364/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Μαρία Βαρελά, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated364/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ζήτησαν δε οι ενάγοντες με την ως άνω αγωγή τους να αναγνωρισθούν κατ'ισομοιρίαν συγκύριοι του ανωτέρω τμήματος των 92.109 στρεμμάτων γης του κλήρου τους. Επί της αγωγής αυτή εκδόθηκε η υπ'αριθ. 12/2000 απόφαση του Ειρηνοδικείου Βεροίας η οποία απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη. Κατά της παραπάνω αποφάσεως ασκήθηκε η από 6-3-2000 έφεση από τους ενάγοντες η οποία απερρίφθη με την υπ'αριθμ. 853/2000 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βεροίας.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 364 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 364/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Μαρία Βαρελά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Σεπτεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Ε. χήρας Ν. Γ., το γένος Λ. Α., 2)Δ. Α. του Λ., 3)Π. συζ. Α. Σ., το γένος Χ. Α., κατοίκων ..., 4)Σ. χήρας Κ. Π., το γένος Χ. Α., κατοίκου ... και 5)Κ. Α. του Χ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αργυρώ Φωτάκη.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Εμμανουήλ Μουστάκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/8/1998 αγωγή των αρχικών διαδίκων Λ. Α. του Κ. και Χ. Α. του Κ., που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Βέροιας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 253/2000 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βέροιας. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση, επί της οποίας εκδόθηκε η 2026/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία την αναίρεσε και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Στη συνέχεια το Πολυμελές Πρωτοδικείο Βέροιας εξέδωσε την 165/2011 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18/9/2012 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Βαρελά ανέγνωσε την από 24/2/2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι Λ. Α. και Χ. Α. άσκησαν την από 17-8-1998 αγωγή κατά του Ελληνικού Δημοσίου ενώπιον του Ειρηνοδικείου Βεροίας με την οποία ισχυρίσθηκαν ότι κατά την οριστική διανομή του αγροκτήματος Ράχης Ημαθίας είχαν αποκατασταθεί ως πρόσφυγες εκ του Πόντου και έναντι της ανταλλάξιμης περιουσίας τους επί γεωργοκτηνοτροφικού κλήρου 116 στρεμμάτων από το έτος 1932.
Ότι για μεν το βοσκήσιμο τμήμα του κλήρου από 92.109 στρέμματα προτιμήθηκε η ανάμικτη χρήση με τους άλλους κληρούχους του Αγροκτήματος Ράχης Ημαθίας ενώ για το καλλιεργήσιμο τμήμα του κλήρου από 22.891 στρέμματα εκδόθηκε τίτλος κυριότητας που μετεγράφη. Τέλος δε ισχυρίστηκαν ότι απέκτησαν κυριότητα επί του βοσκησίμου τμήματος του κλήρου το έτος 1979 σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 75 § 1 ν. 998/1979 πράγμα που αμφισβητεί το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο.
Ζήτησαν δε οι ενάγοντες με την ως άνω αγωγή τους να αναγνωρισθούν κατ'ισομοιρίαν συγκύριοι του ανωτέρω τμήματος των 92.109 στρεμμάτων γης του κλήρου τους. Επί της αγωγής αυτή εκδόθηκε η υπ'αριθ. 12/2000 απόφαση του Ειρηνοδικείου Βεροίας η οποία απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη. Κατά της παραπάνω αποφάσεως ασκήθηκε η από 6-3-2000 έφεση από τους ενάγοντες η οποία απερρίφθη με την υπ'αριθμ. 853/2000 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βεροίας.
Εν συνεχεία, οι ενάγοντες άσκησαν την από 16-8-2003 αίτηση αναιρέσεως κατά της παραπάνω αποφάσεως του ως Εφετείου δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βεροίας. Επί της αναιρέσεως αυτής εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 2026/2009 απόφαση του Α.Π. που δέχθηκε την αναίρεση και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βεροίας.
Οι αναιρεσείοντες επανέφεραν την υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου με κλήση τους επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση. Επειδή, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων και κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεως των Ειρηνοδικείων, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον α 1) παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ο νόμος ορίζει 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ'ύλην αρμοδιότητα και 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας.
Από την παραπάνω διάταξη προκύπτει ότι η απαρίθμηση των λόγων αναίρεσης κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων είναι περιοριστική. Οι λόγοι αναίρεσης είναι μόνον τέσσερις (4) και αντιστοιχούν προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5 και 7 αντίστοιχα του άρθρου 559 ΚΠολΔ προς τους οποίους όμως δεν ταυτίζονται απολύτως. 'Ετσι, δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης όταν το Πολυμελές Πρωτοδικείο που δίκασε ως Εφετείο ως δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται μομφή στην προσβαλλομένη απόφαση ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο Βέροιας δικάζον ως Εφετείο κατά αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Βεροίας δεν συμμορφώθηκε ως δικαστήριο της παραπομπής με την υπ'αριθμ. 2026/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου δυνάμει της οποίας αναιρέθηκε η εκδοθείσα από το ως άνω Πολυμελές Πρωτοδικείο υπ'αριθμ. 253/200 απόφασή του με την οποία απερρίφθη έφεση των αναιρεσειόντων κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης του Ειρηνοδικείου Βεροίας.
Ο λόγος αυτός σύμφωνα με τα προεκτεθέντα είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Η αιτίαση που διατυπώνεται επίσης με τον πρώτο λόγο αναίρεσης ότι η προσβαλλομένη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ παραβιάσασα τον κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 75 § 10 ν. 998/1979, δεχομένη ότι η ένδικη αξίωση των αναιρεσειόντων έχει ασκηθεί κατά κατάχρηση δικαιώματος ενώ έπρεπε να αναγνωρίσει αυτούς κυρίους του κτηνοτροφικού τμήματος του κλήρου.
Η αιτίαση αυτή είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη διότι υπό την επίφαση της παραβάσεως του άρθρου 560 § 1 ΚΠολΔ, πλήττεται από τους αναιρεσείοντες η περί των πραγμάτων ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Επειδή, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 9 του Αγροτικού Κώδικα "εις τας περιφερείας κατά τας τοπικάς συνθήκας, επικρατεί σύστημα μικτής γεωργοκτηνοτροφικής εκμεταλλεύσεως, υπόκεινται εις απαλλοτρίωσιν και αι υπό της κτηνοτροφίας χρησιμοποιούμενοι ανεπίδεκτοι καλλιεργείας βουνώδεις και μη εκτάσεις και παραχωρώνται δι'αποφάσεως της αρμοδίας επιτροπής απαλλοτριώσεων προς δημιουργίαν γεωργοκτηνοτροφικού κλήρου, αναπληρωμένης της ανεπαρκούς καλλιεργησίμου εκτάσεως δια διπλασίας τουλάχιστον εκτάσεως βουνώδους".
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι σε περίπτωση αποκαταστάσεως σε γεωργοκτηνοτροφικό κλήρο μετά από τη διαπίστωση της οικείας επιτροπής απαλλοτριώσεων ότι συντρέχουν οι κατά την ως άνω διάταξη συνθήκες εκμεταλλεύσεως, η παραχωρουμένη σε καθέναν αποκαθιστάμενο βοσκήσιμη έκταση αποτελεί τμήμα του μεταβιβαζομένου σ'αυτόν κλήρου, του οποίου τη νομική τύχη ακολουθεί και επομένως, θεωρείται και αυτή ως παραχωρηθείσα.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 75 § 10 ν. 996/1979 "περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της χώρας" η οποία καταργήθηκε με το άρθρο 25 § 1 εδ. στ'ν. 2040/1992, σύμφωνα με το οποίο "επί κτημάτων απαλλοτριωθέντων δι'αποφάσεως της Επιτροπής απαλλοτριώσεων προς αποκατάσταση ακτημόνων γεωργοκτηνοτρόφων, εις περίπτωσιν καθ'ην έλαβε μεν χώρα διανομή των καλλιεργήσιμων εκτάσεων, ουχί δε και των βοσκησίμων τοιούτων, λόγω του ότι οι αποκατασταθέντες προτίμησαν το σύστημα της αναμίξ βοσκής, των παραχωρηθέντων αυτοίς κτηνοτροφικών κλήρων, οι αποκατασταθέντες γεωργοκτηνοτρόφοι αναγνωρίζονται εξ αδιαιρέτου συγκύριοι απαλλοτριωθείσης βοσκησίμου εκτάσεως κατά ποσοστό ίσον προς τον αριθμόν των στρεμμάτων ως έκαστος εκρίθη δικαιούχος".
Η διάταξη αυτή είναι προφανές ότι έχει τεθεί προς συμπλήρωση της ανωτέρω και αναφέρεται κυρίως στην περίπτωση αποκαταστάσεως σε γεωργοκτηνοτροφικό κλήρο όταν για τη μνημονευθείσα αιτία παρέμεινε αδιανέμητη η αποτελούσα τμήμα αυτού βοσκήσιμη έκταση.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος, πρέπει να προκύπτει είτε από τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε είτε από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά τα οποία χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Η με την άσκηση του δικαιώματος ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε ή η με αυτή πρόκληση στον υπόχρεο επαχθών, όχι δε κατ'ανάγκη και αφορήτων συνεπειών θα πρέπει με γνώμονα την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, να μην είναι ανεκτή, ώστε, μετά και από αντιστάθμιση τους προς το συμφέρον που η άσκηση αυτή εξυπηρετεί, να κρίνεται επιβεβλημένη, προς αποτροπή των επαχθών για τον υπόχρεο συνεπειών, η ουσία του αξιουμένου δικαιώματος.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο Βεροίας δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Με την υπ' αριθ. 10594/ 11-9-1925 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (Φ.Ε.Κ. 35/τ.
Β721.9.1925), κηρύχθηκε απαλλοτριωτέο για την αποκατάσταση ακτημόνων καλλιεργητών σύμφωνα με τις διατάξεις του Αγροτικού Κώδικα, το αγρόκτημα Ράχης Ν. Ημαθίας. Στη συνέχεια, με την υπ' αριθ. 66/1931 απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Βέροιας διατέθηκαν 13.100 στρέμματα για την αποκατάσταση ακτημόνων καλλιεργητών, από τα οποία 4.600 στρέμματα για την αποκατάσταση των ακτημόνων καλλιεργητών που ήταν μέλη του ΓΣΑΑΚ Ραχιάς και 8.500 στρέμματα για την αποκατάσταση των προσφύγων Ραχιάς.
Με την αυτή απόφαση καθορίστηκε να δοθεί σε κάθε ακτήμονα γεωργοκτηνοτροφικός κλήρος 120 στρεμμάτων, γιατί η Επιτροπή Απαλλοτριώσεων έκρινε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 9 παρ.1 του Αγροτικού Κώδικα, δηλαδή επρόκειτο για μικτή γεωργοκτηνοτροφική αποκατάσταση. Με την υπ' αριθ. 5297/3-8-1932 απόφαση του Γραφείου Γεωργικής Περιφέρειας Βερμίου, τα 8.500 στρέμματα που προορίζονταν για την αποκατάσταση των ακτημόνων προσφύγων, διατέθηκαν σ' αυτούς, καθορίσθηκε δε μ' αυτήν ο γεωργοκτηνοτροφικός κλήρος σε 116 στρέμματα.
Στην απόφαση αυτή ο πρώτος ενάγων Λ. Α. αναφέρεται ως κληρούχος και δικαιούχος γεωργοκτηνοτροφικού κλήρου 116 στρεμμάτων. Στη συνέχεια, με την υπ' αριθ. 442/1953 απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Βέροιας, ο κλήρος αυτός χαρακτηρίσθηκε ως οικογενειακός, με συναποκατασταθέντα, ως εξωτικό μέλος, τον δεύτερο των εναγόντων Χ.
Α.. Η οριστική διανομή που έγινε το έτος 1932, κυρώθηκε με την υπ' αριθ. 92912/22-7-1936 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας η οποία δημοσιεύθηκε στο Φ.Ε.Κ. 150/τ. Β71936. Στους ενάγοντες παραχωρήθηκε η καλλιεργήσιμη έκταση του κλήρου τους, εμβαδού 23,891 στρεμμάτων, δυνάμει του υπ' αριθ. 69857/14-10-1957 τίτλου κυριότητας του 10η σελίδα της υπ'αριθμ. 165/ΤΠ/2011 αποφάσεως Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βέροιας Διοικητή της Α.Τ.Ε., που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών, στον τόμο ΚΣΤ και με αριθμό 129.
Η βοσκήσιμη όμως έκταση, που αποτελεί το υπόλοιπο τμήμα του γεωργοκτηνοτροφικού κλήρου στον οποίο αποκαταστάθηκαν οι ενάγοντες και οι υπόλοιποι κληρούχοι πρόσφυγες και στην οποία περιλαμβάνονται τα επίδικα υπ' αριθ. 52, 145, 217, 509, 743, 744, 745, 746, 748, 755, 765, 809, 810, 842, 843, 861α, 861 β, 866, 874, 969 και 970 τεμάχια, που στους κτηματολογικούς πίνακες της ως άνω οριστικής διανομής χαρακτηρίζεται ως κοινή, παρέμεινε αδιανέμητη.
Προέκυψε όμως περαιτέρω ότι ως προς αυτήν, η υπ' αριθ. 5297/3-8-1932 απόφαση περί διανομής του αγροκτήματος Ραχιάς δεν υλοποιήθηκε ποτέ, αλλά ότι το Ελληνικό Δημόσιο τη νεμόταν από τότε αποκλειστικά διανοία κυρίου, υπό τη διαχείριση του Δασαρχείου (βλ. το με αριθ. πρωτ. 4648/9-11-1999 έγγραφο του Δασαρχείου Βέροιας) ή της Διεύθυνσης Γεωργίας, μεγάλο δε μέρος των τεμαχίων που την αποτελούν και συγκεκριμένα τα με αριθμούς 48, 55, 173, 174, 244, 247, 749, 751, 752, 753, 754 τεμάχια, τα οποία μετά από τον περιορισμό του αιτήματος της αγωγής δεν περιλαμβάνονται στα επίδικα, συμπεριελήφθησαν στη συμπληρωματική διανομή του αγροκτήματος Ράχης ετών 1958 και 1981 και διανεμήθηκαν εξ ολοκλήρου ή εν μέρει, αλλάζοντας κάποια από αυτά και αριθμό (βλ.
τα με αριθ. πρωτ. 2483/8-11-1999 και 2492/10-11-1999 έγγραφα του Γραφείου Τοπογραφικής της Νομαρχίας Ημαθίας). Τα ανωτέρω έλαβαν χώρα εν γνώσει των εναγόντων, αφού η παραχώρηση των ως άνω τεμαχίων γινόταν σε ακτήμονες της κοινότητας Ράχης, ένα τμήμα δε του τεμαχίου με αρχικό αριθμό 173, εμβαδού 32 στρεμμάτων, παραχωρήθηκε στην κοινότητα Ράχης.
Η διαμόρφωση της παραπάνω κατάστασης, με την άσκηση αποκλειστικής νομής από το Ελληνικό Δημόσιο στην έκταση αυτή ήδη από το έτος 1932 και η συνέχισή της για περισσότερα από δεκαοκτώ χρόνια μετά από την έναρξη ισχύος του Ν. 998/1979 με την ανοχή των αρχικώς εναγόντων, δημιούργησε στο εναγόμενο την εύλογη πεποίθηση ότι δεν πρόκειται αν ασκηθεί κατ' αυτού το δικαίωμα διεκδικήσεως, ενώ τυχόν ευδοκίμηση της αγωγής θα προκαλέσει σοβαρή δυσχέρεια στην επωφελή αξιοποίηση των επίδικων εκτάσεων εκ μέρους του Δημοσίου, προς χάριν του κοινωνικού συνόλου, με παραχώρηση αυτών είτε κατά χρήση είτε κατά κυριότητα σε κτηνοτρόφους.
Ενόψει των ανωτέρω, η άσκηση της υπό κρίση αγωγής ενέχει κατάχρηση δικαιώματος, διότι αυτή υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο Βεροίας, αφού πρώτα έκαμε δεκτή την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, η οποία είχε απορρίψει την αγωγή ως μη νόμιμη απέρριψε στη συνέχεια, κατ'αποδοχή της ενστάσεως εκ του άρθρου 281 ΑΚ που προέβαλε νομίμως το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, την ένδικη αγωγή ως κατ'ουσίαν αβάσιμη.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο δεν παρεβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, διότι υπό τα ως άνω ανελέγκτως γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, η άσκηση του δικαιώματος των αναιρεσειόντων υπερβαίνει προφανώς τα οριζόμενα, υπό την ως άνω διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ όρια.
Επομένως ο δεύτερος λόγος αναίρεσης με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η από 18-9-2012 αίτηση των Ε. Γ. χήρας Ν., Δ. Α., Π. συζ. Α. Σ., Σ. χήρας Κ. Π. και Κ. Α. για αναίρεση της υπ'αριθμ. 165/2011 αποφάσεως του ως Εφετείου δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου, να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου, κατ'άρθρο 495 § 4 ΚΠολΔ όπως προστέθηκε με άρθρο 12 § 2 ν. 4055/2012, στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες κατά το νόμιμο αίτημα (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ) του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, στα δικαστικά έξοδα αυτού, όπως ορίζεται στο διατακτικό μειωμένα κατ'άρθρο 22 § 1 ν. 3693/1957 το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή ΚΠολΔ κατ'άρθρο 52 Εισ.Ν.ΚΠολΔ αρ. 18, ΥΑ 134423/1992.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-9-2012 αίτηση των Ε. Γ. χήρας Ν., Δ. Α., Π. συζ. Α. Σ., Σ. χήρας Κ. Π. και Κ. Α. για αναίρεση της υπ'αριθ. 165/2011 αποφάσεως του ως Εφετείου δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βεροίας.
Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300 ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 1 Απριλίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ