364/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 364 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 364/2011
Legislator headnote
AI generated364/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 364 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 364/2011
Full text
Απόφαση 364 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 364/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Τ. του Σ. , κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε.
Του αναιρεσιβλήτου: Οικοδομικού Συνεταιρισμού με την επωνυμία "Παραθεριστικός Οικοδομικός Συνεταιρισμός Δημοσίων Υπαλλήλων, Συνεταιρισμός Περιορισμένης Ευθύνης", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Αικατερίνη Σαριδάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31 Ιανουαρίου 1994 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1737/1995 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 6515/1996 μη οριστική, 5354/2008 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27 Ιουλίου 2009 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Φούκας, ανέγνωσε την από 21 Ιανουαρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως.
Η πληρεξουσία δικηγόρος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, όπως προκύπτει από την υπ'αριθμό 8.903/7-1-2010 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Π. Κ., αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως με τις υπ'αυτή πράξεις καταθέσεως και ορισμού της δικαΣ. που αναφέρεται στην αρχή, καθώς και κλήση προς παράσταση κατ'αυτή για τη συζήτησή της, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον αναιρεσείοντα, μετά από παραγγελία της πληρεξουσίας δικηγόρου του αναιρεσιβλήτου, εχούσης ειδική πληρεξουσιότητα, δυνάμει του υπ'αριθμό .../4-2-2011 πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Γιαννοπούλου-Μπάκα. Κατά τη δικάσιμο όμως αυτή, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση, με την εκφώνησή της κατά τη σειρά εγγραφής της στο οικείο πινάκιο, ο αναιρεσείων δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ούτε κατέθεσε σχετική δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 573 παρ.1 και 242 παρ.2 ΚΠολΔ. Επομένως πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως, παρά την απουσία του, ως εάν ήταν και αυτός παρών, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ.
Επειδή, κατά το άρθρο 216 παρ.1 ΚΠολΔ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 και 117 ΚΠολΔ, πρέπει να περιέχει: α)σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β)ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, γ)ορισμένο αίτημα.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 31-1-1992 αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκαν οι προσβαλλόμενες αποφάσεις, ο ενάγων εκθέτει ότι μεταξύ αυτού ως εργοδότη και του εναγομένου εργολάβου, καταρτίσθηκε η από 8-2-1982 σύμβαση έργου, με την οποία αυτός ανέθεσε στον εναγόμενο την αναοριοθέτηση και αναοροσήμανση των κοινοχρήστων χώρων, αλλά και των 333 οικοπέδων του ενάγοντος συνεταιρισμού, που αναφέρονται στην αγωγή.
Ότι το έργο που εκτέλεσε ο εναγόμενος κατά το έτος 1988, διαπιστώθηκε ότι εμφάνιζε αποκλίσεις κατά μέσο όρο σύν ή πλήν 6,67% σε ποσοστό 83% των τοποθετηθέντων οροσήμων, δηλαδή ουσιώδη ελαττώματα, οφειλόμενα σε υπαιτιότητα αυτού, τα οποία καθιστούν το εκτελεσθέν έργο ουσιαστικώς άχρηστο και επιβάλλουν την επανεκτέλεσή του, την οποία υποχρεώθηκε και ανέθεσε σε τρίτο, λόγω αρνήσεως του εναγομένου να πράξει αυτό, αν και κλήθηκε προς τούτο.
Ότι ο νέος εργολάβος εκτέλεσε το ανατεθέν σε αυτόν έργο και ειδικότερα προέβη στον ανακαθορισμό και σήμανση των πολυγωνικών σημείων, στον επανακαθορισμό και σήμανση κορυφών αξόνων οδών, ρυμοτομικών γραμμών και ορίων οικοπέδων, σύμφωνα με τους αναλυτικώς παρατιθέμενους στην αγωγή πίνακες. Ζητεί δε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει τα αναφερόμενα σε αυτή ποσά, ως αποζημίωσή του, για τη ζημία που υπέστη, διότι κατέβαλε αυτή στο νέο εργολάβο, ως αμοιβή αυτού.
Η αγωγή, με το ως άνω περιεχόμενο και αίτημα, διαλαμβάνει όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για να είναι νόμιμη, σύμφωνα με τα άρθρα 689 και 690 ΑΚ. Το Εφετείο ορθώς έκρινε την αγωγή ορισμένη και νόμιμη και απέρριψε τον περί αοριστίας αυτής ισχυρισμό του εναγομένου.
Συνεπώς, ο πρώτος, εκ του άρθρου 559 αρ.1, 8 και 14 ΚΠολΔ, αντίθετος λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος.
Επειδή, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικώς και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της ασκήσεώς του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δημιούργησε στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, ως τρόπον ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του, που θα έχει επαχθείς συνέπειες για τον οφειλέτη, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπήρχε το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού αλλά απαιτείται να συντρέχουν και πρόσθετες ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου η επακολουθήσασα άσκηση του δικαιώματος, η οποία τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Στην περίπτωση αυτή, η επιχειρούμενη από τον δικαιούχο ανατροπή της ως άνω καταστάσεως δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον οφειλέτη και να θέτει έτσι σε κίνδυνο την οικονομική κατάστασή του, αλλά αρκεί να επέρχονται δυσμενείς απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεις (Ολομ.ΑΠ 8/2001, ΑΠ 9/2010, ΑΠ 265/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο εναγόμενος προέβαλε τον ισχυρισμό ότι ο ενάγων καταχρηστικώς ασκεί το δικαίωμά του με την αγωγή, διότι αυτή ασκήθηκε μετά την πάροδο δώδεκα ετών από την υπογραφή της συμβάσεως και ένδεκα ετών από την, κατ'αυτόν, παράδοση του έργου, χωρίς να επικαλείται άλλο περιστατικό, από το οποίο να γεννήθηκε σε αυτόν η εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το ήδη ασκηθέν δικαίωμα.
Το Εφετείο ορθώς απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό ως μη νόμιμο και δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το σκέλος του εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το σκέλος του εκ του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, διότι ο ισχυρισμός απορρίφθηκε ως νόμω αβάσιμος, χωρίς το Εφετείο να διατυπώσει αποδεικτικό πόρισμα (ΑΠ 1712/2008, ΑΠ 1809/2007).
Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ.16 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Σε αναιρετικό έλεγχο υπόκειται μόνο η "παράβαση νόμου", δηλαδή η ψευδής ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων σε σχέση με όσα γίνονται δεκτά ανελέγκτως, αν επομένως αυτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφαση, ενώ διαφεύγει του ελέγχου, ως κρίση περί τα πράγματα (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ) η συνδρομή ή όχι των περιστατικών ως προς την ταυτότητα της διαφοράς και των διαδίκων.
Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται μόνο επί διαδικαστικών εγγράφων, προς διαπίστωση της βασιμότητας ή μη του λόγου, ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους (αρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ) ο Άρειος Πάγος επισκοπεί και την απόφαση από την οποία απορρέει το δεδικασμένο και ελέγχει με βάση αυτή τη σχετική παραδοχή του δικαστηρίου (Ολομ.ΑΠ 15/1998).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι με την υπ'αριθμό 62/1991 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, απορρίφθηκε η από 10-11-1988 αγωγή του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος περί καταβολής αμοιβής από την εκτέλεση του ως άνω έργου και όχι από εκτέλεση μελέτης, ώστε δεν παρήχθη δεδικασμένο περί αυτού, όπως ορθώς έκρινε το Εφετείο με τις προσβαλλόμενες αποφάσεις του.
Επομένως, ο τρίτος, κατά το οικείο μέρος του, εκ του άρθρου 559 αρ.16 ΚΠολΔ, αντίθετος, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος.
Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ.10 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθή χωρίς απόδειξη. Ο όρος "πράγματα" στη διάταξη αυτή είναι ταυτόσημος του αντιστοίχου της διατάξεως του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ (ΑΠ 1731/2008). Επί αγωγής αποζημιώσεως, εκ των άρθρων 689 και 690 ΑΚ, απαιτείται, για την ευθύνη του εναγομένου εργολάβου, προς αποζημίωση, ένεκεν ελλείψεων του εκτελεσθέντος έργου, υπαιτιότητά του, την οποία, όμως, δεν υποχρεούται να επικαλεσθεί και αποδείξει ο ενάγων εργοδότης, αλλά να αποκρούσει ο εναγόμενος εργολάβος, επικαλούμενος έλλειψη υπαιτιότητάς του, προς απαλλαγή του από την υποχρέωση αποζημιώσεως (ΑΠ 1271/2003, ΑΠ 156/2001). Κατ'ακολουθίαν τούτων, το Εφετείο ορθώς δεν έταξε αποδείξεις εις βάρος του ενάγοντος περί του ότι οι ελλείψεις του έργου οφείλονται σε υπαιτιότητα του εναγομένου. Επομένως, ο έβδομος, εκ του άρθρου 559 αρ.10 ΚΠολΔ, αντίθετος, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος.
Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικοί (άρθρα 173 και 200 ΑΚ) και ειδικοί, όταν ο νόμος αποδίδει ορισμένη έννοια σε σιωπηρή δήλωση βουλήσεως. Παραβιάζονται δε οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας, σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς, για τη διαπίστωση της αληθούς εννοίας των δηλώσεων, καθώς και όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε κενό ή ασάφεια της ερμηνευομένης δικαιοπραξίας και προσέφυγε στους κανόνες της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, με την ερμηνεία όμως που έδωσε παραβίασε τους κανόνες αυτούς (ΑΠ 1728/2008, ΑΠ 1703/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από τις προσβαλλόμενες αποφάσεις, δεν διαπίστωσε κενό ή ασάφεια ή αμφιβολίες, σχετικά με την έννοια δηλώσεως βουλήσεως κάποιου όρου της από 8-2-1982 συμβάσεως έργου, μεταξύ των διαδίκων, ώστε ορθώς δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών.
Συνεπώς, ο όγδοος, εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αντίθετος, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος.
Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται αν το δικαστήριο υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν, από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο, αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμά του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε ως προς το αποδεικτικό γεγονός (Ολομ.
ΑΠ 2/2008, ΑΠ 109/2008, ΑΠ 446/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα του, συνεκτίμησε όλα τα αναφερόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα, καθώς και την από 8-2-1988 έγγραφη σύμβαση έργου, που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων και δεν στήριξε σε αυτή, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο την κρίση του.
Επομένως, ο έννατος, εκ του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ., αντίθετος, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος. Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 11γ' Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει με την απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά στην απόφαση, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων (ΑΠ 1204/2008, ΑΠ 532/2008, ΑΠ 58/2008, ΑΠ 2191/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με τις προσβαλλόμενες αποφάσεις του, βεβαιώνει ότι κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμά του αφού συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται σε αυτή, μεταξύ των οποίων και όλα τα έγγραφα, τα οποία επικαλέσθηκαν νομίμως και προσκόμισαν οι διάδικοι. Από τη βεβαίωση αυτή και όλο το περιεχόμενο των προσβαλλομένων αποφάσεων προκύπτει ότι το Εφετείο, για να σχηματίσει το αποδεικτικό πόρισμα του, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και την από 9-3-1989 τεχνική έκθεση των Γ.Π., Φ.Κ.
και Α.Σ., την από 16-10-1995 τεχνική έκθεση του Ι.Κ., το από 10-11-1983 έγγραφο του εναγομένου, τις υπ'αριθμούς 9014/1989 και 62/1991 αποφάσεις του Πολυμελούς και του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αντιστοίχως, καθώς και τις περιεχόμενες στην υπ'αριθμό 68/1997 έκθεση του Εισηγητή Δικαστή ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων Ι.Κ.
και Η. Ζ.. Επομένως, ο δέκατος, εκ του άρθρου 559 αρ. 11γ' Κ.Πολ.Δ., αντίθετος, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος. Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ.19 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολομ.ΑΠ 30/1997, Ολομ.ΑΠ 28/1997).
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ'άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 358/2000, 361/2008, ΑΠ 610/2007, ΑΠ 1490/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα, ότι, με την από 8-2-1982 σύμβαση έργου ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος οικοδομικός συνεταιρισμός και ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων, ο οποίος είναι πολιτικός μηχανικός, συμφώνησαν και ο ενάγων ανέθεσε στον εναγόμενο τη αναοριοθέτηση και αναοροσήμανση των 333 οικοπέδων και των κοινοχρήστων χώρων εκτάσεως του ενάγοντος, κειμένης στο ...
και συγκεκριμένα ότι οι διάδικοι συμφώνησαν με την προαναφερομένη μεταξύ τους σύμβαση έργου επί ακινήτου, επί του οποίου ο ενάγων έχει τη φυσική εξουσία, και ο ήδη εκκαλών ανέλαβε: α. τον προσδιορισμό των αξόνων των οδών με νόμιμη σήμανση και εξασφάλιση των κορυφών εκτός του σώματος των δρόμων, β. την
οριστική σήμανση των κορυφών των οικοδομικών τετραγώνων, γ. την οριστική εφαρμογή της διανομής και την σήμανση των οικοπέδων και δ. την πύκνωση του μερικώς καταστραφέντος τριγωνομετρικού και υψομετρικού δικτύου, κατά τους ειδικωτέρους όρους που αναφέροντο στην άνω από 8.2.1982 σύμβαση έργου (η σήμανση των σημείων με μικρό βάθρο από μπετόν κυκλικής διατομής διαμέτρου 15 cm τουλάχιστον, ύψους 20 cm υπέρ το έδαφος και βάθους από 20 cm έως 40 cm, επικόλληση των πινακίδων με χαραγμένα τα ονόματα των ομόρων οικοπέδων και τον αριθμό εκάστου σε κεντρικό σίδερο στα βάθρα κλπ.).
Η αμοιβή δε του εναγομένου-εκκαλούντος εργολάβου συμφωνήθηκε ότι θα καθοριζόταν βάσει του Π.Δ. 696/1974, με συντελεστή λ του άρθρου 4 του άνω Π.Δ. και επί των οποίων τιμών αυτός θα παρείχε στον εργοδότη ενάγοντα-εφεσίβλητο Συνεταιρισμό έκπτωση 20%. Τέλος, συμφωνήθηκε ότι η προσωρινή παραλαβή του έργου θα γινόταν εντός 90 ημερών από της ημερομηνίας παραλαβής που θα πρότεινε ο ανάδοχος, υπό την προϋπόθεση ότι η εργασία "έχει συντελεσθεί σύμφωνα με τους όρους της συμβάσεως" και αφού "το πρωτόκολλο της προσωρινής παραλαβής θα εγκριθεί υπό του Διοικ.
Συμβουλίου". Η ανωτέρω σύμβαση έργου συνήφθη μεταξύ των διαδίκων καθ' όσον, ενώ παλαιότερα ο Συνεταιρισμός είχε αναθέσει στον μηχανικό Α. Σ. την κατάρτιση μελέτης και τοπογραφικών διαγραμμάτων ως και την οροσήμανση των οικοδομικών τετραγώνων, των οικοπέδων και των κοινοχρήστων χώρων της εκτάσεώς του και με βάση την εγκεκριμένη από την αρμόδια Πολεοδομία μελέτη του ανωτέρω μηχανικού, ανατέθηκε σε εργολάβο η διάνοιξη των οδών, με την μετακίνηση των χωμάτινων όγκων καλύφθηκε μέρος από τα τεθέντα από τον προαναφερόμενο μηχανικό ορόσημα και έτσι ανέκυψε ανάγκη της ανατοποθετήσεως των οροσήμων, με βάση, όμως, την ήδη υπάρχουσα εγκεκριμένη μελέτη και τα σχέδια του άνω μηχανικού Α.
Σ.υ. Επειδή δε ο εναγόμενος ήταν ο επιβλέπων μηχανικός κατά την εκτέλεση του έργου της (προηγούμενης) διανοίξεως των οδών, ανατέθηκε σε αυτόν το έργο της αναοροσημάνσεως, ως ανωτέρω. Ο τελευταίος άρχισε μεν την εκτέλεση του και υπέβαλε λογαριασμό στον εργοδότη, βάσει του οποίου του κατεβάλλοντο ποσά έναντι της αμοιβής του, πλην όμως, μετά από ανακύψασα μεταξύ τους, σχετικώς με την αμοιβή του, οικονομική διαφορά, εγκατέλειψε το έργο, το οποίο ο Συνεταιρισμός ουδέποτε ενέκρινε και παρέλαβε.
Ο εναγόμενος, προς απόκρουση της ενδίκου αγωγής πρόβαλε την εκ του άρθρου 692 ΑΚ ένσταση, ισχυρισθείς, ότι ευθύς ως περατώθηκε η εκτέλεση του έργου, το Νοέμβριο του 1983, προσεκάλεσε τον ενάγοντα, ο οποίος, ανεπιφυλάκτως παρέλαβε ατύπως τούτο. Ισχυρίζεται, ειδικότερα, ότι ουδεμία ευθύνη τον βαρύνει, ότι η παράδοση του έργου έγινε κανονικά από αυτόν εμπροθέσμως, ότι ο Συνεταιρισμός παρέλαβε ανεπιφυλάκτως το έργο, διότι απέστειλε (εναγόμενος) προς αυτόν το από 10.11.1983 έγγραφό του προσκαλώντας τον προς τούτο και ο Συνεταιρισμός δεν προσήλθε και, επομένως, ότι προέβη (Συνεταιρισμός) σε άτυπη παραλαβή του έργου.
Για τον ισχυρισμό του εκ του άρθρου 692 ΑΚ είχε νομίμως ταχθεί, με την άνω υπ' αριθμόν 6515/1996 απόφαση σε αυτόν υποχρέωση αποδείξεώς του. Από κανένα, όμως, αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων ενέκρινε και παρέλαβε κατά την άνω ημεροχρονολογία το έργο. Αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι το έργο δεν παρελήφθη από τον ενάγοντα Συνεταιρισμό, επειδή έφερε τα κατωτέρω περιγραφόμενα ουσιώδη ελαττώματα.
Όπως, εξ άλλου, προεξετέθη, η προσωρινή (και η οριστική) παραλαβή του έργου θα συντελείτο, σύμφωνα με τον άνω ρητό όρο της συμβάσεως τους: ήτοι μόνο μετά από έγκριση του πρωτοκόλλου της παραλαβής από το Δ.Σ. του Συνεταιρισμού, πράγμα το οποίο ουδέποτε συνέβη, αλλ' αντιθέτως, ο Συνεταιρισμός ανέθεσε σε τριμελή επιτροπή τεχνικών τον έλεγχο του έργου, ήτοι αν αυτό εξετελέσθη με βάση την σύμβαση, η οποία αποφάνθηκε ότι το εκτελεσθέν έργο παρουσίαζε αποκλίσεις από τα εγκεκριμένα σχέδια της τάξεως συν ή πλην 1,3% μέχρι συν ή πλην 14,6%, με μέσο όρο αποκλίσεως συν ή πλην 6,67%, οι δε αποκλίσεις αυτές αφορούν σε ποσοστό 83% των τοποθετηθέντων ορόσημων.
Εξ' άλλου, ο ενάγων Συνεταιρισμός, με εξώδικα του προς τον εναγόμενο, κάλεσε αυτόν να εκτελέσει το ανατεθέν έργο (αναοροσήμανση των οικοπέδων και κοινοχρήστων χώρων με βάση την ήδη εγκεκριμένη μελέτη) σύμφωνα με τους όρους της μεταξύ τους συμβάσεως, αρνούμενος να παραλάβει τούτο, διότι παρουσίαζε τα ανωτέρω ελαττώματα.
Για τον ίδιο λόγο άλλωστε η ΔΕΗ, απαντώντας σε σχετικό με την ηλεκτροδότηση της εκτάσεως αίτημα του Συνεταιρισμού, του δηλώνει ότι αδυνατεί να προχωρήσει στη σχετική μελέτη (καθορισμό θέσεως κολόνων κλπ), λόγω ασυμφωνίας των εγκεκριμένοον σχεδίων και των τοποθετηθέντων οροσήμων. Για την ύπαρξη των ελαττωμάτων που το έργο παρουσίαζε, σαφής και κατηγορηματική είναι και η κατάθεση της, εκ των ενώπιον του Εισηγητή Δικαστή εξετασθέντων μαρτύρων αποδείξεως, Κ.
Α., τεχνολόγου μηχανικού, η οποία, μέλος ούσα του Συνεταιρισμού από το 1989 που αγόρασε οικόπεδα και του Δ.Σ. αυτού (1992-1993), καταθέτει ότι ο εναγόμενος δεν εξετέλεσε σωστά το ανατεθέν έργο, το οποίο "κατ' ουσίαν ήταν μία μερική εφαρμογή της μελέτης Σ. και ότι δεν ήταν τα μπετουδάκια στις θέσεις που είχε ορίσει ο κ.
Σ. με την μελέτη του", ότι όταν η ίδια πήγε να μετρήσει με ταχύμετρο, το 1989, το οικόπεδο που επρόκειτο να αγοράσει, βρήκε "να συμπίπτει μόνο ένα μπετουδάκι, ότι η απόκλιση των υλικών σημάτων με τα ορθά σημεία έφθανε τελικά έως και 30 τετραγωνικά μέτρα στα 1.000 τετραγωνικά μέτρα" και ότι όταν πήρε τις συντεταγμένες του δικού της οικοπέδου να τις εφαρμόσει βάσει της μελέτης Σ., το οικόπεδο της "άλλαξε εντελώς θέση σε σχέση με την τοποθέτηση από τον εναγόμενο...η απόκλιση μπροστά ήταν περίπου 30 εκατοστά ενώ πίσω έφθανε και το ένα μέτρο".
Κατ'ακολουθίαν τούτων έκρινε ότι, ο ισχυρισμός περί ανεπιφύλακτης ατύπου παραλαβής του έργου από τον ενάγοντα συνεταιρισμό, που πρόβαλε ο εναγόμενος, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος. Ότι περαιτέρω αποδείχθηκε, από τα αυτά άνω αποδεικτικά στοιχεία, ο ενάγων, επειδή το έργο δεν επιδεχόταν οιαδήποτε διόρθωση, λόγω των μεγάλων αποκλίσεων, αλλ' απαιτείτο η εξ αρχής επανεκτέλεσή του, λόγω αρνήσεως, κατά τα άνω, του εναγομένου να το πράξει (βλ.
από 16.5.1989 εξώδικη απάντηση του εναγομένου), ανέθεσε την επανεκτέλεσή του στην μηχανικό Δ. Σ.: στα τέλη του έτους 1989 την αναοροσήμανση των κοινοχρήστων τμημάτων (για την τοποθέτηση των στύλων της ΔΕΗ) και με το από 20.9.1991 ιδιωτικό συμφωνητικό (και το από 15.4.1992 συμπληρωματικό του) την αναοροσήμανση των οικοδομικών τετραγώνων και των οικοπέδων της προπεριγραφείσης εκτάσεως του.
Το έργο επανεκτελέσθηκε από την άνω μηχανικό Δ. Σ. και, ειδικώτερα: καθορίσθηκαν -169 πολυγωνικά σημεία και επανασημάνθηκαν 154 από αυτά, καθορίσθηκαν 184 κορυφές αξόνων, έγινε σήμανση 175 κορυφών αξόνων οδών και επισημάνθηκαν 175 από αυτές, καθορίσθηκαν 267 σημεία αξόνων οδών, τοποθετήθηκαν 333 οικόπεδα επί του εδάφους, καθορίσθηκαν 950 σημεία ρυμοτομικών γραμμών και σημάνθηκαν 1535 τέτοια σημεία (βλ.
την από Σεπτεμβρίου 1993 τελική επιμέτρηση του έργου από τον υπογράφοντα αυτήν επιβλέποντα μηχανικό του Συνεταιρισμού Α. Γ.). Το άνω από την προαναφερομένη μηχανικό Δ. Σ. εκτελεσθέν έργο παρελήφθη, κατόπιν εγκρίσεως του από το Δ.Σ. αυτού, από τον Συνεταιρισμό την 28.3.1995. Όπως, περαιτέρω, αποδείχθηκε απαιτήθηκε η καταβολή ποσού 14.388.815 δραχμών (ήδη 42.226,9 ευρώ)-μετ' αφαίρεση του εκ 10% ποσοστού εκπτώσεως-το οποίον, όπως αναλύεται ανωτέρω, δαπάνησε ο ενάγων, αναθέσας σε τρίτον εργολάβο, στην άνω μηχανικό Δ.
Σ., την επανεκτέλεση του έργου. Το ποσό αυτό, που αποτελεί την αμοιβή της, προκύπτει από τον από 18.5.1995 τελικό λογαριασμό του αυτού άνω επιβλέποντος μηχανικού του Συνεταιρισμού Α. Γ. και από το οποίο, όπως προκύπτει από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες αποδείξεις, ο ενάγων Συνεταιρισμός είχε, κατά το χρόνο ασκήσεως της ενδίκου αγωγής του, καταβάλει στην άνω εργολήπτρια μηχανικό το συνολικό ποσό των 6.331.000 δραχμών, εκ δε του υπολοίπου ποσού των δραχμών 8.057.815, το ποσό των 4.497.459 δραχμών (13.198,7 ευρώ) κατεβλήθη ήδη την 6.10.1994, απομένοντος οφειλομένου υπολοίπου εκ δραχμών 3.560.356.
Με βάση όλα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, έκρινε ότι ο εναγόμενος οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα, για την άνω αιτία, ως αποζημίωση, συνολικώς το άνω ποσοστών 14.388.815 δραχμών (42.226,9 ευρώ), κατά τις γενόμενες, με την εκ των προσβαλλομένων οριστική απόφαση, διακρίσεις, αφού απέρριψε ως αβάσιμη κατ'ουσίαν την προβληθείσα από τον εναγόμενο ένσταση περί παραγραφής της αξιώσεως, λόγω παρελεύσεως δεκαετίας από την παραλαβή του έργου.
Με τις παραδοχές αυτές οι προσβαλλόμενες αποφάσεις και ειδικώτερα η εξ αυτών οριστική δεν στερούνται νόμιμης βάσεως, αφού προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό τους τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν και περί της μη συνδρομής τούτων για εκείνες των οποίων αποκλείσθηκε η εφαρμογή, ενώ έχουν σαφείς, πλήρεις και μη αντιφατικές αιτιολογίες ως, προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Επομένως, ο τρίτος, κατά το οικείο μέρος του, ο τέταρτος, ο πέμπτος και ο έκτος, εκ του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αντίθετοι, λόγοι αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι. Κατ'ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Ο αναιρεσείων πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-7-2009 αίτηση του Κ. Σ.Τ., περί αναιρέσεως των υπ'αριθμούς 5354/2008 και 6515/1996 αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 15 Φεβρουαρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 14 Μαρτίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ