Legislator Case Law & Legislation
364/2006 AI generated

364/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 364/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο-Φώτιο Χατζη-πανταζή, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

364/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο κανόνας αυτός δεν ισχύει αν κατά τον κρίσιμο για την μεταγενέστερη δίκη χρόνο έχει επέλθει μεταβολή του νομικού καθεστώτος που διέπει την έννομη σχέση ή τις έννομες συνέπειες που απορρέουν από αυτή, αφού δεν υπάρχει τότε η απαιτούμενη για την ενεργοποίηση του δεδικασμένου ταυτότητα νομικής αιτίας.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 364 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 364/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο-Φώτιο Χατζη-πανταζή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 6η Δεκεμβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τζιώτη, για να δικάσει μεταξύ :

Του αναιρεσείοντος: Βασιλείου Αχιλλιά του Κωνσταντίνου, κατοίκου Αγ. Παρασκευής Αττικής. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεωνίδα Πανούση, ο οποίος δήλωσε ότι ανακαλεί την από 30 Νοεμβρίου 2005 δήλωσή του, του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και παρίσταται. Του αναιρεσίβλητου: Περιφερειακού Γενικού Νοσοκομείου Αθηνών "ΛΑΪΚΟ Ν.Π.Δ.Δ." που εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Καλούδη, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25 Ιουνίου 1996 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 3444/1997 του ίδιου Δικαστηρίου και 3412/2001 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων, με την από 3 Απριλίου 2003 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Δαβίλλας διάβασε την από 23 Νοεμβρίου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντίδικου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 331 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι από τελεσίδικη απόφαση παράγεται δεδικασμένο και όταν το αντικείμενο της νέας δίκης που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων είναι διαφορετικό από εκείνο της δίκης που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη, τούτο δε συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογητική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα με αυτό που κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη.

Ο κανόνας αυτός δεν ισχύει αν κατά τον κρίσιμο για την μεταγενέστερη δίκη χρόνο έχει επέλθει μεταβολή του νομικού καθεστώτος που διέπει την έννομη σχέση ή τις έννομες συνέπειες που απορρέουν από αυτή, αφού δεν υπάρχει τότε η απαιτούμενη για την ενεργοποίηση του δεδικασμένου ταυτότητα νομικής αιτίας.

Στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία οι αξιώσεις του μισθωτού στηρίζονται σε διάφορους αναγκαστικούς νόμους, ΣΣΕ ή Δ.Α., το δεδικασμένο των αποφάσεων που κρίνουν τέτοιες αξιώσεις τελεί υπό την προϋπόθεση ότι το νομοθετικό καθεστώς που ισχύει κατά τον κρίσιμο χρόνο θα παραμείνει αναλλοίωτο και στο μέλλον.

Για τον λόγο αυτό από της ισχύος κάθε νέας ΣΣΕ ή ΔΑ μεταβάλλεται το νομοθετικό καθεστώς και οι αποφάσεις που έκριναν τελεσιδίκως αξιώσεις των εργαζομένων ορισμένου χρονικού διαστήματος, ρυθμιζόμενες από τις ισχύουσες τότε ΣΣΕ ή ΔΑ, δεν αποτελούν δεδικασμένο και για τις αξιώσεις αυτών μεταγενέστερου χρονικού διαστήματος που στηρίζονται στις ισχύουσες κατά το διάστημα αυτό νεότερες ΣΣΕ ή ΔΑ (Ολ.ΑΠ 10/2002).

Εξάλλου, με την 42/1981 απόφαση του ΔΔΔΔ Πειραιώς που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την 18749/1981 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, ρυθμίστηκαν οι όροι αμοιβής και εργασίας του απασχολούμενου με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικού των νοσηλευτικών ιδρυμάτων, νοσοκομείων κλπ του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ και με τον όρο 12 της 74/1982 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών για τους όρους αμοιβής και εργασίας του ίδιου ως άνω προσωπικού που κηρύχθηκε εκτελεστή με την ΑΥΕ 17663/1982, προβλέπεται ότι το κατώτατο όριο βασικού μηνιαίου μισθού ή ημερομισθίου του προσωπικού αυτού δεν μπορεί να είναι μικρότερο από το κατώτατο όριο βασικού μηνιαίου μισθού ή ημερομισθίου της εθνικής γενικής συλλογικής συμβάσεως εργασίας (απόφαση 1/1982 του ΔΔΔΔ Αθηνών).

Το νομικό καθεστώς των ανωτέρω ΔΑ μετέβαλε η από 22-12-1988 ΕΣΣΕ, η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική με την ΑΥΕ 17853/1989 και ίσχυσε από 1-7-1988. Με την ΕΣΣΕ αυτή επεκτάθηκαν στο σύνολό τους οι διατάξεις του Ν.1505/1984 για το μισθολόγιο του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης, όπως συμπληρώθηκαν με το Ν.1810/1988, στους εργαζομένους (πλην ιατρών) με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, στα δημόσια νοσοκομεία της χώρας, οι οποίοι είναι μέλη σωματείων που ανήκουν στην ΠΟΕΔΗΝ.

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτουν τα εξής : Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, που εργαζόταν από το έτος 1974 ως θερμαστής στο αναιρεσίβλητο νοσοκομείο με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ζήτησε με την προηγούμενη από 18-7-1991 αγωγή του να του καταβάλει το νοσοκομείο τις διαφορές μεταξύ δικαιουμένων νομίμων (μετά χορήγηση του επιδόματος τριετιών και της αμοιβής 2 ωρών ημερησίως του άρθρου 2 παρ. 3 του Ν. 201/1975, ως και αναγνώριση της ως θερμαστή προϋπηρεσίας του) και καταβληθεισών αποδοχών του χρονικού διαστήματος από 1-1-1988 έως 31-7-1991 το αναφερόμενο ποσό, με βάση τον νόμιμο βασικό μηνιαίο μισθό του που ανερχόταν στο ποσό των δραχμών 16.257 (παρ. 30 της 42/1981 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Πειραιώς).

Επί της αγωγής εκείνης εκδόθηκε η 15/1992 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που κατέστη τελεσίδικη- μετά και την επικύρωσή της (ως προς το εκκληθέν κεφάλαιο της παρακρατήσεως ασφαλιστικής εισφοράς υπέρ του ΙΚΑ) με την 542/1994 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε ότι και μετά την 1-7-1988, που άρχισε να ισχύει η από 22-12-1988 ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ ο αναιρεσείων συνέχιζε να αμείβεται με τις προϊσχύσασες αυτής διατάξεις και έγινε δεκτή η αγωγή, που είχε αντικείμενο μισθολογικές διαφορές του ανωτέρω χρονικού διαστήματος.

Ακολούθως με την ένδικη από 15-4-1994 αγωγή ζήτησε μισθολογικές διαφορές, καθώς και διαφορές προσθέτων αμοιβών (προσαυξήσεων) για εργασία Κυριακών - αργιών και νυκτερινή, του χρονικού διαστήματος 1-1-1991 έως 30-1-1995, με βάση το ημερομίσθιο ασφαλείας εργατοτεχνίτη των ΕΓΣΣΕ που ίσχυσε κατά το άνω χρονικό διάστημα και μάλιστα για το τμήμα του διαστήματος αυτού από 1-1-1991 έως 31-7-1991 που συμπίπτει εν μέρει με το χρονικό διάστημα, στο οποίο αφορούσε η προηγούμενη αγωγή του (από 1-1-1988 έως 31-7-1991) και για το οποίο είχε κρίνει ήδη η προαναφερόμενη 15/1992 απόφαση, ζήτησε τις επί πλέον μισθολογικές διαφορές που προκύπτουν από τον υπολογισμό των αποδοχών του, με βάση το ημερομίσθιο ασφαλείας που καθόριζαν οι από 3-4-1991, 9-6-1993 και 21-3-1994 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε.

και ήταν μεγαλύτερο από εκείνο του μηνιαίου μισθού των 16.257 δραχμών που δέχθηκε η παραπάνω (15/1992) απόφαση. Η ως άνω αγωγή απορρίφθηκε με την 3444/1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως μη νόμιμη, την οποία εξαφάνισε, κατόπιν εφέσεως του αναιρεσείοντος, το Εφετείο Αθηνών με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του.

Με την απόφαση αυτή έκρινε το Εφετείο ότι, από την 15/1992 απόφαση παράγεται δεδικασμένο για το ότι και μετά την 1-7-1998, που άρχισε να ισχύει η προμνημονευόμενη ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ, ο αναιρεσείων εξακκολούθησε να αμείβεται με τις προϊσχύσασες αυτής διατάξεις και ότι το δεδικασμένο αυτό καταλάμβανε και τις εκ των ενδίκων αξιώσεων διαφορές των κυρίων (πρώτο κεφάλαιο) αποδοχών του, αλλ'όχι και το ύψος του ημερομισθίου ασφαλείας αυτού, το οποίο ήταν μεγαλύτερο από εκείνο που ζητήθηκε με την προηγούμενη αγωγή.

Ενόψει αυτών, το Εφετείο δέχθηκε την αγωγή εν μέρει, κατά το πρώτο (υπό α' έως και γ') κεφάλαιο που αφορά διαφορές των αποδοχών που εδικαιούτο ο αναιρεσείων κατά το επίδικο διάστημα, ενώ για τα λοιπά, δεύτερο (υπό δ' και ε') και τρίτο (υπό στ' και ζ') κεφάλαια της ένδικης αγωγής που αφορούν τις διαφορές της πρόσθετης αμοιβής του για την εργασία του κατά τις Κυριακές-αργίες και την νύκτα, έκρινε ότι οι σχετικές αξιώσεις του- που ασκήθηκαν για πρώτη φορά με την ένδικη αγωγή- δεν καλύπτονται από το δεδικασμένο της παραπάνω αποφάσεως και απέρριψε γι'αυτό τα ως άνω κεφάλαια της αγωγής, ως μη νόμιμα, με την αιτιολογία ότι στηρίζονται σε μη ισχύουσες κατά το επίδικο διάστημα διατάξεις.

Παρά ταύτα, όμως, αφού δέχθηκε το Εφετείο ότι υπάρχει δεδικασμένο για το δικαίωμα του αναιρεσείοντος να αμείβεται κατά το επίδικο διάστημα με τις καθοριζόμενες από τις προϊσχύσασες της ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ διατάξεις, χωρίς η κρίση του αυτή να έχει προσβληθεί με αναίρεση από το αναιρεσίβλητο νοσοκομείο, το δεδικασμένο αυτό αναπληρώνει τη νομιμότητα των σχετικών με τις αποδοχές του αναιρεσείοντος αγωγικών αξιώσεων και καλυπτει το δικαίωμα αυτού να προσαυξάνεται η αμοιβή του για την εργασία των Κυριακών-αργιών και της νύκτας, με βάση τις προσδιοριζόμενες από το ως άνω δεδικασμένο αποδοχές.

Επομένως το Εφετείο παρά το νόμο δέχθηκε ότι δεν καλύπτονται από το δεδικασμένο που έκρινε ότι υπάρχει για τις υπόλοιπες αξιώσεις αυτού και συνεπώς ο, κατ' εκτίμηση του αναιρετηρίου, μοναδικός λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 16 (και όχι και 1, 8 και 14 που επικαλείται ο αναιρεσείων) του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

Ακολούθως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο καθόσον αφορά τα δεύτερο και τρίτο κονδύλια της αγωγής και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος τούτο προς περαιτέρω εκδίκαση από το ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί, κατά το εις το αιτιολογικό μέρος της, την 3412/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το μέρος τούτο, στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιανουαρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 23 Φεβρουαρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ