Legislator Case Law & Legislation
364/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on common sense doctrine grounds, ruling it inadmissible as it relies on evidence assessment.

Case Number 364/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the First Instance Court's final judgment regarding a bank account transfer dispute. The appellants argued that the lower court erred in applying legal principles of common sense, specifically concerning the necessity of economic motivation and the vulnerability of elderly individuals. The court rejected this claim, holding that such arguments regarding the application of common sense doctrines are inextricably linked to the assessment of evidence, which falls outside the scope of review under Article 559 of the Code of Civil Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 559(1) of the Code of Civil Procedure; The doctrine of common sense cannot serve as a ground for appeal when the alleged error concerns the assessment of evidence, as such matters are reserved for the trial court's discretion.

Keywords

AI generated
appeal admissibility common sense doctrine assessment of evidence Article 559 Civil Procedure bank account transfer

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 411 of the Civil Code
Article 491 of the Civil Code
Article 493 of the Civil Code
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 564(3) of the Code of Civil Procedure
Article 566 of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 180 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 364 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 364/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Στέφανο - Σπυρίδων Πανταζόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. Σ. του Ι., κατοίκου Ρ. Α., 2) Σ. Σ. του Ι., κατοίκου Π. Ψ. Α., 3) Γ. Σ. του Ι., κατοίκου Γ. ΗΠΑ, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ελευθέριο Μαυρή με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Α. Σ. του Ιωάννη, κατοίκου Βριλησσίων Αττικής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ζαπάντη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/9/2012 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6618/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4311/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10/9/2019 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Υπόκειται προς κρίση η από 10-9-2019 αίτηση για αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 4311/2017 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση απερρίφθη κατ' ουσίαν η από 28-12-2015 έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθμ. 6618/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε απορρίψει κατ' ουσίαν την από 5-9-2012 αγωγή τους κατά του της εναγομένου, ήδη αναιρεσίβλητου, με την οποίαν οι ενάγοντες ζητούσαν να υποχρεωθεί αυτός να καταβάλει σε καθένα απ' αυτούς το ποσό των 30.718,74 ευρώ μετά των τόκων που δικαιούνταν ως κληρονόμοι της θανούσας θείας τους δικαιούχου του εκεί αναφερόμενου τραπεζικού λογαριασμού με βάση τη σχέση αναγωγής μεταξύ τους. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.

Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 538/2012).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014).

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 114/2016).

Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 472/2017, ΑΠ 905/2017). Εξ άλλου, κατά την έννοια της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της απόφασης, δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διάταξης που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς το χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Η παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καθώς και η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικαστηρίου, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης επί των ζητημάτων που ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή αντένστασης.

Εάν τα περιστατικά που προβάλλονται με τους λόγους αναίρεσης δεν αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας από το δικαστήριο ή αν αυτά ως εκ περισσού διατυπώθηκαν ως παραδοχές της απόφασης, χωρίς να είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του αξιούμενου με την αγωγή δικαιώματος και τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων ή αν οι παραδοχές της απόφασης ανάγονται σε μη προταθέντα κατ' ένσταση ή αντένσταση ισχυρισμό των διαδίκων, τότε οι σχετικές προς θεμελίωση των λόγων αυτών αναίρεσης αιτιάσεις στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση ή είναι αλυσιτελείς και οι λόγοι αναίρεσης απορρίπτονται ως αβάσιμοι (ΑΠ 255/2010).

Εξάλλου, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 74/2016). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1987/2007).

Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 2, 2 και 3 του Ν. 5368/1932, όπως το άρθρο 1 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ΝΔ 951/1971 και διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. Δ στοιχ. α του ν.δ/τος 118/1973, ορίζονται τα εξής: "1. Χρηματική κατάθεσις παρά τραπέζη εις ανοικτόν λογαριασμό, επ' ονόματι δύο ή πλειοτέρων από κοινού (compte joint, Joint account) είναι εν τη έννοια του παρόντος νόμου, η περιέχουσα τον όρον ότι του εκ ταύτης λογαριασμού δύναται να κάμνει χρήσιν εν όλω ή εν μέρει, άνευ συμπράξεως των λοιπών, είτε εις, είτε τινές και πάντες κατ' ιδίαν οι δικαιούχοι" (άρθρ. 1 παρ. 1).

Η χρηματική κατάθεσις περί ης η προηγουμένη παράγραφος επιτρέπεται να ενεργείται και εις κοινόν λογαριασμόν επί προθεσμία ή ταμιευτηρίου υπό προειδοποίησιν" (άρθρ. 1 παρ. 2). Επί των καταθέσεων τούτων δύναται να τεθή προσθέτως ο όρος ότι άμα τω θανάτω οιουδήποτε των δικαιούχων, η κατάθεσις και ο εκ ταύτης λογαριασμός περιέρχονται αυτοδικαίως εις τούς λοιπούς επιζώντας μέχρι του τελευταίου τούτων.

Εν τη περιπτώσει ταύτη η κατάθεσις περιέρχεται εις αυτούς ελεύθερα παντός φόρου κληρονομιάς ή άλλου τέλους. Αντιθέιως η απαλλαγή αύτη δεν επεκτείνεται επί των κληρονόμων του τελευταίου απομείναντος δικαιούχου (άρθρ. 2). Διάθεσις της καταθέσεως δια πράξεως είτε εν ζωή είτε αιτία θανάτου δεν επιτρέπεται, οι δε κληρονόμοι του τελευτήσαντος, είτε εξ αδιαθέτου, είτε εκ διαθήκης, συμπεριλαμβανομένων και των αναγκαίων τοιούτων ως και της απόρου χήρας, ουδέν δικαίωμα κέκτηνται επί της καταθέσεως.

Επί των καταθέσεων τούτων αργούσιν αι περί απαγορεύσεως των δωρεών μεταξύ συζύγων διατάξεις (άρθρ. 3)". Από τις προαναφερόμενες διατάξεις, σε συνδυασμό και με εκείνες των άρθρων 2 παρ. 1 του ν.δ/τος της 17.7/13.8.1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών", 411, 489, 490, 491 και 493 του ΑΚ, προκύπτει ότι, σε περίπτωση χρηματικής κατάθεσης στο όνομα του ιδίου του καταθέτη και τρίτου ή τρίτων σε κοινό λογαριασμό και ανεξαρτήτως του εάν τα κατατεθέντα χρήματα ανήκαν σε όλους υπέρ των οποίων έγινε η κατάθεση (συνδικαιούχους) ή σε μερικούς από αυτούς, παράγεται μεταξύ ενός εκάστου δικαιούχου του λογαριασμού (καταθέτη ή τρίτου) αφενός και του δέκτη της κατάθεσης (τράπεζας) αφετέρου ενεργητική εις ολόκληρον ενοχή (άρθρα. 489 -493 του ΑΚ) με αποτέλεσμα, η ανάληψη των χρημάτων της κατάθεσης (είτε όλων είτε μέρους αυτών) από έναν από τους δικαιούχους να γίνεται εξ ιδίου δικαίου, εάν δε αναληφθεί ολόκληρο το ποσό της χρηματικής κατάθεσης από έναν δικαιούχο, επέρχεται απόσβεση της απαίτησης εις ολόκληρον έναντι του δέκτη της κατάθεσης (τράπεζας) και ως προς τον άλλον ή τους άλλους, δηλ.

τους δικαιούχους που δεν ανέλαβαν, οι οποίοι πλέον αποκτούν απαίτηση (εξ αναγωγής) εκ του νόμου έναντι εκείνου που ανέλαβε ολόκληρη την κατάθεση, για την καταβολή ποσού ίσου προς το τμήμα της κατάθεσης που τους αναλογεί με βάση τον αριθμό όλων των συνδικαιούχων, εκτός εάν από τη μεταξύ τους εσωτερική σχέση, η οποία αποτελεί τον λόγο για τον οποίο συνάπτεται η σύμβαση κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό και δεν επηρεάζει το κύρος της εξωτερικής σχέσης μεταξύ της τράπεζας και των συνδικαιούχων, προκύπτει άλλη αναλογία ή δικαίωμα επί ολόκληρου του ποσού της κατάθεσης ή έλλειψη δικαιώματος αναγωγής εκ μέρους αυτού, που δεν προέβη στην ανάληψη του ποσού.

Δηλ. ο μη αναλαβών συνδικαιούχος έχει ενοχική μόνο αξίωση κατ' αυτού που ανέλαβε τα χρήματα, για την επιστροφή τους, ανάλογα με τη συμφωνία στην οποία έχουν προβεί μεταξύ τους οι καταθέτες (ΑΠ 1410/2015, ΑΠ 2209/2014). Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 493 του ΑΚ που θεσπίζει μαχητό τεκμήριο, η ύπαρξη εσωτερικής σχέσης που αποκλείει το δικαίωμα αναγωγής, αποτελεί εξαίρεση, της οποίας το βάρος επίκλησης και απόδειξης (δηλ.

της έλλειψης δικαιώματος αναγωγής) φέρει ο διάδικος που προβάλλει το πιο πάνω εξαιρετικό δικαίωμα (ΑΠ 405/2007, ΑΠ 2058/2007). Η εσωτερική σχέση μεταξύ των συνδικαιούχων, η οποία καθορίζει και το μεταξύ τους δικαίωμα αναγωγής, μπορεί να είναι, επαχθής ή χαριστική. Επαχθής είναι, όταν οι συνδικαιούχοι συνδέονται μεταξύ τους με εταιρεία, ή με σύμβαση δανείου ή εντολής, δυνάμει της οποίας, ο εντολέας, ορίζει άλλον ως συνδικαιούχο, αναθέτοντάς του απλώς προς διευκόλυνσή του να προβαίνει σε ορισμένες ενέργειες σχετικές με την κίνηση του λογαριασμού και των χρημάτων που έχει καταθέσει σ'αυτόν.

Κατ'αντιδιαστολή, χαριστική είναι, όταν οι συνδικαιούχοι συνδέονται μεταξύ τους με σύμβαση δωρεάς εν ζωή ή αιτία θανάτου, με κληροδοσία ή άλλη χαριστική επίδοση εν ζωή ή αιτία θανάτου (ΑΠ 1001/2012). Για την εγκυρότητα δε της ως άνω κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό, δεν απαιτείται να γίνει αυτή από κοινού από όλους τους δικαιούχους, αλλά μπορεί να καταρτισθεί από μερικούς ή και από έναν δικαιούχο, ακόμη και από τρίτο πρόσωπο, μη δικαιούχο.

Και τούτο, διότι, από τη γραμματική διατύπωση των ανωτέρω διατάξεων στις οποίες αναφέρεται ο όρος "δικαιούχοι" και όχι "καταθέτες", αλλά και από την τελολογική ερμηνεία τους, την τραπεζική πρακτική και την ταχύτητα των συναλλαγών, σαφώς συνάγεται ότι, δεν απαιτείται κοινή εμφάνιση και δήλωση των καταθετών και δικαιούχων, δηλ.

σύμπραξή τους ενώπιον της τράπεζας. Η αξίωση για συμμετοχή στο χρηματικό ποσό του κοινού λογαριασμού γίνεται αντικείμενο δίκης σχετικής αγωγής, ανεξάρτητα αν ζητείται η πραγματική συμβολή ή η τεκμαρτή συμμετοχή. Έτσι, στην περίπτωση κατά την οποία μεταξύ των συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί ιδιαίτερη εσωτερική σχέση αναφορικά με το δικαίωμα αναγωγής, πρέπει να εφαρμοστεί η διάταξη του άρθρου 493 του ΑΚ, η οποία θεμελιώνει μία εκ του νόμου εσωτερική μεταξύ των συνδικαιούχων σχέση ως εκ των έσω αντανάκλαση της ενεργητικής σε ολόκληρο ενοχής.

Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που η εσωτερική σχέση δεν προβλέπει τα μερίδια μεταξύ των συνδικαιούχων. Στις περιπτώσεις αυτές, οι συνδικαιούχοι έχουν δικαίωμα σε ίσα μέρη (ΑΠ 486/2010). Την παραπάνω απαίτηση έχει ο μη αναλαβών συνδικαιούχος και αν στον λογαριασμό έχει τεθεί ως αίρεση, ο πρόσθετος όρος, σύμφωνα με το προαναφερόμενο άρθρο 2 του Ν 5638/1932, ότι σε περίπτωση θανάτου οποιουδήποτε συνδικαιούχοι το ποσό της κατάθεσης περιέρχεται στους λοιπούς επιζώντες μέχρι του τελευταίου, διότι όταν η ανάληψη γίνεται πριν την πλήρωση της αίρεσης, το ποσό της κατάθεσης εξακολουθεί να ανήκει σε όλους τους συνδικαιούχους, κατά τη μεταξύ τους εσωτερική σχέση.

Σύμφωνα δε με τα ανωτέρω εκτιθέμενα, ο ενάγων καταθέτης, στρεφόμενος αναγωγικά κατά του συνδικαιούχου του κοινού λογαριασμού που ανέλαβε ολόκληρο το χρηματικό ποσό ή μεγαλύτερο από το αναλογούν σ' αυτόν μερίδιο, απαλλάσσεται από το βάρος της απόδειξης για το μέγεθος της συμμετοχής του, κατά το ποσοστό που αυτό καλύπτεται από το νόμιμο μαχητό τεκμήριο.

Αν όμως αιτείται μεγαλύτερο ποσοστό, βαρύνεται να αποδείξει την ύπαρξη και το περιεχόμενο της εσωτερικής σχέσης μεταξύ των συνδικαιούχων, που του παρέχει δικαίωμα επί του μεγαλύτερου ποσοστού. Το δικαστήριο, αν δεν αποδεικνύεται ύπαρξη διαφορετικής συμφωνίας, μπορεί να καταδικάσει τον αναλαβόντα συνδικαιούχο στην καταβολή του τεκμαιρόμενου μεριδίου του ενάγοντος.

Με βάση δε την προαναφερόμενη έννομη σχέση που συνδέει τους συνδικαιούχους του κοινού λογαριασμού, ο καθένας από αυτούς, ο οποίος γίνεται συγκύριος των χρημάτων του λογαριασμού ανεξάρτητα από τον σκοπό της κατάθεσης, δεν διαπράττει με την ανάληψη ποσών υπεξαίρεση ούτε γίνεται πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία σε βάρος της περιουσίας ή με ζημία των άλλων (ΑΠ 1410/2015, ΑΠ 353/2013).

Τέλος, από το άρθρο 1710 του ΑΚ προκύπτει ότι, αντικείμενο της κληρονομικής διαδοχής είναι το περιουσιακό σύνολο του αποβιώσαντος, δηλ. το σύνολο των εννόμων σχέσεων (δικαιωμάτων και υποχρεώσεων) αυτού που είναι δεκτικές χρηματικής αποτίμησης και δεν συνδέονται αποκλειστικά με το πρόσωπό του. Από τα ανωτέρω παρέπεται ότι η απαίτηση του μη αναλαβόντος έναντι εκείνου, που ανέλαβε ολόκληρο το ποσό της κατάθεσης, για την καταβολή του ανήκοντος σ'αυτόν από την μεταξύ τους σχέση ποσοστού της κατάθεσης, περιέρχεται στους κληρονόμους αυτού (εξ αδιαθέτου ή εκ διαθήκης), οι οποίοι νομιμοποιούνται να ζητήσουν από τον αναλαβόντα την καταβολή σ' αυτούς, κατά το ποσοστό της κληρονομικής τους μερίδας, είτε ολόκληρο το ποσό της κατάθεσης είτε ποσοστό αυτής, ανάλογο με το ανήκον στον κληρονομηθέντα, μη λειτουργούντος στην περίπτωση αυτή του τεθέντος στον λογαριασμό προσθέτου όρου, ότι το ποσό της κατάθεσης περιέρχεται στους λοιπούς μέχρι του τελευταίου επιζώντος, αφού στην περίπτωση που η ανάληψη έλαβε χώρα πριν την πλήρωση της αίρεσης (δηλ.

τον θάνατο του συνδικαιούχου) ο αναλαμβάνων ολόκληρο το ποσό της κατάθεσης δεν αναλαμβάνει αυτό με βάση τον άνω όρο που τέθηκε στον λογαριασμό (ΑΠ 1785/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε τα εξής: "H θεία των διαδίκων Α. Χ. Γ. Π. το γένος Α. Σ. η οποία γεννήθηκε στην Τρίπολη Αρκαδίας το έτος 1911, απεβίωσε στην Αθήνα στις 20-1-2012. Η τελευταία, η οποία ήταν κάτοικος εν ζωή Παιανίας Αττικής, άφησε κατά τον χρόνο του θανάτου της ως πλησιέστερους αυτής συγγενείς τους διαδίκους, καθώς και τη μη διάδικο Θ.

Σ., τέκνα του προαποβιώσαντος (στις 17-7-1998) αδελφού της Ι. Σ. Η ως άνω αποβιώσασα, δυνάμει των με αριθμ. ... συμβολαίων της συμβολαιογράφου Αθηνών Π. Α. Θ. που μεταγράφηκαν νόμιμα, μεταβίβασε στους διαδίκους καθώς και στη μη διάδικο Θ. Σ., τέκνα του προαναφερόμενου αδελφού της, λόγω δωρεάς εν ζωή, κατ'ισομοιρίαν και κατά ποσοστό 1/5 εξ αδιαιρέτου σε καθένα από αυτούς, την ακίνητη περιουσία της και ειδικότερα, α) ποσοστό 37,5% εξ αδιαιρέτου της πλήρους κυριότητας ενός οικοπέδου έκτασης 191,10 τ.μ που βρίσκεται στην Αθήνα επί της οδού ...

και β) την πλήρη κυριότητα ενός οικοπέδου έκτασης 192,10 τ.μ που βρίσκεται στην Αθήνα επί της ... ενώ δυνάμει του με αριθμ. ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Σ. Ν. Ρ. που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε στον εναγόμενο λόγω δωρεάς εν ζωή, το ανήκον σ'αυτή ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου του με αριθμ. Γ3 διαμερίσματος έκτασης 50 τ.μ που βρίσκεται στον τρίτο όροφο πολυκατοικίας που έχει ανεγερθεί στη θέση Μάτι ή Στήθι της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας Νέας Μάκρης Αττικής.

Προσέτι, δυνάμει της από ... ιδιόγραφης διαθήκης, η οποία δημοσιεύθηκε με τα με αριθμ. 5355/14-12-2012 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Πρωτοδικείου Αθηνών και κηρύχθηκε κυρία με τα με αριθμ. 1818/14-12-2012 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του ιδίου δικαστηρίου, η ως άνω αποβιώσασα, κατέλειπε σε όλα τα ανίψια της, τέκνα του αδελφού της Ι.

Σ., κατ'ισομοιρίαν, όπως επανειλημμένα είχε εκφράσει προφορικά σε αυτά τη σχετική επιθυμία της, τα χρήματα που της ανήκαν και τα οποία διαχειρίζονταν για λογαριασμό της ο εναγόμενος. Πλέον συγκεκριμένα, η αποβιώσασα, η οποία δεν ήταν γνώστρια των οικονομικών συστημάτων, διατηρούσε αρχικά τον με αριθμ. ...

κλειστό προθεσμιακό λογαριασμό της τράπεζας ... και στη συνέχεια τον με αριθμ. ... κλειστό προθεσμιακό λογαριασμό της ιδίας τράπεζας, στους οποίους είχε καταθέσει αποκλειστικά δικά της χρήματα και είχε διορίσει ως συνδικαιούχο τον αδελφό της και πατέρα των διαδίκων Ι. Σ., προκειμένου να την διευκολύνει στις τραπεζικές της συναλλαγές και να επενδύει για λογαριασμό της σε αμοιβαία κεφάλαια τις αποταμιεύσεις της.

Μετά τον θάνατο του αδελφού της (17-7-1998), η αποβιώσασα μετέφερε τις καταθέσεις της στον με αριθμ. ... κλειστό προθεσμιακό λογαριασμό της ίδιας ως άνω τράπεζας, στον οποίο όρισε ως συνδικαιούχους, τον οικογενειακό της φίλο Μ. Π., την πρώτη των εναγόντων και τον εναγόμενο, με μόνο και αποκλειστικό σκοπό την διευκόλυνση των τραπεζικών της συναλλαγών και δη την ανάληψη χρημάτων προς κάλυψη των εξόδων συντήρησής της αλλά και την διαχείρισή του (λογαριασμού) κυρίως από τον εναγόμενο, δυνάμει προφορικής σύμβασης σχετικής εντολής που κατάρτισε με τον τελευταίο, για την επένδυση των χρημάτων του κοινού λογαριασμού σε αμοιβαία κεφάλαια.

Στις 4-7-2001 οι καταθέσεις της αποβιώσασας ανήρχοντο στο ποσό των 40.643.273 δραχμών και ήδη 119.275,93 ευρώ. Προσέτι, από τις 24-8-1998 η τελευταία διατηρούσε και τον με αριθμ. ... λογαριασμό πίστωσης της ως άνω τράπεζας στον οποίο είχε ορίσει ως συνδικαιούχους τους προαναφερόμενους Μ. Π., την πρώτη ενάγουσα και τον εναγόμενο, για τους αυτούς ως άνω σκοπούς.

Στον λογαριασμό δε αυτό μετέφερε η αποβιώσασα το προαναφερόμενο ποσό των 119.275,93 ευρώ. Ακολούθως, η αποβιώσασα επένδυσε με την συνδρομή του εναγόμενου τις καταθέσεις της στον με αριθμ. ... λογαριασμό προθεσμιακής κατάθεσης της ιδίας ως άνω τράπεζας και προέβη στην αγορά ομολόγων. Στις 11-8-2008 η Α. Π., διάγουσα ήδη το 97° έτος της ηλικίας της και τελούσα σε πλήρη πνευματική διαύγεια, εισήχθη ως οικότροφος, με την υπό την αυτή ημερομηνία έγγραφη αίτησή της, στο οικοτροφείο υπερηλίκων που λειτουργεί στην Παιανία Αττικής με την επωνυμία "Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ", καθότι λόγω του προκεχωρημένου της ηλικίας της και της επιβαρυμένης κατάστασης της υγείας της - έπασχε από χρόνια νεφρική ανεπάρκεια και από φλεβοκομβική βραδυκαρδία, υποβληθείσα σε επέμβαση τοποθέτησης βηματοδότη - αδυνατούσε να αυτοεξυπηρετηθεί και έχρηζε των υπηρεσιών τρίτων.

Με την αυτή δε ως άνω αίτησή της όρισε ως μόνο υπεύθυνο εκπρόσωπό της έναντι της προαναφερόμενης μονάδας ηλικιωμένων, τον εναγόμενο, ο οποίος, με την από 11-8-2008 υπεύθυνη δήλωσή του προς το Δ.Σ του οικοτροφείου, αποδέχθηκε την ανάληψη της φροντίδας της και δήλωσε ότι θα επιμεληθεί για την αντιμετώπιση οποιοσδήποτε προβλήματος ήθελε ανακύψει λόγω ασθένειας ή άλλης αιτίας κατά την διάρκεια της διαμονής της θείας του σ'αυτό (οικοτροφείο).

Μετά την εισαγωγή της Α. Π. στο Οικοτροφείο και δη στις 19-9-2008, οι αποταμιεύσεις της από την πώληση των ομολόγων ανήλθαν συνολικά σε 135.419,92 ευρώ, ποσό το οποίο στη συνέχεια κατέθεσε με τη συνδρομή του εναγόμενου στον επίδικο με αριθμ. ... κοινό με τους ως άνω συνδικαιούχους τραπεζικό λογαριασμό. Στο σημείο δε αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι η Α.

Π., μετά την εισαγωγή της στο προρρηθέν οικοτροφείο και ιδίως μέχρι τον Σεπτέμβριο του έτους 2008, δεν αποδείχθηκε ότι είχε ανακαλέσει την δοθείσα στον εναγόμενο εντολή να διαχειρίζεται κυρίως αυτός για λογαριασμό της τις αποταμιεύσεις της και να τις τοποθετεί κατά την κρίση του επωφελώς, με τον τρόπο που προεκτέθηκε.

Έτσι, στα πλαίσια της εντολής αυτής, ο εναγόμενος προέβη στις 23-9-2008, εν γνώσει και με τη συναίνεση της θείας του Α. Π., στην ανάληψη του ποσού των 135.419,92 ευρώ από τον μέχρι τότε ως άνω επίδικο κοινό λογαριασμό που διατηρούσε η τελευταία στην τράπεζα ... με συνδικαιούχους τον ίδιο (εναγόμενο), τον Μ. Π. και την πρώτη ενάγουσα και αφού έκλεισε τον λογαριασμό αυτό οριστικά, άνοιξε στην τράπεζα ...

τον με αριθμ. ... λογαριασμό, στον οποίο κατέθεσε στις 25-9-2008 το ποσό της ανάληψης ύψους 135.400 ευρώ, με συνδικαιούχους την θεία του, τον ίδιο και τον υιό του Ι. Σ. Με βάση τα προεκτεθέντα, δεν αποδείχθηκε ως βάσιμος ο θεμελιώδης αγωγικός ισχυρισμός των εναγόντων, ότι ο εναγόμενος προέβη στις 23-9-2008 στην ανάληψη του ως άνω ποσού που ήταν κατατεθειμένο στον επίδικο κοινό λογαριασμό το οποίο στη συνέχεια ενσωμάτωσε στην περιουσία του αποξενώνοντας με την ενέργειά του αυτή την μετέπειτα αποβιώσασα θεία του από την κυριότητα των χρημάτων του εν λόγω λογαριασμού, τα οποία, με βάση την εσωτερική σχέση που συνέδεε τους προρρηθέντες συνδικαιούχους με την αποβιώσασα, ανήκαν αποκλειστικά στην τελευταία και όχι σ'αυτούς, οι οποίοι είχαν μόνο δικαίωμα συνδιαχείρισης του εν λόγω λογαριασμού για την επωφελή τοποθέτηση των χρημάτων και την ανάληψη των αναγκαίων ποσών για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών της Α.

Π.. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι η θεία των διαδίκων δεν αποξενώθηκε εν ζωή από το ποσό που ήταν κατατεθειμένο στον επίδικο κοινό λογαριασμό, αφού το σύνολο του ποσού του λογαριασμού αυτού, κατατέθηκε στις 25-9-2008 από τον εναγόμενο σε νέο κοινό λογαριασμό που ανοίχθηκε στην τράπεζα ... με συνδικαιούχο και την μετέπειτα αποβιώσασα, στα πλαίσια της διαχείρισης των καταθέσεών της που του είχε αναθέσει η τελευταία.

Εξάλλου, η αποβιώσασα, η οποία όπως συνομολογείται εκατέρωθεν, είχε πλήρη διαύγεια πνεύματος τουλάχιστον μέχρι και τα μέσα του έτους 2009, γνώριζε την προαναφερόμενη ανάληψη καθώς και το ότι ο εναγόμενος, στα πλαίσια διαχείρισης των αποταμιεύσεών της, είχε καταθέσει τα χρήματα του επίδικου κοινού λογαριασμού σε έτερο κοινό λογαριασμό με συνδικαιούχο την ίδια.

Το γεγονός αυτό αποδείχθηκε από την ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ένορκη κατάθεση της μάρτυρος ανταπόδειξης, η οποία δεν καταρρίπτεται από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα ούτε και από αυτή την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης η οποία κρίνεται ανεπαρκής για τον σχηματισμό αντίθετης δικανικής κρίσης, συνάγεται δε εμμέσως πλην σαφώς και από το περιεχόμενο της μεταγενέστερης χρονικά από ...

ιδιόγραφης διαθήκη της αποβιώσασας, στην οποία ρητά ανέφερε ότι, τα χρήματα που της ανήκαν και τα οποία διαχειρίζονταν πλέον ο εναγόμενος (και όχι και η πρώτη ενάγουσα ή ο Μ. Π.), επιθυμεί μετά τον θάνατό της να μοιραστούν ισόποσα σε όλα τα τέκνα του αδελφού της. Επομένως, η αποβιώσασα, δεν διατηρούσε εν ζωή αναγωγικό δικαίωμα σε βάρος του εναγόμενου, το οποίο συνακόλουθα δεν κληρονόμησαν οι ενάγοντες, παρά τα περί του αντιθέτου από αυτούς υποστηριζόμενα, από την εκ μέρους του (εναγόμενου) ανάληψη στις 23-9-2008 του επίμαχου ποσού από τον επίδικο κοινό λογαριασμό, αφού και μετά την εν λόγω ανάληψη, εξακολούθησε, όπως προεκτέθηκε, να είναι συνδικαιούχος του αναληφθέντος ποσού, το οποίο κατατέθηκε από τον εναγόμενο σε έτερο, κοινό με την ίδια (αποβιώσασα), λογαριασμό στην τράπεζα ..., χωρίς να ασκεί εν προκειμένω επιρροή το γεγονός ότι, η πρώτη ενάγουσα έπαυσε να είναι συνδικαιούχος στον νέο κοινό λογαριασμό, καθότι στην εξεταζόμενη περίπτωση κατάγεται προς κρίση κληρονομηθείσα αξίωση εξ αναγωγής της αποβιώσασας έναντι του εναγόμενου για την εκ μέρους του ανάληψη στις 23-9-2008, ενόσω δηλαδή αυτή ήταν εν ζωή και ενσωμάτωση στην περιουσία του ολόκληρου του ποσού της κατάθεσης, γεγονός όμως το οποίο αποδείχθηκε αναληθές".

Στη συνέχεια το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσία την έφεση κατά της υπ' αριθμ. 6618/2015 απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο , και ειδικότερα ότι ο εναγόμενος κατά το χρόνο που ζούσε η θεία του είχε την εντολή της να αναλάβει το χρηματικό ποσό των 135.419,92 ευρώ που ήταν κατατεθειμένο στον προαναφεθέντα κοινό λογαριασμό με τον εναγόμενο και να τον μεταφέρει σε νέο λογαριασμό που άνοιξε σε εκτέλεση της εντολής αυτής στην Τράπεζα με την επωνυμία ...

στον οποίον και κατέθεσε το αναληφθέν ποσό στις 23-9-2008 εγγράψας ως συνδικαιούχο τη θεία του και τον υιό του Ι. Σ. και ότι κατά συνέπεια η κληρονομηθείσα απ' αυτούς θείας τους δεν έχει αναγωγικό εξ αδικοπραξίας δικαίωμα εναντίον του εναγομένου, ο οποίος δεν αδικοπράγησε σε βάρος της τελευταίας, και έτσι που έκρινε δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για τη κρίση του στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των αναφερομένων στη νομική σκέψη της παρούσας διατάξεων, που εφαρμόστηκαν και ήταν εν προκειμένω εφαρμοστέες, ενώ έχει τις απαιτούμενες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς και πλήρεις και δεν αντιφάσκουν, ούτε είναι ενδοιαστικές κατά τρόπο που καθιστούν ευχερή τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των ως άνω διατάξεων.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της ένδικης αναίρεσης από τον αριθμό 19 άρθρου 159 ΚΠολΔ, με τον οποίον οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8(α) του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της ως άνω διάταξης νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση η αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1225/2004), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ ΑΠ 2/1989, ΑΠ 1072/2005), θα πρέπει δε οι ισχυρισμοί αυτοί να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα από την ήδη αναιρεσείουσα (ΑΠ 354/2011) γιατί διαφορετικά το Δικαστήριο της ουσίας, δεν επιτρεπόταν να τους λάβει υπόψη (Ολ.

ΑΠ 2/2001). Αντίθετα, δεν είναι πράγματα με την έννοια αυτή, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, το περιεχόμενο των αποδεικτικών μέσων και τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα αυτών από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε οι αόριστοι, απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (ΑΠ 2166/2009) ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα του δικαστηρίου (ΑΠ 982/2019, 1014/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη της, δίχως να προβληθεί από αυτούς ή από τον αναιρεσίβλητο, τον ισχυρισμό ότι δεν είχε ανακληθεί η εντολή διαχείρισης του επίδικου τραπεζικού λογαριασμού απ' αυτήν προς τον εναγόμενο μετά την εισαγωγή της θείας τους και μετέπειτα θανούσας στο προαναφερθέν οικοτροφείο.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι το ως άνω αναφερθέν στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση αποτελεί επιχείρημα του δικαστηρίου δικαιολογούν την απόδειξη του προβληθέντος ισχυρισμού του αναιρεσίβλητου περί ύπαρξης εντολής προς αυτόν για τη μεταφορά του αναληφθέντος απ' αυτόν ποσού και το άνοιγμα άλλου λογαριασμού στον οποίο τούτο κατατέθηκε και μάλιστα με δικαιούχο την ίδια τη μετέπειτα θανούσα.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδαφ. β' ΚΠολΔ προκύπτει ότι, ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, ήτοι τις γενικές αρχές για την εξέλιξη των φυσικών φαινομένων και των βιοτικών σχέσεων, που συνάγονται επαγωγικά από την εμπειρία, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα, μόνο όμως αναφορικά με την ανεύρεση δια αυτών της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή στον κανόνα αυτό των πραγματικών περιστατικών που αποτέλεσαν τις παραδοχές του και όχι για τη συναγωγή εμμέσου απόδειξης ή αναφορικά με την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 687/2017).

Για το ορισμένο του λόγου αυτού αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ο κανόνας δικαίου για την αληθινή έννοια του οποίου χρησιμοποιήθηκαν ή όχι τα διδάγματα της κοινής πείρας, η έννοια που προσδόθηκε σ' αυτόν από την προσβαλλόμενη απόφαση, την οποία ο αναιρεσείων, χαρακτηρίζει ως εσφαλμένη, η ορθή, κατά τη γνώμη του αναιρεσείοντος, έννοια που προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία ο δικαστής είτε χρησιμοποίησε λανθασμένα είτε παρέλειψε να χρησιμοποιήσει, ο προσδιορισμός των διδαγμάτων της κοινής πείρας και ο τρόπος κατά τον οποίο παραβιάσθηκαν (ΑΠ 225/09, ΑΠ 574/10).

Κατ' ακολουθίαν αυτών ο τρίτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η από το άρθρο 559 αρ. 1β ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι η προσβαλλομένη απόφαση παραβίασε κατά την ερμηνεία των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 411, 491 και 493 ΑΚ τα διδάγματα της κοινής πείρας και συγκεκριμένα α) ότι πρέπει να υπάρχει οικονομικό κίνητρο για την επωφελή μεταφορά χρημάτων από μια τράπεζα στην άλλη με το κλείσιμο ενός τραπεζικού λογαριασμού, κάτι που δεν αναφέρεται, β) ότι οι άνθρωποι προχωρημένης ηλικίας είναι ανασφαλείς, όπως η προαναφερθείσα θεία τους, η οποία δεν θα έδινε ποτέ τη συγκατάθεσή της για το κλείσιμο του προαναφερθέντος τραπεζικού λογαριασμού και την μεταφορά του χρηματικού ποσού σε άλλο τραπεζικό λογαριασμό και γ) ότι ο πραγματικός κύριος του λογαριασμού ορίζει και τους συνδικαιούχους, από τα οποία (διδάγματα της κοινής πείρας) συμπεραίνεται ότι η θανούσα δεν γνώριζε ότι ο εναγόμενος προέβη στην ανάληψη του ως άνω χρηματικού ποσού και την κατάθεσή του σε νέο, αλλά αυτός έπραξε αυτοβούλως.

Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η ως άνω την αιτίαση για την εσφαλμένη μη χρησιμοποίηση των διδαγμάτων κοινής πείρας συνδέεται με την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν μπορεί να θεμελιώσει τη συγκεκριμένη πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα πρόταση.

Πέραν του ότι τα επικαλούμενα ανωτέρω ως διδάγματα της κοινής πείρας δεν εμπίπτουν στην αναφερόμενη στη νομική σκέψη της παρούσας έννοια αυτών και ο προβαλλόμενος αναιρετικός λόγος δεν ιδρύεται. Επομένως πρέπει η ένδικη αναίρεση να απορριφθεί στο σύνολό της. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, που καταβλήθηκε από τους αναιρεσείοντες στο Δημόσιο Ταμείο.

Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά του, να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων λόγω της ήττας τους ( άρθρα 176, 180 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-9-2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4311/2017 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, που καταβλήθηκε από τους αναιρεσείοντες στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Φεβρουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Μαρτίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ