Legislator Case Law & Legislation
364/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against bank loan judgment, upholding lower court's evidence evaluation on usury claim.

Case Number 364/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by borrowers against a final judgment ordering them to repay a bank loan. The borrowers argued the bank abused its rights by delaying debt collection and promising partial debt reduction, but the court found these claims unsupported by evidence. The court ruled that the lower court's assessment of evidence regarding the bank's conduct was not subject to appellate review and was therefore upheld.

Legislator headnote

AI generated

Articles 68 and 73 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that appellate review of a lower court's evaluation of evidence and the resulting negative assessment of a claim is not admissible, provided the lower court's findings are not arbitrary or contrary to the evidence.

Keywords

AI generated
appeal admissibility evidence evaluation usury claim debt collection delay appellate review limits

Cited Legislation

AI generated
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 564 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 68 of the Code of Civil Procedure
Article 73 of the Code of Civil Procedure
Article 106 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 364 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 364/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη και Βρυσηίδα Θωμάτου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Απριλίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Π. του Ι., κατοίκου ..., 2) Σ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Βουρουτζή και δεν κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΤΕ ΥΠΟ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ" (που είχε υπεισέλθει ως διάδοχος της πρώην Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "Τ ΒΑΝΚ ΑΤΕ", όπως μετονομάστηκε η πρώην "ASPIS BANK ATE"), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χαρίκλεια Παντούλη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/6/2015 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κατερίνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 62/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1545/2020 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1/9/2020 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη, από 1-9-2020 (αριθμ. καταθ. 251/1-9-2020) αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμό 1545/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο δικάζοντας την από 10-5-2019 έφεση της αναιρεσίβλητης - ενάγουσας, κατά της 62/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης, που είχε απορρίψει την από 8-6-2015 αγωγή της, για αξιώσεις της από σύμβαση δανείου, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, δέχθηκε την αγωγή, υποχρεώνοντας τους αναιρεσείοντες-εναγομένους να της καταβάλουν σε ολόκληρο καθένας, το ποσό των 137.821,41 ευρώ, με το νόμιμο τόκο. Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Συνεπώς, είναι παραδεκτή (αρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων, 68 και 73 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, για την αποτελούσα διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης, νομιμοποίηση του διαδίκου, αρκεί κατ' αρχήν ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης ουσιαστικής έννομης σχέσης χωρίς, (κατ' αρχήν), να ασκεί επιρροή η αλήθεια ή όχι αυτού, αφού η έλλειψη συνδρομής της παραπάνω διαδικαστικής προϋπόθεσης συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής ως νομικά μεν αβάσιμης, κατά το στάδιο έρευνας της νομικής βασιμότητας της αγωγής, ως ουσιαστικά δε αβάσιμης στην περίπτωση μη απόδειξης (κατά το στάδιο έρευνας της ουσιαστικής βασιμότητας) των επικληθέντων προς θεμελίωσή της (νομιμοποίησης) πραγματικών περιστατικών (ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 630/2019).

Ποια πρόσωπα είναι φορείς συγκεκριμένων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ορίζεται από το ουσιαστικό δίκαιο που επιτρέπει την άσκηση της αγωγής. Ενόψει δε του ότι η νομιμοποίηση του διαδίκου, όπως και το έννομο συμφέρον αποτελούν ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων αυτών ελέγχεται αναιρετικά με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 18/2005, ΑΠ 260/2020, ΑΠ 59/2019, ΑΠ 90/2017, ΑΠ 233/2016).

Αν, όμως, ο ενάγων δεν επικαλείται τα στοιχεία νομιμοποίησης, σύμφωνα με το νόμο, η αγωγή απορρίπτεται, ως απαράδεκτη (αόριστη) και ο σχετικός αναιρετικός λόγος στηρίζεται στο άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ (ΑΠ 22/2022, ΑΠ 441/2020, ΑΠ 850/2019, ΑΠ 630/2019, ΑΠ 1157/2017). Αν δε, η έλλειψη νομιμοποίησης, συνδέεται με τις παραδοχές της απόφασης επί της ουσίας, στηρίζεται ο λόγος αυτός στο άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, ενώ αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του περιστατικά που στηρίζουν τη νομιμοποίηση, χωρίς να αποτελούν περιεχόμενο της αγωγής, ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ (ΑΠ 657/2020, ΑΠ 233/2016, ΑΠ 354/2008).

Περαιτέρω, με το ν. 4021/2011, αναμορφώθηκε το δίκαιο εξυγίανσης και εκκαθάρισης των πιστωτικών ιδρυμάτων (άρθρα 62 έως 63Ζ και 68 ν. 3601/2007). Στα άρθρα αυτά, σε συνδυασμό με το άρθρο 3 του ν. 3458/2006, για την ''Εξυγίανση και εκκαθάριση των πιστωτικών ιδρυμάτων και άλλες διατάξεις'', προβλέπονται, εκτός των άλλων, τα μέτρα εξυγίανσης που μπορούν να ληφθούν με σκοπό την αναδιάρθρωση του πιστωτικού συστήματος.

Τα μέτρα εξυγίανσης, όπως απαριθμούνται στο άρθρο 3 του ν. 3458/2006, είναι μεταξύ άλλων:...., δ) η μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων πιστωτικού ιδρύματος σε εφαρμογή του άρθρου 63Δ του ν. 3601/2007. Με τα μέτρα αυτά σκοπείται η μεταβιβαστική εξυγίανση ενός τμήματος της περιουσίας ενός πιστωτικού ιδρύματος, με τα σχετικά δικαιώματα, υποχρεώσεις και συμβατικές σχέσεις να μεταφέρονται σε υγιή φορέα (είτε σε ήδη υφιστάμενο πιστωτικό ίδρυμα ή είτε σε μεταβατικό πιστωτικό ίδρυμα που συστήνεται για το σκοπό αυτό, κατ' άρθρο 63 Ε του ίδιου νόμου), ενώ το ίδιο το πιστωτικό ίδρυμα λαμβάνει αντίστοιχο αντάλλαγμα.

Η διαδικασία του άρθρου 63Δ, δεν οδηγεί σε πτώχευση της τράπεζας. Πρόκειται για εξυγίανση, που εφαρμόζεται πριν η τράπεζα φτάσει σε παύση πληρωμών. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 63Δ, η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται με απόφαση της να υποχρεώσει πιστωτικό ίδρυμα στη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων του προς άλλο υφιστάμενο πιστωτικό ίδρυμα ή προς μεταβατικό πιστωτικό ίδρυμα που συστήνεται για το σκοπό αυτόν σύμφωνα με το άρθρο 63Ε ή προς άλλο πρόσωπο.

Τα προς μεταβίβαση περιουσιακά στοιχεία προσδιορίζονται στην απόφαση αυτή (της Τράπεζας της Ελλάδος) και μπορούν να είναι δικαιώματα, απαιτήσεις, υποχρεώσεις ή και συμβατικές σχέσεις (παρ. 1). Με τη σύμβαση μεταβίβασης των συγκεκριμένων στοιχείων ενεργητικού και παθητικού μεταξύ του μεταβιβάζοντος πιστωτικού ιδρύματος και του αποκτώντος, συμμεταβιβάζεται και το σύνολο των παρακολουθηματικών εννόμων σχέσεων, δηλαδή εγγυήσεις, εξασφαλίσεις (458 ΑΚ), εκχωρήσεις και το σύνολο των δικών, των ήδη εκκρεμών, ή αυτών που θα καταστούν εκκρεμείς στο μέλλον και αφορούν τις προαναφερθείσες έννομες σχέσεις.

Η δε υπό εξυγίανση τραπεζική επιχείρηση μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί, ως προς το αντικείμενο που συνίσταται στα περιουσιακά στοιχεία που δεν έχουν μεταβιβαστεί, άλλως συνεχίζει να υπάρχει για τις ανάγκες της εκκαθάρισης, εφόσον ανακαλείται η άδεια λειτουργίας της και τίθεται σε ειδική εκκαθάριση με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος (άρθρο 68 ν. 3601/2007).

Εξάλλου, με τη μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων κατ' άρθρο 63Δ του ν. 3601/2007, ως μέτρο εξυγίανσης του πιστωτικού συστήματος, το πιστωτικό ίδρυμα που αποκτά, επέχει θέση ειδικού διαδόχου. Ωστόσο, το αποκτόν πιστωτικό ίδρυμα δεν είναι ειδικός διάδοχος του νομικού προσώπου του μεταβιβάζοντος ως σύνολο, ο οποίος (μεταβιβάζων) εξακολουθεί να υφίσταται ως ξεχωριστό νομικό πρόσωπο, αλλά ειδικός διάδοχος αυτού, αποκλειστικά και μόνο ως προς τις συγκεκριμένες έννομες σχέσεις, δικαιώματα, απαιτήσεις, υποχρεώσεις ή και συμβατικές σχέσεις που μεταβιβάστηκαν και ρητά αναφέρονται στην απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος και στη σύμβαση μεταβίβασης.

Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 63Δ, για το κύρος της μεταβίβασης και το αντιτάξιμό της έναντι τρίτων, οι οποίοι είναι υποκείμενα δικαιωμάτων, υποχρεώσεων ή συμβατικών σχέσεων που μεταφέρονται στο προς η μεταβίβαση πιστωτικό ίδρυμα, δεν απαιτείται αναγγελία προς αυτούς ή συναίνεση τους.

Οι δε εκκρεμείς δίκες που σχετίζονται με τα μεταβιβαζόμενα περιουσιακά στοιχεία, συνεχίζονται από το προς η μεταβίβαση πιστωτικό ίδρυμα, χωρίς διακοπή της δίκης και χωρίς να απαιτείται δήλωση για την επανάληψη τους, επέρχεται δηλαδή ex lege υποκατάσταση του αποκτώντος πιστωτικού ιδρύματος στα δικαιώματα και υποχρεώσεις του αρχικού υπό εξυγίανση πιστωτικού ιδρύματος, ως προς τις έννομες σχέσεις που μεταβιβάστηκαν σ' αυτό και συν-ακόλουθα ex lege μετατόπιση της νομιμοποίησής του, υπεισερχόμενο, έτσι, στη δικονομική θέση του αρχικού πιστωτικού ιδρύματος, ως προς τις δίκες που σχετίζονται με τα μεταβιβαζόμενα περιουσιακά στοιχεία, (ΑΠ 915/2021, ΑΠ 2005/2014, ΟλΣτΕ 3014/2014, 3016/2014), ενώ η υπό εξυγίανση τραπεζική επιχείρηση μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί ως προς το αντικείμενο που συνίσταται στα περιουσιακά στοιχεία, που δεν έχουν μεταβιβαστεί, άλλως, εφόσον ανακαλείται η άδεια λειτουργίας της και τίθεται σε ειδική εκκαθάριση, με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος, συνεχίζει να υπάρχει για τις ανάγκες της εκκαθάρισης (ΑΠ 1255/2021, ΑΠ 507/2018).

Περαιτέρω, με την 5548/17-12-2011 Απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος (ΦΕΚ Β 2856/17-12-2012) αποφασίστηκε η ανάκληση της άδειας λειτουργίας του πιστωτικού ιδρύματος ''Τ-ΒΑΝΚ'' (πρώην ''ASPIS BANK''), η θέση του υπό ειδική εκκαθάριση κατά τις διατάξεις του άρθρου 68 ν. 3601/2007 και ο διορισμός ειδικού εκκαθαριστή, ενώ με την 5549/17-12-2011 Απόφαση της αυτής ως άνω Επιτροπής, δημοσιευθείσα αυθημερόν στο προαναφερόμενο φύλλο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως, δόθηκε εντολή στο διορισθέντα ειδικό εκκαθαριστή να προβεί στην παραχρήμα μεταβίβαση των αναφερομένων στο Παράρτημα της εν λόγω Αποφάσεως περιουσιακών στοιχείων της άνω υπό ειδική εκκαθάριση τραπεζικής εταιρίας στο ''ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Τ.Ε''.

Στο εν λόγω Παράρτημα, παρ. 1 αυτού ορίζεται ότι: Στο πιστωτικό ίδρυμα ''ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΤΕ'' μεταβιβάζονται όλες οι συμβατικές σχέσεις της ''Τ - Bank ΑΤΕ'' με τρίτους, στις οποίες υποκαθίσταται πλήρως η ''ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΤΕ'', καθώς και το σύνολο του ενεργητικού και του παθητικού της ''Τ BΑΝΚ ΑΤΕ'' (δικαιώματα, αξιώσεις, υποχρεώσεις και βάρη κάθε είδους), εκτός από τις συμβατικές σχέσεις και τα στοιχεία που περιγράφονται στη συνέχεια ως μη μεταβιβαζόμενα.

Στις συμβατικές σχέσεις που δεν μεταβιβάζονται στην ''ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΤΕ'', συμβαλλόμενη θα παραμείνει η υπό εκκαθάριση ''Τ Bank ΑΤΕ'', ενώ τα στοιχεία που δεν μεταβιβάζονται στην ''ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΑΤΕ'', παραμένουν στην ιδιοκτησία ή συνεχίζουν να βαρύνουν την υπό εκκαθάριση ''Τ Bank ΑΤΕ''.

Στα περιουσιακά στοιχεία (συμβατικές σχέσεις, ενεργητικό και παθητικό) που μεταβιβάζονται συμπεριλαμβάνονται ιδίως τα ακόλουθα : α)..., β) οι συμβατικές σχέσεις από δανειακές ή άλλου είδους πιστοδοτικές συμβάσεις της ''Τ - BΑΝΚ ΑΤΕ'', με τρίτους, γ) ...... Ακολούθως, µε την υπ' αριθµ. 2124/Β95/18.01.2013 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών (ΦΕΚ Β 74/18.1.2013) συστήθηκε μεταβατικό πιστωτικό ίδρυμα µε την επωνυμία, "ΝΕΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Τ.Ε.", που έλαβε κατόπιν της από 18.1.2013 απόφασης της Επιτροπής Μέτρων Εξυγίανσης της Τράπεζας της Ελλάδος (Συνεδρίαση 7/18.1.2013/Θέμα 35ο, ΦΕΚ Β 76/1.1.2013) άδεια λειτουργίας στην Ελλάδα, δυνάµενο να ασκεί όλες τις δραστηριότητες του άρθρου 11 παρ. 1 του ν. 3601/2007, ενώ ανακλήθηκε η άδεια του πιστωτικού ιδρύματος µε την επωνυμία "ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΤΕ", για την άσκηση των δραστηριοτήτων της παρ. 1 του άρθρου 11 του ν. 3601/2007.

Το τελευταίο πιστωτικό ίδρυμα τέθηκε σε ειδική εκκαθάριση, σύμφωνα µε το άρθρο 68 του ως άνω νόµου, επιτρεποµένης σ? αυτό εφεξής της διενέργειας µόνο των πράξεων που υπηρετούν τον σκοπό της εκκαθάρισης. Με την ως άνω Υπουργική Απόφαση, αποφασίστηκε ακόµη η μεταβίβαση στο μεταβατικό πιστωτικό ίδρυμα µε την επωνυμία, "ΝΕΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Τ.Ε." των περιουσιακών στοιχείων του πιστωτικού ιδρύματος µε την επωνυμία "ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Τ.Ε.", που αναφέρονται στο Παράρτημα 1 της απόφασης αυτής.

Στο εν λόγω παράρτημα παρ. 1 αυτού ορίζεται ότι, στο πιστωτικό ίδρυμα ''ΝΕΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΤΕ'' μεταβιβάζονται όλες οι συμβατικές σχέσεις του πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία ''ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΤΕ'' με τρίτους, στις οποίες υποκαθίσταται πλήρως η ''ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΤΕ'', καθώς και το σύνολο του ενεργητικού και του παθητικού της ''ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΑΤΕ'' (δικαιώματα, αξιώσεις, υποχρεώσεις και βάρη κάθε είδους), εκτός από τις συμβατικές σχέσεις και τα περιουσιακά στοιχεία που περιγράφονται στη συνέχεια στον αριθμό 2, υπό στοιχ.

α έως και ιζ, ως μη μεταβιβαζόμενα. Στην δε παρ. 2 του ίδιου παραρτήματος ορίζεται ότι: "Δεν μεταβιβάζονται στην ''ΝΕΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ'', τα περιουσιακά στοιχεία (ενεργητικό, παθητικό και έννομες σχέσεις από συμβάσεις) που περιγράφονται παρακάτω υπό τα στοιχεία α' έως ιζ' (μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία).

Τα μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία διατηρούνται υπό τη δικαιοκτησία (ενεργητικό) της ''ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ'' ή συνεχίζουν να βαρύνουν (παθητικό) την ''ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ''. Εφόσον στα μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία περιλαμβάνονται συμβατικές σχέσεις, σ' αυτές συμβαλλόμενη παραμένει η ''ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ''.

Τα μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία είναι τα ακόλουθα: α) ......, ια) Οι έννομες σχέσεις της "ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ" έναντι πελατών της από δανειακές ή άλλου είδους πιστοδοτικές συμβάσεις της "ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ", συμπεριλαμβανομένων και αναγωγικών δικαιωμάτων της από την έκδοση εγγυητικών επιστολών ή από άλλου είδους εγγυοδοτικές συμβάσεις της "ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ" με τρίτους, οι οποίες αφορούν:

ι. oφειλές που αφορούν την αγορά ή την επισκευή ακινήτου, που χρησιμοποιείται ή πρόκειται να χρησιμοποιηθεί ως κατοικία, οι οποίες ασφαλίζονται με εμπράγματη ασφάλεια επί του εν λόγω ακινήτου, εφόσον ο πιστούχος βρίσκεται σε υπερημερία άνω των εκατόν ογδόντα (180) ημερών και το συνολικό ποσό της καθυστέρησης υπερβαίνει το 2% επί της συνολικής εναπομένουσας οφειλής.

Από το εν λόγω κριτήρια εξαιρούνται οι οφειλές για τις οποίες η συνολική αξία της οφειλής δεν υπερβαίνει το εβδομήντα πέντε τοις εκατό (75%) της αγοραίας αξίας του υπέγγυου ακινήτου. ιι. Οφειλές οι οποίες δεν εμπίπτουν στην ανωτέρω κατηγορία, εφόσον ο πιστούχος βρίσκεται σε υπερημερία άνω των ενενήντα (90) ημερών και το συνολικό ποσό της καθυστέρησης υπερβαίνει το 2% της συνολικής εναπομένουσας οφειλής".

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης από 8-6-2015 αγωγής, η ενάγουσα ανώνυμη εταιρία, με την επωνυμία, "ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΤΕ ΥΠΟ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ", (ήδη αναιρεσίβλητη) ισχυρίστηκε, ότι δυνάμει της αναφερόμενης σύμβασης στεγαστικού δανείου, που καταρτίστηκε στην Κατερίνη, μεταξύ της ανώνυμης εταιρίας µε την επωνυμία, "ΑSPIS ΒΑΝΚ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και της πρώτης εναγοµένης (ήδη πρώτης αναιρεσείουσας) χορηγήθηκε στην τελευταία έντοκο δάνειο, ποσού 165.165,76 ευρώ, µε προσηµείωση υποθήκης, για τη συμπλήρωση του τιμήματος αγοράς των αναφερόμενων οικοπέδων, µε τους ειδικότερους όρους και συμφωνίες που περιέχονται στη σύμβαση και εκτίθενται αναλυτικά στο ένδικο δικόγραφο, την κανονική εξυπηρέτηση του οποίου εγγυήθηκε υπέρ πρώτης εναγοµένης - δανειολήπτριας, ο δεύτερος εναγόµενος (δεύτερος αναιρεσείων), ευθυνόµενος απεριόριστα και εις ολόκληρον, ως πρωτοφειλέτης και παραιτούµενος από την ένσταση της δίζησης.

Ότι η ίδια (ενάγουσα) υπεισήλθε ως διάδοχος κατά νόμο (άρθρο 63 Ν. 3601/2007), στα δικαιώµατα της πρώην τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία, "T - BANK ATE" (ΦΕΚ 2856/17-12-2011), μεταξύ των οποίων η άνω δανειακή σύμβαση. Ότι η Γενική Συνέλευση των μετόχων της "ΑSPIS ΒΑΝΚ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", της 7ης Μαϊου 2010, αποφάσισε τη µεταβολή της επωνυµίας της δανειοδοτούσας τράπεζας από, "ΑSPIS ΒΑΝΚ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" σε "Τ - ΒΑΝΚ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και µε διακριτικό τίτλο "Τ- ΒΑΝΚ" και η απόφαση αυτή εγκρίθηκε µε τη µε αριθµό Κ2-4811/21-6-2010 απόφαση της Υπουργού Οικονομίας Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, η δε σχετική ανακοίνωση καταχωρήθηκε στο µητρώο ανωνύμων εταιριών µε αριθµό 26699/06/Β/92/12 και δημοσιεύθηκε στην Εφηµερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ ΤΑΕ-ΕΠΕ 5635/22-6-2010).

Ότι ακολούθως, µε την υπ' αριθµ. 2124/Β95/ 18-01-2013 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών (ΦΕΚ Β 74/18-1-2013), η οποία εκδόθηκε βάσει του ν. 3601/2007, ανακλήθηκε η άδεια του αρχικού πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία, "ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" (ενάγουσας) και τέθηκε σε ειδική εκκαθάριση, σύμφωνα με το άρθρο 68 του άνω νόμου, επιτρεποµένης σ? αυτό εφεξής της διενέργειας µόνο των πράξεων που υπηρετούν τον σκοπό της εκκαθάρισης, ενώ με την ίδια ως άνω απόφαση συστάθηκε μεταβατικό πιστωτικό ίδρυμα µε την επωνυμία, "ΝΕΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Τ.Ε.", που έλαβε µε την από 18-1-2013 απόφαση της Επιτροπής Μέτρων Εξυγίανσης της Τράπεζας της Ελλάδος (Συνεδρίαση 7/18.1.2013/Θέμα 35ο, ΦΕΚ Β 76/1.1.2013) την από 18.1.2013 άδεια λειτουργίας στην Ελλάδα, δυνάµενο να ασκεί όλες τις δραστηριότητες του άρθρου 11 παρ. 1 του ν. 3601/2007.

Ότι µε την ως άνω Υπουργική Απόφαση, προσδιορίστηκαν τα μεταβιβαζόμενα και μη μεταβιβαζόμενα προς το "ΝΕΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Τ.Ε." περιουσιακά στοιχεία του ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟΥ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟΥ και ότι στα μεταβιζόμενα στοιχεία, δεν εμπίπτουν οι έννομες σχέσεις, που πηγάζουν από την ένδικη δανειακή σύμβαση, που εξακολουθούν να παραμένουν περιουσιακά στοιχεία του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου υπό ειδική εκκαθάριση, δηλαδή της ενάγουσας και τέλος ότι, η τελευταία µε την από 21-05-2014 εξώδικη δήλωση, που επέδωσε στους εναγοµένους στις 22-05-2014 και 29-05-2014 αντίστοιχα, κατήγγειλε την επίδικη δανειακή σύµβαση, όπως είχε δικαίωµα και τους κάλεσε να καταβάλουν το ως άνω ληξιπρόθεσµο υπόλοιπο, πλέον τόκων υπερηµερίας από την ηµέρα του κλεισίματος του λογαριασμού, πλην, όµως, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της προς τούτο, κανένα ποσό της κατέβαλαν εκ της οφειλής, η οποία πλέον ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 137.821,41 ευρώ, αφού στο άνω ποσό προστέθηκαν 120,01 ευρώ για έξοδα σύνταξης και επίδοσης της καταγγελίας της σύμβασης.

Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόµενοι, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον ο καθένας, να της καταβάλουν το προαναφερθέν ποσό, µε τον τόκο υπερηµερίας από 20-11-2013, άλλως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και µέχρι την ολοσχερή εξόφληση. Από το περιεχόμενο αυτό της αγωγής προκύπτει ότι στο δικόγραφό της, εκτίθενται τα αναγκαία στοιχεία ενεργητικής νομιμοποίησης της ενάγουσας, ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, με την επωνυμία, "ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΑΤΕ ΥΠΟ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ", αφού ειδικότερα αναφέρεται ότι αυτή υπεισήλθε ως διάδοχος κατά νόμο (άρθρο 63 ν. 3601/2007) στα δικαιώματα της πρώην τραπεζικής εταιρίας, "T - BANK ATE", (ΦΕΚ Β 2856/17-12-2011), όπως μετονομάστηκε η πρώην, "ASPIS BANK ATE" (ΦΕΚ τ.

ΑΕ & ΕΠΕ 5635/22-6-2010), μεταξύ των οποίων οι ένδικες αξιώσεις από την αναφερόμενη δανειακή σύμβαση, που καταρτίστηκε μεταξύ της "ΑSPIS ΒΑΝΚ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και των εναγομένων και επιπλέον ότι, μετά την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της ίδιας (ενάγουσας) και τη σύσταση του πιστωτικού ιδρύματος, με την επωνυμία, "ΝΕΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ", δυνάμει της αριθμό 2124/Β95/18-1-2013 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών και τη θέση αυτής υπό ειδική εκκαθάριση, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 68 του ν. 3601/2007, παρέμειναν σ' αυτή, ως μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία, οι έννομες σχέσεις από την ένδικη σύμβαση, με αποτέλεσμα να νομιμοποιείται, υπό τα εκτιθέμενα, προς άσκηση της αγωγής, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρεται επιπλέον όσον αφορά την ενεργητική νομιμοποίηση της ενάγουσας, ως διαδόχου της δανειοδοτούσας Τράπεζας, "Τ - ΒΑΝΚ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", και ότι η επίδικη έννομη σχέση δεν εμπίπτει στα περιουσιακά στοιχεία που παρέμειναν στην υπό εκκαθάριση, ''Τ - ΒΑΝΚ ΑΤΕ'', μετά την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της τελευταίας και τη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων της στην ενάγουσα (ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΤΕ) με τις 5548/2011 και 5549/2011 αποφάσεις της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος (ΦΕΚ 2856/17-12-2011), όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, ενόψει του ότι εκτίθεται στην αγωγή ότι υπεισήλθε η ίδια (ενάγουσα) στην άνω έννομη σχέση (από τη δανειακή σύμβαση και την εγγύηση) και επομένως, η εν λόγω έννομη σχέση εντάσσεται στα μεταβιβαζόμενα στοιχεία.

Όσον δε αφορά την ιδιότητα της ενάγουσας, ως δικαιούχου της ένδικης αξίωσης, μετά την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της, τη θέση της υπό εκκαθάριση και τη σύσταση της ''ΝΕΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΑΤΕ'', δεν απαιτείται να αναφέρονται επιπλέον, η διάταξη του Παραρτήματος της με αριθμό 2124/Β95/18-1-2013 Υπουργικής Απόφασης, που προσδιορίζει τα μη μεταβιβαζόμενα προς το "ΝΕΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΑΤΕ", στοιχεία, ούτε ενόψει του ότι πρόκειται για οφειλή από στεγαστικό δάνειο με προσημείωση υποθήκης, ''ο χρόνος έναρξης της υπερημερίας, το χρονικό διάστημα της υπερημερίας και εάν αυτό υπερβαίνει τις 180 ημέρες, (στοιχείο ια περίπτωση Ι), άλλως τις 90 ημέρες (στοιχείο ια περίπτωση

ΙΙ), το ποσό της οφειλής κατά το χρόνο έναρξης της υπερημερίας, το συνολικό ποσό της καθυστέρησης, εάν το συνολικό αυτό ποσό υπερβαίνει το 2% της συνολικής εναπομένουσας οφειλής, η αγοραία αξία του υπέγγυου ακινήτου, εάν η συνολική αξία της οφειλής υπερβαίνει ή όχι το 75% της της αγοραίας αξίας του υπέγγυου ακινήτου'', όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, καθόσον πρόκειται για επιμέρους στοιχεία, που μπορεί να προκύψουν από τις αποδείξεις.

Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ορισμένη την αγωγή, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο, ούτε, όμως, δέχθηκε για το ορισμένο αυτής, πράγματα πέραν αυτών που εκτίθενται στο δικόγραφό της και, συνεπώς, ο πρώτος και ο δεύτερος κατά το δεύτερο μέρος του, λόγοι αναίρεσης από τους αριθμούς 14 και 8 αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλονται οι ως άνω αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι.

Περαιτέρω, ο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως ''πράγματα'', κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 87/2013), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπόψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής κ.λπ., εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της (ΑΠ 1373/2022, ΑΠ 155/2022, ΑΠ 1096/2021, ΑΠ 1530/2008).

Επίσης, δεν αποτελούν ''πράγματα'' και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1455/2009). Από το συνδυασμό δε της άνω διάταξης, με τις διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ προκύπτει ότι, εάν για τη στήριξη ισχυρισμού καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος προβάλλονται περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία πρέπει να ληφθούν υπόψη αθροιστικά, ''πράγματα'', αποτελούν το καθένα από τα περισσότερα αυτά πραγματικά περιστατικά, που έχουν παραδεκτώς προβληθεί, εφόσον με την προσθήκη και αυτών, ο σχετικός ισχυρισμός καθίσταται νόμιμος και πληροί το πραγματικό της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ (ΑΠ 140/2022, ΑΠ 528/2021, ΑΠ 1309/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τις προτάσεις τους, τόσο στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως εναγόμενοι, όσο και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ως εφεσίβλητοι, πρόβαλαν την ένσταση της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης - ενάγουσας, να επιδιώξει με την ένδικη αγωγή την είσπραξη της απαίτησής της, από την αναφερόμενη σύμβαση στεγαστικού δανείου και εγγύησης, παραθέτοντας σ' αυτές, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπησή τους, μεταξύ άλλων, τα εξής: ''Η πρώτη αυτών διατηρεί ατομική επιχείρηση ξενοδοχείο στο ... ....

Η αντίδικος (ενάγουσα) πέραν της υπό κρίση αγωγής και των αναφερόμενων λοιπών αγωγών (τεσσάρων), πέτυχε και την έκδοση της 122/2015 διαταγής πληρωμής ... Δυνάμει της αναφερόμενης σύμβασης δανείου, που καταρτίστηκε στην Κατερίνη μεταξύ της ίδιας και της ASPIS BANK, έλαβε έντοκο δάνειο για τη συμπλήρωση του τιμήματος αγοράς δύο οικοπέδων στο ..., ποσού 165.165,76 ευρώ, διάρκειας 20 ετών, για την εξασφάλιση του οποίου η άνω τράπεζα ενέγραψε προσημείωση υποθήκης, επί των οικοπέδων.

Η άνω επιχείρησή της κατά τα πρώτα έτη που ακολούθησαν τη σύναψη της δανειακής σύμβασης, εμφάνιζε αξιόλογο κύκλο εργασιών, λόγος για τον οποίο η ίδια ήταν ενήμερη στις δανειακές της υποχρεώσεις, ενώ από το 2010 και μετά ο τζίρος άρχισε σταδιακά να μειώνεται, συνεπεία της γνωστής οικονομικής κρίσης. Από τις αρχές του έτους 2013, λόγω της διαρκούς ύφεσης της οικονομίας, η δραστηριότητα της επιχείρησής της υπέστη δραματική συρρίκνωση, λόγος για τον οποίο αδυνατούσε με τρόπο μόνιμο και γενικό να ανταπεξέλθει στις δανειακές της υποχρεώσεις.

Η αντίδικος κατάγγειλε τη σύμβαση περίπου ενάμισι έτος μετά τη γενική και μόνιμη παύση των πληρωμών της, δηλαδή το Μάϊο του 2014. Η ίδια, στις αρχές του 2015, επιθυμούσα να πληρώσει τις οφειλές της, ήλθε σε επικοινωνία με τους νόμιμους εκπροσώπους και εκκαθαριστές της αντιδίκου της, οι οποίοι υπέδειξαν σ' αυτή να τους αποστείλει σχετική πρότασή της, με mail, ώστε να την εξετάσουν και να της απαντήσουν με το ίδιο τρόπο, ενημερώνοντας την ότι σε ενδεχόμενη απόρριψη της πρότασής της, μπορούσε να επανέλθει με νέα πρόταση, καθησυχάζοντάς την ότι δεν θα προβούν σε διεκδίκηση των οφειλομένων, εκείνη την περίοδο.

Ακολούθησε η ανταλλαγή mail μεταξύ τους, με αντικείμενο την ενημέρωσή της ως προς τις οφειλές της, από τις επιμέρους καταρτισθείσες μεταξύ τους, δανειακές συμβάσεις, μεταξύ των οποίων το από 28-4-2015 mail της αντιδίκου της, με συνημμένα αποσπάσματα της κίνησης των λογαριασμών της, από την άθροιση των οποίων προέκυπτε ότι το οφειλόμενο εκ μέρους της ποσό από τις επτά συνολικά δανειακές συμβάσεις, που είχαν καταρτιστεί μεταξύ τους, ανερχόταν σε 567.181,32 ευρώ.

Κατόπιν αυτού, η ίδια, με το από 12-5-2015 mail, πρότεινε στην αντίδικό της, να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 140.000 ευρώ, σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση των συνολικών απαιτήσεων της σε βάρος της, από τις άνω επτά δανειακές συμβάσεις. Ακολούθως, σε τηλεφωνική επικοινωνία της με τους νόμιμους εκπροσώπους της αντίδικης, ενημερώθηκε ότι η πρότασή της αυτή απορρίφθηκε, χωρίς αναφορά του λόγου απόρριψης, στη συνέχεια δε η αντίδικος κατέθεσε σε βάρος της τόσον την υπό κρίση αγωγή, όσο και άλλες τέσσερις, ενώ πέτυχε και την έκδοση της 122/2015 Διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης, επιδιώκοντας την ικανοποίηση του συνόλου τηςων οφειλών της δια της δικαστικής οδού.

Η ανωτέρω συμπεριφορά της αντιδίκου καθίσταται προδήλως καταχρηστική, διότι: Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές της πρώτης αυτών ξεκίνησαν ήδη από το έτος 2011, σταμάτησαν δε οριστικά με τρόπο μόνιμο και γενικό, τον Ιανουάριο 2013. Από το έτος 2013, η αντίδικος αδράνησε επί ενάμισι έτος, μέχρι δηλαδή το Μάιο του έτους 2014, οπότε της απέστειλε σχετική εξώδικη δήλωση - καταγγελία για όλες τις μεταξύ τους δανειακές συμβάσεις.

Η ίδια (πρώτη εναγομένη), χωρίς να μεσολαβήσει άλλη όχληση, δικαστική ή εξώδικη από πλευράς της αντιδίκου, προσήλθε αυθορμήτως και οικειοθελώς για να καταβάλει, έστω και μερικά, προσφέροντας ποσό, ύψους 140.000 ευρώ, τις ληξιπρόθεσμες οφειλές της προς αυτή, στις αρχές του έτους 2015, με το διαδραμόντα χρόνο του ληξιπρόθεσμου των οφειλών της να ανάγεται ήδη στην τετραετία.

Η αντίδικος, αφού αρχικά υποδέχθηκε με θέρμη την πρόθεσή της για ρύθμιση των οφειλών της, δημιουργώντας της παράλληλα τη βεβαία πεποίθηση ότι θα τα ''βρούνε'' και ότι δεν θα κινηθεί εις βάρος της εκείνη την περίοδο, την οδήγησε κατ' αυτόν τον τρόπο τεχνηέντως να της κάνει την καλύτερη δυνατή πρόταση που εκείνη τη στιγμή μπορούσε, ήτοι άμεση καταβολή ποσού 140.000 ευρώ, τονίζοντάς της προηγουμένως, ότι σε περίπτωση απόρριψης της πρότασής της αυτής, θα είχε τη δυνατότητα να προβεί στην υποβολή νέας πρότασης, γεγονός που της δημιούργησε την πεποίθηση ότι στη χειρότερη περίπτωση, θα ακολουθούσε μία εκτεταμένη διαδικασία διαπραγματεύσεων μέχρι να καταλήξουν σε μία κοινώς αποδεκτή συμφωνία και επίσης, ότι δεν θα οδηγούνταν σε δικαστική διαμάχη, τουλάχιστον στο χρόνο και υπό τις περιστάσεις υπό τις οποίες οδηγήθηκαν.

Δυστυχώς, όμως, η αντίδικος διέψευσε με το χειρότερο δυνατό τρόπο τις δεσμεύσεις που ανέλαβε απέναντί της, καθώς δεν της ανέφερε το λόγο που απέρριψε την πρότασή της και δεν της υπέδειξε "τον δρόµο" προς τον οποίο έπρεπε να κινηθεί για να βρεθεί µια συμβιβαστική λύση, αλλά αντιθέτως, λίγες μόνο ημέρες μετά την υποβολή της πρότασης εκ μέρους της, άσκησε σε βάρος της πέντε αγωγές (μεταξύ των οποίων και την κρινόµενη) και πέτυχε την έκδοση διαταγής πληρωμής, επιδιώκοντας την ικανοποίηση του συνόλου των οφειλών της προς αυτήν, όλως αιφνιδιαστικά και μετά από τέσσερα έτη και έξι μήνες, από τότε που εμφανίστηκαν οι πρώτες ληξιπρόθεσμες οφειλές της.

Έτσι, η αντίδικος, αφού καθοδηγητικά και με μεθοδεύσεις την οδήγησε να ανοίξει τα χαρτιά της, αντιλήφθηκε ότι μπορεί να διαθέσει χρηματική ρευστότητα.... έσπευσε με ομοβροντία αγωγών να εισπράξει ''βιαίως'' το ποσό αυτό, χωρίς παράλληλα να προβεί σε ρύθμιση των οφειλών της, ώστε να ακολουθήσει μετά την αναγκαστική είσπραξη του ποσού αυτού, περαιτέρω πίεση υπό την απειλή αναγκαστικής εκτέλεσης για είσπραξη και άλλων κονδυλίων ...

Η αντίδικος όχι μόνο δεν επιδοκίμασε εμπράκτως τη συμπεριφορά της, ..... αλλά ξαφνικά θυμήθηκε να κινηθεί δικαστικά σε βάρος της για το σύνολο των απαιτήσεών της και όχι για μέρος αυτών, όταν κατάλαβε ότι τελικά μπορεί να πληρώσει κάποιες από τις οφειλές της, ενώ δεν είχε κινηθεί σε βάρος της επί σειρά τεσσάρων ετών και έξι μηνών.

Η κατάχρηση παίρνει μεγαλύτερες διαστάσεις αν συνυπολογιστεί το χρονικό σημείο που η αντίδικος της κοινοποίησε τη διαταγή πληρωμής, ήτοι στις 6 Ιουλίου, στην αρχή δηλαδή της πιο τουριστικής και κατ' επέκταση της πιο κερδοφόρας για ξενοδοχειακές και τουριστικές επιχειρήσεις περιόδου, αλλά και μόλις μία ημέρα μετά τη διεξαγωγή του εθνικού δημοψηφίσματος.

Η ατομική της επιχείρηση (ξενοδοχειακή μονάδα) αποτελεί το μοναδικό μέσο βιοπορισμού της, έτσι ώστε τυχόν ευδοκίμηση της υπό κρίση αγωγής θα την οδηγήσει στην πλήρη οικονομική και επαγγελματική καταστροφή, καθώς θα υποχρεωθεί να καταβάλει ποσά που δεν διαθέτει, µε συνέπεια την αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος των ακινήτων της, που αποτελούν τις εγκαταστάσεις της επιχείρησής της και την ολοκληρωτική απονέκρωση αυτής, µε αποτέλεσµα να ανατραπεί η δηµιουργηθείσα κατάσταση, όπως αυτή είχε διαμορφωθεί υπό τις ανωτέρω αναφερόμενες περιστάσεις και ειδικότερες συνθήκες, όπως αναφέρθηκαν παραπάνω.

Άλλωστε, οι αξιώσεις της αντιδίκου είναι σε κάθε περίπτωση εξασφαλισμένες, καθώς έχει εγγράψει προσηµείωση υποθήκης για κάθε ένα ποσό που της είχε χορηγήσει από κάθε μία δανειακή σύμβαση και έτσι δεν παρακωλύεται η ικανοποίηση των δικαιωμάτων της. Η αντίδικος έχοντας αυξημένη ευθύνη κατά την άσκηση του χρηματοδοτικού της έργου, ούτε μερίμνησε ως όφειλε, για τα συμφέροντα της επιχείρησής της, αφού από τη φύση της η πιστωτική σχέση ως διαρκής έννομη σχέση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης μεταξύ των συμαβαλλομένων, επιβάλλει την υποχρέωση πίστης και προστασίας από την πλευρά των τραπεζών των συμφερόντων των πελατών τους, ώστε να αποφεύγονται ιδιαίτερα επαχθείς γ' αυτούς συνέπειες''.

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την παραπάνω ένσταση, ως ουσιαστικά αβάσιμη, με τις εξής παραδοχές: "Η πρώτη των εναγοµένων, Ε. Π., διατηρεί από το έτος 2006 ατομική επιχείρηση και δη την ξενοδοχειακή µονάδα µε τον διακριτικό τίλο "V. P.", µε έδρα στο .... Πρόκειται περί ενός ξενοδοχείου που λειτουργεί όλο το χρόνο και στις παρεχόμενες υπηρεσίες του, πέραν της διαµονής και εστίασης, προβλέπεται η διοργάνωση δραστηριοτήτων, όπως πεζοπορία, ιππασία, ποδηλασία βουνού κ.α.

Στο πλαίσιο αυτής της επαγγελματικής της δραστηριότητας και για την εξυπηρέτηση των αναγκών της ίδρυσης και λειτουργίας της, καθώς και την ενίσχυση των οικονομικών της πόρων, η πρώτη εναγοµένη, τα έτη 2006 και 2007, προέβη στη σύναψη επτά (7) συνολικά συµβάσεων και, ειδικότερα, πέντε (5) συµβάσεων στεγαστικού δανείου ...., µε την ανώνυμη τραπεζική εταιρία µε την επωνυμία "ΑSPIS ΒΑΝΚ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ".

Ειδικότερα μεταξύ των προαναφερθέντων συμβαλλομένων, δηλαδή της "ΑSPIS ΒΑΝΚ" (Τράπεζας) και της πρώτης των εναγοµένων (οφειλέτιδος), στις 07-11-2006, συνήφθη η προαναφερθείσα, µε αριθµό 60070/7.1.2006 σύμβαση στεγαστικού δανείου (Αspis Οικία 100%) δυνάµει της οποίας, χορηγήθηκε στην πρώτη εναγοµένη έντοκο δάνειο ποσού 165.165,76 ευρώ, διάρκειας 20 ετών, για τη συμπλήρωση του τιµήµατος αγοράς οικοπέδου ...., την εµπρόθεσµη και ολοκληρωτική εξόφληση του οποίου εγγυήθηκε ανεπιφύλακτα προς την Τράπεζα ο δεύτερος των εναγοµένων, συνυπογράφοντας τη σύμβαση, µε την ιδιότητα του εγγυητή ......, Σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής και δυνάμει σχετικού όρου (6ου) η δανείστρια τράπεζα ενέγραψε πρώτη προσηµείωση υποθήκης, µέχρι του ποσού των 206.451,20 ευρώ, επί των άνω δύο οικοπέδων που αποτελούν πλέον ένα ενιαίο οικόπεδο, συνολικού εμβαδού 1.786,00 τ.µ. ....

Το άνω δάνειο από το έτος 2011, δεν εξυπηρετείο κανονικά ..... καθόσον η πρώτη εναγοµένη δεν προέβαινε εµπρόθεσµα στην καταβολή των εκάστοτε δόσεων, µε αποτέλεσµα στις 19.11.2013, ο µε αριθμ. 0000721110002606 σχετικός λογαριασμός δανείου να εμφανίσει χρεωστικό υπόλοιπο ποσού 137.701,40 ευρώ ...... Υπερήµερη κατέστη, όµως, η πρώτη εναγοµένη και ως προς την καταβολή των ληξιπρόθεσµων δόσεων και των υπολοίπων συµβάσεων στεγαστικού δανείου που προαναφέρθηκαν ........, µε αποτέλεσµα η ενάγουσα να καταγγείλει αυτές.

Συγκεκριμένα την επίδικη σύμβαση δανείου η ενάγουσα ως ειδική διάδοχος της πρώην Τραπεζικής Εταιρίας "Τ ΒΑΝΚ ΑΤΕ" (πρώην ΑSPIS ΒΑΝΚ), την κατήγγειλε µε την από 21-05-2014 εξώδικη δήλωση της που επέδωσε στους εναγοµένους στις 22-05-2014 και 29-05-2014, αντίστοιχα ...... καθιστώντας µε τον τρόπο αυτό, -όπως προβλεπόταν από τη σύμβαση- ολόκληρο το ποσό της οφειλής ληξιπρόθεσµο, εκκαθαρισµένο και απαιτητό κατά το άληκτο κεφάλαιο, τις ληξιπρόθεσµες δόσεις του, τους τόκους και λοιπές επιβαρύνσεις και έξοδα, καλώντας τους συγχρόνως να εξοφλήσουν άµεσα, εις ολόκληρο, το άνω ποσό της οφειλής τους, πλέον τόκων.

Ακολούθως, η ενάγουσα κατέθεσε στις 8.6.2015 την κρινόµενη αγωγή, που επιδόθηκε στους εναγοµένους, στις 11.6.2015 και 8.7.2015, αντίστοιχα. Στις 25-02-2014 και 18-03-2014, δηλαδή πριν την καταγγελία της επίδικης δανειακής σύμβασης και την επίδοσή της στους εναγοµένους, αλλά κατόπιν επίδοσης σε αυτούς της καταγγελίας (22.11.2013) των λοιπών, ως άνω, συµβάσεων, η πρώτη εναγόµενη απέστειλε στην ενάγουσα αντίστοιχες επιστολές, µε τις οποίες αφού δήλωνε αδυναμία εξυπηρέτησης των αναφεροµένων δανείων της στα οποία δεν περιλαμβανόταν το επίδικο, λόγω της οικονοµικής κρίσης που πλήττει τη χώρα και στη συνεπεία τούτης αναφερόμενη γενικά ραγδαία πτώση του κύκλου εργασιών της επιχείρησής της, ζητούσε µε την πρώτη εξ αυτών :

α) την παράταση του χρόνου αποπληρωμής, β) τη χορήγηση προνοµιακής χάριτος 2 ετών χωρίς καταβολή οποιουδήποτε ποσού, γ) µετά τη λήξη της ως άνω περιόδου την καταβολή 1000 -1200 ευρώ για χρονική περίοδο άλλων 2 ετών, δ) την στη συνέχεια καταβολή μηνιαίων δόσεων µέχρι τη λήξη του χρόνου παράτασης, ε) την κατά το δυνατόν µεγαλύτερη µείωση των επιτοκίων και στην κατά το δυνατόν µεγαλύτερη έκπτωση τόκων και εξόδων απαίτησης, ενώ µε τη δεύτερη επιστολή ζητούσε:

α) την καταβολή μηνιαίως ποσού 1.000-1.200 ευρώ για χρονική περίοδο εντός έτους και την στη συνέχεια επανεξέταση των όρων της ρύθμισης, β) τη µη συνέχιση διαδικασία αναγκαστικής είσπραξης της οφειλής και γ) πρόσφερε τη συναίνεσή της για περαιτέρω εξασφάλιση των απαιτήσεών της µε εγγραφή προσηµείωσης υποθήκης.

Τα αιτήµατα αυτά της πρώτης εναγοµένης, αφενός δεν μπορούσαν να εξετασθούν από τους υπαλλήλους του υποκαταστήµατος της ενάγουσας της Κατερίνης όχι γιατί οι τελευταίοι ήταν αδιάφοροι, όπως αβάσιµα αιτιάται τούτη, αλλά, επειδή τα δάνεια πλέον δεν ήταν ενήµερα έπρεπε να μεταβούν προσωπικά στο τµήµα της εκκαθάρισης της τράπεζας που βρίσκεται στην Αθήνα ....., αφετέρου δεν θα μπορούσαν να γίνουν αποδεκτά, αφού η προτεινόμενη λύση θα οδηγούσε σε διόγκωση των οφειλών και εν τέλει σε µη αποπληρωμή αυτών, ενόψει του ότι µόνο οι τόκοι της συνολικής οφειλής ανέρχονταν στο ποσό των 2.200 ευρώ μηνιαία.

Από τις αρχές του έτους 2015 και µετά η πρώτη εναγοµένη επισκέφτηκε περί τις 5 φορές τα κεντρικά γραφεία της ενάγουσας (που ήδη τελούσε υπό εκκαθάριση) στην Αθήνα, όπου ερχόμενη σε προσωπική επαφή µε τους εκπροσώπους της της υποδείχθηκε να κάνει έγγραφη πρόταση διακανονισμού της συνολικής οφειλής της, µέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου.

Συμμορφούμενη µε αυτήν την προτροπή, στις 30-03-2015, η πρώτη εναγοµένη απέστειλε προς την ενάγουσα (µέσω της κας Κ.) ηλεκτρονικό µήνυµα µε το οποίο ζητούσε να ενημερωθεί αναφορικά µε τα ακριβή ποσά των ληξιπρόθεσµων οφειλών της και το αντίστοιχο επιτόκιο. Σε απάντηση η ενάγουσα απέστειλε στην πρώτη εναγοµένη την µε αριθµ. 2131/1.4.2015 επιστολή της, φέρουσα την υπογραφή του Χ.

Δ., σύμφωνα µε το περιεχόµενο της οποίας, η οφειλή από το σύνολο των μεταξύ τους συµβάσεων ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 567.181,32 ευρώ, πλέον τόκων από 01-04-2015 (εκ των οποίων το ποσό των 145.285,48 ευρώ αφορούσαν το επίδικο δάνειο). Στη συνέχεια, στις 18-4-2015, οµοίως µε µήνυµα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, η πρώτη των εναγοµένων αιτήθηκε να λάβει αναλυτική ενηµέρωση ως προς την ηµεροµηνία εκταµίευσης, το ποσό που της είχε χορηγηθεί και τα κονδύλια που είχε καταβάλει µέχρι εκείνη την ηµέρα έναντι κεφαλαίου και τόκων για έκαστη εκ των συµβάσεων.

Με ν?ο δε μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, στις 12-09-2015, η πρώτη εναγοµένη υπέβαλε πρόταση οριστικής εξόφλησης όλων των οφειλών της (ύψους 567.181,32 ευρώ) µε την εφάπαξ καταβολή του ποσού των 140.000 ευρώ, σε διάστηµα είκοσι (20) ηµερών από την ενδεχόμενη επίτευξη συμφωνίας, χορήγησης από την πλευρά της ενάγουσας βεβαιώσεων πλήρους εξόφλησης των οφειλών της και ταυτόχρονης συναίνεσης για εξάλειψη κάθε εµπράγµατου βάρους εγγεγραµµένου στην ακίνητη περιουσία της, ενώ επιπλέον τόνιζε ότι το προταθέν εκ µέρους της ποσό αφορούσε την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση των οφειλών της συμπεριλαμβανομένων όλων των τόκων και εξόδων και επ' ουδενί δεν αποτελούσε πρόταση µερικής τακτοποίησης οφειλών, αορίστως δε δήλωνε ότι δεν αναγνωρίζει τα χρεωστικά υπόλοιπα ούτε τις χρεώσεις των λογαριασμών και επιφυλάσσεται να τις αμφισβητήσει σε περίπτωση δικαστικής διαμάχης.

Το εν λόγω αίτημα αφού αξιολογήθηκε απ? την ενάγουσα απορρίφθηκε, ..... Μετά την άσκηση της κρινόµενης αγωγής, στις 22-08-2016, η πρώτη εναγοµένη υπέβαλε προς την ενάγουσα νέα πρόταση τακτοποίησης- ρύθμισης οφειλών δανείων και επιχειρηματικό σχέδιο δράσης µε τα οικονομικά στοιχεία της εταιρίας και τα προβλεπόμενα έσοδα για την εκπλήρωση των δανειακών της υποχρεώσεων.

Συγκεκριµένα, η πρόταση αυτή περιλάμβανε µερική διαγραφή οφειλής ύψους 284.375,47 ευρώ, την υπογραφή ιδιωτικού συμφωνητικού αναγνώρισης χρέους και ρύθμισης αυτού, µε ποσό εκκίνησης τις 300.000,00 ευρώ, το οποίο θα διαχωριζόταν σε δύο τµήµατα: αυτό των 200.000,00 ευρώ που θα ήταν ενεργό και θα εξυπηρετείτο εξοφλούμενο εντός διαστήματος 20 ετών (240 µηνών) και αυτό των 100.000,00 ευρώ, που θα έμενε προσωρινά ανενεργό, καθώς και την πρόβλεψη της δυνατότητας επανεξέτασης της οικονοµικής κατάστασης τόσο της επιχείρησης της εναγοµένης, όσο και της χώρας και επανυποβολής νέας πρότασης ρύθμισης.

Η πρόταση απορρίφθηκε κατηγορηματικά από την ενάγουσα, µε την από 20-09-2016 επιστολή της, υπογεγραμμένη από τους εκπροσώπους της Χ. Δ. και Μ. Μ., στην οποία επαναλαµβάνονταν η υπενθύμιση στην εναγοµένη του ακριβούς ποσού της συνολικής οφειλής της, η απόρριψη της καινούργιας της πρότασης και η πρόσκληση για την άµεση εξόφληση της οφειλής, προς αποφυγή περαιτέρω δικαστικών ενεργειών σε βάρος της.

Κατόπιν τούτου, η ενάγουσα στις 15.3.2018, προχώρησε στην εκδίκαση της κρινόµενης αγωγής. ....... Η πρώτη εναγομένη δεν προσήλθε αυτοβούλως στα γραφεία τα ενάγουσας για να ζητήσει ρύθμιση της οφειλής της αναφορικά µε το επίδικο δάνειο στις αρχές του έτους 2015, καθόσον όπως προαναφέρθηκε είχε προηγηθεί η εκ µέρους της ενάγουσας από 21.5.2014 καταγγελία της επίδικης σύμβασης δανείου και η υπερηµερία της από τις αρχές του έτους 2011, ενώ η επικαλούµενη αδράνεια της ενάγουσας να καταγγείλει τη σύμβαση δανείου, ή να οχλήσει την πρώτη εναγοµένη από την έναρξη της υπερημερίας της, θα μπορούσε να θεμελιώσει καταχρηστικότητα υπό την έννοια που στην προαναφερθείσα νομική σκέψη εκτέθηκε, αν η ενάγουσα είχε επιδείξει κάποια συγκεκριμένη συμπεριφορά και εύλογα δημιούργησε στην πρώτη εναγοµένη την πεποίθηση ότι ουδέποτε θα καταγγείλει τη σύµβαση, µε αποτέλεσµα µε την αλλαγή της στάσης της να υποστεί επαχθείς οικονομικές συνέπειες, καταστώντας µε τον τρόπο αυτό µη ανεκτή την άσκηση του δικαιώματός της.

Ωστόσο, δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα επέδειξε τέτοιου είδους θετική συμπεριφορά, µόνη δε η καλόπιστη πεποίθηση της πρώτης εναγοµένης ότι η ενάγουσα δεν θα ασκήσει τα δικαιώματά της στο μέλλον, αφού επί τρία χρόνια περίπου δεν τα άσκησε, δεν είναι αρκετή για να καταστήσει προφανώς καταχρηστική τη μετέπειτα διεκδίκηση της επίδικης αξίωσης.

Η έλλειψη όχλησης εκ µέρους της ενάγουσας και η είσπραξη μικρότερου από το οφειλόµενο ποσού μηνιαίων δόσεων κατά τα άνω 3 χρόνια, δεν συνιστούν περιστατικά δυνάμει των οποίων η πρώτη εναγοµένη εύλογα θεωρούσε ότι η αντίδικός της δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά της για καταγγελία της σύμβασης και για δικαστική επιδίωξη της απαίτησής της.

Ούτε κατά το διάστηµα των διαπραγματεύσεων που ακολούθησαν την καταγγελία της σύμβασης και µέχρι την άσκηση της αγωγής, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα τη διαβεβαίωσε ότι σε κάθε περίπτωση θα κατέληγαν σε µια κοινώς αποδεκτή συμφωνία και ότι δεν προτίθεται να διεκδικήσει δικαστικά την αποπληρωμή της οφειλής της απέναντί της, ενόψει και του ότι η πρώτη εναγοµένη ως βασικό όρο των προτάσεών της έθετε τη διαγραφή του μεγαλύτερου τµήµατος της συνολικής οφειλής της (από 567.181,32 ευρώ, να διαμορφωθεί µετά τη διαγραφή σε 140.000 ευρώ), ενώ αποτελεί πάγια τακτική των τραπεζών να µην διαγράφουν το κεφάλαιο της απαίτησής των, όταν αυτή ασφαλίζεται εµπραγµάτως, όπως συμβαίνει και στην προκειμένη περίπτωση κι ως εκ τούτου δεν µπορεί η ενάγουσα δια των υπαλλήλων της να υποσχέθηκε την εν λόγω διαγραφή χρέους και να άλλαξε στάση εκ των υστέρων.

Το δε γεγονός ότι η απαίτηση της ενάγουσας ήταν επαρκώς εξασφαλισμένη µε προσηµείωση υποθήκης δεν καθιστά καταχρηστική τη σε μεταγενέστερο χρόνο γενόµενη καταγγελία της δανειακής σύμβασης και τη δικαστική επιδίωξη είσπραξης της απαίτησης, ασκώντας τα δικαιώµατα που η ίδια η σύμβαση δανείου της χορηγούσε κατά τα προαναφερόµενα ( .....).

Εξάλλου, το δικαίωµα της ενάγουσας, να εισπράξει την απαίτησή της είναι άµεσα συνυφασμένο µε τη διαχείριση της περιουσίας της, εντάσσεται στις αντικειμενικά προβλέψιµες από την αντισυμβαλλόμενη της -πρώτη εναγοµένη- συναλλακτικές δυνατότητες του ασκούντος το δικαίωµα και δεν είναι άσχετο προς το καλώς εννοούµενο συμφέρον της επιχείρησής της.

Η ενάγουσα, δεν είχε καµία νοµική υποχρέωση να αποδεχθεί τις άνω προτάσεις για ρύθμιση του συνολικού χρέους της πρώτης εναγοµένης, εφόσον αυτές είναι βέβαιο ότι δεν εξυπηρετούσαν τα οικονομικά της συμφέροντα, όπως σε κάθε περίπτωση η ίδια τα ορίζει και ελεύθερα αποφασίζει τον τρόπο διαχείρισης της περιουσίας της και άσκησης της εμπορικής της δραστηριότητας ....

Και µπορεί η καλόπιστη από την πλευρά της τράπεζας συμπεριφορά, σύμφωνα µε τις προηγηθείσες νομικές σκέψεις να επιβάλλει σε αυτήν την υποχρέωση να ανεχθεί µια εύλογη καθυστέρηση στην εκπλήρωση της παροχής των εναγοµένων, στη περίπτωση δυσχέρειας αυτών να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους από την επίδικη σύμβαση δανείου λόγω πρόσκαιρης οικονοµικής αδυναμίας, πλην, όµως, δεν αποδείχθηκε ότι η οικονομική αδυναμία της πρώτης εναγοµένης είχε πρόσκαιρο χαρακτήρα, ώστε να επιβαλλόταν η επίδειξη από την ενάγουσα ανοχής στην υπερηµερία της αντισυµβαλλομένης της, λαμβανοµένου υπόψη ότι η ενάγουσα διατηρούσε σε βάρος των αντιδίκων της περισσότερες απαιτήσεις και από τις λοιπές δανειακές συμβάσεις που είχε συνάψει μεταξύ τους και είχε συμφέρον να αποφασίσει την είσπραξη της απαίτησής της,χωρίς να µπορεί να γίνει λόγος περί επίδειξης εκ µέρους της ακαµψίας και άκαιρης δικαστικής αντιδικίας σε βάρος των εναγοµένων.

Να προστεθεί ότι οι εναγόµενοι µε τις προτάσεις τους ενώπιον του Πρωτοβαθµίου Δικαστηρίου επικαλέστηκαν ότι η πρώτη εξ αυτών από τις αρχές του έτους 2013, αδυνατούσε µε τρόπο µόνιµο να ανταπεξέλθει στις δανειακές υποχρεώσεις της. Πέραν τούτων, δεν αποδείχθηκε ότι η ικανοποίηση των επίδικων αξιώσεων της ενάγουσας δημιουργεί δυσανάλογη προς την ωφέλεια της τελευταίας, επιβάρυνση των εναγοµένων και ανατρέπει µια κατάσταση που είχε διαμορφωθεί και παγιωθεί επί χρόνια, καθόσον όχι µόνο δεν προσδιορίστηκε η οικονομική κατάσταση της επιχείρησης της πρώτης εναγοµένης, αλλά ούτε και προέκυψε από τις αποδείξεις.

Αναφέρεται µεν ότι η άσκηση του αγωγικού δικαιώµατός της, θα επιφέρει την οικονομική καταστροφή της εν λόγω επιχείρησης, πλην, όµως, δεν αποδείχθηκαν συγκεκριµένα περιστατικά που να θεμελιώνουν και να εξειδικεύουν αυτή (την οικονομική καταστροφή), όπως µε ποιό συγκεκριµένο τρόπο και κατά πόσο η αρνητική οικονομική συγκυρία (οικονομική κρίση) έπληξε την επιχείρηση πριν την καταγγελία που να δικαιολογούσε την υπερηµερία της πρώτης εναγοµένης, ποιό το περιεχόμενο και η έκταση των συνεπειών της καταγγελίας της επίδικης σύμβασης στην οικονομική κατάστασή της και αν αυτές ήταν επαχθείς για την ίδια, ώστε σε συνάρτηση και µε τις αντίστοιχες συνέπειες που µπορεί να επέλθουν στην ενάγουσα από την παρακώλυση της είσπραξης της επίδικης απαίτησης, η συμπεριφορά της τελευταίας να προκαλεί την εντύπωση αδικίας σε σχέση µε το όφελος από την άσκηση των δικαιωμάτων της.

Κι εφόσον µετά τις άνω παραδοχές, δεν αποδείχθηκε ότι η συμπεριφορά της ενάγουσας αντιβαίνει στις διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ, ως βρισκόµενη σε προφανή και έκδηλη αντίθεση προς τα ακραία αξιολογικά όρια της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικοοικονομικού σκοπού του δικαιώματος, σύµφωνα µε όσα στις σχετικές νομικές σκέψεις της παρούσας εκτέθηκαν, η ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος εκ µέρους της ενάγουσας τράπεζας προς είσπραξη της ληξιπρόθεσµης απαίτησής της από την πρώτη εναγοµένη ως δανειολήπτρια και το δεύτερο, ως εγγυητή, µε τα µέσο που ο νόμος της παρέχει, τυγχάνει ουσιαστικά αβάσιµη και απορριπτέα.

Το Πρωτοβάθµιο Δικαστήριο που έκανε δεκτή κατ' ουσία την άνω ένσταση των εναγοµένων και απέρριψε την κρινόµενη αγωγή ως ουσία αβάσιµη, έσφαλε γιατί δεν ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε σωστά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και δεν εκτίµησε ορθά τις -αποδείξεις .....". Με βάση δε τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο εξαφάνισε, κατά παραδοχή σχετικού λόγου της έφεσης της εκκαλούσας- ενάγουσας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και ακολούθως, αφού απέρριψε την άνω ένσταση, ως ουσιαστικά αβάσιμη, δέχθηκε την αγωγή.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λαμβάνοντας υπόψη του πραγματικά περιστατικά, που δεν προβλήθηκαν από τους αναιρεσείοντες για τη θεμελίωση του ισχυρισμού τους περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος της ενάγουσας, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του.

Συγκεκριμένα με το λόγο αυτό, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι το Εφετείο απορρίπτοντας την ένστασή τους περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, με τις παραδοχές, ότι, ''η επικαλούμενη αδράνεια της ενάγουσας να καταγγείλει τη σύμβαση δανείου ή να οχλήσει την πρώτη εναγομένη από την έναρξη της υπερημερίας της, θα μπορούσε να θεμελιώσει καταχρηστικότητα ......, αν η ενάγουσα είχε επιδείξει κάποια συγκεκριμένη συμπεριφορά και εύλογα δημιούργησε στην πρώτη εναγοµένη την πεποίθηση ότι ουδέποτε θα καταγγείλει τη σύµβαση, µε αποτέλεσµα µε την αλλαγή της στάσης της να υποστεί επαχθείς οικονομικές συνέπειες, καταστώντας µε τον τρόπο αυτό µη ανεκτή την άσκηση του δικαιώματός της.

Ωστόσο, δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα επέδειξε τέτοιου είδους θετική συμπεριφορά, µόνη δε η καλόπιστη πεποίθηση της πρώτης εναγοµένης ότι η ενάγουσα δεν θα ασκήσει τα δικαιώματά της στο μέλλον, αφού επί τρία χρόνια περίπου δεν τα άσκησε, δεν είναι αρκετή για να καταστήσει προφανώς καταχρηστική τη μετέπειτα διεκδίκηση της επίδικης αξίωσης.

Η έλλειψη όχλησης εκ µέρους της ενάγουσας και η είσπραξη μικρότερου από το οφειλόµενο ποσού μηνιαίων δόσεων κατά τα άνω 3 χρόνια, δεν συνιστούν περιστατικά δυνάμει των οποίων η πρώτη εναγοµένη εύλογα θεωρούσε ότι η αντίδικός της δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά της για καταγγελία της σύμβασης και για δικαστική επιδίωξη της απαίτησής της.

Ούτε κατά το διάστηµα των διαπραγματεύσεων που ακολούθησαν την καταγγελία της σύμβασης και µέχρι την άσκηση της αγωγής, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα τη διαβεβαίωσε ότι σε κάθε περίπτωση θα κατέληγαν σε µια κοινώς αποδεκτή συμφωνία και ότι δεν προτίθεται να διεκδικήσει δικαστικά την αποπληρωμή της οφειλής της απέναντί της, ενόψει και του ότι η πρώτη εναγοµένη ως βασικό όρο των προτάσεών της έθετε τη διαγραφή του μεγαλύτερου τµήµατος της συνολικής οφειλής της (από 567.181,32 ευρώ, να διαμορφωθεί µετά τη διαγραφή σε 140.000 ευρώ), ενώ αποτελεί πάγια τακτική των τραπεζών να µην διαγράφουν το κεφάλαιο της απαίτησής των, όταν αυτή ασφαλίζεται εµπραγµάτως, όπως συμβαίνει και στην προκειμένη περίπτωση κι ως εκ τούτου δεν µπορεί η ενάγουσα δια των υπαλλήλων της να υποσχέθηκε την εν λόγω διαγραφή χρέους και να άλλαξε στάση εκ των υστέρων'', δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, σχετικά με την ένσταση αυτή, τα οποία ουδέποτε προτάθηκαν από τους ίδιους, ούτε προέκυψαν από τις αποδείξεις.

Ειδικότερα επικαλούνται, ότι δεν πρόβαλαν για τη θεμελίωση της ένστασής τους, ''υπόσχεση της αναιρεσίβλητης για διαγραφή χρέους, ούτε βέβαια πεποίθηση ότι η τελευταία ουδέποτε θα κινούνταν δικαστικά σε βάρος τους, ούτε φυσικά πεποίθηση για μη καταγγελία της σύμβασης. Όπως, όμως, προκύπτει από τις άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο των προτάσεων των αναιρεσειόντων, όπως παρατίθεται ανωτέρω, τα ως άνω φερόμενα ως μη προταθέντα περιστατικά για τη θεμελίωση της εν λόγω ένστασης, διαλαμβάνονταν πράγματι στον προβληθέντα με τις προτάσεις τους ισχυρισμό περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της ενάγουσας, κατά τη νοηματική εκτίμηση του περιεχομένου του, αφού σ' αυτόν γίνεται πράγματι λόγος σε αδράνεια της αναιρεσίβλητης, όσον αφορά την επιδίωξη είσπραξης της απαίτησής της από την έναρξη της υπερημερίας τους μέχρι την άσκηση της αγωγής, ήτοι πριν και μετά την καταγγελία της δανειακής σύμβασης και σε βέβαια πεποίθησή τους ότι θα ακολουθούσε μία εκτεταμένη διαδικασία διαπραγματεύσεων μέχρι να καταλήξουν σε μία κοινώς αποδεκτή συμφωνία και ότι δεν θα οδηγούνταν σε δικαστική διαμάχη, κατά τη διαδικασία αυτή.

Όσον δε αφορά τη μη επίκληση εκ μέρους των αναιρεσειόντων υπόσχεσης διαγραφής του χρέους, το Εφετείο, δεν δέχθηκε ότι οι αναιρεσείοντες πρόβαλαν τέτοια υπόσχεση της αναιρεσίβλητης, ως αυτοτελές περιστατικό θεμελιωτικό της άνω ένστασής τους, αντίθετα εκτιμώντας τις αποδείξεις, δέχθηκε ότι η πρώτη αναιρεσείουσα, ως βασικό όρο των προτάσεών της κατά τις διαπραγματεύσεις, που έλαβαν χώρα μετά την καταγγελία της σύμβασης, έθετε τη διαγραφή του μεγαλύτερου τµήµατος της συνολικής οφειλής της (από 567.181,32 ευρώ, να διαμορφωθεί µετά τη διαγραφή σε 140.000 ευρώ).

Επομένως, ο άνω λόγος της αναίρεσης, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Σε κάθε δε περίπτωση, ο ίδιος λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον υπό τις προσαπτόμενες στην προσβαλλομένη απόφαση, με το συγκεκριμένο αναιρετικό λόγο, αιτιάσεις, πλήττεται κατ' ουσίαν η μη υποκειμένη σε αναιρετικό έλεγχο εκτίμηση από το Εφετείο των αποδείξεων και η, βάσει αυτής, αρνητική αξιολόγηση και απόρριψη του προαναφερομένου ισχυρισμού των αναιρεσειόντων.

Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, η αίτηση αναίρεσης, να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός της (άρθρα 106, 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (αρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1-9-2020 (αριθμ. καταθ. 251/1-9-2020) αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 1545/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες για την άσκηση της αναίρεσης, στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Φεβρουαρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Μαρτίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ