Legislator Case Law & Legislation
364/2008 AI generated

364/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 364/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22 Δεκεμβρίου 1997 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λιβαδειάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 62/1998 του ίδιου Δικαστηρίου και 10066/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25 Ιουνίου 2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός ανέγνωσε την από 12 Ιανουαρίου 2007 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στην σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού, τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Καλαμίδα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Legislator headnote

AI generated

364/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ότι, πράγματι την ....... εισήχθη στο Τελωνείο Πατρών, στο όνομα του ενάγοντος και με απώτερο προορισμό το Τελωνείο Θεσσαλονίκης ένα αυτοκίνητο ........., το οποίο στη συνέχεια εκτελωνίσθηκε στο Η' Τελωνείο Θεσσαλονίκης, καταβλήθηκαν κανονικά οι τότε προσδιορισθέντες δασμοί δια χρημάτων της άνω αγοράστριας και ο ενάγων με το από ......

Keywords

AI generated
motor vehicle tax vehicle type approval driving whilst disqualified non-roadworthy vehicle confiscation of motor vehicle vehicle keeper
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 364 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 364/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1 ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη Σπυρίδωνα Τέντε και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ1, τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Δημήτριος Πάτρας, χωρίς να καταθέσει προτάσεις. Του αναιρεσίβλητου: Ψ1, τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Κωνσταντίνος Καρανάσιος, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22 Δεκεμβρίου 1997 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λιβαδειάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 62/1998 του ίδιου Δικαστηρίου και 10066/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25 Ιουνίου 2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός ανέγνωσε την από 12 Ιανουαρίου 2007 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στην σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού, τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Καλαμίδα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, το οποίο δίκασε έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, που εκδόθηκε επί της αγωγής του ήδη αναιρεσίβλητου κατά του ήδη αναιρεσείοντος, με την οποία ο πρώτος, για τους αναφερόμενους σ' αυτή (αγωγή) λόγους, ζήτησε να υποχρεωθεί ο τελευταίος και του καταβάλει το ποσό των 3. 831. 498 δραχμών, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα:

Ότι ο ενάγων ασκεί επιχείρηση εισαγωγής αυτοκινήτων και ανταλλακτικών στη ....... Ότι, συναφή επιχείρηση εμπορίας αυτοκινήτων έχει και ο εναγόμενος στην ......... και κατά καιρούς συνεργαζόταν με τον ενάγοντα. Ότι, το έτος 1993 απευθύνθηκε στον εναγόμενο η Γ1, ενδιαφερόμενη για την αγορά ενός μεταχειρισμένου αυτοκινήτου ειδικού τύπου ......

Ότι, ο εναγόμενος, επειδή ο ίδιος δεν είχε τη δυνατότητα εισαγωγής, διότι τον καιρό εκείνο εστερείτο Α. Φ. Μ. , το μήνα Ιούνιο 1993 συμφώνησε με τον ενάγοντα να εισαγάγει εκείνος από τη Γερμανία ένα αυτοκίνητο του ανωτέρω τύπου, θα τον κάλυπτε δε ο ίδιος όσον αφορά το τίμημα αγοράς και τους εισαγωγικούς δασμούς, όσοι και αν ήταν αυτοί, δια χρημάτων της αγοράστριας Γ1.

Ότι, πράγματι την ....... εισήχθη στο Τελωνείο Πατρών, στο όνομα του ενάγοντος και με απώτερο προορισμό το Τελωνείο Θεσσαλονίκης ένα αυτοκίνητο ........., το οποίο στη συνέχεια εκτελωνίσθηκε στο Η' Τελωνείο Θεσσαλονίκης, καταβλήθηκαν κανονικά οι τότε προσδιορισθέντες δασμοί δια χρημάτων της άνω αγοράστριας και ο ενάγων με το από ......

τιμολόγιο-δελτίο αποστολής το παρέδωσε στην αγοράστρια Γ1. Ότι, πρόβλημα ανέκυψε πολύ αργότερα, το έτος 1996, όταν επαναπροσδιορίσθηκαν οι εισαγωγικοί δασμοί, λόγω υποτιμολογήσεως της αξίας του εισαχθέντος αυτοκινήτου και κλήθηκε ο ενάγων, στο όνομα του οποίου είχε γίνει η εισαγωγή του αυτοκινήτου, να καταβάλει για δασμούς και προσαυξήσεις το επί πλέον ποσό των 4. 179. 835 δραχμών.

Ότι, επειδή ο ενάγων τυπική και όχι ουσιαστική υποχρέωση είχε από την με τον εναγόμενο σχέση της εντολής, κατά μήνα Νοέμβριο 1996 σε νέα συνάντηση που είχε μαζί του συμφώνησαν, αφού ο εναγόμενος δεν είχε άμεση δυνατότητα πληρωμής, να κινηθεί η διαδικασία της σε δόσεις εξοφλήσεως του χρέους, τις οποίες (δόσεις) θα πλήρωνε ο εναγόμενος.

Ότι, πράγματι, μετά από αίτηση του ενάγοντος και με την ..... απόφαση του διευθυντή του Η' Τελωνείου Θεσσαλονίκης, ρυθμίσθηκε η καταβολή των επί πλέον δασμών να γίνει σε 24 δόσεις εκ δρχ. 174.159 η κάθε μία. Ότι, τις δύο πρώτες δόσεις κατέβαλε ο εναγόμενος, αρνήθηκε, όμως, να καταβάλει τις μέχρι τη συζήτηση της αγωγής ληξιπρόθεσμες δόσεις αλλά και τις μετέπειτα των επόμενων μέχρι 30-9-1998 μηνών, που όλες έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες, προφανώς επειδή αδυνατούσε να εισπράξει το ποσό των δόσεων από την αγοράστρια του αυτοκινήτου και έτσι υποχρεώθηκε να τις εξοφλήσει ο ενάγων.

Και ότι ο εναγόμενος, ενώ υποστηρίζει ότι κατά τον κρίσιμο της εισαγωγής χρόνο είχε τη δυνατότητα να εισαγάγει εκ της αλλοδαπής αυτοκίνητα και ήταν εφοδιασμένος με Α.Φ.Μ. ουδέν για τον κρίσιμο χρόνο αποδεικτικό στοιχείο προσκομίζει, αλλά μόνο ένα τιμολόγιο του έτους 1990, όπου πράγματι αναγράφεται, τότε, αριθμός φορολογικού μητρώου και περαιτέρω δεν δίδει κάποια πειστική εξήγηση για ποιο λόγο ο ενάγων καταφεύγει στην κατ αυτού μεθόδευση και δεν στρέφεται κατά της αγοράστριας του αυτοκινήτου".

Σύμφωνα με τις άνω ανέλεγκτες παραδοχές του Εφετείου: 1) ο ενάγων, κατά την αρχική του συμφωνία με τον εναγόμενο, συμφώνησε με αυτόν να αγοράσει και εισαγάγει το αυτοκίνητο στο όνομα του, αλλά για λογαριασμό του εναγομένου, ο οποίος θα πλήρωνε το τίμημα και τους δασμούς δια χρημάτων της αγοράστριας Γ1 και 2) η υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει το με την αγωγή ζητούμενο ποσό (που αφορούσε τους ως άνω επί πλέον δασμούς και προσαυξήσεις του αυτοκινήτου), ανεξαρτήτως της αρχικής συμφωνίας των διαδίκων, απορρέει από την γενόμενη κατά μήνα Νοέμβριο 1996 συμφωνία των διαδίκων (Α.Κ. 361) να πληρώσει ο εναγόμενος τους επί πλέον αυτούς δασμούς και προσαυξήσεις του αυτοκινήτου σε δόσεις.

Με τα ανωτέρω που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, τους ουσιαστικού δικαίου κανόνες των άρθρων 211, 212, 216 και 217 του Α.Κ. και οι αντίθετοι εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. δεύτερος και έβδομος λόγοι της αναίρεσης είναι αβάσιμοι. Ειδικότερα, η αιτιολογία του Εφετείου ότι οεναγόμενος τον Ιούνιο 1993 εστερείτο Α.Φ.Μ., δεν αντιφάσκει με την άλλη αιτιολογία του Εφετείου ότι στο προσκομισθέν τιμολόγιο του έτους 1990 αναγράφεται τότε (1990) αριθμός φορολογικού μητρώου του εναγομένου, διότι με την τελευταία αιτιολογία δέχεται το Εφετείο ότι ο εναγόμενος είχε Α.Φ.Μ.

το έτος 1990, ενώ με την πρώτη αιτιολογία δέχεται ότι ο εναγόμενος εστερείτο Α.Φ.Μ. σε διαφορετικό χρόνο (τον Ιούνιο 1993). Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. αντίθετος πέμπτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., οι οποίοι, όμως εφαρμόζονται όταν το δικαστήριο, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία ως προς τη δήλωση της βούλησης των συμβαλλομένων. Επομένως, τότε μόνο ιδρύεται ο άνω λόγος αναίρεσης από το ότι το δικαστήριο δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, όταν από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο διαπίστωσε κενό ή αμφιβολία στις δηλώσεις των συμβαλλομένων και παρά ταύτα δεν τους εφάρμοσε, ήτοι δεν προσέφυγε σ' αυτούς (Ολομ. Α.Π. 26/2004). Στην προκειμένη περίπτωση, που το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, δεν διαπίστωσε κενό ή αμφιβολία ως προς τις δηλώσεις βουλήσεως των συμβληθέντων διαδίκων, δεν απαιτείτο να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ. τους οποίους δεν παραβίασε με τη μη εφαρμογή τους και ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αντίθετος πρώτος λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος.

ΙΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αριθ. 20 και 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι ο θεσπιζόμενος με την πρώτη τούτων λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος, όταν δηλαδή αποδίδει σε αποδεικτικό, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432-465 Κ.Πολ.Δ., έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που πράγματι έχει, ακολούθως δε καταλήγει, στηριζόμενο σε τούτο μόνο ή κυρίως σε αυτό, σε περίπτωση συνεκτίμησης του με άλλα αποδεικτικά μέσα, σε επιζήμιο για τον διάδικο-αναιρεσείοντα πόρισμα, ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, προβάλλει ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του υπ' αριθ. ..... τιμολογίου πώλησης-δελτίου αποστολής, από το οποίο προκύπτει ότι από ...... έχει άδεια άσκησης επαγγέλματος στην Οικονομική Υπηρεσία Αταλάντης, με αριθ. πράξης .....

και θεώρησε σχετικό τιμολόγιο πώλησης και δελτίο αποστολής με Α.Φ.Μ. ........ Εφόσον όμως ο αναιρεσείων δεν προσκομίζει, όπως έχει υποχρέωση, το άνω έγγραφο, το οποίο, κατά τα από αυτόν προβαλλόμενα, έχει παραμορφωθεί για να εκτιμηθεί κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., το περιεχόμενο του προς διαπίστωση της βασιμότητας του από το άρθρο 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ.

προβαλλόμενου αναιρετικού -σφάλματος του Εφετείου, ο λόγος αυτός της αναίρεσες είναι αβάσιμος. IV. O εκ του άρθρου 559 αριθ. 11γ' του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης, ιδρυόμενος αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος αν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη, μεταξύ άλλων και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη βεβαίωση αυτή, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και το με επίκληση προσκομισθέν από τον αναιρεσείοντα ......

πιστοποιητικό του Επιμελητηρίου Φθιώτιδος και ο αντίθετος εκ του άρθρου 559 αρ. 11γ' του Κ.Πολ.Δ. τέταρτος λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος. V. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 13 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Η εσφαλμένη κατανομή του βάρους της απόδειξης στοιχειοθετεί τον άνω λόγο αναίρεσης, υπάρχει δε τέτοια όταν το δικαστήριο, παρά τους ορισμούς του άρθρου 338 Κ.Πολ.Δ., επιβάλλει το βάρος απόδειξης στον ένα από τους διαδίκους, ενώ έπρεπε να το επιβάλλει στον αντίδικο.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, το Εφετείο δεν επέβαλε στον εναγόμενο το μέρος απόδειξης των από αυτόν αναφερόμενων στον έκτο λόγο αναίρεσης ισχυρισμών, το οποίο (βάρος απόδειξης των ισχυρισμών αυτών) έπρεπε να επιβληθεί στον ενάγοντα και επομένως δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 13 του Κ.Πολ.Δ.

και ο αντίθετος έκτος λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος.

VI. Το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, προς σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως. Επομένως, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα (αποδείξεις) που δεν προσκομίσθηκαν και ο όγδοος λόγος της αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τα στο λόγο αυτό αναφερόμενα και μη προσκομισθέντα από τον ενάγοντα έγγραφα και υπέπεσε έτσι στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 11β' Κ.Πολ.Δ.

είναι αβάσιμος. Όλα τα ως άνω ληφθέντα υπόψη γεγονότα, ότι δηλαδή το έτος 1996 επαναπροσδιορίσθηκαν οι δασμοί και κλήθηκε ο ενάγων να καταβάλει το άνω επί πλέον ποσό δασμών του αυτοκινήτου, ότι με την ...... απόφαση του διευθυντή του Η Τελωνείου Θεσσαλονίκης ρυθμίσθηκε η καταβολή του ποσού αυτού σε δόσεις και ότι ο εναγόμενος κατέβαλε τις δύο πρώτες εξ αυτών, περιέχονται στην αγωγή, όπως από την επισκόπηση του δικογράφου της προκύπτει.

Επομένως, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη γεγονότα που δεν αναφέρονται στην αγωγή και ασκούν ουσιώδη επίδραση στη δίκη και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. και ο αντίθετος όγδοος λόγος της αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, είναι αβάσιμος. VII. O λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 12 Κ.Πολ.Δ.

ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη απόδειξες μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτό καθορίζει ο νόμος, όχι, όμως και στην περίπτωση που, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (Κ.Πολ.Δ. 340), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, τα οποία κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με τα άλλα, μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα τελευταία, διότι η εκτίμηση αυτή, κατ άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Στην προκειμένη περίπτωση, εκ του ότι το Εφετείο, κατά τον αναιρεσείοντα, απέδωσε στα με επίκληση προσκομισθέντα από αυτόν έγγραφα, ήτοι την ένορκη βεβαίωση του ............, την από 11-3-1998 μήνυση του και την 2906/2000 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λαμίας, τα οποία κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, μικρότερη βαρύτητα από τα τελευταία δεν ιδρύεται, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 12 Κ.Πολ.Δ.

λόγος αναίρεσης και ο αντίθετος ένατος (τελευταίος) λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος , όπως και η αναίρεση στο σύνολό της.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25-6-2005 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 10066/2002 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Φεβρουαρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Μαρτίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ