Supreme Court dismisses appeal in commercial agency dispute, rejecting client base increase damages claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's judgment regarding a commercial agency contract. The appellant argued that the agent's contribution to the principal's known product reputation should reduce the compensation for lost client base, but the court found the products were already well-known due to the principal's advertising. Consequently, the court ruled the appeal inadmissible and ordered the appellant to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 1 para. 2 of Decree 219/1991; Art. 559 para. 1 no. 1 and 8 subpara. b' of the Code of Civil Procedure: A commercial agency contract requires independent status and permanent activity; damages for lost client base are not automatically reduced if the principal's own advertising established product fame prior to the contract.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 364 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 364/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "…", που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γρηγόριο Πελεκάνο.
Της αναιρεσιβλήτου: της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "….", που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πέτρο Μαρκέτο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15 Ιανουαρίου 2008 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2898/2010 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 828/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23 Μαΐου 2013 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 18 Νοεμβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 1 παρ. 2 του πδ 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, για τον συντονισμό των δικαίων των κρατών - μελών, όσον αφορά τους εμπορικούς αντιπροσώπους (ανεξάρτητους επαγγελματίες) όπως τροποποιήθηκε με τα πδ 249/1993, 88/1994 και 312/1995, για την εφαρμογή των διατάξεων του π.δ.
αυτού -οι οποίες για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις από συμβάσεις, που συνήφθησαν πριν από την ισχύ του, εφαρμόζονται από την 1-1-1994 (αρθρ. 11 παρ. 2)- σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας είναι εκείνη, με την οποία τρίτος, που αποκαλείται εμπορικός αντιπρόσωπος, αναλαμβάνει έναντι αμοιβής (προμήθειας), σε μόνιμη βάση (για ορισμένο ή αόριστο χρόνο) με την ιδιότητα του ανεξάρτητου μεσολαβητή, είτε να διαπραγματεύεται για λογαριασμό άλλου προσώπου, το οποίο καλείται "αντιπροσωπευόμενος", την πώληση ή την αγορά εμπορευμάτων, είτε να διαπραγματεύεται και να συνάπτει τις πράξεις αυτές επ` ονόματι και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου.
Βασικά χαρακτηριστικά της σύμβασης αυτής είναι: α) ο αμφοτεροβαρής χαρακτήρας της, β) η σταθερότητα της σχέσης, γ) η διάρκεια της παροχής του τελευταίου (οργανώνει ελεύθερα την εμπορική του δραστηριότητα, έχει δική του επαγγελματική στέγη) και δ) η ενέργεια του εμπορικού αντιπροσώπου στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου, που αποτελεί και το κύριο χαρακτηριστικό στοιχείο της εν λόγω σύμβασης, αφού τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά δεν είναι πάντα ούτε σταθερά ούτε ασφαλή.
Περαιτέρω, κατά την απορρέουσα από τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ 1 του Συντάγματος, σε συνδυασμό με το άρθρο 361 ΑΚ αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, τα μέρη είναι ελεύθερα να διαπλάσσουν τις έννομες σχέσεις τους σε μεγάλο μέτρο και δεν είναι υποχρεωμένα να ακολουθούν τα πρότυπα που θέτει ο νόμος. Έτσι, δημιούργημα της σύγχρονης οικονομίας και μόρφωμα, που εξυπηρετεί τις συναλλακτικές ανάγκες της διεπιχειρησιακής συνεργασίας, ως απόρροια της άνω αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων και ιδίως της ελευθερίας προσδιορισμού του περιεχομένου τους, αποτελεί και η σύμβαση αποκλειστικής διανομής, δηλαδή η ιδιόρρυθμη διαρκής ενοχική σύμβαση, κατά τη διάρκεια της οποίας ο ένας συμβαλλόμενος (παραγωγός ή χονδρέμπορος) υποχρεούται να πωλεί, αποκλειστικώς για μία ορισμένη περιοχή, στον άλλον (διανομέα) τα συμβατικά εμπορεύματα, τα οποία, στη συνέχεια, ο τελευταίος μεταπωλεί σε τρίτους στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο.
Και ενώ, κατ` αρχήν, σε αντίθεση με τον αποκλειστικό διανομέα, που συναλλάσσεται με τους τρίτους στο όνομα και για λογαριασμό του, αναλαμβάνοντας πλήρως τον επιχειρησιακό κίνδυνο, ο εμπορικός αντιπρόσωπος εκτελεί βοηθητική εργασία διαμεσολαβήσεως στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου, τελικά δεν αποκλείει μία συγκεκριμένη σύμβαση αποκλειστικής διάθεσης (διανομής) να προσομοιάζει, κατά περιεχόμενο, με τη σύμβαση της εμπορικής αντιπροσωπείας, προς την οποία και να ταυτίζεται κατά τα ουσιώδη μέρη.
Επί της συμβάσεως αποκλειστικής διανομής, εφόσον ελλείπουν διατάξεις στον Εμπ.Ν. που να τη ρυθμίζουν και εν προκειμένω υφίσταται ακούσιο (γνήσιο) νομοθετικό κενό, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις περί εντολής του ΑΚ (ΕμπΝ 91, ΕισΑΚ 3), σε συνδυασμό, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, με αυτές του π.δ/τος 219/1991 (ιδίως των άρθρων 8 και 9 αυτού), κατά το μέρος τους, εκείνες του π.δ/τος 219/1991, που προσαρμόζονται στη φύση και στο περιεχόμενο της συγκεκριμένης σύμβασης αποκλειστικής διανομής, η οποία ομοιάζει, κατά τα ουσιώδη (κρίσιμα) σημεία της, με εκείνη της εμπορικής αντιπροσωπείας.
Όλα δε αυτά υπό το πρίσμα της κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος θεμελιώδους αρχής της ισότητας και της αρχής της καλής πίστης, που απορρέει από το άρθρο 288 ΑΚ, ιδίως α) εάν ο διανομέας ενεργεί ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του αντισυμβαλλομένου του, έχοντας την ίδια ασθενή θέση και έντονη εξάρτηση από τον παραγωγό αλλά και τον αυτό βαθμό ένταξης στο δίκτυο διανομής, με τον τύπο του εμπορικού αντιπροσώπου, τον οποίο ο κοινοτικός νομοθέτης είχε υπόψη του όταν θέσπισε τις προστατευτικές διατάξεις της άνω Οδηγίας, β) εάν αυτός συμβάλλει στην επέκταση της πελατείας του αντισυμβαλλομένου του, επιτελών σε σημαντική έκταση καθήκοντα συγκρίσιμα με εκείνα του εμπορικού αντιπροσώπου, συνδεόμενος με το δίκτυο πωλήσεων του παραγωγού ή χονδρεμπόρου όπως ο αντιπρόσωπος, γ) εάν αναλαμβάνει την υποχρέωση να μην ανταγωνίζεται τον αντισυμβαλλόμενο του, δ) εάν το πελατολόγιό του, κατά τη σύμβαση, είναι σε γνώση του αντισυμβαλλομένου του και μάλιστα, μετά τη λύση της σύμβασης διανομής, περιέρχονται οι πελάτες του στον τελευταίο και ε) εάν γενικώς η οικονομική δράση του διανομέως και τα οικονομικά του οφέλη (ανεξάρτητα από τον τυπικό νομικό χαρακτηρισμό τους) είναι όμοια με εκείνα του αντιπροσώπου.
Στα πλαίσια δε του κοινοτικού δικαίου ο παραγγελιοδόχος αντιπρόσωπος καθώς και άλλα πρόσωπα, που διαμεσολαβούν στο εμπόριο κατά την πώληση προϊόντων ή την παροχή υπηρεσιών (όπως είναι και ο διανομέας), δεν εμπίπτουν ευθέως στο πεδίο εφαρμογής των αναγκαστικού δικαίου διατάξεων της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ, για τον συντονισμό των δικαίων των κρατών μελών, όσον αφορά τους εμπορικούς αντιπροσώπους, ούτε είναι δυνατόν να επιβληθεί στα κράτη μέλη η αναλογική εφαρμογή της ως άνω Οδηγίας στα λοιπά πρόσωπα αυτά μέσω της νομολογίας του ΔΕΚ.
Εφόσον, όμως, δεν ανιχνεύεται, ούτε εξ αντιδιαστολής, στην Οδηγία 86/653/ΕΟΚ, βούληση του κοινοτικού νομοθέτη να απαγορεύσει στα κράτη μέλη να θεσπίσουν παρόμοιους εθνικούς προστατευτικούς κανόνες και για τα λοιπά διαμεσολαβούντα στο εμπόριο πρόσωπα, δεν μπορεί να συναχθεί, ούτε από το εθνικό νομοθέτημα που ενσωμάτωσε την Οδηγία στο εσωτερικό δίκαιο (ΠΔ 219/1991), αντιστοίχου περιεχομένου βούληση του εθνικού νομοθέτη, για τη μη παροχή ανάλογης προστασίας στα πρόσωπα αυτά.
Ούτε, βεβαίως, μπορεί να συναχθεί από μια απλή πράξη συμμόρφωσης προς την Οδηγία, σε εκπλήρωση κοινοτικής υποχρέωσης, παρόμοια βούληση του εθνικού νομοθέτη, με επίκληση του επιχειρήματος από τη σιωπή του νομοθετήματος, με το οποίο έγινε η ως άνω συμμόρφωση. Είναι, λοιπόν, φανερό, ότι η νομοθετική αυτή κατάσταση σε κοινοτικό επίπεδο (που δημιουργήθηκε με την άνω Οδηγία) δεν εμποδίζει τον εθνικό νομοθέτη να προβλέψει, για την προστασία των λοιπών διαμεσολαβούντων στο εμπόριο προσώπων (επομένως και για τον διανομέα), πρόσφορους κανόνες, εμπνεόμενος από τις διατάξεις της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ, εφόσον τούτο είναι προφανώς χρήσιμο και καθόσον καμία άλλη διάταξη του κοινοτικού δικαίου δεν το εμποδίζει.
Εντεύθεν έπεται, ότι και από πλευράς κοινοτικού δικαίου είναι επιτρεπτή η, μέσω της διαπλαστικής εξουσίας του εθνικού δικαστή, ad hoc αναλογική εφαρμογή του πδ 219/1991 για τους εμπορικούς αντιπροσώπους σε άλλες διαρκείς συμβάσεις διαμεσολάβησης στο εμπόριο, βεβαίως υπό προϋποθέσεις και με τρόπο που προσήκει στην ίδια τη φύση της αναλογικής εφαρμογής, με κύρια κριτήρια την ομοιότητα (όχι ταυτότητα) των καταστάσεων, την ύπαρξη παρόμοιας κατάστασης συμφερόντων και, ενόψει του κατεξοχήν προστατευτικού για τον εμπορικό αντιπρόσωπο χαρακτήρα των περισσοτέρων διατάξεων του πδ 219/1991, τη διαπίστωση ανάλογης ανάγκης προστασίας.
Στο πλαίσιο αυτό κρίνεται και η δυνατότητα αναλογικής εφαρμογής του άρθρ. 9 του π.δ/τος 219/1991 σε κάθε δυνατή περίπτωση και η επιδίκαση έτσι της προβλεπόμενης από το άρθρο αυτό αποζημίωσης πελατείας, που δικαιολογείται συνεπώς και στη σύμβαση αποκλειστικής διανομής ή παραγγελιοδοχικής αντιπροσωπείας, όταν συντρέχουν τα αναγκαία προς τούτο στοιχεία..
Ειδικότερα κατά τις διατάξεις της παρ. 1 του εν λόγω άρθρου ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση, εάν κατά τη διάρκεια αυτής έφερε νέους πελάτες ή προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και ο εντολέας διατηρεί ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς, εφόσον, με βάση όλες τις περιστάσεις και ιδιαίτερα τις προμήθειες που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος από τις υποθέσεις με τους ίδιους πελάτες, σε συνδυασμό και με την τυχόν ρήτρα μη ανταγωνισμού, παρίσταται ως δίκαιη η καταβολή της αποζημίωσης, η οποία κατά ποσό δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσό ισοδύναμο με το μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε τελευταία έτη, αν δε η σύμβαση διήρκεσε λιγότερο από πέντε έτη, η αποζημίωση υπολογίζεται με βάση το μέσο όρο της εν λόγω περιόδου.
Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι η αποζημίωση πελατείας είναι μια ιδιόρρυθμη αξίωση αμοιβής που κινείται μεταξύ δύο ισοδύναμων πόλων, εκείνου της αμοιβής και εκείνου της επιείκειας, οι οποίοι δικαιολογούν τον χαρακτηρισμό της ως ένα είδος εύλογης ή δίκαιης αποζημίωσης, που προσομοιάζει με την αποζημίωση για διαφυγόν κέρδος με στοιχεία παράλληλα και από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Η αξίωση αυτή γεννιέται όταν συντρέξουν σωρευτικά όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις, τις οποίες πρέπει να επικαλεσθεί με τη σχετική αγωγή του και να αποδείξει ο εμπορικός αντιπρόσωπος, δηλαδή απαιτείται α) η εισφορά νέων πελατών ή η σημαντική προαγωγή των υποθέσεων με τους υπάρχοντες πελάτες από τον εμπορικό αντιπρόσωπο κατά τη διάρκεια της σύμβασης, β) η διατήρηση και μετά την λύση της σύμβασης ουσιαστικών ωφελειών για τον αντιπροσωπευόμενο, που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και γ) η καταβολή της αποζημίωσης να είναι δίκαιη με βάση όλες τις περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης.
Ως εισφορά νέων πελατών νοείται η προσέλκυση από τη δραστηριότητα του εμπορικού αντιπροσώπου νέων πελατών, δηλαδή πελατών που δεν υπήρχαν προηγουμένως, ως σημαντική δε προαγωγή των υποθέσεων με υπάρχοντες πελάτες νοείται η ασυνήθιστη αύξηση του κύκλου των εμπορικών συναλλαγών μ` αυτούς. Αντίστοιχα διατήρηση των ουσιαστικών ωφελειών για τον παραγωγό από υποθέσεις με τους νέους ή παλαιούς πελάτες του εμπορικού αντιπροσώπου υπάρχει όχι μόνο όταν επιβιώνουν τυχόν διαρκείς συμβάσεις, που είχε καταρτίσει με τρίτους ο εμπορικός αντιπρόσωπος, αλλά και όταν από την εκμετάλλευση του γνωστού στον παραγωγό πελατολογίου του αντιπροσώπου, υπάρχει, για την ίδια περιοχή, εν δυνάμει πελατεία με την προοπτική κέρδους γι` αυτόν, έστω και αν τα συμβατικά προϊόντα είναι επώνυμα και συνεπώς γνωστά στο καταναλωτικό κοινό, λόγω και των διαφημιστικών ενεργειών του ίδιου του παραγωγού.
Κριτήρια τέλος για τον καθορισμό του ύψους της αποζημίωσης πελατείας συνιστούν το μέγεθος της πελατείας που παραμένει στον παραγωγό μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, η αντίστοιχη ωφέλειά του και η δημιουργία κέρδους για τον αντιπρόσωπο, αν συνεχιζόταν η σύμβαση, η σχετική δε κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το ποσό της δίκαιης αποζημίωσης πελατείας ανήκει στη διακριτική ευχέρειά του και δεν ελέγχεται αναιρετικά, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, οπότε και δεν νοείται εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου (Ολ.
ΑΠ 16/2013). Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 α του π.δ. 219/1991, ως ωφέλεια επί εμπορικής αντιπροσωπείας νοείται, ό,τι ωφελεί τον αντιπροσωπευόμενο από τη διάρκειά της και διατηρείται απ' αυτόν μετά τη λύση της σύμβασης. Ως αμοιβή δε νοείται η προμήθεια, την οποία εισπράττει ο εμπορικός αντιπρόσωπος από τον αντιπροσωπευόμενο, ενεργώντας στο όνομα και για λογαριασμό του τελευταίου, ενώ ως προμήθεια θεωρείται η μικτή προμήθεια, χωρίς την αφαίρεση των οργανωτικών και διοικητικών δαπανών λειτουργίας της επιχειρήσεως του εμπορικού αντιπροσώπου.
Την έννοια της αμοιβής στην σύμβαση αποκλειστικής διανομής, στην οποία ο διανομέας ενεργεί στο όνομα και για λογαριασμό του, καταλαμβάνει το κέρδος το οποίο εισπράττει ο τελευταίος από την μεταπώληση του προϊόντος στο όνομα και για λογαριασμό του, και ως τέτοιο θεωρείται, σε περίπτωση ανάλογης εφαρμογής των περί εμπορικής αντιπροσωπείας διατάξεων του π.δ. 219/1991 και επί συμβάσεως διανομής, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, το μικτό κέρδος, ως συνολικό οικονομικό αποτέλεσμα από την εκτέλεση της συμβάσεως.
Στο κέρδος μπορεί να καταλογισθεί και η αμοιβή την οποία εισπράττει ο προμηθευτής ή διανομέας από τις υπηρεσίες που προσφέρει υποχρεωτικά για την εκτέλεση της σύμβασης της εμπορικής αντιπροσωπείας ή διανομής, εφόσον οι υπηρεσίες αυτές μετά τη λύση της σύμβασης μεταφέρονται στον αντιπροσωπευόμενο και διατηρούνται απ' αυτόν ως ωφέλεια του τελευταίου, ο οποίος εισπράττει πλέον την αντίστοιχη αμοιβή από τις υπηρεσίες αυτές.
Τέλος, κατά το άρθρο 13 της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ, σε συμμόρφωση προς την οποία εκδόθηκε το π.δ. 219/1991, "κάθε συμβαλλόμενο μέρος έχει το δικαίωμα να λάβει από το άλλο μέρος, αφού το ζητήσει ενυπόγραφο έγγραφο που θα αναφέρει το περιεχόμενο της συμβάσεως, καθώς και τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις της. Δεν επιτρέπεται παραίτηση από αυτό το δικαίωμα (§ 1).
Η παράγραφος 1 δεν παρεμποδίζει κράτος μέλος να ορίσει ότι η σύμβαση είναι έγκυρη μόνο αν καταρτισθεί εγγράφως" (§ 2). Με βάση την παρεχόμενη από τις διατάξεις αυτές της οδηγίας ευχέρεια ο έλληνας νομοθέτης με το άρθρο 8 παρ. 1α του π.δ. 219/1991 κατά την αρχική του διατύπωσή του όρισε τον έγγραφο τύπο ως προϋπόθεση για την εφαρμογή του εν λόγω διατάγματος.
Με τη διάταξη του άρθρου 6 του Π.Δ. 312/1995, αντικαταστάθηκε η παρ. 1 του άρθρου 8 του Π.Δ. 219/1992, στην οποία ορίζεται πλέον ότι "l.α)Δια την εφαρμογή του παρόντος Προεδρικού Διατάγματος η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας πρέπει να συνομολογηθεί εγγράφως. β) Κάθε συμβαλλόμενο μέρος έχει το δικαίωμα να λάβει από το άλλο, αφού το ζητήσει, ενυπόγραφο έγγραφο που θα αναφέρει το περιεχόμενο της σύμβασης καθώς και τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις της.
Δεν επιτρέπεται παραίτηση από αυτό το δικαίωμα". Οι ρυθμίσεις αυτές ως προς τον τύπο της συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας είναι αντιφατικές, αφού με την πρώτη απαιτείται έγγραφος τύπος και με τη δεύτερη το δικαίωμα, από το οποίο μάλιστα τα συμβαλλόμενα μέρη δεν μπορούν να παραιτηθούν, να ζητήσει κάθε μέρος ενυπόγραφο έγγραφο με το περιεχόμενο της συμβάσεως και τις τροποποιήσεις της.
Ενόψει των ρυθμίσεων αυτών, ορθότερη είναι η άποψη ότι η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας καταρτίζεται ατύπως, το δε "ενυπόγραφο έγγραφο" που αναφέρει το άρθρο 8 παρ. 1 περ. β' του Π.Δ. 219/1991, δεν συνιστά συστατικό τύπο αλλά προβλέπεται για λόγους αποδεικτικής διευκολύνσεως των μερών, αναφορικά με το περιεχόμενο της σύμβασης (AΠ 1301/2006, 635/2004).
Ο ως άνω άτυπος χαρακτήρας της συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας συνεπάγεται επομένως, χωρίς αμφιβολία, ότι η μη εγγράφως καταρτισθείσα σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας και έγκυρη είναι και εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του προαναφερθέντος π.δ 219/1991 περί εμπορικών αντιπροσώπων, το ίδιο δε ισχύει και επί της συμβάσεως διανομής κατά την ανάλογη εφαρμογή επ` αυτής του εν λόγω π.δ/τος.
Η τυχόν μη έγγραφη κατάρτιση της οικείας σύμβασης, ως μόνη συνέπεια μπορεί να έχει απλώς την πρόκληση αποδεικτικών δυσχερειών σε σχέση με το περιεχόμενο της συναφθείσας συμφωνίας και όχι την ακυρότητά της ή το ανεφάρμοστο των προστατευτικών υπέρ του εμπορικού αντιπροσώπου διατάξεων του π.δ 219/1991. Η άποψη αυτή ενισχύεται άλλωστε και από τη νέα νομοθετική ρύθμιση της παρ. 3 στοιχ.α` του άρθρου 14 του ν. 3557/2007, με την οποία αντικαταστάθηκε η περίπτωση α` της παραγράφου 1 του άρθρου 8 του Π.Δ 219/1991 (που προέβλεπε τον έγγραφο τύπο της συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας για την εφαρμογή του ως άνω π.δ/τος), που ρητώς ορίζει πλέον ότι "για την εφαρμογή του παρόντος προεδρικού διατάγματος δεν απαιτείται η τήρηση εγγράφου τύπου", με παράλληλη διαγραφή από τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 β'του π.δ. 219/1991 της φράσεως "δεν επιτρέπεται παραίτηση από αυτό το δικαίωμα" (άρθρο 14 παρ. 3 β'του ν. 3555/2007) (ΑΠ 1670/2008, αντιθ.
ΑΠ 1739/2009). Ετέρωθεν, κατά την διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με το λόγο αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27, 28/1998). Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997, Α.Π. 1933/2006).
Επίσης, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 828/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Μεταξύ της εκκαλούσας-εναγομένης (ήδη αναιρεσείουσας), που είναι αποκλειστική αντιπρόσωπος και εισαγωγέας στην Ελληνική Επικράτεια της αυτοκινητοβιομηχανίας HYUNDAI MOTOR COMPANY και της εφεσίβλητης-ενάγουσας (ήδη αναιρεσίβλητης) καταρτίσθηκε, το έτος 1994, άτυπη σύμβαση αορίστου χρόνου εμπορικής αντιπροσωπείας των αυτοκινήτων HYUNDAI στην περιφέρεια Αγίας Παρασκευής Αττικής και αποκλειστικής διανομής στην εν λόγω περιφέρεια εκ μέρους της εφεσίβλητης-ενάγουσας αυτοκινήτων και ανταλλακτικών HYUNDAI, με εξυπηρέτηση μετά την πώληση.
Μάλιστα η τελευταία, προκειμένου να ανταποκριθεί στις απορρέουσες από τη σύμβαση υποχρεώσεις της, με υπόδειξη της εκκαλούσας-εναγομένης και κατά τους όρους του Κανονισμού 1475/1995, δημιούργησε κάθετη μονάδα τριών σημείων, δηλαδή έκθεση αυτοκινήτων, αποθήκη ανταλλακτικών και συνεργείο επισκευής αυτοκινήτων HYUNDAI, για εξυπηρέτηση των πελατών μετά την πώληση, στο κατάστημα επί της λεωφόρου Μεσογείων 479-481, που αποτελούνταν από αίθουσα επιφάνειας 839 τ.μ.
και πατάρι επιφάνειας 455 τ.μ. Σε εκτέλεση της άτυπης αυτής σύμβασης, η εφεσίβλητη-ενάγουσα διαπραγματευόταν στο όνομα και για λογαριασμό της εκκαλούσας-εναγομένης συμβάσεις πώλησης οχημάτων έναντι προμήθειας, παράλληλα, στο δικό της όνομα και για δικό της λογαριασμό και με δικό της κίνδυνο, προέβαινε σε προαγορές οχημάτων HYUNDAI και ανταλλακτικών της εκκαλούσας-εναγομένης με έκπτωση επί της τιμής αγοράς, τα οποία μεταπωλούσε σε τρίτους καταναλωτές, αποκομίζοντας ως εμπορικό κέρδος τη διαφορά μεταξύ της τιμής αγοράς και της τελικής τιμής μεταπώλησης που επέβαλε μονομερώς η εκκαλούσα-εναγομένη.
Επίσης, σε εκτέλεση πάντα της σύμβασης, διατηρούσε, όπως ήδη αναφέρθηκε, συνεργείο για την εξυπηρέτηση των πελατών μετά την πώληση, όπου πραγματοποιούσε τα services και μηχανικές ηλεκτρολογικές επισκευές των αυτοκινήτων. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εφεσίβλητη-ενάγουσα, κατά την άσκηση της εμπορικής αυτής δραστηριότητας είχε αναλάβει τη συμβατική υποχρέωση, την οποία τήρησε, να έχει σε εμφανή σημεία του καταστήματος (μονάδας) κατά τρόπο ορατό από μεγάλη απόσταση τα σήματα και τα διακριτικά γνωρίσματα και χρώματα της εκκαλούσας-εναγομένης.
Επίσης, απείχε από κάθε πράξη ανταγωνισμού, όπως συμβατικά είχε υποχρέωση και ακολούθησε τις οδηγίες και υποδείξεις της εκκαλούσας-εναγομένης, οι οποίες ήταν ενιαίες για όλους τους αντιπροσώπους-διανομείς και τις οποίες με ειδικότερες εγκυκλίους της, επέβαλε μονομερώς και ενιαία σε όλο το δίκτυο των αντιπροσώπων-διανομέων της, συμπεριλαμβανομένης και της εφεσίβλητης - ενάγουσας, διαμορφώνοντας την εμπορική της πολιτική.
Με τον τρόπο αυτό και χωρίς δυνατότητα ουσιαστικής διαπραγμάτευσης εκ μέρους της εφεσίβλητης-ενάγουσας, η εκκαλούσα-εναγομένη καθόρισε τους στόχους πωλήσεων, το ύψος της προμήθειας ανά πωλούμενο αυτοκίνητο, το ποσοστό της έκπτωσης και την υποχρεωτική προαγορά αυτοκινήτων, το υποχρεωτικό απόθεμα ανταλλακτικών ανά είδος, υποχρεωτικό εξοπλισμό του συνεργείου, τις υποχρεωτικές τιμές της πώλησης των ανταλλακτικών.
Επίσης, επέβαλε συγκεκριμένες εργασίες εγγυήσεων καθώς και τα ανταλλακτικά των εγγυήσεων, την καταβαλλόμενη αμοιβή για κάθε εργασία, εκπτώσεις σε συγκεκριμένους κωδικούς ανταλλακτικών και στις αναγκαίες εργασίες αντικατάστασης αυτών, κοστολογήσεις των εργασιών του συνεργείου με αναλυτική λίστα και υποχρεωτικές τιμές εργασίας services ανά μοντέλο αυτοκινήτου, το κόστος τοποθέτησης πρόσθετων εξαρτημάτων καθώς και την κάθε φορά αναπροσαρμογή των τιμοκαταλόγων των εργασιών του συνεργείου-φανοποιείου και αξεσουάρ όλου του δικτύου της εκκαλούσας εναγομένης, επιπλέον, την υποχρεωτική εκπαίδευση των υπαλλήλων με ειδικά σεμινάρια και σε περίπτωση μη συμμετοχής σ' αυτά τη μη καταβολή bonus.
Επιπρόσθετα, επέβαλλε μονομερώς στην εφεσίβλητη-ενάγουσα να εγκαταστήσει με δαπάνες της το λογισμικό που της υποδείκνυε, με το οποίο είχε ευθεία πρόσβαση στα πλήρη στοιχεία της πελατείας της εφεσίβλητης-ενάγουσας, των πωλουμένων οχημάτων, των ανταλλακτικών και των υπηρεσιών μετά την πώληση (services), καθιστώντας, ουσιαστικά με τον τρόπο αυτό τους πελάτες της εφεσίβλητης-ενάγουσας, πελάτες της.
Η παραπάνω εμπορική συνεργασία μεταξύ των διαδίκων εξελίχθηκε ομαλά, όπως συνομολογείται, και η εφεσίβλητη-ενάγουσα, η οποία εντάχθηκε πλήρως στο δίκτυο εμπορικής οργάνωσης της εκκαλούσας-εναγομένης, συνέβαλε στην επέκταση της πελατείας της σε χρόνο (1994) κατά τον οποίο εκκαλούσα-εναγομένη ήταν σχεδόν άγνωστη στην Ελλάδα, δημιούργησε σταθερή πελατεία, απαρτιζόμενη από τουλάχιστον 5.000 πελάτες, επιπλέον δε η ως άνω μονάδα κατέστη υπερσύγχρονη και πολυτελής έκθεση αυτοκινήτων, με σύγχρονο τεχνολογικά άρτια εξοπλισμένο συνεργείο-φανοποιείο και οργανωμένος χώρος προώθησης ανταλλακτικών, λαμβάνοντας, μάλιστα, βραβείο για το υψηλό επίπεδο των εγκαταστάσεών της από την εκκαλούσα-εναγομένη διά χειρός του τότε προέδρου της κατασκευάστριας εταιρίας HYUNDAI MOTOR COMPANY, γεγονός που συνομολογείται.
Μέσα στο πλαίσιο αυτό η εφεσίβλητη-ενάγουσα προώθησε σημαντικά τις πωλήσεις των αυτοκινήτων που της προμήθευε η εκκαλούσα-εναγομένη. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι με την από 23-9-2002 εξώδικη γνωστοποίηση-καταγγελία, που επιδόθηκε στην εφεσίβλητη-ενάγουσα στις 30-9-2002, η εκκαλούσα-εναγομένη κατήγγειλε την ανωτέρω σύμβαση με τήρηση προθεσμίας ενός έτους, δηλαδή έως 30-9-2003, ισχυριζόμενη ότι λόγω των αλλαγών που επιφέρει ο νέος κανονισμός (ΕΚ) 1400/2002 η αυτοκινητοβιομηχανία HYUNDAI MOTOR COMPANY έχει καταγγείλει τη σύμβαση που την συνέδεε με αυτήν (εκκαλούσα-εναγομένη) με αποτέλεσμα να αναγκαστεί να προβεί στην εν λόγω καταγγελία.
Προσθέτει δε ότι μόλις οριστικοποιήσει η HYUNDAI MOTOR COMPANY τις επιχειρηματικές της επιλογές, θα επικοινωνήσει η εκκαλούσα-εναγομένη με την εφεσίβλητη-ενάγουσα ώστε να συζητήσουν το ενδεχόμενο νέας συνεργασίας ενόψει όλων αυτών των αλλαγών. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι με τον κανονισμό (ΕΚ) 1400/2002, δόθηκε μεγαλύτερη ελευθερία και ανεξαρτησία στους διανομείς, οι οποίοι μπορούσαν να επικεντρωθούν είτε στην πώληση είτε στη συντήρηση αλλά και να προωθούν παράλληλα την πώληση σημάτων διαφορετικών κατασκευαστών.
Η εφεσίβλητη-εναγομένη αποφάσισε να εισέλθει πιο δυναμικά και στη λιανική πώληση των αυτοκινήτων μέσω της θυγατρικής της εταιρίας AUTOPOINT, ακριβώς στην προσπάθειά της να ελέγξει τους διανομείς της, στους οποίους με βάση το νέο νομικό καθεστώς και στον τομέα της διανομής ανταλλακτικών δεν μπορούσε πλέον να επιβάλλει περιορισμούς (ρήτρες), όπως - την απαγόρευση πώλησης ανταλλακτικών σε τρίτους (εκτός δικτύου) εμπόρους.
Με την εφεσίβλητη-ενάγουσα, όπως και στους άλλους παλαιούς αντιπροσώπους της-διανομείς, δόθηκε η δυνατότητα συζήτησης με την εκκαλούσα-ενάγουσα του ενδεχόμενου νέας συνεργασίας, μετά τη λύση των καταγγελθεισών συμβάσεων, χωρίς όμως να υπάρξουν ουσιαστικά αποτελέσματα. Ανεξάρτητα όμως αυτού, η εκκαλούσα-εναγομένη προέβη σε καταγγελία της σύμβασης, με αποτέλεσμα να λυθεί αυτή και να γεννάται πλέον υποχρέωση της προς καταβολή αποζημίωσης του άρθρου 9 παρ. 1 του π.δ. 219/1991, λαμβανομένου υπόψη ότι δεν συντρέχει περίπτωση αποκλεισμού, κατά το άρθρο 9 παρ. 3 του ίδιου ανωτέρω π.δ/τος της υποχρέωσης καταβολής αποζημίωσης πελατείας......Η εφεσίβλητη-ενάγουσα κατά το χρονικό διάστημα από 1-11-1998 έως 31-10-2003 πώλησε ως εμπορική αντιπρόσωπος της εκκαλούσας-εναγομένης 2.157 αυτοκίνητα Hyudai και έλαβε προμήθεια το συνολικό ποσό των 653.906,43 ευρώ.
Ειδικότερα: (Α) 1) Το έτος 1999 πώλησε 505 αυτοκίνητα και έλαβε προμήθεια 152.633,59 ευρώ, 2) το έτος 2000 πώλησε 661 αυτοκίνητα και έλαβε ως προμήθεια 194.853,60 ευρώ, 3) το έτος 2001 πώλησε 497 αυτοκίνητα και έλαβε προμήθεια 149.464,24 ευρώ, 4) το έτος 2002 πώλησε 296 αυτοκίνητα και έλαβε ως προμήθεια 94.745 ευρώ και 5) το έτος 2003 πώλησε 198 αυτοκίνητα και έλαβε προμήθεια 62.210 ευρώ. (Β) Περαιτέρω, η εφεσίβλητη-ενάγουσα, ενεργώντας ως διανομέας, κατά το άνω χρονικό διάστημα πώλησε στο δικό της όνομα και για δικό της λογαριασμό 36 αυτοκίνητα, τα οποία είχε αγοράσει προηγουμένως από την εκκαλούσα-εναγομένη με έκπτωση, αποκομίζοντας εμπορικό κέρδος συνολικού ποσού 18.593 ευρώ.
Ειδικότερα: 1) το έτος 2000 πώλησε 17 αυτοκίνητα και αποκόμισε εμπορικό κέρδος 8.549,87 ευρώ και 2) το έτος 2001 πώλησε 19 αυτοκίνητα και αποκόμισε εμπορικό κέρδος 10.043,12 ευρώ (άλλα αυτοκίνητα δεν πώλησε ως διανομέας σε άλλα χρονικά διαστήματα εντός της κρίσιμης πενταετίας). (Γ) Η εφεσίβλητη-ενάγουσα από την πώληση ανταλλακτικών της εκκαλούσας-εναγομένης αποκόμισε συνολικό μικτό εμπορικό κέρδος (ως διανομέας) ποσό 676.798,95 ευρώ, καθόσον το σύνολο των πωλήσεων ανταλλακτικών που πραγματοποίησε ανέρχεται στο ποσό των 4.728.029,21 ευρώ, ενώ το σύνολο του κόστους των πωληθέντων ανέρχεται στο ποσό των 4.051.240,26 ευρώ (4.728.029,21 μείον 4.051.230,26 = 676.798,95).
Ειδικότερα, η αξία των ανταλλακτικών που υπήρχαν στις αποθήκες της εφεσίβλητης-ενάγουσας την 1-1-1999 ανερχόταν σε 75.051.486 δραχμές ή 220.253,81 ευρώ, ενώ κατά το χρονικό διάστημα 1-1-1999 έως 31-10-2003 προέβη σε αγορές ανταλλακτικών αξίας 4.038.935,57 ευρώ και η αξία των ανταλλακτικών των αποθηκών της στις 31-10-2003 ανερχόταν στο ποσό των 207.949,12 ευρώ.
Ακολούθως, από το άθροισμα των αγορών και της αξίας της αποθήκης την 1-1-1999, αφαιρουμένης της αξίας της αποθήκης την 31-10-2003, προκύπτει το συνολικό κόστος των πωληθέντων ανταλλακτικών 4.051.230,26 ευρώ (4.038.935,57 + 220.253,81 - 207.949,12). Παράλληλα, κατά το χρονικό διάστημα 1-1-1999 έως 31-10-2003 πραγματοποίησε πωλήσεις ανταλλακτικών συνολικής αξίας 4.725.029,21 ευρώ:
α) Το έτος 1999 πώλησε ανταλλακτικά αξίας 437.206.029 δραχμών ή 1.283.068,53 ευρώ, β) το έτος 2000, αξίας 844.852,58 ευρώ, γ) το έτος 2001, αξίας 1.023.168,60 ευρώ, δ) το έτος 2002, αξίας 874.610,58 ευρώ και ε) το έτος 2003 πώλησε ανταλλακτικά αξίας 699.328,81 ευρώ. Ακολούθως, το μικτό εμπορικό κέρδος της εφεσίβλητης-ενάγουσας από την πώληση ανταλλακτικών της εκκαλούσας-εναγομένης κατά την εν λόγω πενταετία ανήλθε στο ποσό των 676.798,95 ευρώ (4.728.029,21 μείον 4.051.240,26). (Δ) Η εφεσίβλητη-ενάγουσα κατά το χρονικό διάστημα από 1-11-1998 έως 31-10-2003 αποκόμισε ως έσοδα από την παροχή υπηρεσιών συντήρησης προς τους πελάτες του δικτύου μετά την πώληση (service) συνολικό ποσό 2.814.201,24 ευρώ, μη συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ.
Ειδικότερα, 1) το έτος 1999 έλαβε ως αμοιβές το ποσό των 535.519,27 ευρώ, 2) το έτος 2000, ποσό 494.284,65 ευρώ, 3) το έτος 2001, ποσό 582.112,64 ευρώ, 4) το έτος 2002 ποσό 684.871,23 ευρώ και 5) το έτος 2003 ποσό 552.413,45 ευρώ. Το κονδύλιο που αφορά μπόνους επίτευξης στόχων πωλήσεως και το οποίο ζητεί η αναιρεσίβλητη-ενάγουσα πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο, καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι κατέτεινε στη δημιουργία και εισφορά της πελατείας, επιπλέον δε λαμβανομένου υπόψη και της μειώσεως ανά έτος των πωλήσεων αυτοκινήτων και της συνακόλουθης μείωσης των προμηθειών της αναιρεσίβλητης ενάγουσας, δεν συνάγεται έμμεσα η καταβολή μπόνους στο μέλλον, προκειμένου αυτή να συνυπολογιστεί για την καταβολή της δίκαιης αποζημίωσης του άρθρου 9 παρ. 1α'του π.δ. 219/1991.
Επομένως, σύμφωνα με τα παραπάνω, η εφεσίβλητη-ενάγουσα, κατά την πενταετία πριν τη λύση της ένδικης μικτής σύμβασης αντιπροσωπείας και διανομής, αποκόμισε ως μικτό εμπορικό κέρδος το συνολικό ποσό των 4.163.499,62 ευρώ (653.906,41 + 18.593 + 676.798,95 + 2.814.201,24). Η μέση δε ετήσια αμοιβή της για το χρονικό διάστημα αυτό ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 832.699,92 ευρώ (4.163.499,62 : 5 = 832.699,92), το οποίο (ποσό) αποτελεί το μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών που εισέπραξε κατά τα τελευταία πέντε (5) έτη πριν την λύση της σύμβασης, κατά την έννοια του άρθρου 9 παρ. 1β'του π.δ. 219/1991.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εφεσίβλητη-ενάγουσα έφερε νέους πελάτες στην εκκαλούσα-εναγομένη, όπως ήδη ανωτέρω αναφέρθηκε, δεδομένου ότι ήδη από την αρχή της επίδικης εμπορικής συνεργασίας των διαδίκων, δηλαδή από το έτος 1994, κατά το οποίο τα αυτοκίνητα Hyundai ήταν σχεδόν άγνωστα στην Ελλάδα, συνέβαλε στην επέκταση της πελατείας και δημιούργησε ένα σταθερό αριθμό πελατών.
Επίσης, αποδείχθηκε ότι η εκκαλούσα-εναγομένη διατηρεί ουσιαστικά οφέλη, που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους νέους πελάτες που έφερε η εφεσίβλητη-ενάγουσα. Ειδικότερα, με δεδομένο την σταθερότητα που δημιούργησε η εφεσίβλητη, το πελατολόγιο που διαχειρίσθηκε και στο οποίο, όπως ήδη αναφέρθηκε, είχε άμεση πρόσβαση η εκκαλούσα-εναγομένη, τη φύση και τη διάρκεια ζωής των αυτοκινήτων Hyundai , η οποία υπερβαίνει κατά πολύ την πενταετία, τον κύκλο εργασιών που δημιούργησε η εφεσίβλητη, την ανάγκη των νέων αυτών πελατών που έφερε η εφεσίβλητη στην εκκαλούσα και απευθύνονταν στην αναιρεσίβλητη, πριν την καταγγελία της σύμβασης, για την αγορά ανταλλακτικών του αυτοκινήτου που αγόρασαν, αλλά και για τις υπηρεσίες που παρείχε μετά την πώληση (service), προκύπτει ότι η εφεσίβλητη-εναγομένη διατηρεί σημαντικά οφέλη και θα συνεχίσει τις πελατειακές τις σχέσεις και μετά τη λύση της ένδικης σύμβασης με οριζόντια επιβίωση μίας πενταετίας.
Ακολούθως, σημαντικό στοιχείο ως προς την επιδίκαση της αποζημίωσης πελατείας, εκτός των ανωτέρω και των προμηθειών που χάνει η εφεσίβλητη-ενάγουσα, όπως ανωτέρω αναφέρθηκα, είναι και το γεγονός ότι η τελευταία δεν είχε αυξητική τάση στη διαμεσολάβηση των πωλήσεων αυτοκινήτων της εκκαλούσας-εναγομένης.
Ειδικότερα, προκύπτει ότι από το έτος 2000, όπου διαμεσολάβησε στην πώληση 661 αυτοκινήτων, που αποτελεί και το ανώτερο ποσοστό πώλησης αυτοκινήτων, η εφεσίβλητη διαμεσολάβησε το έτος 2001 στην πώληση 497 αυτοκινήτων, το έτος 2002 στην πώληση 296 αυτοκινήτων και το έτος 2003 στην πώληση 198 αυτοκινήτων. Με βάση τα παραπάνω στοιχεία κρίνεται ότι η δίκαιη αποζημίωση πελατείας ανέρχεται στο μισό του μέσου όρου των αμοιβών που εισέπραττε κατά τα πέντε τελευταία έτη, δηλαδή η αποζημίωση, κατά το άρθρο 9 παρ. 1α'του π.δ. 219/1991, που δικαιούται η εφεσίβλητη ανέρχεται στο ποσόν των 416.349,96 ευρώ (832.899,92 : 2).
Δεχόμενη, λοιπόν, η εκκαλουμένη ότι η αποζημίωση που πρέπει να επιδικαστεί στην εφεσίβλητη-εναγομένη ανέρχεται στο ποσό των 870.550,51 ευρώ, δηλαδή στο μέσο όρο των αμοιβών που αυτή εισέπραξε στην τελευταία πενταετία, για την εξαγωγή του οποίου υπολόγιζε και το κονδύλιο των μπόνους από την επίτευξη στόχων πώλησης, έσφαλε και ο περί του αντιθέτου έκτος λόγος της έφεσης, με τον οποίο πλήττονται οι διατάξεις της εκκαλουμένης, τόσο για τον τρόπο υπολογισμού του μέσου ετήσιου όρου των αμοιβών που εισέπραξε την τελευταία πενταετία, όσο και για το ύψος της αποζημίωσης πελατείας, που αυτή επεδίκασε, πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο και αφού προηγουμένως δέχθηκε, ότι η ως άνω μικτή σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας και διανομής που συνήφθη το έτος 1994 και καταρτίσθηκε ατύπως, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του π.δ. 219/1991, και συνεπώς έχει εν προκειμένω εφαρμογή και η διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 του εν λόγω π.δ/τος για την αποζημίωση πελατείας που δικαιούται η αναιρεσίβλητη εμπορική αντιπρόσωπος-διανομέας μετά την λύση της σύμβασης, απορρίπτοντας σχετικό λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας, ακολούθως, κατά παραδοχή του προαναφερόμενου λόγου έφεσης αυτής, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατά το μέρος που είχε κρίνει διαφορετικά ως προς τον υπολογισμό της αποζημίωσης πελατείας και ως προς το ύψος της επιδικασθείσας για την αιτία αυτή στην αναιρεσίβλητη-ενάγουσα αποζημίωση, εν συνεχεία δε δέχθηκε εν μέρει την ένδικη αγωγή και επεδίκασε νομιμοτόκως στην τελευταία ως αποζημίωση πελατείας το ποσό των 416.349,96 ευρώ.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξει των άρθρων 1 επ. 8 παρ. 1 και 9 παρ. 1 του π.δ. 219/1991, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 5 παρ. 1 του Συντάγματος και 361, 288 του ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε, καθόσον τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούσαν το πραγματικό των διατάξεων αυτών και δικαιολογούσαν την μερική παραδοχή της ένδικης αγωγής.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων μικτή σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας και διανομής, πληρούσε όλες τις αναγκαίες προϋποθέσεις για την εφαρμογή των προπαρατεθείσών διατάξεων και την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά στις διατάξεις αυτές, τόσον κατά το μέρος της που αφορούσε την εμπορική αντιπροσωπεία, όσον και αυτό που αφορούσε την αποκλειστική διανομή, κατ' ανάλογη εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων.
Ειδικώς δε με το να δεχθεί το Εφετείο, ότι η κατάρτιση της σύμβασης αυτής που έγινε ατύπως, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του π.δ. 219/1991, δεν παραβίασε την διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 εδ. β'του π.δ. 219/1991, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 6 παρ. 1 του π.δ. 312/1995, αφού, κατά τα εκτιθέμενα στην μείζονα σκέψη, το "ενυπόγραφο έγγραφο" που αναφέρει η διάταξη αυτή δεν συνιστά συστατικό τύπο, αλλά προβλέπεται για λόγους αποδεικτικής διευκόλυνσης των μερών, σε τρόπον ώστε, η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας που δεν καταρτίζεται εγγράφως και έγκυρη είναι και εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του π.δ. 219/1991.
Εξάλλου, κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, η ως άνω μικτή σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας και διανομής, καταρτίσθηκε ως ένα ενιαίο σύνολο, τόσον για την πώληση αυτοκινήτων της αναιρεσείουσας στο όνομα και για λογαριασμό της με την διαμεσολάβηση της αναιρεσίβλητης έναντι προμήθειας και παράλληλα στο όνομα της τελευταίας με την προαγορά αυτοκινήτων και ανταλλακτικών και την μεταπώληση αυτών σε τρίτους και τον προσπορισμό κέρδους από την διαφορά μεταξύ της τιμής της αγοράς και αυτής της μεταπώλησης, όσον και της υποχρεωτικής διατήρησης συνεργείου εκ μέρους της αναιρεσίβλητης για την εξυπηρέτηση πελατών μετά την πώληση των αυτοκινήτων και την παροχή των υπηρεσιών της σ' αυτούς στην πραγματοποίηση των services, την αλλαγή και τοποθέτηση των ανταλλακτικών που αγόραζε από την αναιρεσείουσα και των πάσης φύσεως μηχανικών και μηχανολογικών εργασιών με τις προδιαγραφές που έθετε η τελευταία, και ότι μετά τη λύση της σύμβασης το πελατολόγιο για την παροχή των υπηρεσιών αυτών περιήλθε πλέον στην αναιρεσείουσα στην οποία απευθύνονται πλέον οι αγοραστές των αυτοκινήτων προς εξυπηρέτησή τους, αφού λόγω της λύσης της σύμβασης η αναιρεσίβλητη δεν αποτελούσε εξουσιοδοτημένη επιχείρηση με τις εγγυήσεις που παρείχε η αναιρεσείουσα, έτσι δε η αμοιβή που εισέπραττε η πρώτη (αναιρεσίβλητη) από την παροχή την υπηρεσιών αυτών, απέβη πλέον προς όφελος της δεύτερης (αναιρεσείουσας) και αποτελεί αύξηση της πελατείας της στον τομέα αυτό, ώστε ορθώς να προσμετράται, εκτός των άλλων (προμήθειες, κέρδη από την μεταπώληση αυτοκινήτων και ανταλλακτικών) από την αναιρεσιβαλλομένη για τον υπολογισμό της αποζημίωσης πελατείας, κατά την προεκτεθείσα έννοια του άρθρου 9 παρ. 1 του π.δ. 219/1991.
Τέλος, δεν παραβίασε η προσβαλλόμενη απόφαση την τελευταία αυτή διάταξη με το να μην υπολογίσει κατά τον καθορισμό της εύλογης αποζημίωσης πελατείας που προβλέπεται στη διάταξη αυτή, ότι η ωφέλεια από την αύξηση της πελατείας της αναιρεσείουσας με τη διαμεσολάβηση της αναιρεσίβλητης εμπορικής αντιπροσώπου, οφείλεται στο ότι τα προϊόντα της ήταν γνωστά στην ελληνική αγορά λόγω της διαφήμισης που διενεργούσε καθόλη την διάρκεια της ένδικης σύμβασης, καθόσον, κατά τα προεκτεθέντα, η διατήρηση των ουσιαστικών ωφελειών για τον παραγωγό υπάρχει και όταν τα συμβατικά προϊόντα είναι επώνυμα και συνεπώς γνωστά στο καταναλωτικό κοινό, λόγω και των διαφημιστικών ενεργειών του ίδιου του παραγωγού.
Και τούτο, ανεξάρτητα από το γεγονός, ότι σύμφωνα με τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, κατά το χρόνο κατάρτισης της ένδικης σύμβασης (1994) τα αυτοκίνητα Hyundai ήταν σχεδόν άγνωστα στην Ελλάδα, η δε αναιρεσίβλητη με την δραστηριότητά της συνέβαλε στην επέκταση της πελατείας της και δημιούργησε ένα σταθερό αριθμό πελατών με πάνω από 5.000 νέους πελάτες.
Επομένως οι, πρώτος, δεύτερος και τρίτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγοι αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι. Εξάλλου, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθμό 8 εδ.β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση, ότι η αναιρεσιβαλλομένη δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, ότι τα προϊόντα της είναι γνωστά στην ελληνική αγορά λόγω της διαφήμισης που διενεργούσε αποκλειστικά αυτή καθόλο το διάστημα ισχύος της ένδικης σύμβασης με την αναιρεσίβλητη, με συνέπεια στο πλαίσιο της δίκαιης αναπροσαρμογής του ποσού της αποζημίωσης πελατείας να μην προβεί στην απαραίτητη μείωση αυτού του ποσού.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι προεχόντως απορριπτέος ως απάράδεκτος, διότι η προβαλλόμενη αιτίαση δεν αποτελεί "πράγμα" υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά πραγματικό επιχείρημα της αναιρεσείουσας προς αντίκρουση του αγωγικού ισχυρισμού για την επιδίκαση στην αναιρεσίβλητη της εύλογης αποζημίωσης πελατεία που επικαλείται στην αγωγή της, πέραν του ότι, κατά τα προεκτεθέντα, ο "ισχυρισμός" αυτός λήφθηκε υπόψη εκ των πραγμάτων και απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμος, με την παραδοχή από το Εφετείο ως αποδειχθέντων των αμέσως ανωτέρω αντίθετων γεγονότων προς αυτά που τον συγκροτούν.
Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η από 23-05-2013 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία "…" για αναίρεση της υπ' αριθ. 828/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 Ν. 4055/2012 και ισχύει από 2-4-2012) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-05-2013 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία "…".
Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος από την άνω αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει την άνω αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Ιανουαρίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Φεβρουαρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ