ειδικής διάταξης νόμου ή σύμβασης οποιασδήποτε μορφής ή τυχόν υπάρχοντος εθίμου.
Το όριο αυτό αναπροσαρμόστηκε σε 1.500.000 δραχμές με το άρθρο 33 ν. 1876/1990. Εξάλλου, με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν.δ. 618/1970 "περί εφαρμογής των διατάξεων του α.ν. 173/1967 επί των αποζημιώσεων των χορηγουμένων υπό του Δημοσίου, ΝΠΔΔ κλπ." ορίστηκε ότι :" τα υπό των διατάξεων της παραγρ. 2 του άρθρου 2 του α.ν. 173/67 τιθέμενα ανώτατα όρια αποζημιώσεως ισχύουν δια πάσαν περίπτωσιν οφειλομένης, δυνάμει γενικής ή ειδικής διατάξεως νόμου ή κανονισμού ή συμβάσεως, αποζημιώσεως εις τους αποχωρούντας, απομακρυνομένους ή απολυομένους υπαλλήλους και εργάτας του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α., ΝΠΔΔ, Τραπεζών, Επιχειρήσεων Κοινής Ωφελείας ή Επιχειρήσεων επιχορηγουμένων υπό του Κράτους, εφ' οιαδήποτε σχέσει εργασίας μετ' αυτών συνδεομένων, καταργουμένης πάσης γενικής ή ειδικής διατάξεως νόμου, κανονισμού, συμβάσεως οιασδήποτε μορφής και εθίμου." Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, ο ευρύτερος δημόσιος τομέας καθορίζεται κάθε φορά από το νόμο, για το ζήτημα αυτό δε ισχύουν ήδη οι διατάξεις του άρθρου 51 παρ. 1 του ν. 1892/1990, με τις οποίες έγινε επανοριοθέτηση του δημόσιου τομέα, όπως είχε οριοθετηθεί με το άρθρο 1 παρ. 6 του ν. 1256/1982 και ορίστηκε ότι ο κατά τις παραπάνω διατάξεις δημόσιος τομέας περιλαμβάνει μόνο "...δ.
τις τράπεζες που ανήκουν στο νομικό πρόσωπο του Δημοσίου, είτε στο σύνολό τους είτε κατά πλειοψηφία". Με βάση το γράμμα των ανωτέρω διατάξεων του α.ν. 173/1967 και του ν.δ.618/1970, καταλείπεται, εκ πρώτης όψεως, η εντύπωση ότι εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής τους, και συνεπώς υπόκεινται στο θεσπιζόμενο από αυτές ανώτατο όριο αποζημιώσεως, οι μισθωτοί όλων ανεξαιρέτως των τραπεζών, αφού οι διατάξεις αυτές δεν διακρίνουν μεταξύ τραπεζών του ιδιωτικού και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, κατά την έννοια του άρθρου 51 παρ. 1 περ.
δ' του ν. 1892/90. Έγινε δεκτό, όμως, ότι, ενόψει του σκοπού και του πραγματικού νοήματος των εν λόγω διατάξεων, επιβάλλεται τελολογική συστολή του γράμματος αυτών, ώστε να εφαρμόζονται μόνο στις τράπεζες του ευρύτερου δημόσιου τομέα (Ολ.ΑΠ 39/1998), δηλαδή στις τράπεζες, οι μετοχές των οποίων ανήκουν στο σύνολό τους ή κατά πλειοψηφία στο νομικό πρόσωπο του Δημοσίου.
Αντίθετο επιχείρημα δεν μπορεί να αντληθεί από το άρθρο 49Α του Κανονισμού της Βουλής, κατά την παρ. 3 του οποίου η προβλεπόμενη στην παρ. 1 του ίδιου άρθρου Επιτροπή Δημοσίων Επιχειρήσεων, Τραπεζών και Οργανισμών Κοινής Ωφέλειας διατυπώνει γνώμη για την καταλληλότητα των προτεινομένων προς διορισμό, επαναδιορισμό ή ανανέωση θητείας σε θέσεις Προέδρου του Δ.Σ., Διοικητού ή Διευθύνοντος Συμβούλου των αναφερομένων στην παρ. 5 (ήδη παρ. 6) του ίδιου άρθρου δημοσίων Επιχειρήσεων, Τραπεζών κ.λ.π., μεταξύ των οποίων μνημονεύεται ειδικά η αναιρεσίβλητη Ε.Τ.Ε., ενώ και από το άρθρο 29 του ν. 2937/2001 , που ορίζει ότι από την ισχύ του (26-7-2001) δεν απαιτείται γνώμη της ανωτέρω Επιτροπής της Βουλής για την καταλληλότητα των προτεινομένων για διορισμό ή επαναδιορισμό στις ως άνω θέσεις της διοίκησης της Ε.Τ.Ε., δεν μπορεί να συναχθεί ότι η αναιρεσίβλητη υπαγόταν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα μέχρι της ισχύος του νόμου αυτού.
Και τούτο, διότι ο δημόσιος τομέας καθορίζεται μόνο από τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 51 παρ. 1 του ν. 1892/1990(Ολ.ΑΠ 1/2006) και όχι από τον Κανονισμό της Βουλής, οι ρυθμίσεις του οποίου εξυπηρετούν άλλους σκοπούς (εσωτερική λειτουργία της Βουλής, αποτελεσματική άσκηση κοινοβουλευτικού ελέγχου) και δεν μπορούν να καταργήσουν ή τροποποιήσουν διατάξεις ισχυόντων τυπικών νόμων.
Στην υπόθεση που κρίνεται το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, ανελέγκτως, και τα ακόλουθα : Η ενάγουσα- αναιρεσείουσα, που γεννήθηκε στις 2-11-1955, προσλήφθηκε και προσχώρησε στον Κανονισμό Εργασίας της εναγομένης- αναιρεσίβλητης στις 3-3-1980 ως υπάλληλος και εντάχθηκε στο λογιστικό κλάδο, προσέφερε δε τις υπηρεσίες της στην αναιρεσίβλητη μέχρι την 1-12-2000 οπότε αποχώρησε δια παραιτήσεώς της, συνταξιοδοτηθείσα, πριν από τη συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας της, με το βαθμό του Τμηματάρχη Β', στον οποίο είχε προαχθεί από την 1-7-1996.
Η καταγγελία που έγινε από αυτήν επέφερε τα κατά νόμο αποτελέσματά της, ήτοι το μεν τη λύση της συμβάσεως εργασίας, το δε, με την πλήρωση της διαλυτικής αιρέσεως, υπό την οποία τελούσε η σύμβασή της, την μετάπτωση αυτής σε σύμβαση αορίστου χρόνου. Η αναιρεσείουσα είχε συνεχή υπερδεκαπενταετή υπηρεσία στην αναιρεσίβλητη και για την αποχώρησή της υπήρχε και η συγκατάθεση της εργοδότριας Τράπεζας, αφού η αναιρεσείουσα μισθωτή είχε προσχωρήσει στον Οργανισμό Υπηρεσίας αυτής, κατά το άρθρο 26 παρ. 2 του οποίου προβλέπεται εκ των προτέρων συγκατάθεση της Τράπεζας, που δεν διατύπωσε καμιά αντίρρηση στην δήλωση αυτής για παραίτηση, η αποδοχή της οποίας άλλωστε ήταν ουσιαστικά υποχρεωτική για την τράπεζα, σύμφωνα με το άρθρο 26 του Οργανισμού της που έχει ισχύ νόμου.
Κατόπιν αυτών δέχθηκε το Εφετείο ότι η αναιρεσείουσα δικαιούται την αποζημίωση του άρθρου 8 εδ. α' του ν. 3198/1955, το ποσό της οποίας, ανερχόμενο σε 5.572205 δραχμές, έπρεπε να περιορισθεί σε 1.500.000 δραχμές, διότι κατά την αποχώρηση αυτής από την υπηρεσία(1-12-2000) η αναιρεσίβλητη Εθνική Τράπεζα ανήκε στις τράπεζες του ευρύτερου δημόσιου τομέα, όπως αυτός είχε οριοθετηθεί με το άρθρο 1 παρ. 6 ν. 1256/1982 και επαναοριοθετηθεί με το άρθρο 51 του ν. 1892/1990, από τον οποίο (δημόσιο τομέα) εξήλθε, σύμφωνα με το άρθρο 29 του ν. 2937/2001 μετά την παραίτηση της αναιρεσείουσας.
Την κρίση του αυτή στήριξε το Εφετείο σε ανεπαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των προαναφερομένων διατάξεων του άρθρου 2 παρ. 2 του α.ν.173/1967 και 51 παρ. 1 δ του ν. 1892/1990. Διότι, ενώ δέχεται το Εφετείο ότι η αναιρεσίβλητη τράπεζα ανήκε, κατά τον κρίσιμο χρόνο, στον προσδιοριζόμενο από το άρθρο 51 του ν. 1892/1990 δημόσιο τομέα, δεν αναφέρει και τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι συνέτρεχαν κατά τον παραπάνω χρόνο οι απαιτούμενες γι' αυτό από την άνω διάταξη προϋποθέσεις, δηλαδή ότι η πλειοψηφία τουλάχιστο των μετοχών της αναιρεσίβλητης ανήκε στο νομικό πρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου.
Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται από νόμιμη βάση στο ανωτέρω ζήτημα που ασκεί επιρροή στην έκβαση της δίκης και συνεπώς ο σχετικός δεύτερος (β' σκέλος) από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι βάσιμος. Κατόπιν αυτών παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων της αναιρέσεως και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο με άλλη σύνθεση (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 6031/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Οκτωβρίου 2005.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 23 Φεβρουαρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ